Supreme Court dismisses appeal on tax debt statute of limitations and procedural grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's judgment regarding a tax debt claim by the Greek State. The appellants argued that the court erred in applying the statute of limitations, but the court found the debt was time-barred as of the first instance hearing. Consequently, the court ruled that the appeal lacked merit and ordered the appellants to pay the state's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 8 of the Code of Civil Procedure; Art. 559 para. 1 of the Code of Civil Procedure: An appeal under Art. 559 para. 8 is inadmissible if the lower court considered and rejected the alleged facts, and an appeal under Art. 559 para. 1 is unfounded if the lower court correctly applied the statute of limitations to a time-barred claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 668 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 668/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Ο. του Ν., 2) Λ. συζύγου Α. Ο., το γένος Α. και Ά. Τ., 3) Ε. Ο. του Α., 4) Α. Ο. του Α., 5) Λ. Ο. του Α., κατοίκων …., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευστάθιο Κωνσταντόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Όλγα Παπαχρήστου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/3/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1842/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 337/2017 του Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28/9/2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Ο λόγος αναίρεσης του αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, δίδεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγο έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης ούτε οι αβάσιμοι ή οι απαράδεκτοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 109/12). Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε, ευθέως, για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία, εκ των πραγμάτων, προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά, που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 8 άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο ότι απέρριψε την έφεσή τους, κρίνοντας ως ουσιαστικά βάσιμη την, εναντίον τους, ένδικη αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, περί διαρρήξεως, ως καταδολιευτικών των αναφερομένων σ' αυτή δικαιοπραξιών μεταβίβασης ακίνητης περιουσίας, από τον πρώτο προς τους λοιπούς (σύζυγο και τέκνα τους) και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει ομοίως, χωρίς να λάβει υπόψη του ισχυρισμό τους, με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, τον οποίον αυτοί, νόμιμα, είχαν προβάλει ενώπιόν του, με σχετικό λόγο της έφεσής τους και συγκεκριμένα ότι: "...σκοπός των γενόμενων μεταβιβάσεων από τον πρώτο προς τους λοιπούς δεν ηταν η βλάβη των συμφερόντων της αναιρεσίβλητου, αλλά η λήψη δανείου από τους τρίτη, τέταρτο και πέμπτη εξ ημών από την τράπεζα ΗSΒC, δια της εγγραφής αντιστοίχων προσημειώσεων υποθήκης επί των ακινήτων υπέρ της δανειοδότριας τράπεζας, ώστε να προχωρήσουμε σε ανέγερση οριζοντίων ιδιοκτησιών, πράγμα που όντως συνέβη...".
Ο λόγος αυτός κρίνεται, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι τα επικαλούμενα προς θεμελίωσή του πραγματικά περιστατικά δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, αλλά αιτιολογημένη άρνηση των ήδη αναιρεσειόντων, εναγομένων, προς απόκρουση της εναντίον τους ένδικης αγωγής και, συνακόλουθα, δεν ιδρύεται.
Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο ίδιος λόγος, κρίνεται αβάσιμος. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ανωτέρω ισχυριμό και ρητώς τον απέρριψε με το να δεχθεί τα ακόλουθα: "...Ο ισχυρισμός τον πρώτου εναγόμενου ότι, ο αποκλειστικός σκοπός για τον οποίο ο ίδιος μεταβίβασε τα άνω ακίνητά του στα εναγόμενα τέκνα του ήταν για να λάβουν δάνεια από την τράπεζα ΗSΒC καi να προχωρήσουν σε ανέγερση οριζοντίων ιδιοκτησιών ορθά δεν λήφθηκε υπόψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, καθώς προβλήθηκε απαράδεκτα με την προσθήκη των προτάσεων του σε χρόνο μεταγενέστερο της πρώτης συζήτησης της αγωγής, χωρίς να κατατείνει σε αντίκρουση όψιμου κατά το άρθρο 269 Κ.Πολ.Δ.
