Supreme Court dismisses appeal on appealability grounds regarding evidence evaluation in civil dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Single Member Court of Appeal in a civil dispute. The appellant argued that the appellate court failed to consider specific documents proving the existence of a shared water meter and central water supply, claiming this constituted a reviewable error. The court rejected these claims, ruling that the appellate court had duly examined all submitted evidence and that the appellant's arguments regarding the admissibility of the water supply facts were legally inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286, 287, 291, 292 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible when the appellant attempts to challenge the appellate court's evaluation of evidence, as such factual assessments fall outside the scope of appellate review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1900 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1900/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Μ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Θεοδώρα Χατζηπαντελίδου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Μ. Τ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε. Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε η δικηγόρος Μαρία - Αλεξάνδρα Μαλάμη (ΑΜ ΔΣΑ 35799), η οποία, αφού πήρε από την Πρόεδρο το λόγο, δήλωσε ότι η Μ. Τ. του Γ. απεβίωσε στις ...-2022 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει ο νόμιμος εκ διαθήκης κληρονόμος της Ι. Γ. του Ι., κάτοικος ..., που εκπροσωπείται από την ίδια, καθώς και (όπως ήδη είχε αναγραφεί στο πινάκιο), από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Γιαννόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος, στην εν λόγω από 8-1-2025 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε τη βίαιη διακοπή της δίκης, ως προς τη Μ. Τ. του Γ. και συνέχιση αυτής από τον νόμιμο εκ διαθήκης κληρονόμο της Ι. Γ. του Ι.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-10-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9648/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1340/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-11-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ερασμία Λιούλη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του υπεισελθέντος στη δίκη κληρονόμου της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 και 292 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής, με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξεως. Η γνωστοποίηση γίνεται από πρόσωπο που δικαιούται να επαναλάβει τη δίκη. Τη γνωστοποίηση αυτή μπορεί να κάνει και ο μέχρι τη στιγμή της επελεύσεως του λόγου της διακοπής πληρεξούσιος δικηγόρος του διαδίκου, στο πρόσωπο του οποίου επήλθε η διακοπή (Α.Π. 714/2023, Α.Π. 83/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της υποθέσεως, που παραδεκτά επισκοπούνται (άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ένδικη αίτηση αναιρέσεως κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου, στις 19.11.2021 (βλ. την επί του δικογράφου αυτής έκθεση καταθέσεως).
Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το πινάκιο δεν παρέστη η αναιρεσίβλητη Μ. Τ., για την οποία η δικηγόρος Μαρία - Αλεξάνδρα Μαλάμη δήλωσε προφορικώς στο ακροατήριο ότι απεβίωσε στις 20.2.2022 και ότι τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει ο νόμιμος εκ διαθήκης κληρονόμος αυτής Ι.
Γ. του Ι., προσκόμισε δε απόσπασμα της με στοιχεία .../2022 ληξιαρχικής πράξης θανάτου της ληξιάρχου Καλαμαριάς Θεσσαλονίκης, από την οποία αποδεικνύεται ότι ο θάνατος αυτής επήλθε κατά την άνω ημεροχρονολογία (20.2.2022), δηλαδή μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, που κατατέθηκε την 19.11.2021. Επιπροσθέτως, ο θάνατος της αναιρεσιβλήτου γνωστοποιήθηκε στον αναιρεσείοντα από τον πληρεξούσιο δικηγόρο αυτής Παναγιώτη Γιαννόπουλο, ο οποίος είχε παραστεί νόμιμα και την είχε εκπροσωπήσει ενώπιον του εκδόντος την προσβαλλομένη με αριθμό 1340/2019 απόφαση Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την επιδοθείσα σε αυτόν (αναιρεσείοντα), στις 8.1.2025, δήλωση διακοπής και επανάληψης της δίκης, με συνημμένα σε αυτήν την ως άνω ληξιαρχική πράξη θανάτου, το υπ' αριθμ. 1401/4.4.2022 πρακτικό δημοσίευσης δημόσιας διαθήκης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, το με αρ. 316/3.1.2025 πιστοποιητικό μη αποποίησης κληρονομίας του γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, και, συνεπώς, κατά τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, νομιμοποιείται να γνωστοποιήσει το λόγο αυτό της διακοπής της δίκης, λόγω θανάτου, ο οποίος εξάλλου δεν αμφισβητείται, και να συνεχίσει τη δίκη στη θέση της αρχικής αναιρεσείουσας.
