Legislator Case Law & Legislation
692/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal and intervenions regarding public land seizure protocol validity and costs.

Case Number 692/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal and rejected additional interventions by third parties in a dispute over public land seizure protocols. The court held that the lower court had properly examined and rejected the argument that such protocols require specific statutory authorization, noting their exceptional nature. Consequently, the appeal was found inadmissible as it did not raise a new factual issue capable of altering the case outcome.

Legislator headnote

AI generated

Articles 82, 559(8) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it merely reiterates a rejected argument without introducing a new factual claim capable of influencing the judgment.

Keywords

AI generated
appeal admissibility public land seizure statutory authorization additional intervention court costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 82 of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 182 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 692 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 692/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καθού η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Δημήτριο Τοπαλίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Των αναιρεσιβλήτων - καλούντων: 1) Σ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη, Π. - Π. Μ. και 2) Π. - Π. Μ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως, με την ιδιότητα του δικηγόρου. Του προσθέτως υπέρ του Υπουργού Οικονομικών και κατά των αναιρεσιβλήτων παρεμβαίνοντος: Ν.Π.Δ.Δ. Ο.Τ.Α. με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Παραστάθηκε με τον ..., ο οποίος διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο του τον Νικόλαο Καραβέλο. Της προσθέτως υπέρ του Υπουργού Οικονομικών και κατά των αναιρεσιβλήτων παρεμβαίνουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (ΕΤΑΔ ΑΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Αλεξανδροπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-8-2006 αγωγή, την από 5-4-2007 πρόσθετη παρέμβαση και την από 2-6-2008 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση, την από 21-11-2008 πρόσθετη παρέμβαση και την από 11-12-2008 πρόσθετη παρέμβαση, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ... και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 630/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 854/2012 του Εφετείου .... Κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε αναίρεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1087/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της από 12 Οκτωβρίου 2012 αιτήσεως αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 854/2012 αποφάσεως του Εφετείου .... Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 7-12-2020 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Βενιζελέας ανέγνωσε την από 19-1-2017 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος και ο πληρεξούσιος δικηγόρος του ... ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, η αυτοπροσώπως παρασταθείσα δεύτερη αναιρεσίβλητη ζήτησε την απόρριψη της αίτησης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Στο άρθρο 82 εδ. α'και γ'ΚΠολΔ ορίζεται ότι "όποιος προσθέτως παρεμβαίνει έχει δικαίωμα να ενεργήσει όλες τις διαδικαστικές πράξεις, που επιτρέπονται στη δίκη, προς το συμφέρον εκείνου, για την υποστήριξη του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση και έχει υποχρέωση να δεχθεί τη δίκη στη θέση που βρίσκεται κατά τον χρόνο της παρέμβασής του" (εδ.

α') και ότι "αποφάσεις και δικόγραφα που επιδίδονται στους κυρίους διαδίκους πρέπει να επιδίδονται και σ' εκείνον που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση"(εδ.γ'). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 81 παρ. 3 ΚΠολΔ "ο παρεμβαίνων καλείται στις επόμενες διαδικαστικές πράξεις από το διάδικο που επισπεύδει τη δίκη, σε περίπτωση δε πρόσθετης παρέμβασης έχει δικαίωμα να προτείνει την έλλειψη της κλήτευσης και ο διάδικος για την υποστήριξη του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 110 παρ.2 ΚΠολΔ "οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να παρίστανται σε όλες τις συζητήσεις της υπόθεσης, ακόμα και όταν γίνονται κεκλεισμένων των θυρών και πρέπει για το σκοπό αυτό να καλούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου".

Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ` αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει" και τη διάταξη του άρθρου 558 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει ότι κατά του προσθέτως παρεμβαίνοντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν απευθύνεται κατ` αρχήν η αναίρεση, διότι αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, ο προσθέτως παρεμβάς, όμως, πρέπει να καλείται στη συζήτηση της αναίρεσης.

Η κλήτευση αυτή επιβάλλεται γιατί και ο προσθέτως παρεμβαίνων είναι ανάγκη να ενημερώνεται για την εξέλιξη της δίκης, που ανοίγεται με την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης και να ασκεί τα νόμιμα δικαιώματά του, καθόσον, χωρίς την κλήτευσή του, παραβιάζεται η αρχή της εκατέρωθεν ακρόασης, ειδική εφαρμογή της οποίας περιέχουν οι προαναφερθείσες διατάξεις, σε αντίθετη δε περίπτωση η συζήτηση της τελευταίας κηρύσσεται απαράδεκτη (ΑΠ 436/2016, ΑΠ 1282/2013), εκτός αν η πρόσθετη παρέμβαση έχει απορριφθεί ως απαράδεκτη, οπότε ο παρεμβάς δεν καλείται στις περαιτέρω διαδικαστικές πράξεις (ΑΠ 1036/2022, ΑΠ 688/2018, ΑΠ 2192/2013), το δε απαράδεκτο της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης, ως αναφερόμενο στην προδικασία, λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 813/2020, ΑΠ 447/2017).

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 854/2012 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ..., το οποίο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την υπ' αριθ. 630/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 30/8/2006 αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ), αφού α) παρίστανται και οι ασκήσαντες πρωτοδίκως πρόσθετες παρεμβάσεις υπέρ του αναιρεσείοντος και κατά των αναιρεσιβλήτων 1) ο ...

Αττικής και 2) η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου (ΕΤΑΔ) ΑΕ", ως καθολική διάδοχος της αρχικώς ασκησάσης την πρόσθετη παρέμβαση ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου", β) έχει νόμιμα κλητευθεί, με επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων, για να παραστεί στην αρχική δικάσιμο της αίτησης αναίρεσης, στις 9/5/2022, από την οποία αυτή αναβλήθηκε από το πινάκιο για την δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης (16/1/2023) το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "...", το οποίο επίσης άσκησε όμοια πρόσθετη παρέμβαση πρωτοδίκως (βλ.

