Legislator Case Law & Legislation
644/2023 AI generated

Supreme Court allows appeal against public hospital regarding irregular notification of expense transfer to the Director.

Case Number 644/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece accepted the appeal filed by a private company against a public hospital and a bank, overturning the lower court's decision regarding the hospital's Director. The court found the lower court's reasoning insufficient to prove the legality of notifying the Director, a key fact affecting the outcome of the case. Consequently, the appeal was allowed against the hospital, while the appeal against the bank was dismissed due to lack of grounds.

Legislator headnote

AI generated

Articles 81 § 3, 82 γ' and 559 of the Code of Civil Procedure; The appeal is admissible against an intervening party only if they actively participated in the litigation or the appeal concerns their specific intervention, and the lower court must provide clear reasoning regarding the legality of procedural acts affecting the outcome.

Keywords

AI generated
intervening party notification legality civil procedure code appeal admissibility court costs allocation public hospital expense transfer

Cited Legislation

AI generated
Article 81 § 3 of the Code of Civil Procedure
Article 82 γ' of the Code of Civil Procedure
Article 517 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 § 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 § 3 of Law 3693/1957
Ministerial Decision A3β/οικ.19298/15-1-1987

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 644 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 644/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Μ. Ε. Ε. Π. Ε." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Φίλιο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Γ. Ν. Ι. - Γ.. Χ.", το οποίο εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Α. Τ. Α. Ε." και τον διακριτικό τίτλο "...", ως καθολικής διαδόχου της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ... που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Το πρώτο αναιρεσείον εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγγελική Σκουτέρη, ενώ η δεύτερη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Νταυλούρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-9-2013 ανακοπή και την από 20-1-2014 ανακοίνωση δίκης της ήδη αναιρεσείουσας και την από 16-5-2016 κύρια παρέμβαση της ήδη δεύτερης αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 252/2019 του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-12-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του πρώτου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 82 εδ. γ' του ΚΠολΔ αποφάσεις και δικόγραφα που επιδίδονται στους κυρίους διαδίκους πρέπει να επιδίδονται και σε εκείνον που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 81 § 3 του ίδιου Κώδικα, η οποία ορίζει ότι ο παρεμβαίνων καλείται στις επόμενες διαδικαστικές πράξεις από το διάδικο που επισπεύδει τη συζήτηση, καθώς και των άρθρων 517 και 558 ΚΠολΔ, κατά τις οποίες η έφεση και η αναίρεση, αντίστοιχα, απευθύνονται κατά εκείνων, οι οποίοι ήσαν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι τόσον η έφεση όσον και η αναίρεση δεν απευθύνονται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη ανέλαβε τον δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος ή το ένδικο μέσο αφορά την πρόσθετη παρέμβαση, καθώς και στην περίπτωση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης (ΑΠ 1286/2022, ΑΠ 784/2021, ΑΠ 680/2016, ΑΠ 711/2015, ΑΠ 569/2013).

Πρέπει, όμως, ο προσθέτως παρεμβάς να καλείται στη συζήτηση της έφεσης ή της αναίρεσης, εκτός αν η πρόσθετη παρέμβασή του απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, οπότε αυτός δεν καλείται στις περαιτέρω διαδικαστικές πράξεις (ΑΠ 1036/2022, ΑΠ 770/2020, ΑΠ 14/2020, ΑΠ 1475/2019, ΑΠ 688/2018). Σε διαφορετική περίπτωση, δημιουργείται απαράδεκτο της συζητήσεως της εφέσεως ή αναιρέσεως, το οποίο, ως αναφερόμενο στην προδικασία λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 1636/2022, ΑΠ 1337/2015, ΑΠ 1200/2008, ΑΠ 1146/2007).

Με την κρινόμενη από 7-12-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ' αριθ. 252/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή επισκόπηση (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης: Δυνάμει της υπ' αριθ. 2039/2013 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διατάχθηκαν οι ανώνυμες εταιρίες "...." και "....", να καταβάλουν στην αναιρεσείουσα, αλληλέγγυα και εις ολόκληρον έκαστη, το συνολικό ποσό των 19.765.000,72 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων.