Η υπό κρίση από 19.11.2021 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 1340/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, στις οποίες υπάγονται και οι διαφορές από οριζόντια ιδιοκτησία (άρθρο 614 αρ. 2 του ΚΠολΔ) ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αφού η προσβαλλόμενη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει η επίδοση, δημοσιεύθηκε στις 6.6.2019 και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 19.11.2021, δεδομένου ότι, κατά τις διατάξεις των άρθρων 74 παρ. 1 του Ν.4690/2020 και 83 παρ. 1 του Ν.4790/2021, (όπως αυτή ερμηνεύθηκε και συμπληρώθηκε με την διάταξη του άρθρου 25 Ν. 4792/2021), τα χρονικά διαστήματα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 έως 31.5.2020 και 7.11.2020 έως 5.4.2021, αντιστοίχως), λόγω των μέτρων προστασίας από την εξάπλωση της πανδημίας του κορονοϊού covid 19, δεν υπολογίζονται, μεταξύ άλλων, και στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, ενώ, κατά το άρθρο 49 παρ.1 Ν.4963/2022 "κατά την αληθή έννοια του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 και του πρώτου εδάφιου της περ.
α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 ως προθεσμίες άσκησης ενδίκων βοηθημάτων και μέσων που ανεστάλησαν κατά το διάστημα από 13.3.2020 ως 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 5.4.2021, νοούνται και οι προθεσμίες της παρ. 3 του άρθρου 564 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας" και επομένως, στην συγκεκριμένη περίπτωση, η καταχρηστική προθεσμία των δύο ετών του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ για την άσκηση της αναίρεσης, δεν είχε λήξει, όταν ασκήθηκε αυτή.
Συνεπώς η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της προκειμένης δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, με την ένδικη από 16.10.2017 αγωγή του εξέθεσε ότι είναι ψιλός κύριος του επαρκώς περιγραφομένου διαμερίσματος του τετάρτου (4ου) ορόφου της ευρισκομένης στην Θεσσαλονίκη πολυκατοικίας, η οποία διέπεται από τους όρους του ν. 3741/1929 και ότι η εναγομένη που είναι κυρία διαμερίσματος του πέμπτου (5ου) ορόφου της ιδίας πολυκατοικίας, εξαιτίας της από αμέλειάς της πλημμελούς συντήρησης σωλήνα διερχομένου από το διαμέρισμά της, προκάλεσε λόγω διαρροής υδάτων ζημιές στο διαμέρισμά του, ζήτησε δε ως αποζημίωση την επιδίκαση των αναφερομένων σε αυτήν (αγωγή) ποσών. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ.9648/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης την από 2.8.2018 έφεση και εκδόθηκε επ' αυτής η υπ' αριθμ. 1340/2019 τελεσίδικη απόφαση του ως άνω Εφετείου, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσίαν αυτήν.
Από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 330 του Α.Κ. συνάγεται ότι η ευθύνη προς αποζημίωση από αδικοπραξία προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος προστατεύει δικαίωμα ή συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας από διάταξη νόμου ή από προηγούμενη συμπεριφορά του δράστη ή από υπάρχουσα έννομη σχέση μεταξύ αυτών.
Η υπαιτιότητα εμφανίζεται με τη μορφή είτε δόλου (άμεσου ή ενδεχόμενου), ο οποίος υπάρχει όταν ο δράστης θέλει ή αποδέχεται την παραγωγή του επιζήμιου αποτελέσματος, είτε αμέλειας (ενσυνείδητης ή ασυνείδητης), η οποία υπάρχει όταν ο δράστης προξενεί το επιζήμιο αποτέλεσμα από έλλειψη προσοχής, την οποία όφειλε να καταβάλει ο μετρίως συνετός κοινωνικός άνθρωπος στη θέση του, ευρισκόμενος υπό τις αυτές βιοτικές και λοιπές περιστάσεις.
Ζημία είναι η προς το χειρότερο προξενούμενη μεταβολή (βλάβη) των έννομων αγαθών του προσώπου, που αφήνει ένα έλλειμμα (μία διαφορά) μεταξύ της νέας καταστάσεως που έχει παραχθεί και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς το επιζήμιο γεγονός. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή παράλειψη είναι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, ικανή και μπορεί αντικειμενικά να επιφέρει, με την κανονική και συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα (Α.Π. 135/2018).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ και των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 και 13 του ν. 3741/1929, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 54 του εισαγωγικού του Νόμου, συνάγεται σαφώς ότι επί οριζόντιας ιδιοκτησίας ιδρύεται κυρίως μεν χωριστή (διαιρεμένη) κυριότητα σε όροφο οικοδομής ή διαμέρισμα ορόφου, παρεπομένως δε και αναγκαστική συγκυριότητα που αποκτάται αυτοδικαίως κατ' ανάλογη μερίδα στα μέρη του όλου ακινήτου, που χρησιμεύουν σε κοινή από όλους τους οροφοκτήτες χρήση.
