Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations grounds, ruling the second suit interrupted the limitation period.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision, upholding the lower court's finding that the limitation period had expired. The appellant argued that the limitation period should have restarted after the defendant withdrew their initial lawsuit in 2020, but the court held that the subsequent lawsuit filed in February 2020 interrupted the limitation period. Consequently, the court ruled that the limitation period was interrupted by the new suit and expired six months later, making the claim inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 80, 81 para. 3 and 558 of the Code of Civil Procedure; The filing of a subsequent lawsuit with identical claims interrupts the limitation period, preventing the expiration of the limitation period for the original claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1897 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1897/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την 100/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή, Παρασκευή Γρίβα και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1 Απριλίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Κ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεώργιου Παπαθεοδώρου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Γενικών Ασφαλειών Η ΕΘΝΙΚΗ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως των πληρεξουσίων δικηγόρων Νικόλαου Σακαλή και Κωνσταντίνου Πηνιώτη, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 12-6-2011 και 30-11-2017 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος την από 25-2-2020 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και την από 7-1-2020 πρόσθετη υπέρ του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος παρέμβαση, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκαν η 1287/2022 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως από τον ενάγοντα, η 1768/2024 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-7-2024 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Παρασκευή Γρίβα. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 80, 81 παρ. 3 και 558 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η αναίρεση δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη ανέλαβε τον δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος, ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση, καθώς και στην περίπτωση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο προσθέτως παρεμβαίνων καλείται στη συζήτηση της αναίρεσης, άλλως αυτή (συζήτηση) κηρύσσεται απαράδεκτη, τούτο δε λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 4/2020). Αν όμως η πρόσθετη παρέμβαση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, ο παρεμβάς δεν καλείται στις περαιτέρω διαδικαστικές πράξεις (ΑΠ 1460/2024, 404/2023, 644/2023, 692/2023, 793/2023, 921/2023).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠοΔ), κατά τη συζήτηση της από 19-1-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. 9179/492/2023) έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, με την οποία αυτός επεδίωκε την εξαφάνιση της με αριθ. 1287/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας επί των συνεκδικασθεισών από: α) 12.6.2011 (αριθ. έκθ. κατάθ. 117836/3700/2011), β) 30.11.2017 (αριθ. έκθ. κατάθ. 602596/2964/2017) αγωγών του αναιρεσείοντος και γ) της από 25.2.2020 (αριθ. έκθ. κατάθ. 21915/616/2020) αγωγής της αναιρεσίβλητης, με την οποία απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν οι δύο πρώτες αγωγές και η πρόσθετη υπέρ του ενάγοντος παρέμβαση και έγινε εν μέρει δεκτή η τελευταία, το σωματείο με την επωνυμία "Σύλλογος Υπαλλήλων της Α.Ε.Ε.Γ.Α. "Η ΕΘΝΙΚΗ"" άσκησε την από 2.3.2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. 1922/319/2023) απλή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του αναιρεσείοντος. Η τελευταία αυτή παρέμβαση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1768/2024 απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου.
Συνεπώς, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, δεν απαιτείται κλήτευση του ως άνω προσθέτως παρεμβάντος για το παραδεκτό της συζήτησης της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.
2. Η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης έχει ως ακολούθως: Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ασκήθηκαν οι: Α) από 12.6.2011 (αριθ. έκθ. κατάθ. 117836/3700/2011) και Β) από 30.11.2017 (αριθ. έκθ. κατάθ. 602596/2964/2017) αγωγές του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας, με τις οποίες ιστορούσε ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και της εναγομένης την 1-12-1982, παρείχε σ' αυτήν τις υπηρεσίες του αρχικά ως υπάλληλος του Τομέα Ζημιών, ακολούθως δε, του ανατέθηκαν διαδοχικώς τα καθήκοντα του προϊσταμένου υπηρεσίας στο τμήμα δικαστικών υποθέσεων, του αναπληρωτή προϊσταμένου του περιφερειακού τομέα ζημιών και τέλος από 18.2.2011 του προϊσταμένου του περιφερειακού τομέα αναλήψεων - διαχείρισης, με βαθμό υποδιευθυντή, θέση την οποία κατείχε μέχρι την 5-5-2011, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας του, χωρίς καταβολή αποζημίωσης, αφού προηγουμένως είχε υποβάλει ψευδή μήνυση σε βάρος του.
Ότι η καταγγελία αυτή είναι ανυπόστατη, διότι έγινε στο όνομα της εναγομένης εταιρείας από πρόσωπο το οποίο δεν είχε την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου αυτής ούτε την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να προβεί στην εν λόγω καταγγελία, άλλως άκυρη: α) διότι δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από τον εσωτερικό κανονισμό εργασίας της εναγομένης πειθαρχική διαδικασία, β) ως καταχρηστική και γ) διότι παραβιάστηκε η αρχή της αναλογικότητας με την επιβολή της επαχθέστερης πειθαρχικής ποινής, ήτοι της απόλυσής του.
Ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του έλαβε χώρα κατά τρόπο που συνιστά βαρύτατη προσβολή της προσωπικότητάς του, το γεγονός δε αυτό του προξένησε ηθική βλάβη, προς αποκατάσταση της οποίας πρέπει να του επιδικαστεί εύλογη χρηματική ικανοποίηση. Με βάση το ως άνω ιστορικό, ζητούσε, με την πρώτη αγωγή, να αναγνωριστεί η ακυρότητα της ένδικης καταγγελίας, να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του και να του καταβάλει εντόκως α) για αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 6.5.2011 (επομένη της καταγγελίας) έως 5.5.2014 (πιθανή ημερομηνία συζήτησης της αγωγής) το ποσό των 271.379,19 ευρώ και β) ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 50.000 ευρώ, επικουρικά δε, σε περίπτωση που κριθεί έγκυρη η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει α) αποζημίωση απόλυσης ύψους 127.600,76 ευρώ και β) ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 50.000 ευρώ, ενώ με τη δεύτερη αγωγή ζητούσε την καταβολή αποδοχών υπερημερίας για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα και ειδικότερα, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει εντόκως για αποδοχές υπερημερίας από 6.5.2014 έως 5.11.2018 το συνολικό ποσό των 340.975,91 ευρώ.