Εν συνεχεία η αναιρεσείουσα επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας του πρώτου αναιρεσίβλητου νπδδ με την επωνυμία "Γ. Ν. Ι. - Γ.. Χ." ως τρίτου, για το ποσό των 21.301.745,62€. Το ως άνω Νοσοκομείο υπέβαλε στις 16-7-2013 δήλωση τρίτου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, με την οποία δήλωσε ότι η απαίτηση που κατασχέθηκε δεν υπάρχει, και ειδικότερα ότι ναι μεν το Νοσοκομείο οφείλει στην εταιρεία με την επωνυμία "...." το συνολικό ποσό των 843.356,74 ευρώ, το οποίο προέρχεται από την αγορά υγειονομικού υλικού εκτός των φαρμακευτικών προϊόντων, πλην όμως η απαίτηση αυτή έχει ήδη μεταβιβαστεί με εκχώρηση από την εταιρεία "...." στην εταιρία με την επωνυμία "...

Ανώνυμη Εταιρεία Πρακτορείας Επιχειρηματικών Απαιτήσεων" και το διακριτικό τίτλο "....", βάσει συναφθείσας μεταξύ τους σύμβασης πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων (...), για την οποία κοινοποιήθηκε στο Νοσοκομείο η από 19-9-2008 αναγγελία εκχώρησης των υφιστάμενων και των μελλοντικών απαιτήσεων του προμηθευτή του Νοσοκομείου, ήτοι της εταιρίας "....", κατ' αυτού στην Εμπορική Τράπεζα Α.Ε./Διεύθυνση ....

Η νυν αναιρεσείουσα εταιρεία "... HELLAS Ε.Π.Ε." άσκησε, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων την από 10.09.2013 ανακοπή εκ του άρθρου 986 του ΚΠολΔ κατά του πρώτου αναιρεσίβλητου δηλούντος Νοσοκομείου και την από 20-1-2014 ανακοίνωση δίκης ενώπιον του αυτού Δικαστηρίου, ανακοινώνοντας την κύρια επί της ως άνω ανακοπής της δίκη στην ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Α.

Τ. Α. Ε." ως καθολική διάδοχο, κατόπιν συγχώνευσης με απορρόφηση, της απορροφηθείσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "....", στην οποία είχε συγχωνευθεί δι' απορρόφησης η εταιρία με την επωνυμία "... - Ανώνυμη Εταιρεία Πρακτορείας Απαιτήσεων". H τραπεζική εταιρία "Α. Τ. Α. Ε." άσκησε, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων την από 16-5-2016 παρέμβασή της.

Επί της ως άνω ανακοπής, ανακοίνωσης δίκης και παρέμβασης, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 22/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, με την οποία απορρίφθηκε η παρέμβαση ως απαράδεκτη στο μέτρο που αυτή ασκήθηκε ως κύρια, χαρακτηρίστηκε αυτή ως πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του καθ' ού η ανακοπή νπδδ, η οποία στη συνέχεια απορρίφθηκε, και ακολούθως έγινε δεκτή η ανακοπή και, κατόπιν παραδεκτής τροπής του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, αναγνωρίστηκε η σε βάρος του καθ' ου η ανακοπή ύπαρξη απαίτησης της καθ' ης η εκτέλεση "...." και, επίσης, αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της από 16-7-2013 δήλωσης τρίτου ενώπιον του Ειρηνοδίκη Ιωαννίνων καθώς και η υποχρέωση του καθού η ανακοπή Ν.Π.Δ.Δ.

