Supreme Court dismisses appeal on debt transfer claim due to lack of creditor demand at time of asset sale.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the anonymous company's appeal against the Athens Court of Appeal's decision rejecting its lawsuit for debt transfer. The plaintiff argued that the defendants sold assets to harm creditors, but the court found no valid claim existed at the time of sale because the promissory notes in question were issued after the transfer. Furthermore, the plaintiff's claim was extinguished when the defendants replaced the original notes with new ones, negating the alleged intent to defraud creditors.
Legislator headnote
AI generatedArticles 939, 941, 942, 943 of the Civil Code; A creditor's right to demand dissolution of asset transfers requires a matured claim existing at the time of transfer and proof of intent to harm. The court established that if the alleged fraudulent act (issuing promissory notes) occurred after the transfer or was replaced by new instruments, the necessary conditions for the creditor's claim are not met.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1906 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)M.K.
Αριθμός 1906/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ... η οποία εδρεύει στον Ασπρόπυργο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ - Αθηναγόρα Δημητρακόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) …και 4) Σ. Κ. του Ν., κατοίκων Βριλησσίων Αττικής. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Ζευκιλή, ο οποίος ανακάλεσε την από 27-12-2021 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 391/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 3623/2020 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-9-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 3623/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την υπ' αριθμ. 391/2019 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, με την οποία είχε απορριφθεί η από 20/6/2013 αγωγή της αναιρεσείουσας κατά των αναιρεσιβλήτων. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941, 942 και 943 ΑΚ συνάγεται, ότι οι δανειστές δικαιούνται να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης, που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίησή τους. Προϋποθέσεις προστασίας των δανειστών είναι: 1) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη, γεννημένη κατά τον χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, δηλαδή απαίτηση της οποίας έχουν συντελεσθεί τα παραγωγικά γεγονότα και η οποία είναι ληξιπρόθεσμη κατά τον χρόνο συζήτησης της σχετικής αγωγής(ΑΠ 869/2021, ΑΠ 668/2021, ΑΠ708/2017) 2) απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη, 3) απαλλοτρίωση με πρόθεση βλάβης των δανειστών, η οποία πρόθεση θεωρείται ότι υπάρχει, όταν ο οφειλέτης γνωρίζει πως με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία του που απομένει να μην επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού στην περίπτωση αυτή είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει πως συνέπεια της πράξης του είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία αποδέχεται, 4) βλάβη των δανειστών, δηλαδή ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη σε τέτοιο βαθμό, ώστε η υπόλοιπη περιουσία του να μην αρκεί προς ικανοποίηση των δανειστών.
Η αφερεγγυότητα δε αυτή του οφειλέτη, που είναι ένα από τα στοιχεία της αγωγής, πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης των δανειστών, η οποία υπάρχει, μόνο όταν ο οφειλέτης είναι κατά τον χρόνο αυτόν αφερέγγυος, και 5) γνώση του τρίτου ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών, η οποία γνώση τεκμαίρεται, όταν ο τρίτος είναι κατά την απαλλοτρίωση σύζυγος ή συγγενής σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή από αγχιστεία έως το δεύτερο βαθμό, ενώ το τεκμήριο αυτό δεν ισχύει, αν πέρασε ένα έτος από την απαλλοτρίωση έως την έγερση της αγωγής.
Επίσης, η ανωτέρω γνώση δεν απαιτείται, αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία (ΑΠ 914/2020, ΑΠ 1382/2019). Ως απαλλοτρίωση, κατά την έννοια της άνω διάταξης του άρθρου 942 ΑΚ, δηλαδή χαριστική, είναι και η γονική παροχή, που θεσμοθετείται με το άρθρο 1509 του ίδιου Κώδικα, αφού και αυτή συνιστά επίδοση από ελευθεριότητα (ΑΠ 914/2020, ΑΠ 1382/2019, ΑΠ 28/2017).
Το γεγονός ότι η εν λόγω απαλλοτρίωση γίνεται προς εκπλήρωση σχετικής ηθικής υποχρέωσης του γονέα προς το τέκνο, δεν μπορεί να δικαιολογήσει ούτε τη βλάβη των δανειστών, ούτε την προτίμηση εκπλήρωσης από τον οφειλέτη των ηθικών υποχρεώσεών του έναντι των νομικών (ΑΠ 914/2020, ΑΠ 28/2017). Η επάρκεια ή η ανεπάρκεια της περιουσίας του οφειλέτη και επομένως η ύπαρξη αφερεγγυότητάς του κατά τα κρίσιμα χρονικά σημεία κρίνεται με βάση τα εμφανή περιουσιακά του στοιχεία (ΟλΑΠ 15/2012, ΑΠ 914/2020) και τέτοια είναι κατ' αρχήν όσα είναι γενικώς γνωστά και μπορούν να επιχειρήσουν σ' αυτά εκτέλεση οι δανειστές για την ικανοποίησή τους, όπως προπάντων είναι τα ακίνητα, ως προς τα οποία ισχύει σύστημα δημοσιότητας, ενώ δεν υπολογίζονται τα αφανή περιουσιακά στοιχεία, δηλαδή όσα δεν είναι γενικώς γνωστά στους δανειστές και επομένως εξομοιώνονται με ανύπαρκτα γι' αυτούς περιουσιακά στοιχεία, αφού με διαφορετική εκδοχή τίθεται σε κίνδυνο ο επιδιωκόμενος με τη διάρρηξη σκοπός της προστασίας των δανειστών από καταδολιευτικές απαλλοτριώσεις (ΑΠ 914/2020, ΑΠ 928/2014).
Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).
Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη, που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά. Η έκδοση ακάλυπτης τραπεζικής επιταγής, δηλαδή επιταγής η οποία κατά την εμπρόθεσμη εμφάνισή της στην πληρώτρια τράπεζα δεν πληρώθηκε λόγω ελλείψεως αντιστοίχων κεφαλαίων του εκδότη, αποτελεί κατά τις διατάξεις του άρθρ. 79 του ν. 5960/1933 αξιόποινη πράξη (πλημμέλημα), όταν ο εκδότης ενήργησε από δόλο, που δύναται να είναι και ενδεχόμενος (άρθρ. 27 παρ. 1 ΠΚ), εφόσον μετά την αντικατάσταση του αρχικού άρθρου 79 του ν. 5960/1933 με το άρθρ. 1 του ν.δ/τος 1325/1972, δεν αποτελεί πλέον στοιχείο της ποινικής υποστάσεως του οικείου εγκλήματος η έκδοση της επιταγής εν γνώσει του ότι δεν υπάρχουν ή δεν θα υπάρξουν κατά την εμφάνισή της προς πληρωμή αντίστοιχα κεφάλαια.