ισχυρισμού του ενάγοντος με τις προτάσεις του..., ενώ δεν δύναται να επηρεάσει την κρίση του Δικαστηρίου τούτου περί καταδολιευτικής πρόθεσης του πρώτου εναγομένου, αφού δεν προβλήθηκε σχετικός λόγος έφεσης...". Σημειουμένου εδώ, ότι η αναφορά της αναιρεσιβαλλομένης περί μη προβολής του επίμαχου ισχυρισμού με σχετικό λόγο έφεσης, δεν μπορεί να θεμελιώσει βασιμότητα του υπόψη αναιρετικού λόγου, διότι, παρά την αναφορά του αυτή, το Εφετείο, όπως ήδη αναφέρθηκε, έλαβε υπόψη τον εν λόγω ισχυρισμό και, ρητώς, τον απέρριψε.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 939 ΑΚ, βασική προϋπόθεση για την ύπαρξη αξίωσης του δανειστή προς διάρρηξη, ως καταδολιευτικής, της γενόμενης από τον οφειλέτη προς τρίτο απαλλοτρίωσης στοιχείου της περιουσίας του αποτελεί η δημιουργούμενη εξ αιτίας αυτής για τον οφειλέτη αφερεγγυότητα, δηλαδή η ανεπάρκεια της υπολειπόμενης περιουσίας του προς ικανοποίηση του δανειστή, πρέπει δε η αφερεγγυότητα να υπάρχει και κατά το χρόνο άσκησης της σχετικής αγωγής, οπότε κρίνεται το στοιχείο της βλάβης του δανειστή (Ολ.
ΑΠ 12/2012, ΑΠ 858/2002 1189/2003, 1937/2006, 1800/2008, 1284/2011), ενώ αδιάφορο είναι, αν η απαίτηση του δανειστή τελεί υπό αναβλητική αίρεση ή προθεσμία ή αν αυτή έχει δικαστικά βεβαιωθεί και εξοπλισθεί με εκτελεστό τίτλο, αρκεί αυτή να έχει γεννηθεί κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης, δηλαδή να έχουν συντελεσθεί τα παραγωγικά γεγονότα αυτής και να είναι ληξιπρόθεσμη κατά τη συζήτηση της σχετικής αγωγής (ΟλΑΠ 709/1974, ΑΠ 928/2014, ΑΠ 1720/2014, ΑΠ 278/2011) .
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 941 ΑΚ, που ορίζει, ότι η απαλλοτρίωση υπόκειται σε διάρρηξη, αν ο τρίτος, υπέρ του οποίου έγινε, γνώριζε ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του, θα πρέπει ο τρίτος να γνωρίζει θετικά κατά την απαλλοτρίωση την καταδολιευτική πρόθεση του οφειλέτη και δεν αρκεί η υπαίτια άγνοιά του, έστω και οφειλόμενη σε βαριά αμέλειά του (ΑΠ 928/2014).
Τεκμαίρεται όμως, ότι ο τρίτος το γνωρίζει, αν κατά την απαλλοτρίωση είναι σύζυγος του οφειλέτη ή συγγενής του σε ευθεία γραμμή ή συγγενής του σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή από αγχιστεία έως το δεύτερο. Το τεκμήριο δεν ισχύει, αν πέρασε ένα έτος από την απαλλοτρίωση έως την έγερση της αγωγής (ΑΠ 708/2017).
Εξ άλλου, κατά την παρ. 1 άρθρου 150 του Ν. 2960/2001: "Κατά των με οποιονδήποτε τρόπο συμμετεχόντων στην τελωνειακή παράβαση, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 142 του παρόντος Κώδικα και ανάλογα με το βαθμό συμμετοχής εκάστου, άσχετα από την ποινική δίωξη αυτών, επιβάλλεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 152, 155 και επόμενων του παρόντος Κώδικα, ιδιαίτερα στον καθένα και αλληλέγγυα, πολλαπλό τέλος από το τριπλάσιο μέχρι το πενταπλάσιο των δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων, που αναλογούν στο αντικείμενο αυτής, συνολικά για όλους τους συνυπαιτίους.
Για το σκοπό αυτόν, οι δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις υπολογίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα και τις συναφείς εθνικές διατάξεις περί γένεσης της τελωνειακής οφειλής...Δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις που διέφυγαν της καταβολής, παρά το γεγονός ότι γεννήθηκε κατά νόμο τελωνειακή οφειλή, είναι δυνατόν να καταλογίζονται αυτοτελώς με αιτιολογημένη πράξη καταλογισμού.".