ως τρίτου, στα χέρια του οποίου επιβλήθηκε η κατάσχεση, να καταβάλει στην ανακόπτουσα το ποσό των 843.356,74 ευρώ. Κατά της ως άνω οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου το νυν πρώτο αναιρεσίβλητο Νοσοκομείο άσκησε, ενώπιον του Εφετείου Ιωαννίνων, την από 5-6-2018 έφεση κατά της νυν αναιρεσείουσας εταιρίας, την οποία έστρεψε και κατά της ως άνω τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "....", χωρίς όμως να διαλάβει λόγο έφεσης κατά της απορριπτικής της παρέμβασης διάταξης του πρωτόδικου δικαστηρίου.

Το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, εξέδωσε την υπ' αριθ. 252/2019 τελεσίδικη και ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, με την οποία δέχτηκε την από 5-6-2018 έφεση του Νοσοκομείου και εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ' αριθ. 22/2018 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, κατά τη διάταξή της που αφορούσε την ανακοπή, ακολούθως δε, κρατώντας και δικάζοντας επί της ανακοπής, απέρριψε αυτήν ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, η απορριπτική της παρεμβάσεως διάταξη του πρωτόδικου δικαστηρίου, εφόσον δεν προσβλήθηκε με έφεση, κατέστη τελεσίδικη και, έτσι, ενόψει και του ότι η έφεση του υπερού η πρόσθετη παρέμβαση δεν απευθύνεται κατά του υπέρ αυτού παρεμβάντος (ΑΠ 1204/2007), τόσον η έφεση του καθού η ανακοπή νπδδ, όσον και η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως της ανακόπτουσας εταιρείας, απαραδέκτως εστράφησαν κατά της τράπεζας "....", εκτιμάται όμως τούτο ως κλήση αυτής, κατ' άρθρο 81 § 3 ΚΠολΔ, για να παραστεί κατά τη συζήτηση της έφεσης και, εν προκειμένω, της αίτησης αναίρεσης (βλ.

ΑΠ 1475/2019), κατά την οποία και παρέστη η ως άνω παρεμβάσα αιτούμενη με το σημείωμα, που κατέθεσε, την καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, στρεφόμενη κατά της τράπεζας "....", πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στη δικαστική δαπάνη της δεύτερης αναιρεσίβλητης (άρθ. 176, 183, 189 § 1, 191 § 2, 570 § 1 ΚΠολΔ).

Αναφορικά με το πρώτο αναιρεσίβλητο νπδδ, η προκειμένη αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 21-10-2019 και η αίτηση αναιρέσεως κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Ιωαννίνων στις 11-12-2020, ήτοι εντός της νόμιμης καταχρηστικής προθεσμίας (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 § 3 ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο (άρθ. 495 § 3Βδ ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ).

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 53 §§ 1 και 2 του Ν.Δ. 496/1974 "περί λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου", ειδικά για την αναγγελία εκχώρησης απαιτήσεων κατά των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζεται ότι "1. Διά πάσαν κατάσχεσιν χρηματικής απαιτήσεως εις χείρας του ν.π. (νομικού προσώπου) ως τρίτου, το κατασχετήριον ως και η αναγγελία επί εκχωρήσεως χρηματικής απαιτήσεως κατά του ν.π.

κοινοποιούνται εις την (1) αρμοδίαν διά την πληρωμήν υπηρεσίαν του ν.π. και εις το (2) αρμόδιον διά την αναγνώρισιν της δαπάνης όργανον αυτού. Το κατασχετήριον κοινοποιείται εις (3) το Δημόσιον Ταμείον εις ό υπάγονται φορολογικώς ο καθ` ού η κατάσχεσις και εις την (4) αρμοδίαν διά την εκκαθάρισιν και εντολήν πληρωμής της δαπάνης Υπηρεσίαν εντός δέκα πέντε ημερών από της επιδόσεώς του εις την αρμοδίαν διά την πληρωμήν Υπηρεσίαν. 2.