την υπ' αρ. 2593/30-12-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου ... Σπύρου Μπάτσιου), ενώ γ) δεν απαιτείται η κλήτευση, κατά το άρθρο 81 παρ. 3 ΚΠολΔ, του σωματείου με την επωνυμία "Σύλλογος Εργαζομένων ...", γιατί η όμοια πρόσθετη παρέμβαση αυτού απορρίφθηκε πρωτοδίκως ως απαράδεκτη για έλλειψη εννόμου συμφέροντος και αυτό δεν ήταν διάδικος στην δίκη, μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.

Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής, στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.

Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.

Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαστική ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται ,κατά πλάσμα δικαίου, ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες ,που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 267/2021 , ΑΠ 362/2020, ΑΠ 177/2011, ΑΠ 1485/2006).

Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου στο επίδικο πράγμα ή δικαίωμα, όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατ` αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011).

Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας, και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους, η οποία, στην περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, πρέπει να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της ασκήσεώς της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 86/2018, ΑΠ 1736/2017).

Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 215 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 2 ν. 4335/2015, και 81 παρ. 1 του ίδιου κώδικα και όπως συνάγεται από τη διάρθρωση του πραγματικού αυτών, η επέλευση των συνεπειών της άσκησης τόσο της αγωγής, όσο και της παρεμβάσεως, εξαρτάται από την ενέργεια και των δύο επί μέρους διαδικαστικών πράξεων, λαμβανομένων σε ενότητα, ώστε η έλλειψη της επιδόσεως να συνιστά έλλειψη όρου του υποστατού αυτών.

Γι` αυτό, όταν δεν έχει γίνει επίδοση της αγωγής ή της παρεμβάσεως, τότε η μεν άσκηση αυτών δεν επιφέρει τα αποτελέσματά της, η δε έλλειψη αυτή λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο είτε κατ` ένσταση είτε αυτεπαγγέλτως, δεν υπάρχει δε κατ` αρχήν τρόπος θεραπείας της έλλειψης παρά μόνο με την ενέργεια της ελλείπουσας επίδοσης και βέβαια μέσα την νόμιμη προθεσμία, διότι άλλως το ένδικο βοήθημα θεωρείται ως μη ασκηθέν, όπως ρητά διαγράφει πλέον τη συνέπεια αυτή για την αγωγή (άρα κατά παραπομπή και για την παρέμβαση) το νέο άρθρο 215 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1333/2022), που ορίζει ότι η αγωγή επιδίδεται στον εναγόμενο μέσα σε προθεσμία 30 ημερών ή 60 ημερών, αν αυτός διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής και αν δεν γίνει η επίδοση αυτή η αγωγή θεωρείται ως μη ασκηθείσα, αίρεται δε πλέον η υπό το προϊσχύσαν του Ν. 4335/2015 δίκαιο αμφισβήτηση, αν η έλλειψη της επίδοσης της αγωγής λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως ή μόνον κατ` ένσταση και εφόσον επέφερε αυτή στον προτείνοντα διάδικο (δικονομική) βλάβη, που δεν μπορεί άλλως να επανορθωθεί, οπότε σε διαφορετική περίπτωση θεραπεύεται το σχετικό ελάττωμα που προκύπτει από την μη επίδοση (ΑΠ 1350/2022, ΑΠ 267/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο ... Αττικής με το από 6/5/2022 δικόγραφό του, το οποίο κατέθεσε στη γραμματεία του δικαστηρίου τούτου στις 6/5/2022 με αρ. κατ. 20/2022 και επέδωσε στο αναιρεσείον, στους αναιρεσιβλήτους και στην προσθέτως παρεμβάσα ΕΤΑΔ Α.Ε. στις 10/1/2023, με κλήση για συζήτηση αυτού στην ορισθείσα δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως (16-1-2023) (βλ.

τις 10.544/10-1-2023, 908/10-1-2023, 907/10-1-2023 και 10.547/10-1-2023 αντίστοιχες εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών Ιωάννη Παπακωνσταντίνου του Εφετείου ..., ως προς την πρώτη και την τέταρτη έκθεση επίδοσης και Αριστείδη Στεφανή του Εφετείου Πειραιά, ως προς τη δεύτερη και την τρίτη έκθεση επίδοσης), άσκησε νέα πρόσθετη παρέμβαση, όμοια προς την ασκηθείσα πρωτοδίκως, υπέρ του αναιρεσείοντος και κατά των αναιρεσιβλήτων και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης.

Επίσης η ΕΤΑΔ Α.Ε., η οποία είναι καθολική διάδοχος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου(ΚΕΔ)", που άσκησε πρωτοδίκως πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του αναιρεσείοντος και κατά των αναιρεσιβλήτων, όπως προαναφέρθηκε, με το από 6/5/2022 δικόγραφό της, το οποίο κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου τούτου στις 6/5/2022 με αρ.

κατ. 19/2022 και ορίστηκε να δικασθεί στην ίδια ανωτέρω δικάσιμο, αφού εκθέτει ότι, δυνάμει του άρθρου 196 παρ. 4 και 5 Ν. 4389/2016, έχει γίνει κυρία του επιδίκου ακινήτου, το οποίο πριν ανήκε στο Ελληνικό Δημόσιο, ασκεί αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ αυτού και κατά των αναιρεσιβλήτων και ζητεί να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, από δε τον φάκελο της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της παρέμβασης αυτής, ούτε δε και επικαλείται τέτοια επίδοση η αυτοτελώς προσθέτως παρεμβάσα.