Εξάλλου, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία άσκησε ενώπιον του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου την από 25.2.2020 (αριθ. έκθ. κατάθ. 21915/616/2020) αγωγή, με την οποία ιστορούσε ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, κατά το διάστημα από 27.3.2007 έως 21.2.2011, εκμεταλλευόμενος τη θέση του ως αναπληρωτή προϊσταμένου και ακολούθως ως προϊσταμένου του Περιφερειακού Τομέα Ζημιών της εταιρείας, ενεργώντας με δόλο και εν γνώσει του εξαπάτησε τους υπαλλήλους αυτής και πέτυχε την έγκριση και την καταβολή αποζημιώσεων σε 132 περιπτώσεις ζημιών ασφαλισμένων οχημάτων, οι οποίες δηλώθηκαν ως κακόβουλες από την εταιρεία ενοικίασης αυτοκινήτων με την επωνυμία "ARENA CAR RENTAL", χωρίς όμως να πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις, ώστε η ενάγουσα εταιρεία ως ασφαλίζουσα αυτά να υπέχει σχετική υποχρέωση, με αποτέλεσμα αυτή να υποστεί ζημία ανερχόμενη στο συνολικό ποσό των 97.808 ευρώ, όπως τούτο αναλύεται στην αγωγή, το οποίο κατέβαλε, κατά περίπτωση, ως ασφάλισμα.
Ότι εξαιτίας της ανωτέρω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του εναγομένου επλήγησαν βαρύτατα η πίστη και η φήμη της ενάγουσας εταιρείας και, για τον λόγο αυτό, πρέπει να της επιδικαστεί εύλογη χρηματική ικανοποίηση. Με βάση το ως άνω ιστορικό, ζητούσε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει εντόκως α) ως αποζημίωση το ποσό των 97.808 ευρώ και β) ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 30.000 ευρώ.
Επί της πρώτης αγωγής εκδόθηκε αρχικά η με αριθ. 1083/2015 εν μέρει οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης μέχρι την αμετάκλητη περάτωση της ποινικής διαδικασίας που κινήθηκε με την υποβολή μήνυσης, για την εν λόγω υπόθεση, από την αναιρεσίβλητη εταιρεία σε βάρος του αναιρεσείοντος, ενώ απέρριψε ως μη νόμιμη την ασκηθείσα υπέρ του τελευταίου απλή πρόσθετη παρέμβαση του σωματείου με την επωνυμία "Σύλλογος Υπαλλήλων της Α.Ε.Ε.Γ.Α. "Η ΕΘΝΙΚΗ"".
Στη συνέχεια, μετά την αμετάκλητη περάτωση της ως άνω ποινικής διαδικασίας, συνεκδικάστηκαν οι προαναφερόμενες τρεις αγωγής και η ασκηθείσα υπέρ του ενάγοντος από 7-1-2020 πρόσθετη παρέμβαση του ως άνω σωματείου και εκδόθηκε η με αριθ. 1287/2022 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκαν οι δύο πρώτες αγωγές του ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος) ως ουσιαστικά αβάσιμες και έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή της ενάγουσας (ήδη αναιρεσίβλητης) εταιρείας, υποχρεώθηκε δε ο εναγόμενος να καταβάλει στην τελευταία ως αποζημίωση το ποσό των 97.808 ευρώ, ενώ αναγνωρίστηκε η υποχρέωση αυτού να της καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 1.000 ευρώ, αμφότερα δε τα ως άνω ποσά με το νόμιμο τόκο από 6.6.2012.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε η από 19-1-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. 9179/492/2023) έφεση του ενάγοντος - εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, εκδόθηκε δε επ' αυτής η υπ' αριθ. 1768/2024 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η υπέρ του εκκαλούντος από 2.3.2023 απλή πρόσθετη παρέμβαση του ως άνω σωματείου, απορρίφθηκε τυπικά η έφεση ως προς το δεύτερο εφεσίβλητο σωματείο με την επωνυμία "Σύλλογος Υπαλλήλων της Α.Ε.Ε.Γ.Α. "Η ΕΘΝΙΚΗ"", έγινε δε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν ως προς την πρώτη εφεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο ενάγων -εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων με την υπό κρίση αίτησή του. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, αφού από τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης δεν προκύπτει ούτε άλλωστε οι διάδικοι επικαλούνται ότι χώρησε επίδοση αυτής (άρθρα 495, 552, 553 παρ. 1β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). 3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, έκπτωση από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, μεταξύ των οποίων και το απαράδεκτο άσκησης ενδίκων μέσων, ενώ ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται από τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 374/2019, ΑΠ 1419/2019, ΑΠ 659/2018, ΑΠ 664/2018).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 223 ΚΠολΔ, όταν επέλθει η εκκρεμοδικία είναι απαράδεκτη η μεταβολή του αιτήματος της αγωγής, αλλά κατ' εξαίρεση μπορεί ο ενάγων με τις προτάσεις του ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, εωσότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό να περιορίσει το αίτημα της αγωγής ή να ζητήσει: 1) τα παρεπόμενα του κύριου αντικειμένου της αγωγής και 2) αντί γι' αυτό που ζητήθηκε αρχικά άλλο αντικείμενο ή το διαφέρον εξαιτίας μεταβολής που επήλθε. Επιπλέον, κατά τη διάταξη του άρθρου 224 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτο να μεταβληθεί η βάση της αγωγής. Με τις προτάσεις που κατατίθενται ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μη μεταβάλλεται η βάση της αγωγής. Μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, η οποία επάγεται το κατά τα ανωτέρω απαράδεκτο, αποτελεί η προσθήκη νέων περιστατικών, παλαιότερων ή οψιγενών, με τα οποία τροποποιείται ή αντικαθίσταται η ιστορική βάση της αγωγής με άλλη ή προστίθεται στην αγωγή και νέα ιστορική βάση (ΟλΑΠ 2/1994, ΑΠ 1607/2022, 1241/2021, 321/2020).
Στη προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα εξής: Η αναιρεσίβλητη, με την ένδικη από 25.2.2020 αγωγή της, ζήτησε να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων να της καταβάλει το ποσό των 127.808 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Ακολούθως, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της στο ακροατήριο, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατά τη δικάσιμο της 20-9-2021, οπότε και συζητήθηκε η εν λόγω αγωγή (χωρίς να εκδοθεί επ' αυτής απόφαση κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ), η αναιρεσίβλητη ζήτησε, κατ' άρθρο 223 ΚΠολΔ, να της επιδικαστούν τόκοι επί του αιτούμενου ποσού από την επίδοση της από 6/6/2012 (αριθ.