Πάσα κατάσχεσις ή εκχώρησις, διά την οποίαν δεν ετηρήθησαν αι ως άνω διατάξεις, είναι άκυρος". Το ίδιο νομοθ. διάταγμα ορίζει στο άρθρο 12 § 1 ότι "το διοικούν το Ν.Π.Δ.Δ. συλλογικόν όργανον, ως κύριος διατάκτης αυτού, διαθέτει τας αναγραφομένας εν τω προϋπολογισμώ πιστώσεις, ας δύναται να μεταβιβάζει δι` επιτροπικών ενταλμάτων εις έτερα όργανα εγκρίσεως δαπανών (δευτερεύοντας διατάκτας)" και στο άρθρο 13 παρ. 1 εδ.

α' ότι "τα έξοδα των νομικών προσώπων αναγνωρίζονται και εκκαθαρίζονται υπό των αρμοδίων οργάνων, βάσει των υπό των κειμένων διατάξεων προβλεπομένων δι' έκαστον Ν.Π. ή είδος δαπάνης δικαιολογητικών, των αποδεικνυόντων την κατ` αυτήν απαίτησιν, δυναμένων να συμπληρωθούν και δι` ετέρων στοιχείων, καθοριζόμενων δι' αποφάσεως του διοικούντος ταύτα οργάνου".

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, ότι προκειμένου για σύμβαση ενεχύρασης χρηματικής απαίτησης τρίτου κατά νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου υπέρ Τράπεζας, που συνεπάγεται την εκ του νόμου εκχώρησή της, απαιτείται, για το έγκυρο αυτής, να κοινοποιηθεί η σχετική αναγγελία στην αρμόδια για την πληρωμή ειδική υπηρεσιακή μονάδα (ταμειακή/οικονομική υπηρεσία) του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου καθώς και (σωρευτικώς) στο αρμόδιο για την αναγνώριση της δαπάνης όργανο αυτού (κύριος διατάκτης).

Στην περίπτωση που δεν γίνουν όλες οι κοινοποιήσεις αυτές (σωρευτικώς), δεν επέρχεται το μεταβιβαστικό της απαιτήσεως αποτέλεσμα της συμβάσεως εκχωρήσεως έναντι του οφειλέτη νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, δεδομένου ότι ρητά προβλέπεται, με την τελευταία παράγραφο του άρθρου 53 του ν.δ. 496/1974, ότι η με οποιονδήποτε άλλο τρόπο γενόμενη αναγγελία είναι άκυρη.

Η ακυρότητα αυτή είναι απόλυτη και μπορεί να προταθεί τόσο από το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, όσο και από οποιονδήποτε τρίτο που έχει έννομο συμφέρον, ακόμη δε και να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (ΑΠ 615/2022, ΑΠ 1028/2018, 872/2014, ΑΠ 480/2006). Εξάλλου, με το ν. 2881/2001 (Α' 37), ιδρύθηκαν ως Ν.Π.Δ.Δ. τα Περιφερειακά Συστήματα Υγείας (ΠΕΣΥ), στα οποία υπήχθησαν τα Νοσοκομεία του ΕΣΥ ως αποκεντρωμένες και ανεξάρτητες υπηρεσιακές μονάδες αυτών, στο δε διοικητικό συμβούλιο εκάστου ΠΕΣΥ περιήλθαν όλες οι αρμοδιότητες των διοικητικών συμβουλίων και των προέδρων των υπαχθέντων Νοσοκομείων (άρθρο 1 παρ. 7).

Στη συνέχεια, με το άρθρο 7 του ν. 3329/2005 καταργήθηκαν τα ΠΕΣΥ και τα Νοσοκομεία μετατράπηκαν εκ νέου σε Ν.Π.Δ.Δ. Κατά το άρθρο 42 παρ. 5 του νόμου αυτού, η κατάρτιση και εκτέλεση του προϋπολογισμού τους καθώς και η αναγνώριση, εκκαθάριση και εντολή πληρωμής των δαπανών τους διέπονται από τις διατάξεις του ανωτέρω ΝΔ/τος περί λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ.