Οι διατάξεις του άρθρ. 79 του ν. 5960/1933 έχουν θεσπισθεί για την προστασία τόσο του δημόσιου όσο και του ατομικού συμφέροντος του δικαιούχου της επιταγής, και μάλιστα, μετά την τροποποίηση και συμπλήρωση του ανωτέρω άρθρου με το άρθρ. 4 § 1 του ν. 2408/1996, αυτό είναι το κατ` εξοχήν έννομο συμφέρον που προστατεύεται.
Επομένως η έκδοση ακάλυπτης τραπεζικής επιταγής αποτελεί για τον εκδότη της, που ενήργησε δολίως κατά την ανωτέρω έννοια, αδικοπραξία, που τον υποχρεώνει κατά τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ σε ισόποση, κατ` αρχάς, με το ποσό της επιταγής αποζημίωση και εύλογη λόγω ηθικής βλάβης χρηματική ικανοποίηση του νόμιμου κομιστή της.
Ο εκδότης ακάλυπτης επιταγής είναι υποχρεωμένος να αποζημιώσει τον κομιστή της, ακόμη και αν αυτή είναι μεταχρονολογημένη, οπότε ευθύνεται κατά τα άρθρα 28, 29 §§ 1 & 4 και 56 του ν. 5960/1933, αν η επιταγή εμφανισθεί προς πληρωμή οποτεδήποτε εντός του χρονικού διαστήματος, που αρχίζει από την επομένη της ημέρας, που πραγματικά εκδόθηκε, και λήγει την όγδοη ημέρα μετά την αναγραφόμενη στο σώμα της επιταγής ημεροχρονολογία εκδόσεως (ΑΠ 705/2007).
Ενόψει τούτων, χρόνος τελέσεως του αδικήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, η οποία είναι μεταχρονολογημένη, είναι ο χρόνος της εμφανίσεως της επιταγής και μη πληρωμής της, που προκύπτει από το σώμα του τίτλου, ανεξαρτήτως του πότε εκδόθηκε αυτή και συνεπώς τότε γεννάται, έναντι του νόμιμου κομιστή κατά το χρόνο της εμφανίσεως και βεβαιώσεως της μη πληρωμής, και η από την διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ αδικοπρακτική ευθύνη του εκδότη της ακάλυπτης επιταγής για καταβολή αποζημίωσης στον ανωτέρω δικαιούχο (ΟλΑΠ 30/2003, ΑΠ 1324/2019, Α.Π. 836/2015 ποιν., ΑΠ 836/2015 ποιν., ΑΠ 1006/2006), δεν αποκλείει δε την ευθύνη αυτή το γεγονός ότι αυτός υπέγραψε την επιταγή ως νόμιμος εκπρόσωπος εταιρείας και απλώς στην περίπτωση αυτή ευθύνεται κατά το άρθρ. 71 ΑΚ εις ολόκληρο με το νομικό πρόσωπο της εταιρείας, και μάλιστα ανεξαρτήτως από τη μορφή της εταιρείας ως προσωπικής ή κεφαλαιουχικής, εφόσον και στην περίπτωση των κεφαλαιουχικών εταιρειών ο νόμιμος εκπρόσωπός τους, ναι μεν δεν ευθύνεται ατομικώς για τα εταιρικά χρέη, ευθύνεται όμως κατά τις γενικές διατάξεις για τις αδικοπραξίες του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, επομένως και για την έκδοση ακάλυπτης επιταγής (ΑΠ 179/2019, AΠ 1051/2012).
Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, στοιχεία απαραίτητα για τη γέννηση αξιώσεως αποζημιώσεως από το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, είναι α) η έκδοση έγκυρης επιταγής από τον καθ'ού η αξίωση, β) η εμπρόθεσμη, μέσα σε οκτώ ημέρες από τη χρονολογία της έκδοσης της επιταγής, εμφάνισή της προς πληρωμή, γ) η μη πληρωμή της επιταγής κατά την εμφάνισή της λόγω έλλειψης στην πληρώτρια τράπεζα αντίστοιχων με το ποσό της επιταγής κεφαλαίων στο λογαριασμό του εκδότη της, είτε εξ αρχής κατά το χρόνο της έκδοσής της είτε μεταγενέστερα και μέχρι την εμφάνισή της προς πληρωμή, δ) η απότοκη της μη πληρωμής ζημία του νόμιμου κομιστή της επιταγής και ε) ο δόλος έκδοσης ακάλυπτης επιταγής (ΑΠ 798/2010, ΑΠ 1051/2012).
Άλλα στοιχεία για την πληρότητα και νομική θεμελίωση της πιο πάνω αγωγής, όπως η αιτία έκδοσης της επιταγής και ειδικότερα ότι αυτή (αιτία) δεν πάσχει ακυρότητα, δεν απαιτούνται, καθόσον πρόκειται για αδικοπραξία και όχι για απαίτηση από επιταγή (ΑΠ 219/2020, ΑΠ 1804/2012). Εξάλλου, κατά το άρθρο 40 του Ν. 5960/1933, ο κομιστής μπορεί να ασκήσει την αναγωγή αυτού κατά των οπισθογράφων, του εκδότη και των άλλων υπόχρεων, αν η επιταγή εμφανίσθηκε εγκαίρως, δεν πληρώθηκε και η άρνηση της πληρωμής βεβαιώνεται 1) με δημόσιο έγγραφο (διαμαρτυρικό) ή 2) με δήλωση του πληρωτή πού χρονολογείται και γράφεται επί της επιταγής, με σημείωση της ημέρας της εμφανίσεως, ή 3) με χρονολογούμενη δήλωση γραφείου συμψηφισμού πού βεβαιώνει ότι η επιταγή εγχειρίσθηκε εγκαίρως και δεν πληρώθηκε.
Με την άνω διάταξη του άρθρου 40 του Ν. 5960/1933 ορίζονται οι προϋποθέσεις με βάση τις οποίες ο κομιστής μπορεί να ασκήσει το δικαίωμα αναγωγής και ειδικότερα ο τρόπος βεβαιώσεως της αρνήσεως πληρωμής της επιταγής. Ο εν λόγω, όμως, τρόπος βεβαιώσεως της αρνήσεως πληρωμής του άρθρου 40 Ν. 5960/1933 είναι μεν χρήσιμος προς απόδειξη της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος του άρθρου 79 του ίδιου νόμου, δεν αποτελεί όμως στοιχείο του εγκλήματος αυτού και της αγωγής αποζημιώσεως λόγω εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής (Α.Π. 25/2000), αφού με το τελευταίο άρθρο (79 Ν. 5960/1933) δεν γίνεται παραπομπή στο άρθρο 40, αλλά περιοριστικά καθορίζονται τα απαιτούμενα ως άνω στοιχεία του εγκλήματος αυτού.