Αμφότερες οι ανωτέρω παρεμβάσεις, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, θεωρούνται ως μη ασκηθείσες, γιατί δεν ολοκληρώθηκε νομίμως η άσκησή τους, δεδομένου ότι η μεν πρόσθετη παρέμβαση του ... κοινοποιήθηκε σε προθεσμία μικρότερη της οριζόμενης στο άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, δηλαδή των 60 ημερών πριν την ορισθείσα δικάσιμο, και μετά την πάροδο της προθεσμίας των 30 ημερών από την κατάθεσή της, την οποία προθεσμία ορίζει το άρθρο 215 παρ. 2 ΚΠολΔ για την αγωγή και ισχύει, όπως προαναφέρθηκε και για την παρέμβαση, η δε αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση της ΕΤΑΔ Α.Ε.

δεν έχει κοινοποιηθεί καθόλου και έχει ήδη παρέλθει η προθεσμία αυτή των 30 ημερών και συνεπώς, αφού διαταχθεί η συνεκδίκασή τους με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246, 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να απορριφθούν.

Η έκδοση από διοικητικές αρχές πρωτοκόλλων καταλήψεως ακινήτων, επί των οποίων το Ελληνικό Δημόσιο προβάλλει δικαιώματα κυριότητας, αποτελούσα διοικητική πράξη (ΑΕΔ 7/1987), που, χωρίς να συνιστά μέσο οριστικής επιλύσεως διαφοράς, οδηγεί σε ικανοποίηση ιδιωτικού δικαιώματος αυτογνώμονη, δηλαδή χωρίς την παρέμβαση των δικαστικών αρχών, η οποία κατ'αρχήν απαιτείται προς τον σκοπό αυτό, πρέπει, λόγω του εξαιρετικού χαρακτήρα της, να προβλέπεται ειδικώς από το νόμο, μη αναγόμενη στα ευρύτερα διοικητικά καθήκοντα των οργάνων που την επιχειρούν (ΑΠ 47/2019, ΑΠ 1758/2009, ΑΠ 721/2007).

Σύμφωνα με τα άρθρα 25 και 34 του ΑΝ 1539/1938 "Περί Προστασίας των Δημοσίων Κτημάτων", ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, κατά το άρθρο 53 του εισαγωγικού του νόμου (άρθρο 25) "1.Απαντα τα ακίνητα, άτινα είναι γνωστά εις το Υπουργείο των Οικονομικών (Δ/νσιν Δημοσίων Κτημάτων) ως δημόσια κατεχόμενα υπό τρίτων ή καταγγέλλονται παρ` ιδιωτών ως τοιαύτα, καταγράφονται εν ειδικώ βιβλίω, η δε αρμόδια υπηρεσία προβαίνει εις εξακρίβωσιν των επ` αυτών δικαιωμάτων του Δημοσίου. 2.

Προς τούτο εκδίδεται εντολή του υπουργού των Οικονομικών προς τους Οικονομικούς εφόρους ή άλλους οικονομικούς υπαλλήλους, ειρηνοδίκας, αξιωματικούς ή άλλα όργανα της Χωροφυλακής ή της Αστυνομίας Πόλεων, δασονόμους ή ανωτέρους τούτων γεωργικούς υπαλλήλους, όπως δι`ειδικής ενόρκου εξετάσεως ή εξ`άλλων στοιχείων πληροφορηθώσι περί των δικαιώματων του Δημοσίου επί των ακινήτων και περί των δικαιωμάτων του κατέχοντος ιδιώτου... 3.

Το πόρισμα της κατά την προηγούμενην παράγραφον εξετάσεως υποβάλλεται εις το υπουργείο των Οικονομικών (Δ/νσιν Δημοσίων Κτημάτων), εισάγεται δε η υπόθεση εις κατά το άρθρον 10 συμβούλιον (δηλαδή το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο Δημοσίων Κτημάτων), όπερ γνωμοδοτεί αν δέον να προσκληθή ο κάτοχος εις προσαγωγήν των τίτλων του ή να παύση πάσα ενέργεια. 4.

Το υπουργείον των Οικονομικών (Δ/νσις Δημοσίων Κτημάτων), βάσει της περί προσκλήσεως γνωμοδοτήσεως, εντέλλεται τον οικονομικόν έφορον, όπως προσκαλέση τον κάτοχον εις υποβολήν των τίτλων του εντός δύο μηνών από της προσκλήσεως, επιδιδομένης δια δικαστικού κλητήρος. 5. Τους προσαχθέντας τίτλους εφαρμόζει επί τόπου ο οικονομικός έφορος ή ο ειδικώς εν εκάστη συγκεκριμένη περίπτωσει οριζόμενος υπό του υπουργείου των Οικονομικών δημόσιος υπάλληλος και υποβάλλει τούτους προς το Υπουργείο των Οικονομικών (Δ/νσιν Δημοσίων Κτημάτων) μετά της γνώμης του περί της εφαρμογής ή μη των τίτλων επί του επιδίκου και μετά πιστοποιήσεως του φύλακος μεταγραφών, ότι οι τίτλοι είναι μεταγεγραμμένοι και ότι δεν έχει μεταβιβασθεί η εν αυτοίς αναφερόμενη ιδιοκτησία. 6.

Μετά την ενέργειαν των εν ταις προηγούμεναις παραγράφοις οριζομένων επανεισάγεται η υπόθεσις μετά των τίτλων εις το κατά το άρθρον 10 συμβούλιον, όπερ γνωμοδοτεί ητιολογημένως αν εκ των τίτλων και εν γένει εκ του φακέλου προκύπτει σαφώς το δικαίωμα του Δημοσίου επί του ακίνητου, αν δεν παρεγράφη τούτο και αν ο κάτοχος είναι καλής ή κακής πίστης.7)..." και (άρθρο 34) "1...2.

Ακίνητα εγκαταλελειμένα παρά των ιδιοκτητών των και μη διαχειριζόμενα παρ` αυτών ουδέ δι`αντιπροσώπων καταλαμβάνονται υπό του Δημοσίου και διαχειρίζονται παρ`αυτού ως διοικητού αλλοτρίων. 3. Η κατάληψις γίνεται διοικητικώς δια πρωτοκόλλου, συντασσομένου υφ` ενός δημοσίου υπαλλήλου, λαμβάνοντος προς τούτο την ειδική εντολήν του υπουργείου των Οικονομικών (δ/νσεως δημοσίων κτημάτων) και του προϊσταμένου της αρμόδιας αστυνομικης αρχής ή του υπό τούτου οριζομένου αστυνομικού οργάνου.