έκθ. κατάθ. 103787/7647/2012) όμοιας αγωγής της, από το δικόγραφο της οποίας είχε ήδη παραιτηθεί με σχετική δήλωση στο ακροατήριο κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 20.2.2020, δήλωση την οποία και επανέλαβε με την ένδικη αγωγή της, που επιδόθηκε στον εναγόμενο (ήδη αναιρεσείοντα) στις 13.3.2020. Το ανωτέρω παρεπόμενο αίτημα τοκοδοσίας, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, παραδεκτά υποβλήθηκε για πρώτη φορά με σχετική δήλωση που καταχωρίστηκε στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και δεν συνιστά προσθήκη νέων περιστατικών, με τα οποία να τροποποιήθηκε ή αντικαταστάθηκε η ιστορική βάση της αγωγής ή να προστέθηκε νέα ιστορική βάση.
Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού θεώρησε ότι το παρεπόμενο αυτό αίτημα υποβλήθηκε παραδεκτά, υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το επιδικασθέν συνολικό ποσό των 97.808 ευρώ νομιμοτόκως από την 6-8-2012, χρόνο επίδοσης της ως άνω από 6-6-2012 αγωγής. Ειδικότερα, διέλαβε στη προσβαλλόμενη απόφασή του επ' αυτού τα εξής : "[...] Τα ποσά αυτά πρέπει να καταβληθούν από τον εκκαλούντα στην εφεσίβλητη με το νόμιμο τόκο από 6.8.2012, ημερομηνία επίδοσης της από 6.6.2012 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 103787/7647/2012 αγωγής, από την οποία η εφεσίβλητη παραιτήθηκε, όπως η τελευταία ζήτησε, διότι ο ενάγων και στη προκειμένη περίπτωση η εφεσίβλητη, η οποία με προγενέστερη αγωγή της, επιδοθείσα νομίμως, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε, είχε ζητήσει την επιδίκαση της ίδιας απαιτήσεως, που ενασκεί με την νέα από 25.2.2020 αγωγή, δικαιούται να λάβει τόκους από την επίδοση της πρώτης αγωγής, η οποία δεν εξέλιπε ως όχληση δημιουργική υπερημερίας".
Με τη κρίση του αυτή, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 223, 224 ΚΠολΔ και, συνεπώς, ο εκ των αριθμών 1, 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ' ορθή δε νομική υπαγωγή εκ του αριθμού 14 του ιδίου άρθρου, πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παρά τον νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου του ως άνω αιτήματος από το Εφετείο, πέραν της αοριστίας του, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η επικαλούμενη ακυρότητα προβλήθηκε με σχετικό λόγος έφεσης, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος.
5. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 65, 67, 70, 167, 232, 233, 238, 669 και 672 ΑΚ συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας, που έγινε στο όνομα του νομικού προσώπου από πρόσωπο ή όργανο αυτού, το οποίο δεν είχε την εξουσία να καταγγείλει τη σύμβαση, είναι ανυπόστατη.
Στην περίπτωση αυτή, το νομικό πρόσωπο δεν υπέχει ευθύνη έναντι του μισθωτού, ο οποίος έπαυσε να προσέρχεται στην υπηρεσία του εξαιτίας της ανυπόστατης καταγγελίας, για την πληρωμή μισθών υπερημερίας. Αν, όμως, μετά την ανυπόστατη αυτή καταγγελία ο μισθωτός προσφέρεται στην παροχή των υπηρεσιών του και το νομικό πρόσωπο τις αποκρούει, τότε περιέρχεται τούτο σε υπερημερία και υποχρεούται να καταβάλει στον εργαζόμενο τις αντίστοιχες αποδοχές υπερημερίας (ΑΠ 919/2022, 736/2020, 1039/2019).
Στην περίπτωση αυτή, η αγωγή του εργαζομένου, όταν έχει αίτημα την επιδίκαση μισθών υπερημερίας λόγω ανυπόστατης καταγγελίας της σύμβασης, η οποία έγινε στο όνομα εργοδότη νομικού προσώπου από πρόσωπο ή όργανο αυτού που δεν είχε την εξουσία να καταγγείλει τη σύμβαση, πρέπει για την πληρότητα αυτής να διαλαμβάνει, εκτός από τη σύμβαση εργασίας και τη συμβατική ή νόμιμη αμοιβή, και τα περιστατικά εκείνα, από τα οποία προκύπτει το ανυπόστατο της καταγγελίας και η υπερημερία του εργοδότη ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών που προσέφερε ο εργαζόμενος. Η υπερημερία αυτή δεν προκύπτει αυτομάτως, όπως στην άκυρη καταγγελία, αλλά δεδομένου ότι το νομικό πρόσωπο δεν υπέχει ευθύνη, αφού η από αναρμόδιο πρόσωπο γενομένη καταγγελία δεν επιφέρει έννομα αποτελέσματα, πρέπει να αναφέρεται στην αγωγή, για να είναι ορισμένη, ότι ο μισθωτός και μετά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του από μη νομιμοποιούμενο προς τούτο πρόσωπο, προσέφερε πραγματικά, ενόψει και του ανυπόστατου της καταγγελίας, τις υπηρεσίες του στον εργοδότη και ότι ο τελευταίος τις απέκρουσε, περιερχόμενος έτσι σε υπερημερία, διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη (ΑΠ 1421/2021, 736/2020, 1039/2019).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη.
Ο λόγος αυτός στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη, κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού συλλογισμού του, αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν παραδεκτά και νόμιμα και τα οποία ήταν χρήσιμα για άμεση ή έμμεση (με συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων) απόδειξη πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή παραδεκτών και νόμιμων πραγματικών ισχυρισμών, που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν για την απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων και, ως εκ τούτου, επιδρούν στη διαμόρφωση του διατακτικού της απόφασης (ΟλΑΠ 2/2008, 42/2002).
Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 242/2023). Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ' αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 47/2023, 242/2023, 210/2022, 779/2019).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος, με τον οποίο προσβάλλεται η απόφαση, διότι το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδείξεις που προσκομίστηκαν, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται: α) Ποιες είναι οι αποδείξεις που προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας.
β) Ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με το αποδεικτικό αυτό μέσο, ο οποίος πρέπει να είναι ουσιώδης, δηλαδή να έχει επίδραση στο διατακτικό. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι αυτοί που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν προς απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων. γ) Ότι ο αναιρεσείων επικαλέστηκε νομίμως και προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας, ο ίδιος ή ο αντίδικός του, το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο.
Αντίθετα, είναι αόριστος ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που περιορίζεται στο παράπονο ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη νόμιμο αποδεικτικό μέσο, δίχως στο έγγραφο της αναίρεσης να διαλαμβάνονται όλα τα ανωτέρω στοιχεία. (ΑΠ 839/2023, 1419/2023, 1409/2015). Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 340 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 524 ΚΠολΔ, και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης και τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη υπόθεση, προκύπτει ότι στη δίκη που διεξάγεται, όταν έχει ασκηθεί έφεση εναντίον απόφασης ειρηνοδικείου, μονομελούς και πολυμελούς πρωτοδικείου, λαμβάνονται, κατά το άρθρο 340 παρ. 1 εδ.
α' και β' ΚΠολΔ, υπόψη (και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών κατ' άρθρο 591 παρ. 1 ΚΠολΔ) τόσο αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική αξία του καθενός, όσο και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ, δηλαδή μόνο εφόσον είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη, εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα, δηλαδή όχι απλώς επικουρικά, αλλά παράλληλα με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα.
Έτσι, λαμβάνονται παραδεκτά υπόψη, αδιακρίτως πλέον, και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, αχαρτοσήμαντα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ' αποδεικτικό τύπο, καθώς και ιδιωτικά έγγραφα ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους, γενικά δε κάθε είδους έγγραφα και φωτοτυπίες εγγράφων, των οποίων δεν βεβαιώνεται η ακρίβειά τους από αρμόδιο για τον σκοπό αυτό πρόσωπο, χωρίς να ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 11α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης.
Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνο τα πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, διότι δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και ένορκες βεβαιώσεις για τις οποίες δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη νομική διαδικασία, επειδή είναι ανυπόστατα έγγραφα (ΟλΑΠ 15/2003, ΑΠ 497/2024, 1135/2021, 1349/2018, 1658/2017).
Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 KΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αποτελεί δε μέσον διασφάλισης του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 KΠολΔ) και της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως (ΟλΑΠ 13/1995).
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη καίτοι προταθέντων ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/2005, 25/2003, ΑΠ 579/2024, 1419/2023, 12/2022).
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γένεση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 50/2020, 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 8/2013, 3/1997, ΑΠ 630/2020, 1142/2019).
Ο ανωτέρω λόγος δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 715/2024, 171/2023, 773/2023, 50/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο (υπό τους τίτλους "Περίπτωση 1η", "Περίπτωση 2η" και "Περίπτωση 3η") σκέλος του δευτέρου λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του αριθμού 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία αυτός είχε νομίμως επικαλεστεί και προσκομίσει ενώπιόν του και συγκεκριμένα:
α) δύο έγγραφα πρωτοκόλλου ειδικών διαδικασιών της Διεύθυνσης Ασφαλίσεων Αυτοκινήτων με κωδικό ..., καθώς και το πρωτόκολλο των ειδικών διαδικασιών που εξέδωσε η αντίδικός του, β) έγγραφο της Διεύθυνσης Νομικών Υπηρεσιών της αναιρεσίβλητης, με το οποίο διευκρινίζεται σε ποιες περιπτώσεις μπορεί να ζητηθεί η εξώδικη συμβιβαστική καταβολή αποζημιώσεων χωρίς τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, από τα οποία προκύπτει ότι δεν ήταν υποχρεωτική, αλλά δυνητική, η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης πριν την έγκριση καταβολής της αποζημίωσης ασφάλισης, γ) συμβόλαια μικτής ασφάλισης, από τα οποία προέκυπτε ότι 330 αυτοκίνητα της "ARENA CAR RENTAL AE", που αυτή είχε εκμισθώσει σε αθλητές, ήταν ασφαλισμένα από την αναιρεσίβλητη και για κακόβουλες ενέργειες, σύμφωνα με σχετικό όρο των εν λόγω ασφαλιστηρίων, ως εκ τούτου δε, η ενάγουσα ήταν υποχρεωμένη να καταβάλει τις ένδικες αποζημιώσεις και ουδεμία ζημία υπέστη εξαιτίας του, δ) πρωτόκολλα διαδικασιών διακανονισμού διαφορών της αντιδίκου εταιρείας, από τα οποία προέκυπτε ότι για να εγκριθεί η καταβολή της αποζημίωσης απαιτούνταν η σύμπραξη δύο διακανονιστών, όπως έγινε και στις ένδικες περιπτώσεις, όπου συνέπραττε ο ίδιος με έναν ακόμη εκ των δέκα συνολικά αρμοδίων υπαλλήλων της εταιρείας, οι οποίοι εναλλάσσονταν ανά περίπτωση και, ως εκ τούτου, δεν ήταν δυνατή η κατάχρηση της εμπιστοσύνης των τελευταίων.
Ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν εξειδικεύονται επαρκώς τα επίμαχα έγγραφα, αφού δεν αναφέρεται η ημερομηνία έκδοσης εκάστου τούτων, ο αριθμός εκάστου των υπό στοιχ. γ' ασφαλιστηρίων συμβολαίων, καθώς και ο συνολικός αριθμός των επικαλούμενων υπό στοιχ.
δ' εγγράφων. Με το δεύτερο (υπό τον τίτλο "Περίπτωση 4η") σκέλος του δευτέρου λόγου αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τους αγωγικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, τους οποίους αυτός είχε επαναφέρει με σχετικό λόγο έφεσης, ήτοι:
α) τον ισχυρισμό περί ακυρότητας (ορθώς ανυπόστατου) της από 4.5.2011 έγγραφης καταγγελίας της ένδικης σύμβασης εργασίας του, διότι δεν έφερε την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης εταιρείας, αλλά του διευθύνοντος συμβούλου αυτής, ο οποίος δεν είχε την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να προβεί στην εν λόγω καταγγελία, και β) τους ισχυρισμούς περί ακυρότητας της ένδικης καταγγελίας, διότι i) δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από τον Κανονισμό της αναιρεσίβλητης πειθαρχική διαδικασία, ήτοι πριν από την καταγγελία δεν κλήθηκε εγγράφως σε απολογία, δεν του γνωστοποιήθηκε η κατηγορία, δεν έλαβε γνώση ούτε του χορηγήθηκαν αντίγραφα του φακέλου της υπόθεσης ούτε διενεργήθηκε ένορκη διοικητική εξέταση, ii) ασκήθηκε καταχρηστικά και iii) ασκήθηκε κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, σε σχέση με τους ανωτέρω υπό στοιχ. β' αγωγικούς ισχυρισμούς, τα εξής: "Εξάλλου, η εγκυρότητα της καταγγελίας αυτής δεν ανατρέπεται, όπως ο εκκαλών ισχυρίζεται, από το ότι η εφεσίβλητη παρέκαμψε την πειθαρχική διαδικασία, που προέβλεπε ο προαναφερόμενος Κανονισμός Εργασίας της (όπως κλήση σε προφορική ή έγγραφη απολογία κλπ.), εφόσον, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 26 περ.