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α ΚΠολΔ, "αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δίκαιου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση, δέχθηκε τα εξής: "...Ο πρώτος εναγόμενος συνελήφθη στις 5-4-2009 από τη Διεύθυνση Ασφάλειας Αττικής για λαθρεμπορία καπνικών, αξιόποινη πράξη για την οποία καταδικάστηκε σε δεύτερο βαθμό με τη με αριθ. 10351/2011 απόφαση του Β' Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών σε συνολική ποινή φυλάκισης 10 μηνών, κατόπιν αναγνώρισης ελαφρυντικών.
Επιπλέον, για την τελωνειακή αυτή παράβαση εκδόθηκε από το Τελωνείο Αθηνών η υπ' αριθ. …/…/2012 καταλογιστική πράξη, με την οποία α) προσδιορίσθηκαν οι δασμοί και λοιποί φόροι που αναλογούσαν στα κατασχεθέντα λαθρεμπορεύματα στο ποσό των 96.652,63 ευρώ, β) επιβλήθηκε στους υπαιτίους (μεταξύ των οποίων και ο πρώτος εναγόμενος) συνολικό πολλαπλό τέλος 289.957,89 ευρώ (ήτοι το τριπλάσιο των αναλογούντων στο αντικείμενο της λαθρεμπορίας δασμών και φόρων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 150 παρ. 1 του ν. 2960/2001, το οποίο υπόκειται σε Τ.Χ.
και Ο.Γ.Α. (2,4%) κατά την είσπραξή του, σύμφωνα με τον Κώδικα περί Τελών Χαρτοσήμου), εκ του οποίου επιμερίστηκε στον πρώτο εναγόμενο ποσό 15.983,15 ευρώ και γ) κηρύχθηκε αλληλέγγυα και εις ολόκληρο υπόχρεος για την καταβολή του συνολικά επιβληθέντος ποσού των 289.957,89 ευρώ. Η πράξη αυτή επιδόθηκε στον πρώτο εναγόμενο την 5-3-2012 και εκείνος άσκησε κατ' αυτής, ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, την από 2-5-2012 και με αριθ.
έχθ. κατάθ. 1211/4-5-2012 προσφυγή του, την οποία δεν κοινοποίησε στο εκδώσαν την προσβαλλόμενη πράξη Τελωνείο Αθηνών, όπως απαιτούνταν κατ' άρθρο 126 παρ. 1 εδάφ. β' Ν. 2717/1999. Επί της άνω προσφυγής του δεν έχει εκδοθεί ακόμα οριστική απόφαση, πλην όμως η σχετική οφειλή του είναι ληξιπρόθεσμη και εκτελέσιμη κατά τα άρθρα 5 και 6 του Ν.Δ. 356/74 Κ.Ε.Δ.Ε.
Επιπρόσθετα, του επιδόθηκε η υπ' αριθ. …/…-5-2012 ατομική ειδοποίηση - πρόσκληση για τακτοποίηση της οφειλής και η υπ' αριθ. …/…-6-2012 απόφαση για στέρηση χορήγησης αποδεικτικού φορολογικής ενημερότητας. Στη συνέχεια έγιναν εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου ανεπιτυχείς προσπάθειες είσπραξης των άνω καταλογισθέντων ποσών, καθώς με κατασχέσεις στα χέρια τραπεζών κατέστη δυνατό να εισπραχθούν μόνο 5,86 ευρώ που βρέθηκαν σε λογαριασμό του στην Τράπεζα Κύπρου, ενώ οι λοιπές τράπεζες προέβησαν σε δήλωση ότι δεν υφίσταται υπόλοιπο στον λογαριασμό του ή ότι δεν έχει ανοιχθεί σε αυτές λογαριασμός απ' αυτόν. 'Ετσι, κατά το χρόνο άσκησης της κρινόμενης αγωγής του Ελληνικού Δημοσίου, η συνολική, έναντι αυτού, οφειλή του πρώτου εναγομένου ανέρχονταν στο ποσό των 354.901,50 ευρώ, αναλυόμενη ως εξής:
Συνολικά επιβληθέν ποσό φόρου 289.957,89 ευρώ, πλέον τέλους Τ.Χ. και Ο.Γ.Α. 2,4% 6.958,99 ευρώ, ίσον 296.916,88 ευρώ, μείον 5,86 ευρώ, ίσον 296.911,0 2 ευρώ, πλέον 57.990,48 ευρώ για προσαύξηση εκπρόθεσμης καταβολής 1% μηνιαίως έως 200% κατ' ανώτατο όριο έως την άσκηση της αγωγής, ήτοι συνολικά 354.901,50 ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, παρά το γεγονός ότι ο πρώτος εναγόμενος είχε διαπράξει το ποινικό αδίκημα της λαθρεμπορίας καπνικών, πράξη για την οποία καταδικάστηκε τελεσίδικα με την προαναφερθείσα απόφαση και ενώ εκκρεμούσε η επιβολή σε αυτόν των προβλεπόμενων δασμών, φόρων και πολλαπλού τέλους, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 150 παρ. 1 του Ν. 2960/2001, τα οποία γνώριζε ότι έπρεπε να τα καταβάλει, εκείνος προέβη αφενός στη σύσταση οριζοντίων ιδιοκτησιών επί οικοπέδου κυριότητάς του και αφετέρου στη μεταβίβαση από χαριστική αιτία των συσταθέντων ιδιοκτησιών προς τους λοιπούς εναγόμενους.