Εφ`όσον ο ιδιοκτήτης είναι γνωστός εις την αρμόδια υπηρεσίαν, περίληψις του πρωτοκόλλου καταλήψεως του ακινήτου ως εγκαταλελειμένου, αναφέρουσα και το ονοματεπώνυμον του ιδιοκτήτου, καταχωρείται εις τα βιβλία μεταγραφών και εις την μερίδα του ιδιοκτήτου, επιμελεία της δ/νσεως δημοσίων κτημάτων του υπουργείου Οικονομικών, αποτελεί δε πλήρη απόδειξιν περί της κατοχής του ακινήτου υπό του Δημοσίου ως διοικητού αλλοτρίων. 5.

Η προς τον ιδιοκτήτην απόδοσις του του καταληφθέντος κτήματος γίνεται, κατ`αίτησιν αυτού, κοινοποιουμένην προς το Δημοσιον, δι`αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικων, μετά γνώμην κατά το άρθρο 10 συμβουλίου...6... 7...8. Μετά πάροδον δεκαετίας από της υπό του Δημοσίου καταλήψεως κτήματος ως εγκαταλελειμμένου, το δικαίωμα κυριότητας αποσβέννυται και η κυριότης του ακινήτου περιέρχεται εις το Δημοσιον. 9...".

Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι ο Α.Ν. 1539/1938 προβλέπει στο άρθρο 34 περίπτωση εκδόσεως πρωτοκόλλου καταλήψεως, αυτή όμως αφορά μόνον στα εγκαταλελειμμένα από τους ιδιοκτήτες τους ακίνητα και όχι τα κατεχόμενα από τρίτους ακίνητα, που υποβάλλονται στην προβλεπόμενη στο άρθρο 25 διαδικασία εξακριβώσεως των δικαιωμάτων του Δημοσίου, για τα οποία δεν προβλέπεται η έκδοση πρωτοκόλλου.

Επομένως, πρωτόκολλο καταλήψεως, που εκδίδεται για ακίνητο κατ` ακολουθίαν της εξακριβώσεως των επ` αυτού δικαιωμάτων του Δημοσίου, κατά την ως άνω διαδικασία του άρθρου 25 Α.Ν. 1539/1938, δεν είναι νόμιμο (ΑΠ 2142/2014, ΑΠ 721/2007). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί η ύπαρξη ή μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσεως, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή.

Ως έννομη σχέση νοείται η βιοτική σχέση προσώπου, που αναφέρεται σε άλλο πρόσωπο ή υλικό αγαθό και ρυθμίζεται από το εξ αντικειμένου δίκαιο. `Εννομο συμφέρον υπάρχει όταν από τη συμπεριφορά του εναγομένου ή τρίτου δημιουργείται αντικειμενικά αβεβαιότητα, από την οποία απειλείται βλάβη, για την αποτροπή της οποίας η επιδιωκόμενη απόφαση αποτελεί πρόσφορο μέσο.

Αν διοικητική αρχή εκδώσει πρωτόκολλο καταλήψεως ακινήτου χωρίς τούτο να προβλέπεται από το νόμο και επομένως άκυρο, ο προβάλλων επί του ακινήτου δικαίωμα κυριότητας έχει έννομο συμφέρον να εγείρει, ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, που έχουν δικαιοδοσία, αφού πρόκειται για διαφορά προκαλούμενη από πράξη της διοικήσεως κινούμενη σε κύκλο σχέσεων του ιδιωτικού δικαίου (ΑΕΔ 12/1992), αγωγή αναγνωρίσεως της ακυρότητας του πρωτοκόλλου, διότι η έκδοση αυτή δημιουργεί έμπρακτη αμφισβήτηση του δικαιώματος του, από την οποία απειλείται βλάβη για τα έννομα συμφέροντά του, προς αποτροπή δε αυτής η επιδιωκόμενη απόφαση αποτελεί πρόσφορο μέσο.

Το έννομο δε αυτό συμφέρον, ειδικώς προκαλούμενο από την έκδοση του πρωτοκόλλου, δεν αναιρείται από το ότι το δικαίωμα κυριότητος, που επικαλείται ο ενάγων είναι ήδη επίδικο, στο πλαίσιο άλλης δίκης, άσχετης προς το πρωτόκολλο αυτό (ΑΠ 2142/2014, ΑΠ 721/2007). Περαιτέρω, η νομιμοποίηση του διαδίκου, αποτελεί, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας.

Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχει ή όχι η προϋπόθεση αυτή ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 (ΟλΑΠ 25/2008,ΑΠ 915/2021, ΑΠ 42/2021), τον ίδιο δε λόγο ιδρύει και η παράβαση της διάταξης του ανωτέρω άρθρου 70 ΚΠολΔ, ως προς την έννοια του εννόμου συμφέροντος του ενάγοντος, το οποίο κατά την διάταξη αυτή έχει νομιμοποιητική λειτουργία (πρβλ ΑΠ 1070/2021, ΑΠ 468/2010).

Εξάλλου η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για την νομική επάρκεια της αγωγής ή της ένστασης αξίωσε περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα (ΑΠ 1597/2018, ΑΠ 967/2017), ενώ η ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για την θεμελίωση του αιτήματός της αγωγής ή της ένστασης, ελέγχονται αναιρετικά ως πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 14 του ανωτέρω άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

αν το δικαστήριο τις έκρινε ορισμένες λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα, που δεν αναφέρονται σ' αυτές ή αν αντιθέτως τις έκρινε ως αόριστες μη λαμβάνοντας υπ' όψιν γεγονότα που αναφέρονται σ' αυτές (ΑΠ 1597/2018, ΑΠ 967/2017). Έτσι, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στην αγωγή, ή δεν έλαβε υπόψη του τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονταν, ιδρύεται ο λόγος του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ, αν κατά παράβαση του νόμου θεώρησε ή δεν θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα πραγματικά γεγονότα, ιδρύεται ο λόγος από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 362/2011), ο οποίος υπάρχει αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ. Πολ. Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ,ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, ΑΠ 845/2019). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ,που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το ακίνητο για το οποίο εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 2194 Πρωτόκολλο Κατάληψης, βρίσκεται στα όρια του κτήματος "Καρράς" Αττικής, παλαιότερα εντός της περιφέρειας του Δήμου Αθηναίων και ήδη κείμενο εντός των ορίων του ....

