Legislator Case Law & Legislation
1889/2025 AI generated

Supreme Court allows appeal against final judgment, remands case for partial enforcement of lower court ruling.

Case Number 1889/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the final judgment of the Single First Instance Court, ruling that the case must be remanded for trial. The court found that while the appeal was procedurally valid, the substantive grounds for overturning the entire judgment were not met. Consequently, the court ordered the defendant public health organization to pay the specific sum of 5,759.79 euros awarded by the lower court, along with interest, while dismissing the rest of the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553 § 1 and 580 § 3 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may allow an appeal against a final judgment and remand the case for trial if the appeal is admissible but the lower court's decision requires only partial enforcement of the original ruling.

Keywords

AI generated
appeal against final judgment remand for trial partial enforcement public health organization interest on debt costs allocation procedural admissibility

Cited Legislation

AI generated
Article 553 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 321 of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 524 § 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580 § 3 of the Code of Civil Procedure
Article 19 § 1 of the Law on the Immunity of Public Bodies
Article 45 of Law 4607/2019
Article 22 § 2 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1889 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1889/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη και Άλκηστη Σιάννου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)" που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αλεξάνδρα Λαμπροπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "DIACHEL - ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΑ - ΧΗΜΙΚΗ ΟΡΓΑΝΟΛΟΓΙΑ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "DIACHEL", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Αργυροηλιόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/5/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4285/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1716/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 8/4/2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 553 § 1 περ. β' και 321 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, δηλαδή, απαιτείται η ύπαρξη τελεσίδικης απόφασης (ΟλΑΠ 17/2013, ΑΠ 46/2022, ΑΠ 78/2022), κρίσιμος δε χρόνος από τον οποίο κρίνεται ο χαρακτήρας της απόφασης ως τελεσίδικης για την άσκηση κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης είναι ο χρόνος της άσκησης της αίτησης αναίρεσης με την κατάθεση του δικογράφου της στον αρμόδιο γραμματέα, όπως το άρθρο 495 § 1 του ΚΠολΔ ορίζει (ΟλΑΠ 18/2001).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 552 και 553 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, όταν η δικαζόμενη υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων της ουσίας, με το ένδικο μέσο της αναίρεσης προσβάλλεται μόνο η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, εφόσον εξέτασε την ουσία και απέρριψε την έφεση, όχι δε και η πρωτόδικη απόφαση, η οποία ενσωματώθηκε στην απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (ΟλΑΠ 40/1996, ΑΠ 20/2022).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 524 § 3 του ΚΠολΔ, σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται. Η απόρριψη της έφεσης, λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, γίνεται κατ' ουσίαν και όχι κατά τύπους. Τούτο δε γιατί, παρόλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι της έφεσης δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα έκδοσης αντίθετης απόφασης περί παραδοχής τους.

Επομένως, εάν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης απορριφθεί, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναίρεσης είναι μόνον η τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου, δηλαδή αυτή που δεν υπόκειται πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας (άρθρο 553 § 1 ΚΠολΔ), στην οποία ενσωματώνεται έκτοτε η πρωτόδικη απόφαση.

Έτσι, τα τυχόν σφάλματα της πρωτόδικης απόφασης, που, με την έννοια αυτή επικυρώνεται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναίρεσης ως σφάλματα της εφετειακής απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους, παραδεκτώς προβαλλόμενους (ΟλΑΠ 16/1990, ΑΠ 639/2024, ΑΠ 165/2023, ΑΠ 82/2021, ΑΠ 1289/2018, ΑΠ 557/2018, ΑΠ 268/2016, ΑΠ 543/2014).

Τέλος, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 § 1 και 554 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση, μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε η κατά το άρθρο 503 αριθ. 1 του ίδιου Κώδικα δεκαπενθήμερη, προς άσκηση αυτής, προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νόμιμα από το ασκηθέν ένδικο μέσο της ανακοπής ή του δικαιώματός του προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω αναφερόμενη διάταξη του άρθρου 553 § 1β του ΚΠολΔ (ΑΠ 639/2024, ΑΠ 165/2023, ΑΠ 82/2021 ΑΠ 1824/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη από 8-4-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 1716/8-2-2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε ερήμην του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η από 30-10-2014 έφεσή του κατά της με αριθμό 4285/2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, με την οποία έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η από 21-5-2013 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στις 8-4-2019, από το νομιμοποιούμενο προς τούτο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) (ΑΠ 433/2023, ΑΠ 520/2023, ΑΠ 235/2023, ΑΠ 734/2023), μετά την τελεσιδικία της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία επιδόθηκε στο αναιρεσείον στις 7-3-2019 και αυτό δεν άσκησε ανακοπή ερημοδικίας εντός της 15νθήμερης προθεσμίας (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 § 1 και 566 § 1 του ΚΠολΔ).

Συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του λόγου της (άρθρο 577 § 3 του ΚΠολΔ).

ΙΙ.Α. Με τη διάταξη του άρθρου 7 § 2 του Ν.Δ/τος 496/1974 "περί λογιστικού ΝΠΔΔ", που αποτελεί κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 15/2020), είναι ανάλογη προς το άρθρο 21 του δευτέρου κεφαλαίου του κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου (ΒΔ/τος της 26-6/10-7-1944) και είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα και την Ε.Σ.Δ.Α. (ΟλΑΠ 3/2006, ΑΠ 52/2021, ΑΠ 992/2017, ΑΠ 1228/2012), ορίζεται ότι ο νόμιμος και ο τόκος υπερημερίας για κάθε οφειλή Ν.Π.Δ.Δ.

είναι 6% ετησίως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά με σύμβαση ή ειδικό νόμο, αρχίζει δε από την επίδοση σχετικής αγωγής. Με ειδικό νόμο και συγκεκριμένα με το ΠΔ 166/2003, με το οποίο ενσωματώθηκε από 5.6.2003 στην ελληνική νομοθεσία η Οδηγία 2000/35 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29.6.2000, ορίζεται διαφορετικά ο τόκος για οφειλές που έχουν χαρακτήρα αμοιβής από εμπορική συναλλαγή, δηλαδή συναλλαγή μεταξύ επιχειρήσεων ή μεταξύ επιχειρήσεων και δημοσίων αρχών, η οποία συνεπάγεται την παράδοση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών έναντι αμοιβής (άρθρα 1-3 ΠΔ 166/2003).

Έτσι, κατά το άρθρο 4 § 2 του ως άνω ΠΔ, που ήδη καταργήθηκε με την υποπαράγραφο Ζ.14 της παραγράφου Ζ του άρθρου πρώτου του Ν. 4152/2013, αλλά οι διατάξεις του παρέμειναν σε ισχύ για τις συμβάσεις που υπογράφηκαν κατά τη διάρκεια της ισχύος του (ΑΠ 433/2023), ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι αν δεν συμφωνήθηκε ορισμένη ημέρα ή προθεσμία πληρωμής της αμοιβής, ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος, χωρίς να απαιτείται όχληση και οφείλει τόκους:

α. Εάν παρέλαβε το τιμολόγιο ή άλλο ισοδύναμο για πληρωμή έγγραφο μέχρι το χρόνο της παραλαβής των αγαθών ή της παροχής των υπηρεσιών ή αν δεν παρέλαβε ή δεν είναι βέβαιο πότε παρέλαβε τέτοιο έγγραφο, μόλις περάσουν 30 ημέρες από την παραλαβή των αγαθών ή την παροχή των υπηρεσιών. β. Εάν από το νόμο ή τη σύμβαση προβλέπεται διαδικασία αποδοχής ή ελέγχου για την επαλήθευση της αντιστοιχίας συμφωνημένων και παραλαμβανομένων αγαθών ή υπηρεσιών, μόλις περάσουν 30 ημέρες από την ολοκλήρωση της διαδικασίας αποδοχής ή ελέγχου, εφόσον παρέλαβε το τιμολόγιο ή άλλο ισοδύναμο για πληρωμή έγγραφο μέχρι την ολοκλήρωση της εν λόγω διαδικασίας.

γ. Εάν η παραλαβή των αγαθών ή η παροχή των υπηρεσιών ή η διαδικασία αποδοχής ή ελέγχου έχει προηγηθεί, μόλις περάσουν 30 ημέρες από το χρόνο παραλαβής του τιμολογίου ή άλλου ισοδύναμου για πληρωμή εγγράφου. δ. Στις συμβάσεις μεταξύ επιχειρήσεων και δημοσίων αρχών της παραγράφου 1α του άρθρου 3 του παρόντος, η προθεσμία καταβολής τόκων σε κάθε μία από τις παραπάνω περιπτώσεις, ορίζεται αποκλειστικώς σε 60 ημέρες.