Επίσης δεν αποτελεί στοιχείο του άνω εγκλήματος και της ανωτέρω αγωγής αποζημιώσεως, η προς αποτροπή της κυκλοφορίας ακάλυπτων επιταγών επιβληθείσα με το άρθρο 2 Ν.Δ. 1325/1972 υποχρέωση της τράπεζας, σε περίπτωση μη πληρωμής της επιταγής, ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων, να βεβαιώσει τούτο είτε επί του σώματος της επιταγής, είτε με ιδιαίτερο έγγραφο.
Επομένως, τόσο η εμπρόθεσμη εμφάνιση, όσο και η άρνηση πληρωμής της επιταγής μπορούν να αποδεικνύονται με οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο, ακόμη και με μάρτυρες (ΑΠ 513/2014, ΑΠ 1708/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 436 ΑΚ η ενοχή αποσβέννυται, αν με σύμβαση αντικατασταθεί, με σκοπό καταργήσεως, με νέα ενοχή (ανανέωση), που περιλαμβάνει είτε τα ίδια πρόσωπα είτε άλλο οφειλέτη είτε άλλο δανειστή.
Δηλαδή, η δημιουργούμενη με τη σύμβαση ανανέωσης νέα ενοχή διαφοροποιείται της πρώτης από την ύπαρξη κάποιου νέου στοιχείου, που μπορεί να αφορά το αντικείμενο, την αιτία ή τα υποκείμενα. Για το κύρος της σύμβασης ανανέωσης ενοχής απαραίτητος όρος είναι να υπάρχει σκοπός ανανέωσης, σκοπός δηλαδή των συμβαλλομένων μερών για κατάργηση της υφιστάμενης ενοχής και αντικατάστασή της με τη συνιστώμενη νέα ενοχή.
Ο σκοπός αυτός δεν εικάζεται, αλλά ούτε και είναι ανάγκη να δηλώνεται ρητώς στη σύμβαση, αφού αρκεί να συνάγεται και σιωπηρώς, όμως κατά τρόπο σαφή. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, από τη θέση σε ισχύ της νέας ενοχής αυτομάτως επέρχεται απόσβεση της παλαιάς ενοχής και δεν μπορεί να προβληθούν δικαιώματα ή ενστάσεις από την παλαιά ενοχική σχέση(ΑΠ 845/2019).
Στη συνηθισμένη στις συναλλαγές περίπτωση κατά την οποία η πληρωμή του κομιστή επιταγής, γίνεται με την έκδοση και παράδοση σε αυτόν μιας άλλης επιταγής, η σχέση μεταξύ της παλαιάς και της νέας εξ επιταγής ενοχής καθορίζεται από τη βούληση των συμβαλλομένων στη συμφωνία για την παράδοση της νέας επιταγής, από την οποία κρίνεται, αν η νέα επιταγή δίδεται προς ανανέωση ή αντί καταβολής.
Η έκδοση όμως νέας τραπεζικής επιταγής προς κάλυψη αξιώσεως από προγενέστερη επιταγή συνιστά ανανέωση της παλαιάς ενοχής με νέα ενοχή, με σκοπό την κατάργηση και απόσβεση της προηγούμενης ενοχής (ΑΠ 1375/2011,ΑΠ 1388/2011, ΑΠ 68/2001). Εξάλλου η καταδολίευση δανειστών, ρυθμιζόμενη ειδικώς από τα ανωτέρω άρθρα 939 επ.
του ΑΚ, δεν αποτελεί και αδικοπραξία υπό την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, γιατί είναι μεν παράνομη συμπεριφορά, αφού απαγορεύεται, ως συνέπειά της όμως τάσσεται με το νόμο όχι η αποζημίωση, αλλά η διάρρηξη της απαλλοτριωτικής πράξεως. Ακόμη και όταν η καταδολιευτική απαλλοτρίωση πληροί την αντικειμενική υπόσταση του κατά το άρθρο 397 ΠΚ εγκλήματος, δεν έχει ως συνέπεια την αποζημίωση, αλλά τη διάρρηξη (ΑΠ 1383/2019, ΑΠ 1396/2015, ΑΠ 1531/2013, ΑΠ 1734/2007).
Όμως, ο περιορισμός αυτός δεν ισχύει και είναι δυνατή η εφαρμογή των περί αδικοπραξιών διατάξεων, όταν συντρέξουν στοιχεία περισσότερα ή βαρύτερα από εκείνα που απαιτούνται για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 939 επ. ΑΚ. Τούτο συμβαίνει, πλην άλλων περιπτώσεων, και όταν συντρέξουν οι όροι του εγκλήματος της απάτης του άρθρου 386 ΠΚ ή όταν υπάρχει συμπαιγνία μεταξύ του οφειλέτη και του τρίτου.
Πρέπει να σημειωθεί ότι η συμπαιγνία αποτελεί περιστατικό το οποίο βρίσκεται πέρα από το "δόλο του οφειλέτη" και τη "γνώση του τρίτου", που αποτελούν κατά τα άρθρα 939 και 941 ΑΚ προϋποθέσεις της διαρρήξεως, εμφανίζει δε την συμπεριφορά αυτών ιδιαίτερα αξιόμεμπτη, αφού ο τρίτος όχι μόνον γνωρίζει και αποδέχεται ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του, αλλά αμφότεροι, με βάση σχέδιο το οποίο έχουν καταστρώσει, επιδιώκουν τούτο, συνεργαζόμενοι και ενεργώντας με διάφορα τεχνάσματα (ΑΠ 1383/2019).
Από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ., σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 147-149 ΑΚ. και 386 ΠΚ προκύπτει ότι, γενεσιουργό λόγο υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο, προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον, τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης, από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενομένη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με την αθέμιτη απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (ΑΠ 1046/2019, ΑΠ 895/2011).
Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 386 ΠΚ, ερμηνευομένης ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνον όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση της ζημίας αυτής, αλλά και όταν την γνωρίζει ως ενδεχόμενη και αποδέχεται τη δυνατότητα πρόκλησης της ίδιας ζημίας είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του.