Κατά το ίδιο ως άνω άρθρο 7, όπως ήδη ισχύει, όργανα διοίκησης των νοσοκομείων είναι το διοικητικό συμβούλιο και ο διοικητής ο οποίος προεδρεύει του ΔΣ, προΐσταται όλων των υπηρεσιών του νοσοκομείου, έχει την ευθύνη της οργάνωσης, του συντονισμού και του ελέγχου αυτών, παρακολουθεί και ελέγχει σε μηνιαία βάση την ορθή εκτέλεση του προϋπολογισμού και την εν γένει οικονομική λειτουργία του φορέα του, εκπροσωπεί το Νοσοκομείο δικαστικώς και εξωδίκως και έναντι τρίτων καθώς, επίσης, είναι ο κύριος διατάκτης για κάθε είδους πληρωμή δαπανών, που ενεργείται στο πλαίσιο της τακτικής διαχείρισης και λειτουργίας του Νοσοκομείου.

Στην παρ. 7 του ως άνω άρθρου 7 ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι σε Νοσοκομεία 400 οργανικών κλινών και άνω συνιστάται και μία οργανική θέση της κατηγορίας ΕΘ του άρθ. 79 του Ν.2683/1999, με βαθμό 2ο, η οποία καταλαμβάνεται από τον Αναπληρωτή Διοικητή του Νοσοκομείου και ότι ο Διοικητής και ο Αναπληρωτής Διοικητής του Νοσοκομείου είναι πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης και διορίζονται με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης με διετή θητεία η οποία μπορεί να ανανεώνεται με όμοιο τρόπο, ενώ στην παρ.4 του ίδιου ως άνω άρθρου ορίζεται ότι στα νοσοκομεία με τετρακόσιες (400) οργανικές κλίνες και άνω ο Αναπληρωτής Διοικητής ορίζεται ως Αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου.

Όλα τα Νοσοκομεία οργανώνονται και λειτουργούν σύμφωνα με τον οργανισμό τους και απαρτίζονται μεταξύ άλλων και από τη Διοικητική-Οικονομική Υπηρεσία (αρθ.6 ν. 2889/2001), η οποία, κατά το άρθρο 8 του ΠΔ/τος 87/1986 (Α 32) αποτελεί Διεύθυνση. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι προκειμένου για σύμβαση ενεχύρασης ονομαστικής χρηματικής απαίτησης τρίτου κατά νοσοκομείου του ΕΣΥ υπέρ Τράπεζας, συνεπαγόμενης εκ του νόμου την εκχώρησή της, απαιτείται για το έγκυρο αυτής, να κοινοποιηθεί η σχετική αναγγελία, σωρευτικά:

α) στο Διοικητή και Πρόεδρο του Δ.Σ του Νοσοκομείου, ο οποίος είναι το κατά νόμο αρμόδιο όργανο για την αναγνώριση της δαπάνης και β) στη Διοικητική-Οικονομική Υπηρεσία του Νοσοκομείου, στην οποία ανήκει η εκτέλεση της δαπάνης. Σε περίπτωση που δεν πραγματοποιηθούν σωρευτικά οι ανωτέρω κοινοποιήσεις, δεν επέρχεται το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της σύμβασης εκχώρησης έναντι του οφειλέτη Ν.Π.Δ.Δ., εφόσον η με οποιονδήποτε άλλο τρόπο αναγγελία της θεωρείται έναντι αυτού άκυρη (ΑΠ 1394/2021, ΑΠ 151/2020, ΑΠ 1056/2019, ΑΠ 1616/2018).

Σύμφωνα δε με την Α3β/οικ.19298/15-1-1987 Υπουργική Απόφαση (ΦΕΚ Β` 18) "Αναμόρφωση Οργανισμού του Γενικού Νοσοκομείου Ιωαννίνων "...", που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ήτοι αυτό της αναγγελίας της εκχώρησης, το Οικονομικό Τμήμα της Οικονομικής του Υπηρεσίας είναι υπεύθυνο, μεταξύ άλλων, για την διαχείριση των χρημάτων του, την σύνταξη οικονομικού σχεδιασμού - προϋπολογισμού και για τις πάσης φύσεως οικονομικές συναλλαγές με ασφαλιστικούς οργανισμούς, τράπεζες, προμηθευτές κ.λπ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει της υπ' αριθμ. 906/19-9-2008 σύμβασης πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων (...) με αναγωγή και των πρόσθετων πράξεων ειδικών όρων εγχώριου ...