Ο προσδιορισμός των κοινόκτητων και κοινόχρηστων αυτών μερών γίνεται, είτε με τη συστατική της οροφοκτησίας σύμβαση, είτε με ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ όλων των οροφοκτητών κατά τα άρθρα 4 § 1, 5 και 13 του ν.3741/1929 (ΑΠ 1633/2003). Εκτός από τις κατασκευές και εγκαταστάσεις που ενδεικτικά στο νόμο 3741/1929 (άρθρο 2 παρ. 1) και στον ΑΚ (άρθρο 1117) αναφέρονται ως κοινά μέρη της οικοδομής, είναι δυνατόν και άλλες, σύμφωνα με το κριτήριο της χρήσης, να αποτελέσουν αντικείμενα της αναγκαστικής συγκυριότητας (αφού θα χρησιμεύουν στην κοινή χρήση των ιδιοκτητών).
Αναφορικά, με τις υποχρεώσεις των ιδιοκτητών από την αποκλειστική ιδιοκτησία, από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3741/1929, συνάγεται ότι ο κύριος χωριστής ιδιοκτησίας έχει υποχρέωση να τη διατηρεί σε τέτοια κατάσταση, ώστε να μην μπορεί να προκύψει από αυτή βλάβη στη χρήση των λοιπών διαιρετών ιδιοκτησιών.
Η παράλειψη της υποχρέωσης αυτής γεννάει ενοχική αξίωση των λοιπών ή του βλαπτόμενου τρίτου να ζητήσουν αποζημίωση. Αν η πιο πάνω παράλειψη του συνιδιοκτήτη είναι και υπαίτια, δικαιούται ο βλαπτόμενος να στραφεί κατά του ζημιώσαντος, με βάση τις διατάξεις για την αδικοπραξία και να ζητήσει πλήρη ικανοποίηση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 914, 932, 297, 298 ΑΚ (ΑΠ 470/2023, ΑΠ 680/2021, ΑΠ 462/2017, ΑΠ 914/2005).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από την διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ.
Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006, Α.Π. 671/2020). Από την ανωτέρω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, κατά τρόπο που να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Ολ.Α.Π. 6/2020, Ολ.Α.Π. 1/2020, Ολ.Α.Π. 6/2019), έστω και αν το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 551/2021, Α.Π. 162/2020, Α.Π. 169/2019, Α.Π. 1339/2017).
Έτι περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό (ΟλΑΠ 25/2003).
Περαιτέρω, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π. 25/03 ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 2068/2007), με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1940/2022, ΑΠ 229/14, ΑΠ 117/13), όπως συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΑΠ 1434/10) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
Α.Π. 2/1989, Α.Π. 559/2020, Α.Π.282/2012). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Κατά την έννοια της διατάξεως ταύτης, για την ίδρυση του σχετικού λόγου αναιρέσεως" αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.
Α.Π. 2/2008). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθησαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα, όχι όμως και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα (ΑΠ 470/2023, Α.Π. 559/2020, Α.Π.1437/2017).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την πληττόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι διάδικοι είναι ιδιοκτήτες αυτοτελών και διηρημένων οριζόντιων ιδιοκτησιών σε πολυώροφη οικοδομή (πολυκατοικία), που βρίσκεται εντός της πόλης της Θεσσαλονίκης, στη συνοικία της Υπαπαντής και επί της διασταύρωσης των οδών ... (πρώην 18-20), η οποία έχει ανεγερθεί επί οικοπέδου, συνολικής έκτασης 630 τετραγωνικών μέτρων και έχει υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 3741/1929 "περί της ιδιοκτησίας κατ' ορόφους" και των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ.
Ειδικότερα, ο ενάγων είναι ψιλός κύριος ενός διαμερίσματος, που βρίσκεται στον τέταρτο άνωθεν του ισογείου όροφο της οικοδομής και, ειδικότερα, στο πρώτο από τα δύο ανισοϋψή επίπεδα στα οποία χωρίζεται ο όροφος, με αριθμό εσωτερικής αρίθμησης 28, εμβαδού μετά των τοιχωμάτων 45 τ.μ., έχει πρόσοψη στην αυλή της οικοδομής και, συγκεκριμένα, είναι το δεξιό διαμέρισμα για τον προσβλέποντα την οικοδομή από το τμήμα της αυλής που έχει πρόσοψη επί της οδού ...