Κατά την έννοια του άρθρου 147 ΑΚ, απάτη αποτελεί κάθε συμπεριφορά από πρόθεση, που τείνει να παράγει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση με σκοπό να οδηγηθεί κάποιος σε δήλωση βούλησης, συνίσταται δε η απατηλή συμπεριφορά είτε σε παράσταση ανύπαρκτων γεγονότων ως υπαρκτών, κατά παράβαση του καθήκοντος αλήθειας, είτε στην απόκρυψη ή αποσιώπηση η ατελή ανακοίνωση υπαρκτών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη σ` αυτόν που τα αγνοούσε επιβαλλόταν από το καθήκον διαφώτισής του με βάση την καλή πίστη ή την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ αυτού και εκείνου προς τον οποίο απηύθυνε τη δήλωσή του (ΑΠ 1046/2019, ΑΠ 282/2010).
Σε κάθε περίπτωση δεν ενδιαφέρει το είδος της πλάνης που δημιουργήθηκε από την απάτη, δηλαδή αν αυτή είναι ή δεν είναι συγγνωστή, ουσιώδης ή επουσιώδης, καθώς και αν αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά αίτια της βούλησης, αρκεί η πλάνη να υφίσταται κατά το χρόνο που δηλώνεται η βούληση (ΑΠ 1046/2019, ΑΠ 1269/2017, ΑΠ 373/2008).
Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 298 εδ. β` του ΑΚ προκύπτει, ότι η απαραίτητη για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρ. 336 § 4 Κ.Πολ.Δ.), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθ. 298 ΑΚ) ήταν επαρκής, ήτοι ικανή (πρόσφορη), να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006 ΑΠ 1382/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Η αναιρεσείουσα άσκησε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά των αναιρεσιβλήτων την από 20/6/2013 αγωγή της, στην οποία εκθέτει ότι δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων πώλησης σιδήρου και συναφών υλικών, που συνήφθησαν στα πλαίσια πολυετούς συνεργασίας μεταξύ αυτής και της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ...
της οποίας νόμιμοι εκπρόσωποι και διαχειριστές τυγχάνουν ο πρώτος αναιρεσίβλητος και ο Κ. Μ., κατά το έτος 2010, και ειδικότερα από 5-1-2010 έως και 31-12-2010, πώλησε και παρέδωσε σ' αυτή ποσότητες σιδήρου, τις οποίες η αγοράστρια εταιρεία μεταπώλησε σε τρίτους με σκοπό το κέρδος, αντί συνολικού τιμήματος 2.477.811,78€.
Ότι η αγοράστρια εταιρία, όπως γινόταν πάντα στα πλαίσια της συνεργασίας τους, εξόφλησε μέρος της οφειλής της με την έκδοση και παράδοση στην ίδια μεταχρονολογημένων επιταγών, που πληρώθηκαν, συνολικού ύψους 1.470.881,67€, αφήνοντας ανεξόφλητο υπόλοιπο ύψους 1.006.930,11€. Ότι ακολούθως ο πρώτος αναιρεσίβλητος, προς εξόφληση του υπολοίπου αυτού, ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος της αγοράστριας εταιρείας, εξέδωσε σε διαταγή της αναιρεσείουσας και μεταβίβασε σ' αυτή:
α) την 5-10-2010, δύο τραπεζικές επιταγές ποσού 200.000€ εκάστης, με (κατά μεταχρονολόγηση) ημερομηνίες έκδοσης 31-1-2011 και 28-2-1011, οι οποίες εξοφλήθηκαν στο σύνολό τους και β) την 13-12-2010 τέσσερις τραπεζικές επιταγές ποσού 100.000€ εκάστης, με (κατά μεταχρονολόγηση) ημερομηνίες έκδοσης 30-3-2011, 31-3-2011, 30-4-2011 και 30-4-2011 αντιστοίχως.
Ότι στις 13/12/2010, που παραδόθηκαν οι τέσσερις αυτές επιταγές, ο πρώτος αναιρεσίβλητος και ο συνδιαχειριστής της αγοράστριας Κ. Μ. γνώριζαν ότι δύο από τις επιταγές αυτές, που ήταν πληρωτέες στο κατάστημα Βάρκιζας της ... Τράπεζας, με αριθμούς ... και φερόμενες ημερομηνίες εκδόσεως τις 30/3/2011και 30/4/2011 αντιστοίχως, δεν επρόκειτο να πληρωθούν και της το απέκρυψαν, προκειμένου να καταχρασθούν τα ποσά των επιταγών αυτών και επίσης της απέκρυψαν ότι με βάση σχέδιο εξαπάτησής της, που είχαν εκπονήσει με την συμβουλή, προτροπή και καθοδήγηση της τέταρτης αναιρεσίβλητης, που είναι η σύζυγος του πρώτου αναιρεσιβλήτου αλλά και η πληρεξουσία δικηγόρος της αγοράστριας εταιρείας, με σκοπό να ματαιώσουν την ικανοποίηση της απαίτησής της, συνεχίζοντας όμως να αγοράζουν από αυτήν εμπορεύματα για να τα μεταπωλούν με σκοπό το κέρδος, επρόκειτο να μεταβιβάσουν όλη την ακίνητη περιουσία τους, ο μεν πρώτος αναιρεσίβλητος στην τέταρτη αναιρεσίβλητη και στις θυγατέρες τους δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων, ο δε Κ.
Μ. στην υπέργηρη μητέρα του και στην αδελφή του. Ότι σε εκτέλεση του σχεδίου αυτού στις 28/12/2010 ο πρώτος αναιρεσίβλητος μεταβίβασε το σύνολο της ακίνητης περιουσίας του στις δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, δυνάμει των υπ' αριθμ. ... συμβολαίων δωρεάς εν ζωή και γονικής παροχής αντιστοίχως της συμ/φου Χαλανδρίου Αττικής Ειρήνης Παλαιοκρασά - Μανιαδάκη, με σκοπό να προκαλέσει βλάβη στην ίδια, το ίδιο δε έσπευσε να κάνει και ο Κ.
Μ., ο οποίος στις 27/4/2011 με συμβόλαιο δωρεάς μεταβίβασε όλη την ακίνητη περιουσία του στην μητέρα του και στην αδελφή του. Ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος, ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος της αγοράστριας εταιρείας, εξέδωσε την 31-12-2010 σε διαταγή της ενάγουσας και μεταβίβασε προς αυτήν δύο τραπεζικές επιταγές ποσού 100.000€ έκαστης, με (κατά μεταχρονολόγηση) ημερομηνία έκδοσης για αμφότερες τις επιταγές την 31-5-2011.