Με το ίδιο άρθρο 4 του ΠΔ 166/2003 ορίζεται περαιτέρω ότι ο δανειστής δικαιούται τόκους εφόσον α) έχει εκπληρώσει τις συμβατικές και νόμιμες υποχρεώσεις του και β) δεν έχει εισπράξει εγκαίρως το οφειλόμενο ποσό, εκτός εάν δεν υπάρχει ευθύνη του οφειλέτη για την καθυστέρηση (παρ. 3) και ότι το ύψος του τόκου υπερημερίας, που είναι υποχρεωμένος να καταβάλλει ο οφειλέτης, υπολογίζεται με βάση το επιτόκιο που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στην πιο πρόσφατη κυρία πράξη αναχρηματοδότησης, η οποία πραγματοποιείται πριν από την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του οικείου εξαμήνου (επιτόκιο αναφοράς), προσαυξημένο κατά επτά εκατοστιαίες μονάδες (περιθώριο), εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στη σύμβαση, το δε επιτόκιο αναφοράς, το οποίο ισχύει την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του οικείου εξαμήνου, εφαρμόζεται και για τους επόμενους έξι μήνες (παρ. 4).

Από τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 § 1 του ΠΔ 166/2003, με τις οποίες οριοθετείται το πεδίο εφαρμογής αυτού, προκύπτει ότι το ως άνω ΠΔ 166/2003 εφαρμόζεται και επί των συμβάσεων που συνάπτει το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ με ιδιώτη για την παράδοση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών έναντι ανταλλάγματος, όπως τέτοιες είναι και οι συμβάσεις για την προμήθεια υλικών νοσηλευτικών ιδρυμάτων.

Επομένως και επί των συμβάσεων αυτών το ύψος του οφειλόμενου επιτοκίου ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 4 του ΠΔ 166/2003, η οποία, ως νεότερη, ειδικότερη και εδραζόμενη σε Κοινοτική Οδηγία (άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος) διάταξη, υπερισχύει της διάταξης του άρθρου 7 του ΝΔ 496/1974 αλλά και του άρθρου 21 του ΝΔ/τος της 26-06/10.07.1944.

Επομένως, για τις οφειλές του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, από εμπορική συναλλαγή με επιχείρηση που τους παρέδωσε αγαθά ή υπηρεσίες έναντι αμοιβής, σε εκτέλεση σύμβασης που καταρτίστηκε μετά την 5-6-2003, ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του ΠΔ 166/2003 και πριν από την ισχύ του Ν. 4152/2013 (16-3-2013), που κατάργησε το άρθρο 4 § 2 του ΠΔ 166/2003 (άρθρο 1 παρ.

Ζ υπο παρ. Ζ. 14 του ν. 4152/2013), το Δημόσιο και το ΝΠΔΔ καθίσταται υπερήμερο και οφείλει τόκους υπερημερίας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο ΠΔ 166/2003 (ως προς το εναρκτήριο χρονικό σημείο γένεσης των τόκων και το ύψος του επιτοκίου) και όχι σύμφωνα με τις διατάξεις του ΝΔ 496/1974 και του ΒΔ/τος της 26-06/10.07.1944 (ΟλΑΠ 10/2013, ΑΠ 492/2017, ΑΠ 766/2014, ΑΠ 323/2014).

Έτσι, για οφειλές νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, από εμπορική συναλλαγή με επιχείρηση που του παρέδωσε αγαθά ή υπηρεσίες έναντι αμοιβής, καθίσταται υπερήμερο και οφείλει τόκους υπερημερίας εξήντα ημέρες μετά την ημερομηνία παραλαβής των αγαθών ή υπηρεσιών, που έγινε μετά την 5-6-2003, ημερομηνία έναρξης ισχύος του ΠΔ 166/2003 και όχι από την επίδοση αγωγής, το οφειλόμενο δε ποσοστό τόκου ορίζεται στο ίδιο προεδρικό διάταγμα (ΑΠ 639/2024, ΑΠ 234/2024, ΑΠ 624/2022, ΑΠ 271/2016, ΑΠ 766/2014).