Οι ενάγοντες-εφεσίβλητοι (ήδη αναιρεσίβλητοι) προβάλλουν δικαιώματα κυριότητας (συγκυριότητας) στο ακίνητο αυτό, που απέκτησαν με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο και ειδικότερα ότι έχουν δικαίωμα κυριότητας σε οριζόντιες ιδιοκτησίες, που έχουν ανοικοδομηθεί επί οικοπέδου κείμενου στην ... εντός του υπ' αριθμ. 515 Ο.Τ, που περιβάλλεται από την πλατεία 25ης Μαρτίου και τις οδούς Κοτζιά, Τροίας, Σοφοκλή Βενιζέλου και Φαρμακίδου, συνολικής επιφάνειας 1.495,45 τ.μ.

Το έτος 1984, μετά από σχετική εντολή του τότε Υφυπουργού Οικονομικών, ο Οικονομικός έφορος Δημοσίων Κτημάτων ..., προέβη σε κατάληψη των ακινήτων αυτών. Ειδικότερα, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. Δ. 3950/1246/19-9-1984 απόφαση του παραπάνω Υπουργού, με την οποία έγινε, κατά ένα μέρος δεκτή η υπ' αριθμ. 36/7-6-1984 γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων.

Στην τελευταία, που έγινε δεκτή, μόνο ως προς το πρώτο μέρος της, έγινε δεκτό ότι: "τα ακίνητα που κατέχονται από τους αναφερόμενους κληρονόμους Κων. I. Νόστου και ευρίσκονται έξω από τα όρια του κτήματος Καρρά και καταπατήθηκαν και κατελήφθησαν με την επέκταση των ορίων και του εμβαδού του παραπάνω κτήματος, ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο (ήδη αναιρεσείον)".

Αντίθετα, η υπ' αριθμ. Δ 3950/1 246/19-9-1984 απόφαση δεν αποδέχθηκε την υπ' αριθμ. 36/7-6-1984 Γνωμοδότηση ως προς το δεύτερο μέρος της, του εντοπισμού του κτήματος Καρράς, "γιατί οι βασικοί τίτλοι επί των οποίων στηρίζουν τα δικαιώματά τους οι κληρονόμοι Κων. I. Νάστου, δηλαδή τα υπ' αριθμ. 315, 316 και 317/1830 Χοτζέτια συνολικής εκτάσεως 4 ζευγάρια ή 320 στρέμματα έχουν εξαντληθεί καθόσον οι εκτάσεις που έχουν πουληθεί από τους κληρονόμους Κ.

I. Νάστου υπερβαίνουν κατά πολύ (πωλήσεις άνω 5.000 στρεμμάτων) τις εκτάσεις, που αναφέρονται στα πιο πάνω Χοτζέτια και ως εκ τούτου δεν απομένει έκταση, που ανήκει στους κληρονόμους Κ. I. Νάστου και θα πρέπει να καταληφθούν από το Δημόσιο όλα τα εναπομείναντα και τα πωληθέντα ακίνητα (οικόπεδα) ή άλλες εκτάσεις που κατέχονται ή προβάλλονται δικαιώματα από τους κληρονόμους Κων.

I. Νόστου και βρίσκονται στις περιοχές των Δήμων Ηλιουπόλεως, Αργυρουπόλεως και Αλίμου...". Ειδικότερα, η υπ' αριθμ. 36/7-6-1984 Γνωμοδότηση κατά το δεύτερο μέρος της, που λήφθηκε κατά πλειοψηφία και δεν έγινε αποδεκτή από την ως άνω απόφαση, έχει ως εξής : "...

και β) κατά πλειοψηφία ως προς το ότι τα όρια του άνω κτήματος "Καρράς" καθώς και τα κατεχόμενα από τους Κληρονόμους Κων. I. Νόστου έξω από τα όρια του κτήματος αυτού ακίνητα που κατελήφθησαν και καταπατήθηκαν κατά την εισήγηση πρέπει να προσδιοριστούν επαρκώς από την αρμόδια Υπηρεσία, του προέδρου I. Μυγιάκη μειοψηφούντος και έχοντος τη γνώμη ότι θα έδει να προσδιοριστούν επαρκώς από το Συμβούλιο τα υπό των κληρονόμων Κων.

I. Νόστου κατεχόμενα άνευ δικαιώματος ακίνητα δι' εκτιμήσεως των εν τω φακέλλω αποδεικτικών στοιχείων, τα οποία εάν ήθελον κριθεί ελλειπή θα έδει να συμπληρωθούν κατά τα διατάξεις των άρθρων 11 παράγρ. 2 και 9 παράγρ. 1 του Α.Ν. 1539/1938". Έτσι, ο προαναφερθείς Υφυπουργός έδωσε με την παραπάνω απόφασή του εντολή στην Οικονομική Εφορία Δημοσίων Κτημάτων ...

να μεριμνήσει για την καταγραφή στα βιβλία των δημόσιων κτημάτων των παραπάνω ακινήτων και να αναλάβει την προστασία τους. Ακόμη, έδωσε εντολή στη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών του παραπάνω υπουργείου να μεριμνήσει για τη σύσταση τοπογραφικού συνεργείου, που θα συνεργαστεί με την Οικονομική Εφορία, ώστε να καταγραφούν οι πιο πάνω οικοπεδικές εκτάσεις.