Ότι με όλες τις αναφερόμενες επιταγές, εάν αυτές πληρώνονταν από την πληρώτρια τράπεζα κατά την εμφάνισή τους, θα εξοφλούνταν τα τιμολόγια του έτους 2010, συνολικού ποσού 1.000.000€, οπότε θα παρέμενε ανεξόφλητο υπόλοιπο ύψους 6.930,11€. Ότι στη συνέχεια και ειδικότερα κατά το χρονικό διάστημα από 5-1-2011 μέχρι και 15-3-2011, η αγοράστρια εταιρεία προμηθεύτηκε εκ νέου ποσότητες σιδήρου από την αναιρεσείουσα και την 18-3-2011 ο πρώτος αναιρεσίβλητος, με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου αυτής, εξέδωσε και μεταβίβασε προς εξόφληση του ανωτέρω υπολοίπου των 6.930,11€ καθώς και σε εγγύηση εξόφλησης των εμπορευμάτων, που είχε προμηθευθεί από 1-1-2011 μέχρι και 15-3-2011, συνολικής αξίας 434.939,41€, τέσσερις τραπεζικές επιταγές, ποσού 100.000€ έκαστης, με (κατά μεταχρονολόγηση) ημερομηνίες έκδοσης 30-6-2011, 30-6-2011, 31-7-2011 και 31-7- 2011 αντιστοίχως.
Ότι στις 30/3/2011 η ίδια εμφάνισε προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα την ... επιταγή, που έληγε την ημέρα αυτή και η οποία της είχε παραδοθεί στις 13/12/2010, αλλά αυτή δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων της εκδότριας, χωρίς όμως και να σφραγισθεί, γιατί η ίδια, αφενός πείσθηκε από τις διαβεβαιώσεις του πρώτου αναιρεσιβλήτου, με τον οποίο επικοινώνησε, ότι η έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων στον λογαριασμό συνέβη από παραδρομή, αφετέρου δε την επομένη ημέρα 31/3/2011 πληρώθηκε κανονικά η επιταγή, που επίσης της είχε δοθεί στις 13/12/2010 και έληγε την ημερομηνία αυτή.
Ότι στη συνέχεια και η επιταγή ποσού 100.000 ευρώ, με αριθμό ... και φερόμενη ημερομηνία έκδοσης την 30-4-2011, που επίσης είχε δοθεί στις 13/12/2010, δεν πληρώθηκε κατά την εμφάνισή της προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα στις 30/4/2010. Ότι ο νόμιμος εκπρόσωπός της, στις 5/5/2011, πριν λήξει η προθεσμία σφράγισης της επιταγής αυτής, επισκέφθηκε τα γραφεία της αγοράστριας εταιρείας, όπου, πεισθείς στις ψευδείς, εν γνώσει του ψεύδους, διαβεβαιώσεις του πρώτου αναιρεσιβλήτου και του Κ.
Μ. ότι η έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων στον λογαριασμό οφείλεται σε προσωρινό πρόβλημα, που έχει αποκατασταθεί, δέχθηκε να πάρει τρείς άλλες μεταχρονολογημένες επιταγές και να μην σφραγίσει την επιταγή, που έληγε στις 30/4/2011 και έτσι ο πρώτος αναιρεσίβλητος την 5-5-2011, ενεργώντας υπό την προαναφερθείσα ιδιότητά του, εξέδωσε τρεις ακόμη τραπεζικές επιταγές σε διαταγή της αναιρεσείουσας εταιρείας ποσού 100.000€ έκαστης με (κατά μεταχρονολόγηση) ημερομηνίες έκδοσης 31-8-2011, 30-9-2011 και 30-9-2011 αντιστοίχως, γνωρίζοντας ότι δεν θα εξοφλούνταν, όπως αποδείχθηκε, όταν εμφανίστηκαν προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα.
Ότι οι δύο εκ των τριών αυτών μεταχρονολογημένων επιταγών, φέρουσες ημερομηνία έκδοσης 30-9-2011, εκδόθηκαν και μεταβιβάστηκαν στην αναιρεσείουσα προς αντικατάσταση των επιταγών που είχαν μεταβιβασθεί σ' αυτή την 13-12-2010 και κατά την ημερομηνία πληρωμής τους ήτοι την 30-3-2011 και 30-4-2011 δεν πληρώθηκαν. Ότι την 5-7-2011 η αγοράστρια εταιρία όφειλε στην ενάγουσα από αγορά προϊόντων και εξαιτίας της μη πληρωμής των εκδοθεισών επιταγών συνολικό ποσό 574.495,93€ και για τον λόγο αυτό της μεταβίβασε μεταχρονολογημένες επιταγές πελατείας της συνολικού ύψους 101.746,17€ καταβάλλοντάς της ταυτόχρονα μέσω τραπεζικού εμβάσματος το ποσό των 50.000€, έναντι των επιταγών, που εμφανίστηκαν και δεν πληρώθηκαν την 30-6-2011.
Ότι κατά την ίδια ημεροχρονολογία ο πρώτος αναιρεσίβλητος μαζί με τον συνέταιρό του, επίσης νόμιμο εκπρόσωπο και συνδιαχειριστή της αγοράστριας εταιρίας, Κ. Μ., ζήτησαν από την αναιρεσείουσα, αφενός μεν να μην σφραγίσει τις επιταγές με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης 30-6-2011, 31-7-2011 και αυτές που έφεραν ημερομηνία έκδοσης 31-8-2011, τις οποίες επίσης αδυνατούσαν να πληρώσουν, διαβεβαιώνοντας τον νόμιμο εκπρόσωπο αυτής ότι σε κάθε περίπτωση αντιμετωπίζουν μια πρόσκαιρη ταμειακή δυσχέρεια και ότι διαθέτουν αμφότεροι μεγάλη προσωπική περιουσία, η οποία ήταν στη διάθεση της ενάγουσας προς εξασφάλιση των απαιτήσεών της, αφετέρου δε να συνεχίσει αυτή να τους προμηθεύει με εμπορεύματα, τα οποία η εταιρεία τους θα εξοφλούσε στο εξής με μετρητά ή με επιταγές πελατείας της μικρής διάρκειας, ενώ το οφειλόμενο ποσό θα φρόντιζαν να το αποπληρώσουν σταδιακά το επόμενο χρονικό διάστημα.