Η εφαρμογή του ως άνω προεδρικού διατάγματος προϋποθέτει αξίωση αμοιβής στηριζόμενη σε έγκυρη συμβατική σχέση και ως εκ τούτου δεν υφίσταται πεδίο εφαρμογής της όταν η αξίωση κατά του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου συνίσταται σε απόδοση πλουτισμού λόγω ακυρότητας της μεταξύ του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου και του ιδιώτη προμηθευτή συναφθείσας συμβάσεως, διότι αυτή λογίζεται, κατ' άρθρο 180 ΑΚ, ως μη γενόμενη (ΑΠ 624/2022, ΑΠ 1213/2015).

Η διάταξη δε του άρθρου 4 του ΠΔ 166/2003, ως νεότερη και ειδικότερη, κατισχύει της διάταξης του άρθρου 7 § 2 του Ν. Δ/τος 496/1974 καθώς και της διάταξης του άρθρου 21 του ΝΔ/τος της 26-06/10.07.1944 (ΑΠ 1079/2022, ΑΠ 1308/2021, ΑΠ 1280/2019, ΑΠ 431/2018, ΑΠ 1492/2017, ΑΠ 1213/2015, ΑΠ 323/2014).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 45 του Ν. 4607/2019 (ΦΕΚ Α 65/24-4-2019) ορίσθηκε ότι: "Το ύψος του νόμιμου επιτοκίου και του επιτοκίου υπερημερίας κάθε οφειλής του Δημοσίου ισούται προς το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), που ισχύει κατά την ημερομηνία άσκησης του ένδικου βοηθήματος, πλέον τριών (3,00) εκατοστιαίων μονάδων ετησίως.

Το επιτόκιο του προηγούμενου εδαφίου δεν μεταβάλλεται, κατά το μέρος που αφορά το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), πριν από την εκάστοτε σωρευτική μεταβολή αυτού κατά μία (1,00) εκατοστιαία μονάδα, με σχετική βάση υπολογισμού του το επιτόκιο που ισχύει κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος.

Τα ανωτέρω δεν ισχύουν για: α)...β)...γ)...Με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων αυτών, όπου στην κείμενη νομοθεσία γίνεται αναφορά ή παραπομπή στο ύψος του οφειλόμενου από το Δημόσιο νόμιμου επιτοκίου ή και του επιτοκίου υπερημερίας, νοείται το επιτόκιο του παρόντος (παρ. 1). Στην περίπτωση των ένδικων βοηθημάτων κατά του Δημοσίου, τόκος οφείλεται, σε κάθε περίπτωση, μόνο από την επίδοση των σχετικών δικογράφων από τον διάδικο στον Υπουργό Οικονομικών ή στο αρμόδιο όργανο του Δημοσίου ή της Αρχής που προβλέπεται από τον νόμο σε ειδικές κατηγορίες υποθέσεων... (παρ. 2)".

Με την πιο πάνω ρύθμιση του άρθρου 45 του Ν. 4607/2019 τροποποιήθηκε το πλαίσιο για την τοκοφορία των οφειλών του Δημοσίου, με μείωση του επιτοκίου από το έως τότε ισχύον έξι τοις εκατό (6%) ετησίως, στο ύψος που ορίζεται στην εν λόγω νέα διάταξη, επειδή, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του νόμου, το (προ)ισχύον νόμιμο επιτόκιο για τις οφειλές του Δημοσίου (ύψους 6% ετησίως), εκτός του γεγονότος ότι κρίνεται ιδιαίτερα υψηλό για τις σημερινές δημοσιονομικές συνθήκες, λόγω του αμετάβλητου χαρακτήρα του, δεν προσαρμόζεται στο εκάστοτε χρηματοοικονομικό περιβάλλον, με αποτέλεσμα τη σοβαρή επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού, λαμβανομένου υπόψη και του ρυθμού απονομής δικαιοσύνης και επίσης, με την ρύθμιση αυτή ενοποιήθηκε η έως τώρα υφιστάμενη νομοθεσία και καθιερώνεται ενιαίος τρόπος υπολογισμού του οφειλόμενου από το Δημόσιο τόκου (νόμιμου και υπερημερίας), για τις σχετικές οφειλές αυτού, ανεξάρτητα από την αιτία τους, με αναφορά στο επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), το οποίο ισχύει κατά την ημερομηνία άσκησης του ενδίκου βοηθήματος (γένεση επιδικίας), πλέον των προτεινόμενων εκατοστιαίων μονάδων.