Σε εκτέλεση τούτων, το Ελληνικό Δημόσιο κατέλαβε ως δημόσια κτήματα τις επίδικες οριζόντιες ιδιοκτησίες, τις κατέγραψε και εξέδωσε το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 2194 πρωτόκολλο κατάληψης της Οικονομικής Εφορίας Δημοσίων Κτημάτων ..., το οποίο μετέγραψε στο Υποθηκοφυλακείο της Ηλιούπολης ενώ η Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου, παραχώρησε τμήμα του επιδίκου, ήτοι οριζόντια ιδιοκτησία που βρίσκεται στον πρώτο όροφο στον Δήμο Ηλιούπολης, που εγκατέστησε στο χώρο αυτό Δημοτική Βιβλιοθήκη.

Η παραπάνω όμως, απόφαση του αρμόδιου Υφυπουργού Οικονομικών, επικαλείται για το νόμιμο της εκδόσεώς της, πλην άλλων και τις διατάξεις των άρθρων 10,11 και 25 του Α.Ν 1539/1938 "περί προστασίας των Δημοσίων Κτημάτων" όπως ισχύουν. Όμως,... η έκδοση του προαναφερθέντος πρωτοκόλλου, με επίκληση της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 25 του Α.Ν. 1539/1938 δεν ήταν σύννομη.

Και τούτο γιατί, σε εφαρμογή της τελευταίας διάταξης δεν δίδεται δικαίωμα στον Οικονομικό Έφορο Δημοσίων Κτημάτων για έκδοση τέτοιου είδους πρωτοκόλλων κατάληψης κατά των κατόχων ακινήτων, που φέρονται ως δημόσια, αλλά, και αν ακόμη θα γινόταν δεκτό πως υπάρχει τέτοιο δικαίωμα, δεν αποδείχθηκε πως τηρήθηκε η από τη διάταξη του άρθρου 25 διαγραφόμενη διαδικασία, μάλιστα δε, ότι προσκλήθηκαν οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι να υποβάλουν τους επικαλούμενους από μέρους τους τίτλους ιδιοκτησίας, ότι έγινε εφαρμογή αυτών επί τόπου και ότι εισήχθη, εκ, νέου, η υπόθεση στο παραπάνω Γ.Σ.Δ.Κ.

προκειμένου να γνωμοδοτήσει για τα δικαιώματα του Δημοσίου στα ακίνητα αυτά και για την καλή πίστη των εναγόντων. Τέτοια δυνατότητα κατάληψης έχει το Δημόσιο μόνο στα πλαίσια του άρθρου 34 του πιο πάνω νόμου, που αφορά, με τις εκεί αναφερόμενες προϋποθέσεις, τα ακίνητα που έχει (ενν. έχουν) εγκαταλειφθεί, για τα οποία, όμως, δεν πρόκειται στην κρινόμενη υπόθεση, αφού μάλιστα μερικές από τις οριζόντιες ιδιοκτησίες είναι ακόμη εκμισθωμένες από τους ενάγοντες.

Το εκκαλούν με το δεύτερο λόγο της έφεσης του προβάλλει α) θέματα ουσίας αναφερόμενο σε διεξαχθείσα πραγματογνωμοσύνη στα πλαίσια άλλης δίκης, στους τίτλους κυριότητας των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους, σε εκθέσεις πορισμάτων, στην 36/1984 απόφαση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων με την οποία γνωμοδοτεί ότι "παρέλκει η πρόσκληση των φερόμενων ως ιδιοκτητών κληρονόμων Νόστου να προσκομίσουν τους τίτλους τους προς έλεγχο" ,β) ότι η ως άνω γνωμοδότηση έγινε κατά ένα μέρος δεκτή με την 3950/1246/19-9-1984 απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών και διατάχθηκε η κατάληψη των ακινήτων, γ) ότι τυχόν ελλείψεις που έλαβαν χώρα στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας δεν παρεμπόδιζαν τη λήψη μέτρων προστασίας της δημόσιας περιουσίας και προσβαλλόμενου πρωτοκόλλου δ) ότι η σύνταξη του έγινε στα πλαίσια των γενικών αρμοδιοτήτων της Εφορίας Δημοσίων Κτημάτων, αποτελούσε δε συνήθη πρακτική κατά τον χρόνο εκείνο των αρμοδίων υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών για κάθε έκταση της ποιας αναλάμβανε την προστασία...

Όπως δε γίνεται δεκτό η πάγια εφαρμογή συγκεκριμένης διαδικασίας από τη διοίκηση και μη προβλεπόμενη ειδικά δεν απαγορεύεται... δηλαδή η σύνταξη των πρωτοκόλλων είναι νόμιμη... παρά το ότι δεν προβλέπεται από ειδική διάταξη νόμου... έγινε για λόγους διαχειριστικούς, αλλά και για την ασφάλεια των συναλλαγών, προκειμένου να λαμβάνουν γνώση οι καλόπιστοι τρίτοι περί των δικαιωμάτων του Δημοσίου".

Τα παραπάνω όμως είναι προδήλως αβάσιμα, γιατί το εκκαλούν δεν είχε, κατά νόμο, την ευχέρεια να κρίνει ότι "παρέλκει" η τήρηση της προβλεπόμενης νόμιμης ως άνω διαδικασίας έκδοσης του επίδικου πρωτοκόλλου. Ούτε μπορεί να γίνει δεκτό ότι το εκκαλούν, επικαλούμενο συνήθη πρακτική την οποία το ίδιο δημιούργησε, έχει την ευχέρεια να προβαίνει στη δέσμευση ακινήτων, στα οποία τρίτοι, όπως στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες, αξιώνουν δικαίωμα κυριότητας, το οποίο θα κριθεί στα πλαίσια των άλλων διαδικασιών, ενώ στην προκειμένη περίπτωση αντικείμενο της δίκης, όπως προαναφέρθηκε, είναι μόνο η έρευνα του κύρους του προσβαλλόμενου πρωτοκόλλου.