Συγκεκριμένα, ο ανωτέρω εναγόμενος είχε στην κυριότητά του ένα οικόπεδο με εμβαδόν 162,35 τ.μ. στη θέση ..., του Δήμου …, στην οδό … αριθ. … (πρώην …), το οποίο αγόρασε με το υπ' αριθ. …/1995 συμβόλαιο αγοράς του συμβολαιογράφου Πειραιά Γεωργίου Παπαθανασίου, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Πειραιά, στον τόμο … και με αριθ.
…. Επί του οικοπέδου αυτού, μετά την κατεδάφιση της ισογείου οικίας, ανήγειρε οικοδομή, με βάση την υπ' αριθ. …/…-6-1999 άδεια οικοδομής της Πολεοδομίας του Δήμου Πειραιά. Ακολούθως, ως μόνος ιδιοκτήτης αποφάσισε να επεκτείνει καθ' ύψος την υπάρχουσα οικοδομή με την προσθήκη του δεύτερου, τρίτου και τέταρτου πάνω από το ισόγειο - πυλωτή ορόφων, και πέτυχε την έκδοση της υπ' αριθ.
…/…-5-2009 άδειας οικοδομής. Στη συνέχεια προέβη σε σύσταση οριζοντίων ιδιοκτησιών με την υπ' αριθ. …/…-8-2009 πράξη του συμβολαιογράφου Πειραιά Γεωργίου Παπαθανασίου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του άνω Δήμου, στον τόμο …, με αρ. …. Περαιτέρω όμως, ενώ γνώριζε ότι, μετά την σύλληψή του την 5-4-2009 για λαθρεμπορία καπνικών, θα καταλογιστούν σ' αυτόν συναφείς δασμοί, φόροι και πολλαπλό τέλος, κατά τα ως άνω αναλυθέντα, τα οποία θα έπρεπε να καταβάλει, και ενώ δεν διέθετε άλλους πόρους προκειμένου να εξοφλήσει την άνω οφειλή του, δεδομένου ότι, ούτε λογαριασμοί στο όνομά του με χρηματικά ποσά πέραν του ποσού των 5,86 ευρώ βρέθηκαν στις ελληνικές τράπεζες, ούτε άλλο περιουσιακό στοιχείο, εμφανή κινητή ή ακίνητη περιουσία του, από την 3-8-2009 και εξής προέβη σε μεταβίβαση των ως άνω οριζόντιων ιδιοκτησιών επί της οδού ….
αριθ. … οικοδομής ως εξής: α) Στη σύζυγό του Ο. Λ. το γένος Α. και Ά. Τ. (δεύτερη εναγόμενη) μεταβίβασε, με το υπ' αριθ. …/…-8-2009 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιά Γεωργίου Παπαθανασίου, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Πειραιά, στον τόμο …, με αριθ. …, λόγω δωρεάς εν ζωή, την κυριότητα κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου του υπό στοιχεία Α διαμερίσματος του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου, εμβαδού 96,59 τ.μ, με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 263,20/000 και με την ανήκουσα σ' αυτό αποκλειστική χρήση της υπό στοιχεία Θ-1 θέσης στάθμευσης και στη συνέχεια της μεταβίβασε, με το υπ' αριθ.