Ότι ακολούθως οι επιταγές της ... Τράπεζας με αριθμούς ..., ποσού 100.000 ευρώ εκάστης τούτων και φερόμενη ημερομηνία έκδοσης την 30-9-2011, οι οποίες της είχαν δοθεί στις 5/5/2011 σε αντικατάσταση των επιταγών με ημερομηνία λήξης 30/3/2011 και 30/4/2011, δεν πληρώθηκαν κατά την εμφάνισή τους, την 3-10-2011, από την αναιρεσείουσα στην πληρώτρια τράπεζα, ελλείψει διαθέσιμων κεφαλαίων της εκδότριας αυτών αγοράστριας εταιρείας, οπότε και σφραγίστηκαν.
Ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος την 11-10-2011 επανέλαβε στους εκπροσώπους της αναιρεσείουσας τις διαβεβαιώσεις, που είχε δώσει κατά τη συνάντηση τους την 5-7-2011 και μεταβίβασε σ' αυτή συναλλαγματικές πελατών της αγοράστριας εταιρείας συνολικού ύψους 228.950€, οι περισσότερες εκ των οποίων δεν εξοφλήθηκαν κατά τη λήξη τους.
Ότι περαιτέρω η αναιρεσείουσα κατόπιν αιτήσεώς της και βάσει των δύο ανωτέρω ακάλυπτων επιταγών, που σφραγίστηκαν λόγω μη πληρωμής στις 3/10/2011, εξέδωσε την υπ' αριθμ. ... διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κοινοποιήθηκε συννόμως στην αγοράστρια εταιρεία. Ότι σε εκτέλεση της εν λόγω διαταγής πληρωμής επιβλήθηκε σε βάρος των κινητών περιουσιακών στοιχείων της αγοράστριας εταιρείας αναγκαστική κατάσχεση και διενεργήθηκε επ' αυτών πλειστηριασμός, πλην όμως το επιτευχθέν πλειστηρίασμα διατέθηκε εξ ολοκλήρου για τα έξοδα της κατασχέσεως και του πλειστηριασμού και ικανοποιήθηκε μια εργαζόμενη της αγοράστριας εταιρείας, η οποία είχε προνόμιο έναντι της ιδίας.
Ότι την 28-12-2010 τόσο ο πρώτος αναιρεσίβλητος, όσο και οι δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων, που είναι θυγατέρες του, γνωρίζοντας την ανωτέρω οφειλή του προς την αναιρεσείουσα, κατάρτισαν το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο γονικής παροχής ψιλής κυριότητας ακινήτων συνταχθέντος ενώπιον της Συμβολαιογράφου Χαλανδρίου Ειρήνης Μανιαδάκη - Παλαιοκρασσά, μεταβιβάζοντας ο πρώτος στις δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στην κάθε μία, ποσοστό 1/3 ψιλής κυριότητας εξ αδιαιρέτου επί μια ισόγειας οικίας με το οικόπεδό της κείμενης στη Βάρκιζα Αττικής και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας επί μιας διώροφης κατοικίας με υπόγειο, κείμενης στο Χαλάνδρι Αττικής.
Ότι, επίσης, την 28-12-2010, ο πρώτος αναιρεσίβλητος δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου της αυτής ως άνω συμβολαιογράφου, μεταβίβασε λόγω δωρεάς εν ζωή στη σύζυγό του, τέταρτη αναιρεσίβλητη, η οποία επίσης ήταν σε γνώση των οφειλών του προς την αναιρεσείουσα, το δικαίωμα της επικαρπίας επί της ιδίας διώροφης κατοικίας με υπόγειο κείμενης στο Χαλάνδρι Αττικής.
Ότι η αξία των ανωτέρω ακίνητων, όπως αυτά περιγράφονται ειδικότερα στην αγωγή, ανερχόταν κατά το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού τόσο κατά τον χρόνο κατάρτισης του συμβολαίου, όσο και κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής σε 120.149,64€ για το πρώτο και σε 300.343,48€ για το δεύτερο εξ αυτών. Ότι άπαντες οι αναιρεσίβλητοι προέβησαν στις ανωτέρω καταδολιευτικές δικαιοπραξίες μολονότι γνώριζαν, τόσο την ύπαρξη της απαίτησης της αναιρεσείουσας, όσο και το σκοπό βλάβης της, που επιδίωκε ο πρώτος εξ αυτών.
Ότι σε κάθε περίπτωση ο πρώτος αναιρεσίβλητος καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, προκειμένου να εξαπατήσει την αναιρεσείουσα, καθώς αγόραζε από αυτή μαζί με τον συνέταιρό του Κ. Μ., για λογαριασμό της εταιρείας, της οποίας ήταν διαχειριστές, εμπορεύματα αξίας άνω του ενός εκατομμυρίου ευρώ, παρέδιδαν μεταχρονολογημένες επιταγές της υπ' αυτόν εκπροσωπούμενης αγοράστριας εταιρίας υπογεγραμμένες από τον πρώτο αναιρεσίβλητο, τις οποίες στη συνέχεια άφηναν ακάλυπτες δίδοντας συνεχώς κίβδηλες υποσχέσεις στους νομίμους εκπροσώπους της πωλήτριας εταιρίας ότι είναι φερέγγυοι τόσο αυτοί προσωπικά όσο και η εταιρία τους και ότι έχουν περιουσιακά στοιχεία ικανά να εξασφαλίσουν τις απαιτήσεις της.
Ενόψει αυτών των περιστατικών, προς ικανοποίηση της πηγάζουσας από αδικοπραξία απαίτησής της κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου ποσού 200.000 ευρώ, ζήτησε να διαρρηχθούν οι απαλλοτριώσεις των ακινήτων, που αποτελούν την μόνη περιουσία του πρώτου αναιρεσιβλήτου, οι οποίες έγιναν με τα ανωτέρω 10.003 και 10.004/28-12-2010 συμβόλαια.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθμ. 391/2019 απόφασή του, αφού έκρινε ότι η επικαλούμενη στην αγωγή απαίτηση από αδικοπραξία της αναιρεσείουσας κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου στηρίζεται τόσο στην από αυτόν έκδοση των δύο ακάλυπτων επιταγών, όσο και στην τέλεση απάτης, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη κατά την πρώτη βάση της(έκδοση των δύο ακάλυπτων επιταγών) και ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά την δεύτερη βάση της(απάτη), επί της ασκηθείσας δε από την αναιρεσείουσα έφεσης κατά της ανωτέρω απόφασης, εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε την έφεση και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση.