Η δε επικαλούμενη με τη σύνταξη αυτού [πρωτοκόλλου] προστασία των καλόπιστων τρίτων πλήρως καλύπτεται με την κατ' άρθρο 220 παρ. 1 ΚΠολΔικ εγγραφή της σχετικής αγωγής στα οικεία βιβλία διεκδικήσεων. Ακόμη..., στην κρινόμενη διαφορά δεν εξετάζεται η κυριότητα του ακινήτου, το δε δεδικασμένο από την παρούσα υπόθεση δεν επηρεάζει καθόλου τη δίκη για την κυριότητα.

Κατά συνέπεια, ορθά έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και αναγνώρισε την ακυρότητα του προσβαλλόμενου πρωτοκόλλου και όλα όσα για το αντίθετο προβάλλονται με τον παραπάνω (δεύτερο) λόγο της έφεσης του Ελληνικού Δημοσίου, πρέπει ν' απορριφθούν, ως αβάσιμα. Περαιτέρω είναι πρόδηλο το έννομο συμφέρον των εναγόντων, των οποίων το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο αμφισβητεί την κυριότητα και κατοχή στα παραπάνω ακίνητα, και όλα όσα περί του αντιθέτου εκτίθεται στον πρώτο λόγο της έφεσης, ότι, δηλαδή, αυτοί δεν νομιμοποιούνται ενεργητικά για την άσκηση της αγωγής πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.

Άλλωστε, στο δικόγραφο της αγωγής εκτίθενται με τρόπο σαφή και αρκούντω(ς) ορισμένο τα, από μέρους τους, προβαλλόμενα και αξιούμενα δικαιώματα κυριότητας στα ακίνητα, για τα οποία εκδόθηκε το επίδικο πρωτόκολλο κατάληψης". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, κρίνοντας, με επάλληλη (κύρια και επικουρική) αιτιολογία, ότι δεν ήταν σύννομη η έκδοση του επίδικου υπ' αρ. 2194/1987 Πρωτοκόλλου Κατάληψης Δημοσίου Κτήματος.

απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 30/8/2006 αγωγή των αναιρεσιβλήτων και είχε αναγνωρισθεί η ακυρότητα του ως άνω Πρωτοκόλλου.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή και, ακολούθως, αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ότι οι αναιρεσίβλητοι, προβάλλοντας δικαίωμα συγκυριότητας επί του ακινήτου, για το οποίο το αναιρεσείον εξέδωσε, κατά το άρθρο 25 του Α.Ν. 1539/1938, το επίδικο υπ' αρ. 2194/1987 Πρωτόκολλο Κατάληψης Δημοσίου Κτήματος, είχαν έννομο συμφέρον και συνεπώς νομιμοποιούντο ενεργητικά στην άσκησή της ένδικης αγωγής κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ, με αίτημα την αναγνώριση της ακυρότητας του Πρωτοκόλλου, απορρίπτοντας έτσι τον περί του αντιθέτου ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, τον οποίο αυτό πρωτοδίκως προέβαλε και επανέφερε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με τον πρώτο λόγο έφεσης, αφ' ενός μεν ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την εφαρμοστέα στη συγκεκριμένη περίπτωση ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 70 ΚΠολΔ, ως προς την έννοια του "έννομου συμφέροντος", αφού δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία απ' όσα η διάταξη αυτή απαιτεί για την εφαρμογή της, αφ' ετέρου δε δεν παρέλειψε παρά τον νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, λόγω αοριστίας της αγωγής.

Επομένως, ο πρώτος από τον αρ. 14, αληθώς δε και από τον αρ. 1 του άρθρου 559 παρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι ανωτέρω αντίστοιχες πλημμέλειες, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 70 ΚΠολΔ, την οποία δεν παραβίασε εκ πλαγίου, αναφέροντας, ειδικότερα, όλα τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον των αναιρεσιβλήτων για την άσκηση της ένδικης αναγνωριστικής αγωγής, κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ, για την αναγνώριση της ακυρότητας του εκδοθέντος Πρωτοκόλλου, με τις υποστηρίζουσες την κρίση αυτή ακόλουθες ουσιαστικές παραδοχές, ήτοι: 1) ότι το ακίνητο εμβαδού 1.495,45 τ.μ.

μετά των επ' αυτού κτισμάτων, το οποίο βρίσκεται στην πλατεία 25ης Μαρτίου στην ... περιβαλλόμενο από τις οδούς Κοτζιά, Τροίας, Σοφοκλή Βενιζέλου και Φαρμακίδου, το κατέλαβε το αναιρεσείον ως δημόσιο κτήμα και εξέδωσε το υπ' αρ. 2194 Πρωτόκολλο Κατάληψης της Οικονομικής Εφορίας Δημοσίων Κτημάτων ..., το οποίο μετέγραψε στο Υποθηκοφυλακείο Ηλιούπολης και 2) ότι επί του ακινήτου αυτού και των επ' αυτού κτισμάτων προβάλλουν δικαίωμα συγκυριότητας οι αναιρεσίβλητοι, ενώ δεν απαιτείτο για την πληρότητα της αιτιολογίας, αντίθετα από ό,τι υποστηρίζει το αναιρεσείον, να εκτίθενται στην απόφαση και άλλες πρόσθετες αιτιολογίες και ειδικότερα ότι αποδείχθηκε τελικά η συγκυριότητα των αναιρεσίβλητων, γιατί, όπως αναφέρθηκε στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, για το έννομο συμφέρον προς άσκηση της επίδικης αγωγής αρκεί η επίκληση της κυριότητας του ενάγοντος και δεν απαιτείται και η απόδειξη αυτής, αφού αντικείμενο της επίδικης αγωγής είναι μόνο το κύρος του εκδοθέντος Πρωτοκόλλου και γι' αυτό είναι αβάσιμος και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, στον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα.