…/…-11-2010 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πειραιά Μαγδαληνής Βογιατζή Σεφεριάδου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Πειραιά, στον τόμο …., με αριθ. …, το υπόλοιπο ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου κυριότητας του ως άνω διαμερίσματος, αξίας ομοίως 39.648,50 ευρώ και η δεύτερη εναγόμενη κατέστη αποκλειστική κυρία αυτού, β) Στην κόρη του Ο.
Ε. (τρίτη εναγόμενη) μεταβίβασε, με το υπ' αριθ. …/2009 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιά Γεωργίου Παπαθανασίου, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Πειραιά, στον τόμο …, με αρ. …, λόγω γονικής παροχής, την πλήρη κυριότητα του υπό στοιχεία Β διαμερίσματος του δευτέρου πάνω από το ισόγειο ορόφου, εμβαδού 96,59 τ.μ, με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 259,80/000 και με την ανήκουσα σ' αυτό αποκλειστική χρήση της υπό στοιχεία Θ2 ανοιχτής θέσης στάθμευσης, γ) Στον υιό του Ο.
Α. (τέταρτο εναγόμενο), μεταβίβασε, με το υπ' αριθ. …/2009 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιά Γεωργίου Παπαθανασίου, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Πειραιά, στον τόμο …, με αρ. …., λόγω γονικής παροχής, την πλήρη κυριότητα του υπό στοιχεία Γ διαμερίσματος του τρίτου πάνω από το ισόγειο ορόφου, εμβαδού 96,59 τ.μ, με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 283,45/000 και με την ανήκουσα σ' αυτό αποκλειστική χρήση της υπό στοιχεία Θ3 ανοιχτής θέσης στάθμευσης και δ) Στην κόρη του Ο.
Λ. (πέμπτη εναγόμενη) μεταβίβασε, με το υπ' αριθ. …/2009 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιά Γεωργίου Παπαθανασίου, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Πειραιά, στον τόμο …, με αριθ. …, λόγω γονικής παροχής, την πλήρη κυριότητα του υπό στοιχεία Δ διαμερίσματος του τέταρτου πάνω από το ισόγειο ορόφου, εμβαδού 69,37 τ.μ, με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 220,55/000 και με την ανήκουσα σ' αυτό αποκλειστική χρήση της υπό στοιχεία Θ4 ανοιχτής θέσης στάθμευσης.
Κατά το χρόνο σύνταξης των άνω μεταβιβαστικών συμβολαίων η αντικειμενική αξία των άνω αυτοτελών οριζόντιων ιδιοκτησιών (διαμερισμάτων με θέσεις στάθμευσης) ανέρχονταν συνολικά σε 115.691,93 ευρώ και ειδικότερα σε 79.297,00 ευρώ του υπό στοιχείο Α διαμερίσματος με την υπό στοιχείο Θ-1 θέση στάθμευσης, σε 13.179,85 ευρώ του υπό στοιχείο Β διαμερίσματος με την υπό στοιχείο Θ-2 θέση στάθμευσης, σε 13.179,85 ευρώ του υπό στοιχείο Γ διαμερίσματος με την υπό στοιχείο Θ-3 θέση στάθμεύσης και σε 10.035,23 ευρώ του υπό στοιχείο Δ διαμερίσματος με την υπό στοιχείο Θ-4 θέση στάθμευσης, ποσά που αντιστοιχούν και στην αντικειμενική αξία τους κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής (3-7-2014).
Κατά το χρόνο αυτό, ο οποίος είναι κρίσιμος για να κριθεί η αφερεγγυότητα του οφειλέτη και ο προσδιορισμός της βλάβης του δανειστή, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν σε παραπάνω μείζονα σκέψη, ο πρώτος εναγόμενος, εκτός από τα ανωτέρω εμπράγματα δικαιώματα επί τών ανωτέρω ακινήτων (διαμερισμάτων με θέσεις στάθμευσης), δεν είχε άλλη εμφανή ακίνητη περιουσία που να επαρκεί για την ικανοποίηση της εναντίον του απαίτησης του ενάγοντος.