με αναγωγή μεταξύ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." (πράκτορα), της οποίας καθολική διάδοχος λόγω συγχωνεύσεως δι' απορροφήσεως είναι η... παρεμβαίνουσα, ..., και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "DIOPHAR ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ" με τον διακριτικό τίτλο "....", (Προμηθευτής) και του Η.

Λ. ως εγγυητή, συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η παραπάνω ανώνυμη εταιρία, με αντικείμενο εργασιών το εμπόριο φαρμακευτικών προϊόντων, εκχωρεί στην πράκτορα Τράπεζα το από πώληση εμπορευμάτων ή/και παροχή υπηρεσιών και υφίστανται κατά τη σύναψη της σύμβασης ή πρόκειται να γεννηθούν κατά τη διάρκειά της, έναντι πελατών - οφειλετών της που ασκούν την επαγγελματική τους δραστηριότητα στην Ελλάδα ή/και σε χώρες του εξωτερικού, όπως ειδικότερα ορίζεται σε κάθε Πρόσθετη Πράξη της Σύμβασης και αναθέτει στην Πράκτορα Τράπεζα κατ' αποκλειστικότητα έναντι αμοιβής, τη διαχείριση, παρακολούθηση και είσπραξη των εκχωρούμενων απαιτήσεων της προμηθεύτριας εταιρίας έναντι τρίτων, με χρηματοδότηση, με χορήγηση προκαταβολών έναντι απαιτήσεων ή με προεξόφληση, με δικαίωμα αναγωγής υπό ειδικούς όρους.

Η σύμβαση αυτή θα ίσχυε από την ημερομηνία υπογραφής της και μέχρι την νόμιμη καταγγελία της, ενώ η καταγγελία της δεν θα επηρέαζε τις απαιτήσεις που έχουν ήδη γεννηθεί (βλ. αρ. 1,2 και 3 της σύμβασης). Μεταξύ των απαιτήσεων της προμηθεύτριας "...." που εκχωρήθηκαν ως άνω στην ανωτέρω αντισυμβαλλόμενη πράκτορα Τράπεζα, περιλαμβάνονταν και οι απαιτήσεις της πρώτης κατά του καθού η ανακοπή ΝΠΔΔ, από πωλήσεις προς το τελευταίο, επί πιστώσει, φαρμακευτικών και ιατρικών προϊόντων, αναλώσιμων κλπ., για την κάλυψη των αναγκών των ασθενών του (καθού), κατόπιν παραγγελιών του τελευταίου, το συνολικό ύψος των οποίων, κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης, ανερχόταν σε 1.108.904,91 ευρώ.

Σε εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, η προεκτεθείσα εκχώρηση των απαιτήσεων της "...." κατά του καθού η ανακοπή ΝΠΔΔ, κοινοποιήθηκε, στις 25-9-2008 στην Οικονομική Διεύθυνση του καθού ΝΠΔΔ (στην οποία ανήκει κατά τα προεκτεθέντα η εκτέλεση της δαπάνης) και συγκεκριμένα επιδόθηκε στον Υποδιευθυντή αυτής, Δ. Μ. (βλ την υπ' αριθμ. 11588β/25-9- 2008 έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Ιωαννίνων Χριστίνας Τσίπη).

Επίσης κατά την ίδια ημερομηνία, η παραπάνω αναγγελία εκχώρησης επιδόθηκε στον ίδιο ως άνω, Δ. Μ. και ως αναπληρωτή του Διοικητή του νοσοκομείου (και πρόεδρο του Δ.Σ αυτού, ο οποίος είναι το κατά νόμο αρμόδιο όργανο για την αναγνώριση της δαπάνης) διότι κατά το χρόνο της κοινοποίησης αυτός, αλλά και ο αναπληρωτής του, μέλη του Δ.Σ ή λοιποί διευθυντές, απουσίαζαν (βλ.