Έχοντας το ανωτέρω περιεχόμενο η αγωγή, όσον αφορά τη βάση αυτής, με την οποία γίνεται επίκληση από την αναιρεσείουσα ύπαρξης, κατά τον κρίσιμο χρόνο, απαίτησής της κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου από αδικοπραξία λόγω απάτης, τελεσθείσας από αυτόν πριν τις επίδικες απαλλοτριώσεις των ακινήτων κυριότητάς του, είναι μη νόμιμη, αφού τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, ήτοι η βάσει σχεδίου αθέμιτη απόκρυψη από τον πρώτο αναιρεσίβλητο, κατά την παράδοση των ανωτέρω δύο επιταγών στις 13/12/2010, ότι αυτές δεν επρόκειτο να πληρωθούν και ότι επίκειτο η απαλλοτρίωση όλων των ακινήτων ιδιοκτησίας του, η οποία και έγινε στις 28/12/2010, δεν συνιστά απάτη του πρώτου αναιρεσιβλήτου (αλλά ενδεχομένως, με τη συνδρομή και των λοιπών αναγκαίων προϋποθέσεων, τις αδικοπραξίες της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής και της καταδολίευσης δανειστών), δεδομένου ότι, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η αναιρεσείουσα δεν προέβη, λόγω της αθέμιτης αυτής απόκρυψης, σε δήλωση βουλήσεως ή σε επιχείρηση πράξης, από τις οποίες υπέστη ζημία, αλλά απλώς δέχθηκε να λάβει τις επιταγές χάριν καταβολής του τιμήματος της πωλήσεως ήδη πωληθέντων από αυτήν και παραδοθέντων στην αγοράστρια εταιρεία εμπορευμάτων, δηλαδή για ήδη υφισταμένη οφειλή, και συνεπώς, όταν έγιναν οι επίδικες απαλλοτριώσεις, στις 28/12/2010, δεν υπήρχε γεννημένη απαίτηση της αναιρεσείουσας κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου από αδικοπραξία συνεπεία απάτης, δεν ασκούν δε έννομη επιρροή όλα τα επικαλούμενα στην αγωγή περιστατικά για την θεμελίωση της απάτης, για το χρονικό διάστημα μετά τις 28/12/2010, γιατί, ακόμα και αν στοιχειοθετούν την αδικοπραξία της απάτης σε βάρος της αναιρεσείουσας, η τυχόν απαίτηση αυτής κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου γεννήθηκε μετά τις επίδικες απαλλοτριώσεις.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 578 του ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλομένης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εφόσον ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει ότι το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ορθό, απορρίπτει την αναίρεση χωρίς να αντικαταστήσει τις αιτιολογίες (ΟλΑΠ 10/2007), εκτός εάν υφίσταται έννομο προς τούτο συμφέρον του αναιρεσείοντος, οπότε η απόφαση αναιρείται μόνο ως προς τις αιτιολογίες της (ΑΠ 540/2017, ΑΠ 2077/2014, ΑΠ 60/2011).
Αν η αγωγή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ έπρεπε να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμη, η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος προς αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης ως προς τις αιτιολογίες αυτής, κρίνεται κατά περίπτωση (ΑΠ 2027/2017, ΑΠ 2077/2014). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το εφετείο, επιλαμβανόμενο της έφεσης της αναιρεσείουσας - ενάγουσας απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή ως προς την προαναφερόμενη βάση, με την οποία γίνεται επίκληση ύπαρξης απαίτησης της αναιρεσείουσας κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου, κατά τον χρόνο που έγιναν οι επίδικες απαλλοτριώσεις, στις 28/12/2010, από αδικοπραξία λόγω απάτης, δεχόμενο ότι κατά τον χρόνο αυτό δεν υπήρχε γεννημένη απαίτηση της αναιρεσείουσας από απάτη του πρώτου αναιρεσιβλήτου σε βάρος της και ότι, σε κάθε περίπτωση, αυτός δεν είχε δόλο να τελέσει απάτη, Ενόψει τούτων, η προσβαλλομένη απόφαση, με το να κρίνει την αγωγή ως νομικά βάσιμη και να την απορρίψει στην ουσία της, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε και γι' αυτό ο δεύτερος, από τη διάταξη του αρ. 19 (και όχι από τον αρ.1) του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, χωρίς ρητή αντικατάσταση των αντικαθισταμένων στην ουσία, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, αιτιολογιών, αφού οι ενάγοντες δεν έχουν προς τούτο έννομο συμφέρον αποτροπής δεδικασμένου, καθόσον η απόρριψη στην προκειμένη περίπτωση ως νόμω αβασίμου της αγωγής, αντί ουσία αβασίμου, δεν επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως και δεν είναι δυσμενέστερη για την αναιρεσείουσα.
Περαιτέρω, όσον αφορά τη βάση της αγωγής, με την οποία προβάλλεται απαίτηση από αδικοπραξία της αναιρεσείουσας κατά του πρώτου αναιρεσίβλητου, λόγω της έκδοσης από αυτόν των ακάλυπτων επιταγών, το Εφετείο απέρριψε τον πρώτο λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε επίσης απορρίψει την αγωγή, ως προς την βάση αυτή, ως μη νόμιμη, δεχθέν τα ακόλουθα, κατά λέξη παρατιθέμενα: "Ωστόσο, και αληθών υποτιθεμένων των εκτιθεμένων στο αγωγικό δικόγραφο, ήτοι ότι:
α) τα ένδικα υπ' αριθ. 10003/28.12.2010 και 10004/28.12.2010 συμβόλαια δωρεάς εν ζωή και γονικής παροχής της Συμβολαιογράφου Χαλανδρίου Αττικής Ειρήνης συζύγου Νικολάου Παλαιοκρασσά, το γένος Γεωργίου Μανιαδάκη, των οποίων ζητείται η διάρρηξη, καταρτίσθηκαν την 28.12.2010, β ) οι υπ' αριθ. ... επιταγές, με τυπική αναγραφομένη επί του σώματος αυτών ημερομηνία εκδόσεως την 31.3.2011 και την 30.4.2011, αντιστοίχως, και πραγματική ημερομηνία εκδόσεως την 13.12.2010, ουδέποτε εμφανίσθηκαν προς πληρωμή και ουδέποτε σφραγίσθηκαν από την πληρώτρια τράπεζα, με συνέπεια να μην στοιχειοθετείται, ως προς αυτές, το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής κατά τη διάταξη του άρθρου 79 Ν. 5960/1933 "Περί επιταγής" και εντεύθεν ούτε αδικοπραξία (άρθρα 914 επ.