Επίσης, αποδείχθηκε ότι ο ανωτέρω εναγόμενος κατά το χρόνο των άνω απαλλοτριώσεων γνώριζε τόσο τη γέννηση της απαίτησης του ενάγοντος εναντίον του (η οποία, όπως προαναφέρθηκε, ήταν ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά την πρώτη συζήτηση της κρινόμενης αγωγής) όσο και τη μη ύπαρξη άλλων πόρων ή περιουσίας του και παρά ταύτα προέβη στις απαλλοτριώσεις αυτές με σκοπό να ματαιώσει την ικανοποίηση της απαίτησης του ενάγοντος κατ' αυτού.
Η γνώση του για τη γέννηση της σχετικής οφειλής του κατά το χρόνο των άνω απαλλοτριώσεων συνάγεται από τη σύλληψή του στις 5-4-2009 (ήτοι τέσσερις περίπου μήνες νωρίτερα) για λαθρεμπορία καπνικών, πράξη που αποτελεί το διχαιοπαραγωγικό γεγονός της επιβολής σε βάρος του, κατ' άρθρο 150 παρ. 1 Ν. 2960/2001, των προβλεπόμενων δασμών, φόρων και πολλαπλού τέλους που συνθέτουν την επίμαχη οφειλή, για την οποία ασφαλώς γνώριζε ότι επέκειτο η έκδοση σε βάρος του σχετικής καταλογιστικής πράξης, καθόσον, σύμφωνα με τα όσα παραπάνω εκτέθηκαν, τα παραγωγικά περιστατικά της σχετικής απαίτησης του ενάγοντος υπήρχαν ήδη κατά το χρόνο εκείνο και μάλιστα ο ίδιος (πρώτος εναγόμενος) είχε πρόσφατα συλληφθεί εξαιτίας τους και δη για λαθρεμπορία καπνικών.
Εξάλλου, δεν απαιτείται οι αποδέκτες των μεταβιβάσεων δεύτερη, τρίτη, τέταρτος και πέμπτη των εναγομένων να τελούσαν σε γνώση της πρόθεσης του πρώτου απ' αυτούς να απαλλοτριώσει προς βλάβη του ενάγοντος, ενόψει του ότι οι σχετικές απαλλοτριώσεις - οι οποίες έλαβαν χώρα με τα υπ' αριθ. …/…-8-2009, …/…-11-2010, …/2009, …./2009 και …/2009 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Πειραιά Γεωργίου Παπαθανασίου - έγιναν από χαριστική αιτία (δωρεά εν ζωή τα δυο πρώτα και γονική παροχή τα λοιπά) και συνεπώς εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 942 Α.Κ.
Επίσης, δεν απαιτείται δικαστική βεβαίωση της απαίτησης του δανειστή - ενάγοντος ή εξοπλισμός της με εκτελεστό τίτλο ή ατελέσφορή δικαστική καταδίωξη του οφειλέτη - πρώτου εναγομένου, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν σε παραπάνω νομικές σκέψεις, αρκεί που η απαίτηση του ενάγοντος είχε γεννηθεί κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης και ήταν ληξιπρόθεσμη κατά τη συζήτηση της σχετικής αγωγής.
Ο ισχυρισμός του πρώτου εναγόμενου ότι, ο αποκλειστικός σκοπός για τον οποίο ο ίδιος μεταβίβασε τα ως άνω ακίνητά του στα εναγόμενα τέκνα του ήταν για να λάβουν δάνεια από την τράπεζα HSBC και να προχωρήσουν σε ανέγερση οριζόντιων ιδιοκτησιών ορθά δεν λήφθηκε υπόψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, καθώς προβλήθηκε απαράδεχτα με την προσθήκη των προrέτέων του σε χρόνο μεταγενέστερο της πρώτης συζήτησης της αγωγής, χωρίς να κατατείνει σε αντίκρουση όψιμου κατά το άρθρο 269 Κ.Πολ.Δ.
ισχυρισμού του ενάγοντος με τις προτάσεις του..., ενώ δεν δύναται να επηρεάσει την κρίση του Δικαστηρίου τούτου περί καταδολιευτικής πρόθεσης του πρώτου εναγόμενου, αφού δεν προβλήθηκε σχετικός λόγος έφεσης. Μετά ταύτα, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος ο πρώτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση για εσφαλμένη κρίση ως προς την καταδολιευτική πρόθεση των εναγομένων.