την υπ' αριθμ. 11587β/25-9-2008 έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Ιωαννίνων Χριστίνας Τσίπη). Ενόψει τούτων, με τις παραπάνω επιδόσεις, πληρούται η απαίτηση του άρθρου 53 παρ 1 του Ν.Δ. 496/1974 για την αναγγελία της εκχώρησης της ένδικης απαίτησης, με την κοινοποίησή της τόσο στην αρμόδια για την πληρωμή της υπηρεσία του ΝΠΔΔ και εν προκειμένω στην Οικονομική Υπηρεσία του νοσοκομείου, αφού ο ανωτέρω, Δ.

Μ., είναι ο Υποδιευθυντής της εν λόγω υπηρεσίας, όσο και στο Διοικητή και Πρόεδρο του Δ.Σ. του νοσοκομείου, αφού ο Δ. Μ. είναι με τη σειρά που αναφέρεται στην παραπάνω έκθεση επίδοσης ο νόμιμος αναπληρωτής του, κάτι άλλωστε που δεν αμφισβητείται γενικά, αλλά και ειδικά στα πλαίσια άρνησης της αναγγελίας και του κύρους της εκχώρησης.

Δεν ασκεί δε καμία επιρροή στο κύρος της εκχώρησης το γεγονός ότι στην παραγγελία προς επίδοση αναφέρεται ως αποδέκτης το Γενικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων ..., όπως αβάσιμα η ανακόπτουσα ισχυρίζεται...". Περαιτέρω, το Εφετείο έκρινε ότι το καθ' ου η ανακοπή Γενικό Νοσοκομείο προέβη εμπρόθεσμα και νομότυπα, την 16-7-2013, στην με αριθμό 490/2013 δήλωση τρίτου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, στην οποία διέλαβε ότι η απαίτηση που κατασχέθηκε δεν υπάρχει, διότι αυτή έχει εκχωρηθεί στην εταιρία με την επωνυμία "...

Ανώνυμη Εταιρεία Πρακτορείας Επιχειρηματικών Απαιτήσεων" και ότι η αρνητική αυτή δήλωση ήταν κατ' αποτέλεσμα ακριβής, καθόσον η απαίτηση που κατασχέθηκε δεν υπήρχε κατά το χρόνο επιβολής της κατάσχεσης εις χείρας του νοσοκομείου ως τρίτου, αφού ήταν έγκυρη η προαναφερθείσα εκχώρηση στην Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος (αρχικά) των κατασχεμένων από την ανακόπτουσα εις χείρας του καθού η ανακοπή ΝΠΔΔ απαιτήσεων, δυνάμει σύμβασης πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων με αναγωγή, η οποία δεν προέκυψε ότι έχει καταγγελθεί.

Ενόψει αυτών, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού δέχθηκε την έφεση του πρώτου αναιρεσίβλητου και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντίθετα στη συνέχεια κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση κατ' ουσία, απέρριψε την ανακοπή της αναιρεσείουσας ως ουσία αβάσιμη.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, εξ αιτίας, ανεπαρκούς, αντιφατικής και ασαφούς αιτιολογίας ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ιδιότητας του Υποδιευθυντή της Οικονομικής Διεύθυνσης του πρώτου αναιρεσιβλήτου νοσοκομείου Δ. Μ., προς τον οποίο έγιναν αμφότερες οι ανωτέρω επιδόσεις, ως αναπληρωτή του Διοικητή του νοσοκομείου και, συνακόλουθα, της εγκυρότητας ή μη της αναγγελίας της πιο πάνω σύμβασης εκχώρησης, το οποίο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής των αναφερομένων στην αρχή της παρούσας ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 12 και 53 του ν.δ. 496/1974, 7 και 42 § 5 του ν.3329/2005, καθώς και των διατάξεων 985 επ ΚΠολΔ.