ε' του ως άνω Κανονισμού της, κατά την οποία η με το προσωπικό της σύμβαση εργασίας λύεται και με καταγγελία της, κατά τα από την εργατική νομοθεσία οριζόμενα, δεν υποχρεούνταν να τηρήσει προηγουμένως την πειθαρχική διαδικασία.
Εξάλλου, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του εκκαλούντος έγινε κατ' ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της εφεσίβλητης και ήταν το μόνο πρόσφορο μέτρο, το οποίο δεν υπερέβη, αφού ήταν αναγκαίο λόγω της ρήξης της σχέσης εμπιστοσύνης που είχε επέλθει μεταξύ αυτής και του εκκαλούντος εξαιτίας των ανωτέρω πράξεων του τελευταίου, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα στην οικεία θέση της υπό στοιχ. IV νομικής σκέψης της παρούσας (....)", η οποία νομική σκέψη σημειωτέον ότι αφορά τις περιπτώσεις καταγγελίας που ασκείται καταχρηστικά ή κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας.
Περαιτέρω, όσον αφορά τον υπό στοιχ. α' αγωγικό ισχυρισμό περί ανυπόστατου της ένδικης καταγγελίας, επί του οποίου (όπως και επί των υπό στοιχ. β' περί ακυρότητας αγωγικών ισχυρισμών) ερείδεται το αίτημα της αγωγής για καταβολή αποδοχών υπερημερίας, είναι αόριστος σύμφωνα με την προηγηθείσα υπό στοιχ. 5 νομική σκέψη, συνεπώς το Εφετείο, παραλείποντας να απαντήσει στον εν λόγω ισχυρισμό δεν υπέπεσε στην εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.
Συνακόλουθα δε, πρέπει να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, ως αβάσιμος. Με το δεύτερο (υπό τον τίτλο "Περίπτωση 3η") σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11α' του ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα, ειδικότερα δε:
α) το από 21.4.2011 υπηρεσιακό σημείωμα εσωτερικού ελέγχου - επιθεώρησης, το οποίο συντάχθηκε από την αναιρεσίβλητη, δια των αρμοδίων υπαλλήλων της, κατ' εντολή της και προσκομίστηκε από την ίδια ως εκδότρια και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να αποτελέσει αποδεικτικό στοιχείο υπέρ αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 447 ΚΠολΔ, β) τις ένορκες προανακριτικές καταθέσεις των Σ.
Α. και Χ. Ζ., που δόθηκαν στα πλαίσια της ποινικής διαδικασίας που κινήθηκε κατόπιν της μήνυσης που η αναιρεσίβλητη υπέβαλε σε βάρος σε βάρος του αναιρεσείοντος και οι οποίες δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη, διότι ο πρώτος κατέθεσε ενόρκως, παρότι ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσίβλητης, ενώ παράλληλα ουδείς εξ αυτών είχε ιδία γνώση των επίμαχων γεγονότων που, σύμφωνα με τη μήνυση, έλαβαν χώρα κατά το διάστημα από τον Μάρτιο του 2007 έως τον Απρίλιο του 2011, αφού κατά δήλωσή τους προσελήφθησαν από την αναιρεσίβλητη ο πρώτος δύο μήνες πριν την υποβολή της μήνυσης και ο δεύτερος πέντε μήνες μετά από αυτήν.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις του δευτέρου σκέλους του, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, αφού κατά τη διάταξη του άρθρου 340 παρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, τα ως άνω έγγραφα, ακόμη και αν θεωρηθούν άκυρα, λαμβάνονται υπόψη ως αποδεικτικό μέσο, ακόμα και υπέρ του εκδότη τους και, συνεπώς, νομίμως, ως επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα, ελήφθησαν υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών και εκτιμήθηκαν ελεύθερα από αυτό.
6. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντίστοιχου όρου του άρθρου 559 αριθ. 8 του ίδιου Κώδικα, δηλαδή θεωρούνται "πράγματα" οι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης και νομίμως προταθέντες πραγματικοί ισχυρισμοί, θεμελιωτικοί αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι αρνητικοί, των ουσιωδών κατά τα άνω ισχυρισμών, ισχυρισμοί του διαδίκου ή τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα του δικαστηρίου και των διαδίκων από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1495/2023, 23/2023, 19/2022, 15/2019). Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτήν, έστω και κατά τρόπο γενικό, αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1495/2023, 187/2013, 87/2013, 1304/2012, 292/2011), ανεξαρτήτως αν, ύστερα από την εκτίμησή τους, καταλήξει έστω και σε εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 1495/2023, 187/2013, 262/2020, 677/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος (που φέρει τους τίτλους "Περίπτωση 1η" και "Περίπτωση 2η") του τρίτου λόγου αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η οποία συνίσταται στο ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δέχθηκε τους αγωγικούς ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης ως αληθινούς χωρίς απόδειξη, ειδικότερα δε ότι: α) ήταν υποχρεωτική η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης πριν την καταβολή της ασφαλιστικής αποζημίωσης στις επίμαχες περιπτώσεις, που αναφέρονται στην αγωγή της και αποτέλεσαν την αιτία της ένδικης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και β) είχε αναπτύξει "παρασφαλιστική δραστηριότητα" παράλληλα με την εργασία του στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία.
Ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο σκέλος του, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο, για τον σχηματισμό της κρίσης του, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, όπως βεβαιώνεται στην απόφασή του, τις ένορκες ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου καταθέσεις των μαρτύρων, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την πρωτόδικη απόφαση (1287/2022) πρακτικά, όλα τα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα, είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς και τις ειδικώς μνημονευόμενες ένορκες βεβαιώσεις.
7. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 3 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο απέρριψε την αίτηση για εξαίρεση δικαστή, αν και ο δικαστής αυτός, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η απόφαση, έπρεπε κατά το νόμο να εξαιρεθεί. Η απόφαση που απορρίπτει την αίτηση εξαίρεσης δικαστή είναι παρεμπίπτουσα και δεν προσβάλλεται αυτοτελώς με ένδικα μέσα. Προσβάλλεται, όμως, μαζί με την οριστική επί της υπόθεσης απόφαση (ΑΠ 1715/2011). Ως λόγος αναίρεσης κατά της τελευταίας, μπορεί να προταθεί το ότι η παρεμπίπτουσα απόφαση (που συμπροσβάλλεται) απέρριψε την υποβληθείσα αίτηση εξαίρεσης, μολονότι βάσει των γενομένων δεκτών με την οριστική απόφαση πραγματικών περιστατικών, το δικαστήριο έπρεπε να τη δεχθεί.
Στη προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του αριθμού 3 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η οποία συνίσταται στο ότι, παρά το νόμο, απορρίφθηκε ως αβάσιμη, με την υπ' αριθ. 1/2024 παρεμπίπτουσα απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, η δήλωση αποχής του δικάσαντος την υπόθεση Δικαστή, ο οποίος ζήτησε να εξαιρεθεί, επειδή η σύζυγός του είχε δικάσει αίτηση ασφαλιστικών μέτρων της αντιδίκου εταιρείας και είχε εκδώσει επ' αυτής την υπ' αριθ. 6520/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η αίτηση δε αυτή είχε την ίδια ιστορική και νομική βάση με την έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η απορρίψασα την αίτηση εξαίρεσης απόφαση ούτε εξειδικεύεται η νομική της πλημμέλεια, γιατί, δηλαδή, βάσει των περιστατικών αυτών, έπρεπε να εξαιρεθεί ο δικαστής.
8. Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 64/2022, 19/2022, 2267/2013).
Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 64/2022, 19/2022, 2053/2014).
Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε, και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ 64/2022, 19/2022).
Τέλος, για το ορισμένο του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να περιέχονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και δεν αρκούν περιορισμένες, μεμονωμένες, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1857/2024, 295/2022, 140/2022, 887/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 17 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αληθώς δε μόνο η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του ως άνω άρθρου, συνισταμένη στο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε στο σκεπτικό της απόφασής του ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως είναι το ζήτημα της εκ μέρους του αναιρεσείοντος πρόκλησης ζημίας στην αναιρεσίβλητη με αντισυμβατικές ενέργειές του, προς αποκατάσταση της οποίας (ζημίας) έκρινε το Εφετείο ότι πρέπει να της επιδικαστεί αποζημίωση.
Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει η απόφαση, όσον αφορά την αιτίαση περί ελλιπών αιτιολογιών αυτής, β) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε, και μάλιστα ενάριθμα και γ) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με σαφήνεια και πληρότητα και όχι, όπως εν προκειμένω, μεμονωμένες, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης. 9.
Κατά το άρθρο 261 ΑΚ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το ν. 4139/2013, "Την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αν η παραγραφή διακόπηκε με την άσκηση της αγωγής, η ίδια παραγραφή, δηλαδή ομοειδής με αυτή που διακόπηκε, αρχίζει σε κάθε περίπτωση και ανεξαρτήτως του είδους της, ως βραχυπρόθεσμης ή συνήθους, από την έγερση της αγωγής, διακόπτεται δε μετά από κάθε διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου και αμέσως μετά την επιχείρηση αυτής αρχίζει ισόχρονη με την αρχική παραγραφή, η οποία μπορεί να συμπληρωθεί με την παρέλευση του χρόνου που ίσχυε γι` αυτήν, εφόσον δεν μεσολαβήσει κάποια νέα διαδικαστική ενέργεια ή άλλος λόγος διακοπής πριν από την τελεσίδικη περάτωση της δίκης.
Έτσι, εφόσον η αξίωση είχε καταστεί επίδικη, η παραγραφή μπορούσε να συμπληρωθεί εν επιδικία, επί απραξίας των διαδίκων. Κατά την έννοια δε της παραπάνω διάταξης, διαδικαστική πράξη, συνεπαγόμενη διακοπή της παραγραφής, θεωρείτο κάθε πράξη των διαδίκων ή των νομίμων εκπροσώπων και πληρεξουσίων τους ή της δικαστικής αρχής, που περιείχε τα στοιχεία δικαστικής ενέργειας και ήταν, κατά τις ισχύουσες δικονομικές διατάξεις, αναγκαία για την έναρξη, συνέχιση ή αποπεράτωση της δίκης.
Απαιτείτο δηλαδή επιχείρηση λυσιτελούς δικονομικής ενέργειας και εντασσόμενης στην κατά το νόμο συστηματική οργάνωση της διαδικασίας, δηλαδή ενέργειας που κατά νόμο προσφέρεται και μπορεί να έχει συγκεκριμένα αποτελέσματα στην κίνηση της δίκης και δεν αρκούσε, για τη διακοπή της παραγραφής που έτρεχε εν επιδικία, οποιαδήποτε ενέργεια του διαδίκου, ενδεικτική της έλλειψης αδράνειας (ΟλΑΠ 7/2022, 1/2011, ΑΠ 273/2025).
Προς αντιμετώπιση των δυσμενών για τον δικαιούχο συνεπειών από την παραγραφή της αξίωσής του εν επιδικία, ιδίως επί βραχυχρόνιων παραγραφών, το άρθρο 261 ΑΚ αντικαταστάθηκε με το άρθρο 101 παρ. 1 του ν. 4139/2013. Σύμφωνα με τη νέα διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, όπως ισχύει μετά την κατά τα ανωτέρω αντικατάστασή της, "1.
Την παραγραφή διακόπτει η άσκηση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτόν αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ' άλλο τρόπο περάτωση της δίκης. 2. Στην περίπτωση που οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και εφόσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για την ενέργεια διαδικαστικών πράξεων από αυτούς, η παραγραφή αρχίζει και πάλι έξι μήνες μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου.