Περαιτέρω, από τη διάταξη της παρ. 3 του ιδίου άρθρου 45 του ανωτέρω Ν. 4607/2019, που ορίζει ότι οι παράγραφοι 1 και 2 εφαρμόζονται και σε όλες τις εκκρεμείς υποθέσεις, σε οποιοδήποτε βαθμό και στάδιο, για το μέρος κατά το οποίο οι αξιώσεις για τόκο ανάγονται και υπολογίζονται σε χρόνο μετά την πρώτη του επόμενου μήνα από την έναρξη ισχύος του παρόντος, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο νόμος αυτός δημοσιεύθηκε την 24η Απριλίου 2019, συνάγεται ότι στις υποθέσεις, οι οποίες είναι εκκρεμείς σε οποιοδήποτε βαθμό και στάδιο, συνεπώς και ενώπιον του Αρείου Πάγου, κατά την 24η Απριλίου 2019, το επιτόκιο οφειλών του Δημοσίου μέχρι και τις 30-4-2019 θα υπολογίζεται σύμφωνα με τις προϊσχύσασες διατάξεις (ΚΔ/τος της 26.6./10.7/1944 ή 7 § 2 του ΒΔ/τος 496/1974 ή του ΠΔ 166/2003 αναλόγως) και από 1-5-2019 θα υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 45 του Ν. 4607/2019 (ΑΠ 137/2025, ΑΠ 234/2024, ΑΠ 447/2024, ΑΠ 639/2024, ΑΠ 1262/2023, ΑΠ 433/2023,ΑΠ 407/2023, ΑΠ 1303/2022, ΑΠ 1555/2022).

Τέλος, ο αναιρετικός έλεγχος νομιμότητας της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης γίνεται με βάση το νόμο, που όφειλε να εφαρμόσει το ουσιαστικό δικαστήριο, του οποίου η απόφαση προσβάλλεται. Κατ' εξαίρεση, όμως, ο αναιρετικός έλεγχος νομιμότητας θα γίνει με νόμο μεταγενέστερο εκείνου, αν ο τελευταίος έχει αναδρομική ισχύ και ορίζει ότι εφαρμόζεται και επί των τελεσιδίκως κριθέντων ή στις δίκες που είναι εκκρεμείς σε οποιοδήποτε δικαστήριο ή δεν έγιναν αμετάκλητες, με την προϋπόθεση ότι η διάταξη για αναδρομική ισχύ δεν προσκρούει σε διατάξεις υπερνομοθετικής ισχύος, Σύνταγμα, ΕΣΔΑ κλπ (ΟλΑΠ 30/1998, ΑΠ 140/2022). Τέτοια διάταξη είναι και αυτή του άρθρου 45 του Ν. 4607/2019, η οποία εφαρμόζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, σε όποιο βαθμό και αν είναι εκκρεμής η υπόθεση, λόγω της αναδρομικότητας του ως άνω νόμου (ΑΠ 103/2025, ΑΠ 137/2025, ΑΠ 407/2023). Β. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 § 1 εδ. α' του ΚΠολΔ και την πανομοιότυπη 560 § 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Εξάλλου, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ένδικης υπόθεσης σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού. Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλαδή, αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που ανέλεγκτα δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν, καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (ΟλΑΠ 2/2021, ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 319/2017).

Γ. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο και μοναδικό λόγο αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, το αναιρεσείον ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, στην οποία έχει ενσωματωθεί η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 4 του Π.Δ. 166/2003 με την εφαρμογή τους, ενώ δεν ήταν εφαρμοστέες, καθώς και τις διατάξεις του άρθρου 7 § 2 του Ν.Δ. 496/1974 και του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί Δικών του Δημοσίου, με τη μη εφαρμογή τους, ενώ ήταν εφαρμοστέες, με αποτέλεσμα εσφαλμένα να υπολογίσει τόκους για το ποσό των 5.759,79 ευρώ, μετά την πάροδο εξήντα (60) ημερών από την ημερομηνία παραλαβής των πωληθέντων με καθένα από αυτά εμπορευμάτων, η οποία συμπίπτει με την ημερομηνία έκδοσης κάθε τιμολογίου, με βάση το αυξημένο ποσό τόκων του ΠΔ 166/2003 που δεν ήταν εφαρμοστέο εν προκειμένω, επιβαρύνοντας το αναιρεσείον ΝΠΔΔ με υπέρογκους τόκους.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της 4285/21-7-2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία έχει ενσωματωθεί στην προσβαλλόμενη με αριθμό 1716/8-2-2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο ερήμην του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος και απέρριψε την έφεσή του ως ανυποστήρικτη, προκύπτει ότι έγιναν ανέλεγκτα δεκτά τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα είναι εμπορική εταιρεία δραστηριοποιούμενη στην εμπορία ραδιοφαρμάκων και ιατρικών αντιδραστηρίων.