και αποτελείται από ένα δωμάτιο, σαλοτραπεζαρία, κουζίνα, χωλ και λουτροαποχωρητήριο και μια αποθήκη, που βρίσκεται στο υπόγειο της οικοδομής, με αναλογούν ποσοστό 96ο/οο εξ αδιαιρέτου στο όλο οικόπεδο και στους λοιπούς κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους, μέρη και εγκαταστάσεις της οικοδομής. Η εναγομένη είναι πλήρης κυρία ενός διαμερίσματος, που βρίσκεται στον πέμπτο όροφο της ίδιας οικοδομής, επάνω ακριβώς από το διαμέρισμα του ενάγοντος, με αριθμό εσωτερικής αρίθμησης 35, εμβαδού 45 τ.μ., έχει πρόσοψη στην αυλή της οικοδομής και αποτελείται από ένα δωμάτιο, σαλοτραπεζαρία, κουζίνα, χωλ και λουτροαποχωρητήριο και μια αποθήκη, που βρίσκεται στο υπόγειο της οικοδομής, με αναλογούν ποσοστό 96ο/οο εξ αδιαιρέτου στο όλο οικόπεδο και στους λοιπούς κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους, μέρη και εγκαταστάσεις της οικοδομής.
Το διαμέρισμα του ενάγοντος ήταν εξοπλισμένο με τον απαραίτητο οικιακό εξοπλισμό, αφού διέμεναν σε αυτό τόσο ο ενάγων με την οικογένειά του όσο και οι γονείς του, που μόνιμα κατοικούσαν στη Γερμανία, όταν επισκέπτονταν τη Θεσσαλονίκη για σύντομο χρονικό διάστημα.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι την 5-7-2016 και ενώ στο διαμέρισμα του ενάγοντος δεν διέμενε τότε κανένας ένοικος, ειδοποιήθηκε τηλεφωνικά ο πρώτος εξάδελφος του ενάγοντος Ε. Κ. από τον ιδιοκτήτη του διαμερίσματος του τρίτου ορόφου της οικοδομής, που βρισκόταν ακριβώς κάτω από το δικό του, για διαρροή υδάτων από το διαμέρισμα του ενάγοντος στο διαμέρισμα, που βρισκόταν στον τρίτο όροφο.
Αμέσως, μετέβη επιτόπου ο Ε. Κ., ο οποίος κατείχε κλειδιά του διαμερίσματος του ενάγοντος. Ο ίδιος ειδοποίησε ταυτόχρονα την αρμόδια αστυνομική αρχή και δη το Αστυνομικό Τμήμα Πλατείας Δημοκρατίας, άνδρες του οποίου προσήλθαν στον τόπο του συμβάντος και κατέγραψαν το γεγονός, ενώ, παράλληλα, ενημέρωσε τον πατέρα του ενάγοντος Θ.
Μ., ο οποίος βρισκόταν τότε στην Ελλάδα για αναψυχή. Από την επιτόπια εξέταση του διαμερίσματος, διαπιστώθηκε ότι υπήρχε πρόσφατη διαρροή των υδάτων και ότι, συνεπεία αυτής, το διαμέρισμα του ενάγοντος είχε υποστεί εκτεταμένες φθορές σε όλους τους χώρους του, καθώς, επίσης, είχαν προκληθεί σημαντικές ζημίες σε έπιπλα του δωματίου, της κουζίνας και του λουτροαποχωρητηρίου, στις ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις και στα ξύλινα κουφώματα.
Την επόμενη ημέρα (6-7-2016) μετέβη στο διαμέρισμα του ενάγοντος ο πατέρας του Θ. Μ., ο οποίος εσπευσμένα κατέφθασε αεροπορικώς από τα Χανιά, όπου βρισκόταν για καλοκαιρινές διακοπές, προκειμένου να λάβει όλα τα απαιτούμενα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημιουργηθείσας κατάστασης και να μεριμνήσει για την επισκευή της βλάβης και την αποκατάσταση γενικά των ζημιών που προκλήθηκαν.
Κατόπιν τούτου, ο Θ. Μ. φρόντισε, με τη συνδρομή του προηγούμενου μισθωτή του διαμερίσματος, να κλείσει τον διακόπτη του υδρόμετρου της ιδιοκτησίας της εναγομένης, διακόπτοντας έτσι την παροχή νερού στο διαμέρισμα του πέμπτου ορόφου, ιδιοκτησίας της εναγομένης και, κατόπιν, αποχώρησε, αφήνοντας στην είσοδο του διαμερίσματος της ένα σημείωμα, ενημερώνοντας τη μισθώτρια του διαμερίσματος, ήτοι μια φοιτήτρια, η οποία κατά το χρόνο εκείνο απουσίαζε και βρισκόταν στον τόπο καταγωγής της, για την προαναφερόμενη διαρροή των υδάτων και τη διακοπή της υδροδότησης του διαμερίσματος.