Και τούτο διότι, ενώ δέχεται ότι και η αφορώσα το Διοικητή και Πρόεδρο του Δ.Σ. του νοσοκομείου αναγγελία εκχώρησης έγινε προς τον ανωτέρω Δ. Μ. ως νόμιμο αναπληρωτή αυτού, ταυτόχρονα δέχεται, αντιφατικά, ότι η συγκεκριμένη επίδοση έγινε στο Δ. Μ., διότι κατά το χρόνο της κοινοποίησης απουσίαζε ο Διοικητής "αλλά και ο αναπληρωτής του", με συνέπεια να προκαλείται ασάφεια και να μη μπορεί να διαπιστωθεί, αν ο ανωτέρω παραλαβών την αναγγελία ήταν ή όχι ο νόμιμος αναπληρωτής Διοικητής του Νοσοκομείου και αν πράγματι η επίδοση έγινε με αυτή την ιδιότητά του ή με κάποια από τις ιδιότητες του άρθρου 129 § 1 ΚΠολΔ, η ασάφεια δε αυτή επιτείνεται και από το γεγονός ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο, με βάση την Α3β/οικ.19298/15-1-1987 Υπουργική Απόφαση (ΦΕΚ Β` 18) "Αναμόρφωση Οργανισμού του Γενικού Νοσοκομείου Ιωαννίνων "Γ..Χ.", και συγκεκριμένα το άρθρο 5 αυτής, το εν λόγω Νοσοκομείο διέθετε 460 κλίνες και συνεπώς, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, προβλεπόταν θέση Αναπληρωτή Διοικητή του Νοσοκομείου, ζήτημα για το οποίο η προσβαλλόμενη ουδεμία διαλαμβάνει σχετική παραδοχή.

Έτσι, εξ αιτίας της ανωτέρω αντιφατικής, ασαφούς και ανεπαρκούς αιτιολογίας δεν μπορεί να διαπιστωθεί το νομότυπο ή μη της απαιτούμενης (σωρευτικής) επίδοσης της αναγγελίας εκχώρησης στο Διοικητή του πρώτου αναιρεσιβλήτου, ως αρμοδίου οργάνου για την αναγνώριση της δαπάνης, το ζήτημα δε αυτό σαφώς ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού αφορά ισχυρισμό που έχει αυτοτελή ύπαρξη και τείνει στη θεμελίωση του δικαιώματος που ασκήθηκε.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, στη συνέχεια δε πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, η απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος από αυτήν παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του πρώτου αναιρεσίβλητου, λόγω της ήττας του, κατά το σχετικό περί τούτου αίτημα αυτής, όπως στο διατακτικό ειδικότερα ( αρθ. 176,183,189 § 1 και 191 § 2 ΚΠολΔ) όχι όμως μειωμένα, διότι ναι μεν το αναιρεσίβλητο είναι ν.π.δ.δ.

και έχει τα προνόμια ατελειών και απαλλαγών του Δημοσίου, η νομική του όμως υπηρεσία δεν ασκείται από το ΝΣΚ, ώστε να έχει εφαρμογή το άρθρο 22 § 3 του ν.3693/1957 , περί μειωμένης δικαστικής δαπάνης (ΑΠ 300/2022, ΑΠ 62/2019, ΑΠ 1492/2017), όπως ειδικότερα, ορίζεται, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-12-2020 αίτηση αναίρεσης κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Α. Τ. Α. Ε.".

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της δεύτερης αναιρεσίβλητης εκ ποσού δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Δέχεται την από 7-12-2020 αίτηση της αναιρεσείουσας εταιρείας με την επωνυμία "... H. Ε. Π. Ε." κατά το πρώτου αναιρεσιβλήτου νπδδ με την επωνυμία "Γ. Ν. Ι. - Γ.. Χ.".

Αναιρεί την υπ'αριθ. 252/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο αποτελούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει το πρώτο αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας εκ ποσού τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Μαρτίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Απριλίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