Στα πλαίσια αυτά δυνάμει της υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2012 συναφθείσας σύμβασης προμήθειας ιατρικών αντιδραστηρίων μεταξύ της ενάγουσας και του εναγόμενου, στη θέση του οποίου υπεισήλθε, ως καθολικός διάδοχος το ΝΠΔΔ με την επωνυμία Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (ΕΟΠΥΥ), που εδρεύει στο Μαρούσι και εκπροσωπείται νόμιμα σύμφωνα με τα άρθρα 28, 29 του Ν. 3918/2011 και 13 του Ν. 4052/2012, συμφωνήθηκε όπως η πρώτη προμηθεύσει τον δεύτερο με ιατρικά αντιδραστήρια και χημικά αναλώσιμα είδη το ΚΑΠ-ΔΕΗ, όπως με λεπτομέρεια αναφέρονται στην σύμβαση αυτή.

Προς υλοποίηση της σύμβασης αυτής και προς εκτέλεση σχετικών διαδοχικών παραγγελιών του εναγόμενου, η ενάγουσα πώλησε και παρέδωσε στο τελευταίο τα εμπορεύματα (ιατρικά αντιδραστήρια - χημικά αναλώσιμα είδη), όπως ειδικότερα αναφέρονται στα τιμολόγια πώλησης - δελτία αποστολής, ήτοι α) στο υπ' αριθμ. ...-2012 αξίας 646,98 ευρώ συμπεριλαμβανομένου του αναλογούντος ΦΠΑ, β) στο υπ' αριθμ. ...-2012 αξίας 298,89 ευρώ συμπεριλαμβανομένου του αναλογούντος ΦΠΑ, γ) στο υπ' αριθμ. ...-2012 αξίας 1.412,66 ευρώ συμπεριλαμβανομένου του αναλογούντος ΦΠΑ, δ) στο υπ' αριθμ. ...-2012 αξίας 2.424,02 ευρώ συμπεριλαμβανομένου του αναλογούντος ΦΠΑ και ε) στο υπ' αριθμ. ...-2012 αξίας 977,24 ευρώ συμπεριλαμβανομένου του αναλογούντος ΦΠΑ, ήτοι συνολικού ποσού 5.759,79 ευρώ.

Τα εμπορεύματα αυτά παραδόθηκαν στο εναγόμενο, το οποίο τα παρέλαβε ανεπιφύλακτα, πλην όμως αυτό οφείλει το ως άνω συνολικό ποσό των 5.759,79 ευρώ, αν και οχλήθηκε προς τούτο επανειλημμένα από την ενάγουσα.

Πρέπει επομένως η αγωγή, να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλλει στην ενάγουσα το ποσό των 5.759,79 ευρώ, νομιμοτόκως μετά την πάροδο εξήντα (60) ημερών από την ημερομηνία παραλαβής των πωληθέντων με καθένα από αυτά εμπορευμάτων, η οποία συμπίπτει με την ημερομηνία έκδοσης κάθε τιμολογίου, σύμφωνα με το οριζόμενο στο άρθρο 4 Π.Δ. 166/2003 επιτόκιο, δεδομένου ότι στην προκειμένη περίπτωση η κύρια αξίωση της ενάγουσας - δανείστριας για την καθυστέρηση πληρωμής εκ μέρους του οφειλέτη - δημοσίου στηρίζεται σε ισχυρή, έγκυρη και νόμιμη σύμβαση και συναλλαγή μεταξύ επιχειρήσεων και δημοσίων αρχών." Με βάση τις παραδοχές αυτές, κρίθηκε τελεσίδικα ότι οι επίδικες συμβάσεις πώλησης είναι έγκυρες, έγινε δεκτή η αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και υποχρεώθηκε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 5.759,79 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας υπολογιζόμενο με βάση το επιτόκιο υπερημερίας που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, προσαυξημένο κατά επτά (7) ποσοστιαίες μονάδες, από την επομένη της παρόδου εξήντα (60) ημερών από την έκδοση του αντίστοιχου τιμολογίου Έτσι που έκρινε το Ειρηνοδικείο, η απόφαση του οποίου έχει ενσωματωθεί στην προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δεν παραβίασε κατ' αρχήν τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 4 του ΠΔ 166/2003 και τούτο διότι, αφού έκρινε ότι η κύρια αξίωση της ενάγουσας - δανείστριας για την καθυστέρηση πληρωμής εκ μέρους του οφειλέτη - ΝΠΔΔ στηρίζεται σε ισχυρή, έγκυρη και νόμιμη σύμβαση και συναλλαγή μεταξύ επιχειρήσεων και δημοσίων αρχών, στη συνέχεια ορθά, δέχθηκε, ως προς τις περί τόκου αξιώσεις της αναιρεσίβλητης, κατά το μέρος που οι αξιώσεις αυτές ανάγονται σε χρόνο μέχρι την 30-4-2019, ότι το αναιρεσείον πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσόν των 5.759,79 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, όπως αυτός ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 4 § 2 του ΠΔ 166/2003, το οποίο ως νεότερη και ειδικότερη διάταξη του άρθρου 7 § 1 του ΝΔ 496/1974 και του άρθρου 21 του ΝΔ/τος της 29-06/10-07-1944 κατισχύει των τελευταίων, σύμφωνα και με όσα έχουν αναφερθεί στην υπό στοιχεία