ΑΚ ),..., γ) οι υπ' αριθ. 47684798-2 και 47684799-1 μεταχρονολογημένες επιταγές, με τυπική αναγραφομένη επί του σώματος αυτών ημερομηνία εκδόσεως την 30.9.2011 και πραγματική ημερομηνία εκδόσεως την 5.5.2011, εδόθησαν προς αντικατάσταση των υπ' αριθ. ... και ... επιταγών, με τυπική αναγραφομένη επί του σώματος αυτών ημερομηνία εκδόσεως την 31.3.2011 και την 30.4.2011, αντιστοίχως, και πραγματική ημερομηνία εκδόσεως την 13.12.2010 (όπως ρητώς αναφέρεται στο δικόγραφο της κρινομένης αγωγής...), με τη ρητή συμφωνία ότι δεν θα εμφανισθούν προς πληρωμή οι πράγματι εκδοθείσες την 13.12.2010 επιταγές (η προθεσμία προς εμφάνιση της δεύτερης των οποίων δεν είχε ακόμη παρέλθει, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή), με συνέπεια να μην (ενν.
είναι) δυνατή η άσκηση οιωνδήποτε εξ αυτών αξιώσεων, αλλά μόνο οι ισόποσες νέες, πράγματι εκδοθείσες την 5.5.2011. Επομένως, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, οι ως άνω νέες δύο επιταγές εδόθησαν προς ανανέωση (κατ' άρθρο 436 ΑΚ) της εκ των δύο από 13.12.2010 μεταχρονολογημένων επιταγών ενοχής, η οποία έχει πλέον αποσβεσθεί,..., και ως εκ τούτου δεν δύναται να γίνει λόγος περί ενεργού (γεγενημένης) εξ αδικοπραξίας υποχρεώσεως του πρώτου εφεσιβλήτου από την έκδοση των δύο από 13/12/2010 επιταγών, υφισταμένης κατά τον χρόνο των επιδίκων απαλλοτριωτικών δικαιοπραξιών (την 28.12.2010), όπως απαιτείται για τη διάρρηξη αυτήν,....
Μετά ταύτα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη κατά την ως άνω βάση, δεν έσφαλε...., ο υποστήριζων δε τα αντίθετα πρώτος λόγος εφέσεως τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι η αγωγή καταδολίευσης, καθό μέρος επιχειρείται να θεμελιωθεί στην ύπαρξη απαίτησης από αδικοπραξία λόγω της έκδοσης των δύο ακάλυπτων επιταγών, που εκδόθηκαν στις 13/12/2010, είναι μη νόμιμη και ακολούθως απέρριψε την αγωγή κατά την βάση αυτή, ορθά κατ'αποτέλεσμα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 939, 914, 71 ΑΚ και 79 Ν. 5960/1933, δεδομένου ότι, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, η ενάγουσα (αναιρεσείουσα) κατά το χρόνο των επιδίκων απαλλοτριώσεων, στις 28/12/2010, δεν είχε γεννημένη απαίτηση κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου, πηγάζουσα από αδικοπραξία, λόγω της έκδοσης στις 13/12/2010 από τον ίδιο, υπό την ιδιότητά του νόμιμου εκπροσώπου της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ...
ΕΠΕ", των υπ' αριθμ. ... μεταχρονολογημένων επιταγών, ποσού 100.000 ευρώ εκάστης τούτων, με φερόμενη ημερομηνία εκδόσεως στις 30/3/2011 και 30/4/2011, αντιστοίχως, οι οποίες εμφανίστηκαν προς πληρωμή κατά την λήξη τους στην πληρώτρια τράπεζα και δεν πληρώθηκαν λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων της εκδότριας αυτών, αφού, ναι μεν, όπως αναφέρθηκε στην μείζονα σκέψη, από την πραγματική ημερομηνία έκδοσης μιας μεταχρονολογημένης επιταγής μπορεί ο κομιστής της να την εμφανίσει προς πληρωμή, ενώ και η εμφάνιση και μη πληρωμή της επιταγής μπορεί να αποδειχθεί με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και όχι μόνο με την σχετική βεβαίωση της πληρώτριας τράπεζας πάνω στο σώμα της επιταγής, όμως το ποινικό αδίκημα της έκδοσης της ακάλυπτης επιταγής, συνεπώς και η σχετική εκ του άρθρου 914 ΑΚ αδικοπραξία συντελούνται όταν γίνει πραγματικά η εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή, όταν και διαπιστώνεται η έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της για την πληρωμή της επιταγής, και συνεπώς, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή η εμφάνιση των ανωτέρω δύο επιταγών προς πληρωμή έγινε στις 30/3/2011 και 30/4/2011 αντιστοίχως, δηλαδή μετά τις επιδικες απαλλοτριώσεις, συνάγεται ότι, κατά το χρόνο των απαλλοτριώσεών (28/12/2010), η αναιρεσείουσα δεν είχε γεννημένη απαίτηση κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου από την έκδοση από αυτόν των δύο αυτών επιταγών.
Περαιτέρω, σε κάθε περίπτωση, ακόμα και αν θεωρηθεί ότι η αδικοπραξία του πρώτου αναιρεσιβλήτου τελέστηκε με την έκδοση των δύο επιταγών στις 13/12/2010 και συνεπώς η αναιρεσείουσα είχε γεννημένη απαίτηση κατ'αυτού, κατά τον χρόνο των επιδίκων απαλλοτριώσεων, όμως η απαίτηση αυτή, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δεν υφίστατο κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής (26/6/2013), γιατί, κατά την συμφωνία των διαδίκων, έγινε "αντικατάσταση" των ανωτέρω επιταγών με την έκδοση στις 5/5/2011 από τον πρώτο αναιρεσίβλητο και παράδοση στην αναιρεσείουσα των υπ' αριθμ. ...
νέων επιταγών, ποσού 100.000 ευρώ, με φερόμενη ημερομηνία εκδόσεως εκάστης τούτων στις 30/9/2011, δια των οποίων αποσβέστηκε κάθε υποχρέωση του πρώτου αναιρεσιβλήτου από τις εκδοθείσες στις 13/12/2010 επιταγές, γι' αυτό δε και η αναιρεσείουσα, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, έκανε αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής, όχι με βάση τις επιταγές, που εκδόθηκαν στις 13/12/2010, αλλά με βάση αυτές, που εκδόθηκαν, προς αντικατάστασή τους, στις 5/5/2011.
Επομένως, αφού κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ συμπληρωθούν και αντικατασταθούν, κατά το μέρος που διαφέρουν, οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης με τις αιτολογίες της παρούσας απόφασης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, στον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός τους, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 5/9/2020 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ..." για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3623/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. - Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και -
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 15 Νοεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