Ακολούθως, ο ενάγων κοινοποίησε με δικαστικό επιμελητή στην εναγομένη την από 14-7-2016 εξώδικη διαμαρτυρία - πρόσκληση και δήλωση, με την οποία διαμαρτυρήθηκε για τη συμπεριφορά της εναγόμενης και την κάλεσε να προβεί άμεσα στην έναρξη των εργασιών για την αποκατάσταση της βλάβης που προκλήθηκε στις σωληνώσεις του διαμερίσματος της, ώστε, μετά το πέρας αυτών, να ακολουθήσουν οι εργασίες αποκατάστασης των ζημιών στο δικό του διαμέρισμα, το κόστος των οποίων όφειλε να αναλάβει η ίδια, καθώς αυτές προκλήθηκαν με δική της αποκλειστική υπαιτιότητα.
Κρίσιμο, στην προκειμένη υπόθεση, ζήτημα για τη διάγνωση της αλήθειας αποτελεί η διαπίστωση υπαίτιας πράξης ή παράλειψης της εναγομένης, από την οποία παραβιάσθηκε το καθήκον της να διατηρεί τη χωριστή ιδιοκτησία της σε καλή κατάσταση, ώστε να μην παραβλάπτεται η χρήση των άλλων ιδιοκτητών και, εν προκειμένω, του ενάγοντος, προκειμένου, σε περίπτωση καταφατικής κρίσης, να θεμελιωθεί σε βάρος αυτής η αξιούμενη με την υπό κρίση αγωγή αποζημίωση, λόγω της ζημίας που επικαλείται ότι υπέστη ο τελευταίος από τη φθορά της ιδιοκτησίας του.
Ιδιαίτερη αποδεικτική αξία έχουν τα κατατεθέντα από τον Ι. Σ., που περιέχονται στην υπ' αριθμόν ...-2017 ένορκη βεβαίωση αυτού. Αυτός είναι υδραυλικός στο επάγγελμα και μάλιστα ασκεί την επαγγελματική αυτή δραστηριότητα από πολλών ετών, οπότε η εμπειρία του ως τεχνίτη της συγκεκριμένης ειδικότητας είναι αδιαμφισβήτητη.
Αυτός, ειδοποιήθηκε από την εναγομένη, εντός του μηνός Ιουλίου 2016, αμέσως μόλις η τελευταία ενημερώθηκε για το πρόβλημα της διαρροής που παρουσιάσθηκε, να μεταβεί στο διαμέρισμά της, προκειμένου να εντοπίσει τη βλάβη και την προέλευση της υγρασίας στο διαμέρισμα του ενάγοντος και, συγκεκριμένα, να ερευνήσει εάν η διαρροή που παρουσιάσθηκε στο διαμέρισμα του ενάγοντος οφείλεται στις σωληνώσεις του διαμερίσματος της εναγομένης.
Πράγματι, μετέβη στο διαμέρισμα της εναγομένης και μετά από επισταμένο έλεγχο της υδραυλικής εγκατάστασης του λουτροαποχωρητηρίου του διαμερίσματος της εναγομένης, ουδεμία διαρροή διαπίστωσε ότι εμφάνιζε αυτή. Αμέσως μετά, επισκέφθηκε το διαμέρισμα του ενάγοντος και διαπίστωσε την ύπαρξη εκτεταμένης υγρασίας σε όλους σχεδόν του χώρους του διαμερίσματος.
Επειδή, όμως έκρινε, ότι η πραγματοποιηθείσα από αυτόν στο διαμέρισμα της εναγομένης επιφανειακή έρευνα δεν ήταν αρκετή για να αποκαλύψει την αιτία της διαρροής, προέβη στην αποκόλληση μερικών πλακιδίων από το δάπεδο του λουτροαποχωρητηρίου και στην εκσκαφή τμήματος αυτού. Από την ενέργειά του αυτή, αποκαλύφθηκαν οκτώ περίπου σωλήνες ύδρευσης, από τους οποίους ο ένας ήταν ο κεντρικός κοινόχρηστος σωλήνας, που εξυπηρετούσε όλη την οικοδομή και οι υπόλοιποι κατέληγαν στα διαμερίσματα και εξυπηρετούσαν τις ανάγκες αυτών, μεταξύ των οποίων και αυτό της εναγομένης.
Εξαιτίας δε της παλαιότητας της πολυκατοικίας (η οικοδομή σημειωτέον ανεγέρθηκε προ 50 και πλέον ετών), όλοι οι σωλήνες παρουσίαζαν φυσιολογική φθορά λόγω οξείδωσης (όπως, μάλιστα, χαρακτηριστικά κατέθεσε, η συνήθης διάρκεια ζωής των σιδερένιων σωλήνων δεν υπερβαίνει τη δεκαετία) ενώ ο κεντρικός κοινόχρηστος σωλήνας παρουσίαζε ρωγμή, από την οποία διέρρεε ποσότητα υδάτων.