Περαιτέρω, έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο με την κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις έκδοσης του ένδικου Πρωτοκόλλου κατάληψης, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 25 του ΑΝ 1539/1938, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα, καθόσον, κατά τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το ένδικο ακίνητο δεν ήταν εγκαταλελειμμένο, αφού οι αναιρεσίβλητοι είχαν ανεγείρει κτίσμα επ' αυτού προβάλλοντας δικαίωμα συγκυριότητας, το δε Πρωτόκολλο για το ακίνητο αυτό εκδόθηκε στο πλαίσιο της εξακριβώσεως των επ` αυτού δικαιωμάτων του Δημοσίου, κατά τη διαδικασία του άρθρου 25 Α.Ν. 1539/1938, με συνέπεια, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, να είναι άκυρο και να δικαιολογείται η ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής αναγνώρισης της ακυρότητάς του.

Συνεπώς ο τρίτος, κατά το πρώτο σκέλος, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω από τον αρ. 1 (και όχι και από τον αρ. 19) πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 25 ΑΝ 1539/1938, είναι αβάσιμος.

Αν το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, εφ' όσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται καθόλου ή δεν πλήττεται αποτελεσματικώς με ειδικό λόγο αναιρέσεως, η αναίρεση θα απορριφθεί ως αλυσιτελής, κατ' άρθρ. 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, καθόσον απευθύνεται κατά μίας εκ των δύο αιτιολογιών, δεδομένου ότι η μη πληττόμενη αποτελεσματικώς αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της αποφάσεως.

Δηλαδή, σε περίπτωση διαδοχικής αιτιολογίας (κύριας και επικουρικής), χρειάζεται η προσβολή με επιτυχία όλων των αιτιολογιών που στηρίζουν το διατακτικό (καθεμίας αυτοτελώς) της προσβαλλόμενης αποφάσεως για την αναίρεση της τελευταίας (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 853/2019, ΑΠ 1207/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, μετά την απόρριψη του πρώτου σκέλους αυτού του τρίτου λόγου αναίρεσης, παρέλκει η εξέταση του δεύτερου σκέλους του ίδιου λόγου, με τον οποίο, κατ' επίκληση πλημμέλειας από τον ίδιο αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η, επικουρική προς την ανωτέρω, αιτιολογία της απόφασης, ότι σε κάθε περίπτωση, ακόμα και αν προέβλεπε το άρθρο 25 του ΑΝ 1539/1938 έκδοση Πρωτοκόλλου Κατάληψης, το επίδικο Πρωτόκολλο είναι άκυρο, γιατί δεν αποδείχθηκε ότι τηρήθηκε η προβλεπόμενη από το άρθρο αυτό διαδικασία, δεδομένου ότι την ακυρότητα του Πρωτοκόλλου στηρίζει αυτοτελώς η κύρια αιτιολογία της απόφασης ότι η έκδοσή του δεν είναι σύννομη γιατί δεν προβλέπεται τέτοια έκδοση κατά το άρθρο 25 ΑΝ 1539/1938 και συνεπώς ο παραπάνω λόγος καθίσταται αλυσιτελής και ως εκ τούτου απαράδεκτος.

Σύμφωνα με τον αρ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 22/2005, Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (AΠ 50/2020, ΑΠ 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων. (ΟλΑΠ 8/2013, Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1142/2019, ΑΠ 630/2020).

Ως εκ τούτου, και ο λόγος εφέσεως αποτελεί "πράγμα" κατά την ως άνω έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, μόνον όταν επαναφέρει προς κρίση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό και όχι άρνηση της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 1187/2021, 1588/2017). Με το τρίτο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από μη κατονομαζόμενο αριθμό του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αληθώς δε από τον αρ. 8 β ' αυτού, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα πρωτοδίκως και με λόγο έφεσης ισχυρισμό του ότι για το κύρος Πρωτοκόλλου Κατάληψης Δημοσίου Κτήματος δεν απαιτείται η πρόβλεψή του από ειδική διάταξη νόμου, αφού η έκδοσή του εμπίπτει στις γενικές αρμοδιότητες της Εφορίας Δημοσίων Κτημάτων και αποτελούσε κατά τον χρόνο εκείνο συνήθη πρακτική των αρμοδίων υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών.

Ο λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, γιατί το Εφετείο ερεύνησε και απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό του αναιρεσείοντος, ο οποίος σε κάθε περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, είναι μη νόμιμος, γιατί τέτοια έκδοση Πρωτοκόλλου Κατάληψης, επειδή έχει εξαιρετικό χαρακτήρα, οδηγούσα σε αυτογνώμονη ικανοποίηση ιδιωτικού δικαιώματος του Δημοσίου, προβλέπεται μόνο όπου ρητά την προβλέπει ο νόμος και συνεπώς, ακόμα και αν δεν είχε ληφθεί υπόψη από το Εφετείο ο σχετικός λόγος έφεσης, δεν θα ιδρύετο ο από τον αριθμό 8 β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, γιατί ο μη ληφθείς υπόψη ανωτέρω ισχυρισμός δεν θα είχε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός τους, πρέπει να επιβληθούν στο αναιρεσείον και στα προσθέτως παρεμβάντα υπέρ αυτού νομικά προσωπα λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 182 παρ. 1, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατά την διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957, δεδομένου ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν υποβλήθηκαν σε πρόσθετα έξοδα, λόγω της άσκησης των προσθέτων παρεμβάσεων στο δικαστήριο τούτο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6/5/2022 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, υπέρ του αναιρεσείοντος, της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου(ΕΤΑΔ) Α.Ε.

Απορρίπτει την από 6/5/2022 πρόσθετη παρέμβαση, υπέρ του αναιρεσείοντος, του Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης(ΟΤΑ), ... Αττικής.

Απορρίπτει την από 12/10/2012 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθ. 854/2012 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου .... Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον και τα προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβάντα νομικά προσωπα, στην πληρωμή μειωμένων των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Μαΐου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