Στις περιπτώσεις αυτές η παραγραφή διακόπτεται εκ νέου εφόσον κάποιος διάδικος επισπεύδει την πρόοδο της δίκης. 3. Η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση". Στην ως άνω διάταξη του νέου άρθρου 261 ΑΚ περιέχεται διάταξη διαχρονικού δικαίου (παρ. 3 αυτού), στην οποία ρυθμίζεται η εν επιδικία παραγραφή εκκρεμών δικών.
Ως προϋπόθεση για την εφαρμογή της νέας διάταξης στις εκκρεμείς δίκες τίθεται να μην έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση, ενώ δεν τίθεται, ως πρόσθετη προϋπόθεση, να μην έχει ήδη επέλθει εν επιδικία, κατά τον χρόνο δημοσίευσης του ν. 4139/2013 (20-3-2013) η παραγραφή της αξίωσης, με βάση τη διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, όπως ίσχυε προηγουμένως.
Έτσι, με τη διάταξη αυτή, της παραγράφου 3 του άρθρου 261 ΑΚ, σύμφωνα με τη γραμματική ερμηνεία της, εισάγεται εξαίρεση από τη γενική αρχή του διαχρονικού δικαίου των παραγραφών, που θεσπίζεται με το άρθρο 18 παρ. 1 του ΕισΝΑΚ, σύμφωνα με το οποίο "οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για την παραγραφή εφαρμόζονται και στις αξιώσεις που έχουν γεννηθεί, αλλά δεν έχουν ακόμη παραγραφεί κατά την εισαγωγή του".
Οι διατάξεις του εν λόγω άρθρου εφαρμόζονται αναλογικά όχι μόνο επί των περί παραγραφής διατάξεων του Αστικού Κώδικα και του προ αυτού δικαίου, αλλά και επί κάθε άλλης περί παραγραφής διάταξης νεότερου νόμου, που ορίζει χρόνο παραγραφής διάφορο εκείνου του προϊσχύσαντος δικαίου. Έτσι, όταν οι διατάξεις του νεότερου νόμου καθιερώνουν μακρότερο χρόνο παραγραφής, σε σχέση με τον χρόνο παραγραφής που καθόριζε ο προηγούμενος νόμος, εφαρμόζεται ο νεότερος νόμος και επί των αξιώσεων που είχαν γεννηθεί υπό την ισχύ του προηγούμενου νόμου, εφόσον δεν είχε συμπληρωθεί η παραγραφή τους μέχρι την έναρξη ισχύος του νέου νόμου.
Αν όμως έχει ήδη επέλθει το αποτέλεσμα αυτό (της παραγραφής) δεν ανατρέπεται από το νέο νόμο, εκτός αν ο νομοθέτης προσδώσει στη νέα διάταξη αναδρομική δύναμη, εντός των επιτρεπτών συνταγματικών ορίων (ΟλΑΠ 7/2022, ΑΠ 273/2025, 848/2018).
Περαιτέρω, η αρχή της ασφάλειας δικαίου, η οποία απορρέει από την αρχή του κράτους δικαίου και ιδίως από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδ. α' του Συντάγματος και ειδικότερη εκδήλωση της οποίας αποτελεί η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης, επιβάλλει ιδίως τη σαφήνεια και την προβλέψιμη εφαρμογή των εκάστοτε νομοθετικών ρυθμίσεων, που πρέπει να τηρείται με ιδιαίτερη αυστηρότητα, όταν πρόκειται για διατάξεις που μπορούν να έχουν σοβαρές οικονομικές συνέπειες για τους ενδιαφερόμενους. Προς αυτήν δε, συγκρούονται ευθέως νόμοι, οι οποίοι ρυθμίζουν αναδρομικώς και κατά τρόπο επαχθή ήδη περατωθείσες βιοτικές σχέσεις. Βασικό δε στοιχείο της παραγραφής σε ένα κράτος δικαίου είναι η προβλεψιμότητα του χρόνου συμπλήρωσής της, βάσει των διατάξεων που ισχύουν κατά τον χρόνο γένεσης της αξίωσης (ΟλΑΠ 7/2022, ΑΠ 273/2025).
Στην προκειμένη περίπτωση, η μεταβατική διάταξη της παραγράφου 3 του νέου άρθρου 261 ΑΚ, σύμφωνα με τη γραμματική ερμηνεία της, δεν εξαιρεί από την εφαρμογή της νέας διάταξης τις εκκρεμείς υποθέσεις, για τις οποίες δεν έχει μεν εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση, πλην όμως η παραγραφή της απαίτησης είχε ήδη επέλθει, κατά την έναρξη ισχύος του ν. 4139/2013 (20-3-2013), σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, όπως ίσχυε.
Ωστόσο, η εφαρμογή της νέας διάταξης και στις εκκρεμείς υποθέσεις, για τις οποίες δεν είχε μεν εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση, αλλά η παραγραφή της απαίτησης είχε ήδη επέλθει κατά τον χρόνο δημοσίευσης του ν. 4139/2013, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, όπως ίσχυε, θα οδηγούσε στην, μέσω της αναδρομικής αυτής επιμήκυνσης του χρόνου παραγραφής, αναβίωση της παραγεγραμμένης απαίτησης και στην επαναφορά αυτής στην αρχική και πλήρη μορφή της, ενώ ήδη αυτή, λόγω της παραγραφής, υφίσταται μόνο ως φυσική ή ατελής ενοχή.
Τούτο θα είχε ως αποτέλεσμα την αλλοίωση της διαμορφωμένης περιουσιακής κατάστασης των μερών και την ανατροπή των δημιουργημένων με την επελθούσα παραγραφή νομικών καταστάσεων, περαιτέρω δε την περιέλευση του οφειλέτη σε δυσμενή θέση, αφού θα επέφερε την απώλεια του κεκτημένου με τη συμπληρωθείσα παραγραφή δικαιώματός του να αρνηθεί την παροχή (άρθρο 272 ΑΚ), κλονίζοντας τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη του στη σταθερότητα της, διαμορφωμένης με την παραγραφή, νομικής κατάστασης.
Με τα δεδομένα αυτά, η εν λόγω ρύθμιση αντίκειται στην προαναφερόμενη αρχή του κράτους δικαίου και ειδικότερα στην αρχή της ασφάλειας δικαίου, που, όπως προεκτέθηκε, απορρέει ιδίως από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδ. α' του Συντάγματος και ειδικότερη εκδήλωση της οποίας αποτελεί η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης (ΟλΑΠ 7/2022, ΑΠ 273/2025).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 937 ΑΚ, η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση, σε κάθε όμως περίπτωση η απαίτηση παραγράφεται μετά την πάροδο είκοσι ετών από τη πράξη.