Κατόπιν τούτου, προέβη, με δαπάνες αποκλειστικά της εναγομένης, στην αντικατάσταση του φθαρέντος (οξειδωμένου) τμήματος του κοινόχρηστου σωλήνα με άλλον, ανθεκτικότερο, κατασκευασμένο από συνθετικό υλικό σωλήνα. Από την κατάθεση του ανωτέρω μάρτυρα, ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται ότι η υγρασία προήλθε από βλάβη του κοινόχρηστου σωλήνα της οικοδομής, ο οποίος δεν εξυπηρετούσε αποκλειστικά το διαμέρισμα της εναγομένης και όχι από το σωλήνα ύδρευσης του λουτροαποχωρητηρίου του διαμερίσματος της.
Ο πιο πάνω μάρτυρας αποτελεί το μοναδικό πρόσωπο, που επισκέφθηκε το διαμέρισμα τόσο του ενάγοντος όσο και της εναγομένης και είχε άμεση και ακριβή αντίληψη της πραγματικής κατάστασης, γεγονός που δεν αρνείται ο ενάγων και, κατά συνέπεια, η αξιοπιστία του, καθώς και η αντικειμενικότητά του δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, η δε μαρτυρία του είναι αποφασιστικής σημασίας.
Κατά συνέπεια, η κατάθεσή του στην προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωση είναι βαρύνουσας αποδεικτικής αξίας και δεν μπορεί να παραβλεφθεί. Αντίθετα, στη διαμόρφωση της δικανικής πεποίθησης του Δικαστηρίου, δεν μπορούν να συμβάλουν οι ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Ε. Κ. και Δ. - Μ. Ζ. (μνηστής τότε και νυν συζύγου του προηγουμένου), αφού αυτοί δεν εισήλθαν στο διαμέρισμα της εναγόμενης, οπότε δεν μπορούν να έχουν ιδία αντίληψη για την πραγματική αιτία της διαρροής των υδάτων στο ακίνητο του ενάγοντος.
Για το λόγο αυτό, στην ένορκη βεβαίωση, που έδωσαν, προέβαλαν συμπερασματικές και νοητικές κρίσεις για την προέλευση της διαρροής, την οποία απέδωσαν σε βλάβη του σωλήνα ύδρευσης, που εξυπηρετούσε το διαμέρισμα της εναγομένης (βλ. την κατάθεση του Ε. Κ.: "εικάζοντας ότι πρόκειται για βλάβη στο διαμέρισμα του πάνω ορόφου, ιδιοκτησίας Μ.
Τ. ... η πρώτη μου σκέψη ήταν ότι υπάρχει διαρροή στο διαμέρισμα του πάνω ορόφου ... το μυαλό μου πήγε κατευθείαν εκεί" και την κατάθεση της Δ. - Μ. Ζ.: "η πρώτη μας σκέψη ήταν ότι υπήρχε διαρροή στο μπάνιο του πάνω διαμερίσματος"). Ομοίως, στην προσκομισθείσα από τον ενάγοντα υπ' αριθμόν ...-2016 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, δεν αναφέρεται η αιτία προέλευσης της υγρασίας στην ιδιοκτησία του ενάγοντος, αλλά αναφέρονται μόνον όσα δήλωσε στον πραγματογνώμονα, που συνέταξε την έκθεση, ο πατέρας του ενάγοντος Θ.
Μ., στον οποίον υποδείχθηκαν από τον πραγματογνώμονα οι τεχνικές εργασίες που έπρεπε να πραγματοποιηθούν για την αποκατάσταση των ζημιών. Τέλος, η κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος Θ. Μ., πατέρα αυτού, στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, σαφώς και εκτιμάται ανάλογα, λόγω της άμεσης συγγενικής σχέσης που τον συνδέει με τον ενάγοντα, αλλά και της ιδιότητάς του ως συνεπικαρπωτή, από κοινού με τη σύζυγό του, του επίδικου διαμερίσματος και έχοντος προφανές έννομο συμφέρον από την έκβαση της δίκης, καθώς, όπως και ο ίδιος δήλωσε, "η δίκη τον αφορά άμεσα" (....).
Από τα ανωτέρω εκτεθέντα, συνάγεται ότι η εναγομένη δεν επέδειξε αμελή συμπεριφορά, η οποία να συνδέεται αιτιωδώς με τις προκληθείσες στο διαμέρισμα του ενάγοντος ζημίες, οπότε ουδεμία ευθύνη υφίσταται σε βάρος αυτής για την αποκατάσταση των ζημιών αυτών, καθόσον αυτή κατέβαλε την επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές (ΑΚ 330), την οποία όφειλε να καταβάλει ως κυρία του διαμερίσματος, όπως, άλλωστε, θα έπραττε οποιοσδήποτε μετρίως συνετός άνθρωπος, που θα βρισκόταν κάτω από παρόμοιες με αυτήν συνθήκες και, ειδικότερα, μερίμνησε για τη συντήρηση και διατήρηση σε καλή κατάσταση των σωλήνων παροχής ύδατος του λουτροαποχωρητηρίου του διαμερίσματος της, προκειμένου να μην προκληθούν ζημίες στις άλλες οριζόντιες ιδιοκτησίες της οικοδομής, αφού φρόντιζε και μεριμνούσε για την τακτική συντήρησή τους και την άμεση επισκευή των τυχόν ζημιών που ανέκυπταν.