ΙΙΑ νομική σκέψη της παρούσας. Κατά τα λοιπά όμως, για το μέρος που οι περί τόκου αξιώσεις της αναιρεσίβλητης ανάγονται σε χρόνο από 1.5.2019 και εφεξής, πρέπει αυτεπαγγέλτως να εφαρμοστεί η ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 45 § 1 του Ν. 4607/2019, αφού η ως άνω διάταξη, έχοντας ημερομηνία έναρξης ισχύος την 24-4-2019, καταλάμβανε, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 45 του Ν. 4607/2019, και την εκκρεμή κατά το χρόνο που άρχισε να ισχύει (δηλαδή από τις 24-4-2019) ένδικη αξίωση της αναιρεσίβλητης, δεδομένου ότι η υπό κρίση αναίρεση κατατέθηκε στις 8-4-2019.

Συνεπώς, για τις ένδικες αξιώσεις της αναιρεσίβλητης από 1-5-2019 και εφεξής, πρέπει να εφαρμοστεί αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα και με όσα έχουν αναφερθεί στην υπό στοιχεία ΙΙΑ νομική σκέψη της παρούσας, η διάταξη του άρθρου 45 του Ν. 4607/2019, αφού από 1-5-2019 και μεταγενέστερα, ο οφειλόμενος από το Δημόσιο και από τα ΝΠΔΔ τόκος υπολογίζεται με βάση τη νεότερη και ειδική ρύθμιση του άρθρου 45 Ν. 4607/2019, το οποίο είναι εφαρμοστέο για το χρονικό αυτό διάστημα. Κατόπιν αυτών, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός ως και κατ' ουσία βάσιμος, για τις περί τόκου αξιώσεις της αναιρεσίβλητης που ανάγονται σε χρόνο από 1.5.2019 και εφεξής, δεδομένου ότι, όπως αναλυτικά εκτέθηκε στην υπό στοιχεία ΙΙΑ νομική σκέψη της παρούσας, ο αναιρετικός έλεγχος νομιμότητας της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη απόφαση, κατ' εξαίρεση, θα γίνει με νόμο μεταγενέστερο εκείνου που ίσχυε κατά τον χρόνο έκδοσής της, εφόσον ο τελευταίος, όπως εν προκειμένω η διάταξη του άρθρου 45 του Ν. 4607/2019, έχει αναδρομική ισχύ και ορίζει ότι εφαρμόζεται και επί των τελεσιδίκως κριθέντων καθώς και στις δίκες που είναι εκκρεμείς σε οποιοδήποτε δικαστήριο ή δεν έγιναν αμετάκλητες, με την προϋπόθεση ότι η διάταξη για αναδρομική ισχύ δεν προσκρούει σε διατάξεις υπερνομοθετικής ισχύος, Σύνταγμα, ΕΣΔΑ κλπ (ΟλΑΠ 30/1998, ΑΠ 140/2022).