Περαιτέρω, η επίμαχη φορολογική οφειλή - νομική υποχρέωση του πρώτου εναγομένου προς το Ελληνικό Δημόσιο προηγείται των τυχόν ηθικών του υποχρεώσεων προς τους λοιπούς εναγόμενους σύζυγο και τέκνα του, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν σε παραπάνω νομική σκέψη. Επομένως, δεν αναιρείται ο καταδολιευτικός χαρακτήρας των επίδικων χαριστικών μεταβιβάσεων (δωρεών εν ζωή και γονικών παροχών), ακόμα και εάν αυτές βρίσκονταν μέσα στα επιβαλλόμενα πλαίσια, δηλαδή ακόμα και εάν, όπως ο πρώτος εναγόμενος ισχυρίζεται, έγιναν σε εκτέλεση ηθικού καθήκοντος, έστω και εάν αυτό δεν υπερέβαινε το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις...".
Με τις σκέψεις του αυτές, το Εφετείο απέρριψε την ένδικη έφεση των ήδη αναιρεσειόντων, εναγομένων και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει ομοίως. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις κάνοντας δεκτή την, εκ του άρθρου 939 ΑΚ, αγωγή του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, εφόσον, κατά τα γενόμενα δεκτά από το Δικαστήριο κατά την ανέλεγκτη κρίση του περιστατικά, η απαίτηση αυτού κατά του πρώτου αναιρεσείοντος, οφειλέτη ήταν κατά μεν τους χρόνους των απαλλοτριώσεων (03-08-2009, 10-11-2012) γεγενημένη, τελούσα όμως υπό προθεσμία, ήτοι της επιβολής, με την έκδοση σχετικής καταλογιστικής πράξης, των δασμών, λοιπών φόρων και πολλαπλού τέλους, που αναλογούσαν στα κατασχεθέντα λαθρεμπορεύματα, σε ορισμένο μελλοντικό χρονικό σημείο, για τις διαπιστωθείσες παραβάσεις, από αυτόν, του Τελωνειακού Κώδικα, κατά δε το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας (11-03-2015) και ληξιπρόθεσμη.
Ειδικότερα, ήταν γεγενημένη, τελούσα όμως υπό την προθεσμία της επιβολής των προβλεπομένων από τον Τελωνειακό Κώδικα δασμών, φόρων και πολλαπλού τέλους, που αναλογούσε στα κατασχεθέντα λαθρεμπορεύματα, διότι τα θεμελιωτικά της απαίτησης του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου περιστατικά, ήτοι η αξιόποινη πράξη της λαθρεμπορίας καπνικών, που συνεπαγόταν την επιβολή στον ήδη πρώτο αναιρεσείοντα - οφειλέτη, των προβλεπομένων από τις ανωτέρω διατάξεις του Τελωνειακού Κώδικα δασμών, φόρων και πολλαπλού τέλους, είχαν ήδη συντελεστεί στις 05-04-2009, οπότε διαπιστώθηκαν οι σχετικές παραβάσεις και συνελήφθη αυτός για την τέλεση της εν λόγω αξιόποινης πράξης, για την οποία και καταδικάσθηκε, σε δεύτερο βαθμό με τη 10351/2011 απόφαση του Β' Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, σε συνολική ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, κατόπιν αναγνώρισης συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικών περιστάσεων.
Επίσης η απαίτηση του αναιρεσιβλήτου από τις παραπάνω παραβάσεις, συνολικού ύψους 354.901,50 ευρώ, για την οποία εκδόθηκε η 128/09/2012 καταλογιστική πράξη και επιδόθηκε στον ανωτέρω αναιρεσείοντα η 31424/23-05-2012 ατομική ειδοποίηση, είχε ήδη καταστεί ληξιπρόθεσμη κατά την συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας την 11-03-2015, μετά την οποία (συζήτηση) εκδόθηκε η 1842/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου δεύτερος αναιρετικός λόγος, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
IΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και, να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος, που υπέβαλε το τελευταίο, με τις, ενώπιον του Αρείου Πάγου, προτάσεις του (άρθρα 106, 176, 183 και, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, σύμφωνα με άρθρο 22 ν. 3693/1957, κατά τα οριζόμενα, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-09-2017 αίτηση για αναίρεση της 337/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Μαΐου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