Κατόπιν τούτων, αφού αποδείχθηκε ότι ο σωλήνας, που προκάλεσε τις επικαλούμενες βλάβες, ήταν κοινόχρηστος, εξυπηρετούσε όλη την οικοδομή και όχι αποκλειστικά το διαμέρισμα της εναγομένης, ανεξάρτητα του αν διερχόταν μέσα από αυτό, ενώ, αντίθετα, η εναγομένη δεν επέδειξε αμελή συμπεριφορά, ως κυρία του υπερκειμένου διαμερίσματος, η οποία να συνδέεται αιτιωδώς με τη ζημία του ενάγοντος, η υπό κρίση αγωγή είναι ουσιαστικά αβάσιμη και εντεύθεν απορριπτέα. ....".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε τυπικώς και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή. Ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της προέλευσης της βλάβης από διαρροή από τον κοινόχρηστο σωλήνα της οικοδομής ή από τις σωληνώσεις, που εξυπηρετούσαν την ατομική ιδιοκτησία της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, διέλαβε αντιφατικές παραδοχές και στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως αόριστος, εφόσον στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ο ουσιαστικός κανόνας δικαίου, που παραβιάστηκε προκειμένου να ελεχθεί αναιρετικά, εάν υπάρχει σχετικά με την εφαρμογή του έλλειψη αιτιολογίας, αντίφαση ή ανεπάρκεια, ενόψει του ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί σε αυτεπάγγελτη θεμελίωση αυτών βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 532/2019).
Συνεπώς, ενόψει της έλλειψης αυτής του αναιρετηρίου ένεκα της οποίας δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, από την άποψη της εκ πλαγίου παραβίασης συγκεκριμένης διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, που δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο, ο ερευνώμενος τρίτος αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί.
Προσέτι, εάν ήθελε εκτιμηθεί ότι, παρά την έλλειψη της αριθμητικής αναφοράς του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3741/1929 (περί της ευθύνης από την μη διατήρηση ή πλημμελή συντήρηση της διαιρετής ιδιοκτησίας συνεπεία της οποίας μπορεί να επήλθε βλάβη σε οριζόντια ιδιοκτησία άλλου κυρίου) και των άρθρων 914, 297, 298 του ΑΚ, το πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου προκύπτει χωρίς αμφιβολία από το σύνολο του αναιρετηρίου και συνεπώς, κατά τούτο ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι ορισμένος (ΑΠ 146/2018, ΑΠ 565/2018), εντούτοις και σ' αυτή την περίπτωση, ο ερευνώμενος ως άνω αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι ο αναιρεσείων υπό την επίφαση της πλημμέλειας της έλλειψης νόμιμης βάσης, επιχειρεί να πλήξει την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, διότι οι αιτιάσεις του αφορούν την κατά την άποψή του ανάλυση των πραγματικών περιστατικών, που αποδείχθηκαν αναφορικά με τον κοινόχρηστο ή μη χαρακτήρα των σωληνώσεων.
Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι και αβάσιμος και ειδικότερα: Στην προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνεται με απόλυτη σαφήνεια, ότι ο υδραυλικός που επισκέφθηκε τα διαμερίσματα των διαδίκων, μετά από επισταμένο έλεγχο της υδραυλικής εγκατάστασης του λουτροαποχωρητηρίου του διαμερίσματος της εναγομένης, ουδεμία διαρροή διαπίστωσε ότι εμφάνιζε αυτή, ενώ το διαμέρισμα του ενάγοντος παρουσίαζε εκτεταμένη υγρασία σε όλους σχεδόν του χώρους του διαμερίσματος, ότι επειδή η πραγματοποιηθείσα από αυτόν στο διαμέρισμα της εναγομένης επιφανειακή έρευνα δεν ήταν αρκετή για να αποκαλύψει την αιτία της διαρροής, προέβη στην αποκόλληση πλακιδίων από το δάπεδο του λουτροαποχωρητηρίου και στην εκσκαφή τμήματος αυτού, οπότε αποκαλύφθηκαν οκτώ (8) περίπου σωλήνες ύδρευσης, από τους οποίους ο ένας ήταν ο κεντρικός κοινόχρηστος σωλήνας, που εξυπηρετούσε όλη την οικοδομή και οι υπόλοιποι κατέληγαν στα διαμερίσματα, ότι όλοι οι σωλήνες παρουσίαζαν, εξαιτίας της παλαιότητας, φυσιολογική φθορά λόγω οξείδωσης, ότι ο κεντρικός κοινόχρηστος σωλήνας παρουσίαζε ρωγμή, από την οποία διέρρεε ποσότητα υδάτων, ότι στην προσκομισθείσα από τον ενάγοντα υπ' αριθμόν ...-2016 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, δεν αναφέρεται η αιτία προέλευσης της υγρασίας στην ιδιοκτησία του ενάγοντος, αλλά μόνον όσα δήλωσε σε αυτόν ο πατέρας του ενάγοντος, ότι ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται ότι η υγρασία προήλθε από βλάβη του κοινόχρηστου σωλήνα της οικοδομής, ο οποίος δεν εξυπηρετούσε αποκλειστικά το διαμέρισμα της εναγομένης, ανεξάρτητα του αν διερχόταν μέσα από αυτό και ότι η εναγομένη δεν επέδειξε αμελή συμπεριφορά, ως κυρία του υπερκειμένου διαμερίσματος, η οποία να συνδέεται αιτιωδώς με τη ζημία του ενάγοντος.
Έτσι το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα απορριπτική κρίση του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1, 5, 6 παρ. 1 και 9 παρ. 2, 3 του Ν. 3741/1929 και 1002, 1117, 914, 932, 297, 298 του ΑΚ, καθόσον διέλαβε στην απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, ως προς το ουσιώδες αυτό ζήτημα για την έκβαση της δίκης και δη ως προς την ως άνω εξ αδικοπραξίας ευθύνη της εναγομένης - αναιρεσίβλητης, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί.
Περαιτέρω, με τον πρώτο και δεύτερο από τους λόγους αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες, από τον αριθμό 11 εδ. β' και από τον αρ. 8, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα με τον πρώτο λόγο προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα έγγραφα που προσκόμισε με επίκληση αυτός και ειδικότερα α) την υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου ....2018 βεβαίωση της Ε.Υ.Α.Θ., που εκδόθηκε κατόπιν της υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου ....2018 αίτησής του σχετικά με την ύπαρξη ή μη κοινόχρηστου υδρόμετρου στην επίμαχη οικοδομή, β) Πρωτότυπα παραστατικά - ειδοποιητήρια κοινοχρήστων δαπανών του διαμερίσματος του, εννέα (9) στον αριθμό, εκδοθέντα από το γραφείο διαχείρισης κοινοχρήστων "ΜΗΧΑΝΟ-ΓΡΑΦΙΚΟ ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΣΗ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΩΝ" μηνών Μαρτίου 2016 έως και Φεβρουάριου 2017, ενώ με τον δεύτερο λόγο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν με λόγο έφεσης, στη 2η σελίδα αυτής, και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα ότι στην εν λόγω οικοδομή δεν υπάρχει κοινόχρηστος σωλήνας, ο οποίος να εξυπηρετεί ολόκληρη την οικοδομή ούτε κοινόχρηστη παροχή νερού, τον οποίο ισχυρισμό του, απέδειξε με τα ανωτέρω μνημονευόμενα έγγραφα που προσκόμισε με επίκληση, όπως αναφέρονται στις σελ. 2-3 και 7-9 των προτάσεών του.
Ο πρώτος λόγος αβασίμως προβάλλεται, καθόσον, στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται ρητή μνεία, ότι ελήφθησαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα των διαδίκων για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, έστω και αν δεν εξαίρονται κάποια από αυτά, ενώ από τις αιτιολογίες της (προσβαλλόμενης) προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα αναφερόμενα από τον αναιρεσείοντα έγγραφα και αφού τα συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του.
Τούτο δε, ανεξάρτητα από το ότι με το λόγο αυτό στην πραγματικότητα επιχειρείται να πληγεί η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων. Με τον δεύτερο (λόγο) απαραδέκτως, υπό την επίφαση της εν λόγω αναιρετικής πλημμέλειας εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, επιχειρείται να πληγεί η ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του αποδεικτικού υλικού (άρθρο 561 αρ. 1 ΚΠολΔ), καθόσον η ύπαρξη ή μη κεντρικού κοινόχρηστου σωλήνα δεν συνιστά πράγμα, ενώ περαιτέρω στην προσβαλλόμενη δεν διαλαμβάνεται παραδοχή για την ύπαρξη κοινόχρηστης παροχής νερού στην ένδικη πολυκατοικία, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει ο αναιρεσείων.
Κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων για την άσκηση της αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά του (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19.11.2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1340/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων για την άσκηση της αναίρεσης.
Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