Στη προκειμένη περίπτωση με τον έκτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 247, 263 και 937 ΑΚ, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση παραγραφής των ένδικων αξιώσεων της αναιρεσίβλητης, την οποία ο αναιρεσείων είχε προβάλει ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και νομίμως είχε επαναφέρει στο Εφετείο με σχετικό λόγο έφεσης, ισχυριζόμενος ότι οι ένδικες αξιώσεις της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας για επιδίκαση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ζημίας (περιουσιακής και μη) που υπέστη εξαιτίας της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος, η οποία έλαβε χώρα κατά το διάστημα από 27.3.2007 έως 20.2.2011, έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ).
Και τούτο, διότι η ένδικη από 25.2.2020 (αριθ. έκθ. κατάθ. 21915/616/2020), αγωγή της αναιρεσίβλητης επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα στις 13.3.2020, χωρίς να έχει επέλθει διακοπή της παραγραφής με την άσκηση της προγενέστερης, με την ίδια ιστορική και νομική βάση και αίτημα, από 6.6.2012 (αριθ. έκθ. κατάθ. 103787/7647/2012) αγωγής της ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, διότι παραιτήθηκε από το δικόγραφο αυτής στις 20.2.2020 και, ως εκ τούτου, θεωρείται ότι αυτή ουδέποτε ασκήθηκε, με συνέπεια οι ως άνω αξιώσεις της αναιρεσίβλητης να έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937ΑΚ.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, προκύπτει ότι αναφορικά με την ως άνω ένσταση παραγραφής το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "[.....] ο προβαλλόμενος με τους δεύτερο και τρίτο λόγο της υπό κρίση έφεσης ισχυρισμός περί παραγραφής των ενδίκων απαιτήσεων της εφεσίβλητης, ο οποίος είχε προταθεί και στην πρωτοβάθμια δίκη, κρίνεται ως ουσιαστικά αβάσιμος και συνεπώς απορριπτέος, διότι η εφεσίβλητη άσκησε το πρώτον την από 6-6-2012 αγωγή, η οποία επιδόθηκε στον εκκαλούντα στις 6-8-2012 [.....], από την οποία παραιτήθηκε στις 20.2.2020 και προέβη εκ νέου στην άσκησή της και επίδοσή της στον εκκαλούντα στις 13.3.2020 [....], δηλαδή εντός της εξάμηνης προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 263 ΑΚ και συνεπώς η παραγραφή των ένδικων αξιώσεων της εφεσίβλητης θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την άσκηση της από 6.6.2012 αγωγής της, όπως δε τόσο ο εκκαλών με τις από 20.9.2021 προτάσεις του στον πρώτο βαθμό επί της από 25.2.2020 αγωγής της εφεσίβλητης εναντίον του, όσο και η εφεσίβλητη με τις προτάσεις της στην παρούσα δίκη συνομολογούν, η συζήτηση της αρχικής από 6.6.2012 αγωγής της εφεσίβλητης εναντίον του εκκαλούντος προσδιορίστηκε αρχικά για τις 26.3.2015, οπότε και η συζήτησή της αναβλήθηκε διαδοχικά για τις 11.10.2018 και για τις 20.2.2020, οπότε και η εφεσίβλητη παραιτήθηκε από το δικόγραφο αυτής με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της εφεσίβλητης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ήτοι επακολούθησαν τρεις διαδικαστικές πράξεις, ήτοι ο αρχικός προσδιορισμός για τη συζήτηση της ως άνω αγωγής και δύο αναβολές της συζήτησης της ως άνω αγωγής και, επομένως, η πενταετής παραγραφή αρχίζει και πάλι έξι μήνες μετά την τελευταία από τις ανωτέρω διαδικαστικές πράξεις, ήτοι στις 21.8.2020, και εφόσον στην παρούσα υπόθεση δεν είχε εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση (261 ΑΚ)".
Με αυτές τις παραδοχές, το Εφετείο έκρινε ως αβάσιμη την προβληθείσα από τον εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα ένσταση παραγραφής των ένδικων αξιώσεων της αναιρεσίβλητης και απέρριψε τους σχετικούς (δεύτερο και τρίτο) λόγους έφεσης. Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αν και με εσφαλμένη εν μέρει αιτιολογία, συνισταμένη στο ότι προσδιόρισε την 21-8-2020 ως χρόνο έναρξης εκ νέου της, ήδη διακοπείσας με την άσκηση της από 6.6.2012 αγωγής, παραγραφής των ένδικων αξιώσεων της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, ήτοι μετά την παρέλευση εξαμήνου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, που έλαβε χώρα στις 20-2-2020 με την παραίτηση της αναιρεσίβλητης από το δικόγραφο της ως άνω αγωγής, κατέληξε σε ορθό διατακτικό.
Και τούτο, διότι με την άσκηση της από 6.6.2012 αγωγής της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος (εντός πενταετίας αφότου έλαβε χώρα η τελεσθείσα σε βάρος της αδικοπραξία, αναγόμενη στο χρονικό διάστημα από 27-3-2007 έως 20-2-2011) διακόπηκε η παραγραφή των ένδικων αξιώσεών της, μετά δε την παραίτησή της από το δικόγραφο της ανωτέρω αγωγής, η διακοπή θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, η άσκηση, όμως, της από 25.2.2020 ένδικης αγωγής, με ιστορική και νομική αιτία και αίτημα όμοια με εκείνα της προγενέστερης από 6-6-2012 αγωγή, εντός έξι μηνών από την παραίτηση από το δικόγραφο της τελευταίας, έχει ως συνέπεια, κατά τα προεκτεθέντα, ότι η παραγραφή των ένδικων αξιώσεων της αναιρεσίβλητης θεωρείται ότι έχει διακοπεί από την άσκηση αυτής, ήτοι από τις 6-8-2012, οπότε και επιδόθηκε η εν λόγω αγωγή στον αναιρεσείοντα.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο έκτος λόγος αναίρεσης και πρέπει να απορριφθεί. Συνακόλουθα, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23.7.2024 (αριθ. έκθ. κατάθ. 6794/660/2024) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 1768/2024 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