Τέτοια δε διάταξη είναι και αυτή του άρθρου 45 του Ν. 4607/2019, η οποία, όπως προεκτέθηκε, εφαρμόζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, σε όποιο βαθμό και αν είναι εκκρεμής η υπόθεση, λόγω της αναδρομικότητας του ως άνω νόμου (ΑΠ 103/2025, ΑΠ 137/2025, ΑΠ 447/2024, ΑΠ 407/2023). Κατόπιν των ανωτέρω, κατά παραδοχή του ως άνω κριθέντος ως βασίμου λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο κατά το κεφάλαιο των τόκων για τις αξιώσεις της αναιρεσίβλητης από 1-5-2019 και εφεξής. Κατά το άρθρο 580 § 3 του ΚΠολΔ "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.

Στην αντίθετη περίπτωση, παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές. Αν, όμως, αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης. Στην περίπτωση αυτή, η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "Οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", συνάγεται ότι, οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης, με βάση την έκταση της αναίρεσης, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υπόθεσης απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 25/2001, ΑΠ 110/2025, ΑΠ 111/2025, ΑΠ 188/2025, ΑΠ 7/2024, ΑΠ 164/2024, ΑΠ 231/2024, ΑΠ 242/2024, ΑΠ 355/2024, ΑΠ 444/2024, ΑΠ 1262/2023, ΑΠ 312/2022, ΑΠ 1555/2022, ΑΠ 824/2022).

Τέτοιο δικονομικό έδαφος, για την μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης επανεκδίκαση της υπόθεσης από το Εφετείο στην ουσία, δεν υπάρχει και στην κρινόμενη περίπτωση, αλλά υπολείπεται μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης, με βάση την έκταση της αναίρεσης. Ενόψει τούτων, πρέπει η υπόθεση, κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 § 3 εδ.

α' του ΚΠολΔ, να κρατηθεί και να δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα και, στη συνέχεια, να γίνει δεκτή η αγωγή της ενάγουσας - ήδη αναιρεσίβλητης και να υποχρεωθεί το αναιρεσείον - εναγόμενο ΝΠΔΔ, να καταβάλει στην ενάγουσα το επιδικασθέν με την υπ' αριθμ. 4285/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία ενσωματώθηκε και επικυρώθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μη αναιρούμενο μέρος αυτής, ποσό των 5.759,79 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας υπολογιζόμενο με βάση το επιτόκιο που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, προσαυξημένο κατά επτά (7) ποσοστιαίες μονάδες, από την επομένη της παρόδου εξήντα (60) ημερών από την έκδοση του αντίστοιχου τιμολογίου, για το διάστημα έως και τις 30-4-2019 και με το επιτόκιο του άρθρου 45 του Ν. 4607/2019 για το χρονικό διάστημα από 1-5-2019 και εφεξής.

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων, κατά το άρθρο 22 § 2 εδ. β' του Ν. 3693/1957, που εφαρμόζεται και για το αναιρεσείον (ΑΠ 576/2024, ΑΠ 1883/2022) σε συνδυασμό με τα άρθρα 178 και 183 του ΚΠολΔ, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας αυτών.

Επίσης, λόγω του προνομίου της ατέλειας που απολαμβάνει το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, δεν υποχρεούται, κατ' άρθρο 19 § 1 του ΝΔ της 26-6/10-7-1944, σε συνδυασμό με άρθρα 36 ΠΔ 28/1931(ΦΕΚ Α' 239/1931) και 30 § 3 του Ν. 4038/2012, σε κατάθεση του προβλεπόμενου από το άρθρο 495 § 3 του ΚΠολΔ παραβόλου, για την άσκηση αναίρεσης και δεν έχει κατατεθεί τέτοιο, ώστε να τίθεται θέμα απόδοσής του.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 1716/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στην οποία ενσωματώνεται η υπ' αριθ. 4285/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της, ήτοι την από 21-5-2013 (5572/2013) αγωγή, ως προς το ανωτέρω κεφάλαιο των τόκων.

Υποχρεώνει το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το επιδικασθέν ποσό των πέντε χιλιάδων επτακοσίων πενήντα εννέα ευρώ και εβδομήντα εννέα λεπτών (5.759,79), με το νόμιμο τόκο υπερημερίας υπολογιζόμενο με βάση το επιτόκιο που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, προσαυξημένο κατά επτά (7) ποσοστιαίες μονάδες, από την επομένη της παρόδου εξήντα (60) ημερών από την έκδοση του αντίστοιχου τιμολογίου, για το διάστημα έως και τις 30-4-2019 και με το επιτόκιο του άρθρου 45 του Ν. 4607/2019 για το χρονικό διάστημα από 1-5-2019 και εφεξής.

Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Μαΐου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης