Legislator Case Law & Legislation
576/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against second-instance conviction for smuggling, upholding sentencing justification.

Case Number 576/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's conviction for smuggling and imposed a 13-year prison sentence. The appellant argued the judgment lacked specific and detailed reasoning regarding mitigating circumstances raised orally at trial. The court ruled that the lower court properly considered the crime's gravity, the defendant's personality, and degree of guilt, explicitly citing these factors in its reasoning without needing further elaboration.

Legislator headnote

AI generated

Articles 93(3) of the Constitution and 139 of the Code of Civil Procedure; The requirement for specific and detailed reasoning extends to the rejection of independent claims for mitigating circumstances raised orally at trial, provided the court explicitly and comprehensively cites the factual circumstances necessary for legal foundation, substantive examination, and judicial decision.

Keywords

AI generated
specific detailed reasoning mitigating circumstances oral arguments at trial sentencing justification appeal dismissal smuggling offense prison term assessment

Cited Legislation

AI generated
Article 93(3) of the Constitution
Article 139 of the Code of Civil Procedure
Article 510(1)(d) of the Code of Civil Procedure
Article 79 of the Penal Code
Article 94(1) of the Penal Code
Article 578(1) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 576 / 2024 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 576/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Φραγκάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Κατσούλη, Δημήτριο Τράγκα-Εισηγητή, Ελένη Μπερτσιά και Διονύσιο Παλλαδινό Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Λάμπρου Σοφουλάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου D. ή E. O. του ..., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης …, που εκπροσωπήθηκε από τη δικηγόρο Φωτεινή Ντούρα, η οποία διορίστηκε δικηγόρος του με την υπ' αριθμ. 417/2022 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών, για αναίρεση της 69/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θράκης.

Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θράκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεσή της για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 31-5-2022 αίτησή του αναίρεσης, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 604/2022.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τη διορισθείσα δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 31.05.2022 αναίρεση του D. ή E. (όνομα) B. ή O. (επίθετο) του I. ή Υ. ή I. και της O. ή O. ή O., κατοίκου ..., και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης …, κατά της με αριθμό 69/10.02.2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θράκης, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για την αξιόποινη πράξη της απλής συνέργειας σε παραλαβή από τα εσωτερικά σύνορα υπηκόων τρίτων χωρών που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στην Ελληνική Επικράτεια με σκοπό προώθησης τους εντός αυτής από δράστες που ενεργούσαν από κοινού, από κερδοσκοπία κατά συρροή (άρθρα 47, 94 παρ. 1 του ν.

Π.Κ. και άρθρα 1 παρ. 1 β', 30 παρ. 1β-α, 10, 11 του Ν. 4521/2014), και του επιβλήθηκε συνολική ποινή κάθειρξης δεκατριών (13) ετών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, περιέχει, δε, λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ (έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας). Συνακόλουθα, η πιο πάνω αναίρεση είναι παραδεκτή.

Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί η βασιμότητα των λόγων της. Η από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να επεκτείνεται και στην απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών, με τους οποίους ζητείται η αναγνώριση υπέρ του κατηγορούμενου ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 του ΠΚ, με την προϋπόθεση ότι αυτοί έχουν αναπτυχθεί προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, δηλαδή με επίκληση όλων των πραγματικών περιστατικών που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση, την ουσιαστική διερεύνηση και τελικά τη δικαστική απόφανση για συνδρομή ή των αντίστοιχων ελαφρυντικών περιστάσεων.

Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει στους ισχυρισμούς αυτούς και να αιτιολογήσει ειδική την απόρριψή τους (ΑΠ 1276/2022, ΑΠ 1174/2022). Όταν, δε, προτείνεται ισχυρισμός για την αναγνώριση ελαφρυντικής περίστασης, απαιτείται επίκληση περιστατικών και δεν αρκεί απλώς η αναφορά της διάταξης που την προβλέπει ή η επανάληψη της έκφρασης του νόμου (ΑΠ 1333/2023).

Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί, η απόρριψη των οποίων πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και οι ισχυρισμοί του κατηγορούμενου περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικών περιστάσεων από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή τους οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής.

Ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται, μεταξύ των άλλων, κατά το άρθρο 84 παρ. 2 περ. ε' του ΠΚ, το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, ακόμη και κατά την κράτησή του. Η παραδοχή της συνδρομής της ελαφρυντικής αυτής περίστασης αναμφιβόλως, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, ότι η συμπεριφορά του καταδικασθέντος δράστη εντός του σωφρονιστικού συστήματος είναι προδήλως διακριτή της συνήθους συμπεριφοράς του κρατούμενου και συνέχεται με την εξαιρετική οπωσδήποτε βελτίωση της συμπεριφοράς του.

Η καλή, δηλαδή, συμπεριφορά δεν νοείται ως παθητική καλή διαγωγή ή ως μη κακή ή μόνον ως απουσία παραβατικότητας. Περιλαμβάνει και τη θετική δραστηριότητα του υπαίτιου, η οποία εκδηλώνεται αυτοβούλως και όχι ως αποτέλεσμα φόβου ή καταναγκασμού και οπωσδήποτε απαιτείται να υπάρχει βελτίωση της συμπεριφοράς του.

Συνεπώς, για το ορισμένο του άνω ισχυρισμού του δράστη, είτε διαβιούντος υπό καθεστώς ελευθερίας είτε κρατούμενου, δεν αρκεί μόνο η επίκληση καλής και συνήθους συμπεριφοράς, και δη εργασίας και ομαλής οικογενειακής ζωής στην πρώτη περίπτωση (της διαβίωσης υπό καθεστώς ελευθερίας), αλλά πρέπει να επικαλεσθεί ο κατηγορούμενος πραγματικά περιστατικά θετικά και δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής διαβίωσής του επί μακρό χρόνο μετά την τέλεση της πράξης, ενώ στη δεύτερη περίπτωση (της διαβίωσης υπό συνθήκες κράτησης) είναι ανάγκη να επικαλεσθεί αυτός τη συνδρομή στο πρόσωπο του εξαιρετικά θετικής και διακριτής της συνήθους συμπεριφοράς του κρατούμενου, η οποία να συνέχεται με την εξαιρετική οπωσδήποτε βελτίωση και μεταστροφή του χαρακτήρα του (ΑΠ 1333/2023, ΑΠ 1406/2022).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των πρακτικών αυτής, το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θράκης, ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την ως άνω (με αριθμό 69/2022) απόφασή του και υπό το διαλαμβανόμενο στην αυτή απόφαση σκεπτικό, καταδίκασε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα στην ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών για κάθε ένα από τα πιο κάτω εκτιθέμενα άτομα, και σε συνολική ποινή κάθειρξης δεκατριών (13) ετών, για την αξιόποινη πράξη της απλής συνέργειας σε παραλαβή από τα εσωτερικά σύνορα υπηκόων τρίτων χωρών που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στην Ελληνική Επικράτεια με σκοπό προώθησής τους εντός αυτής από δράστες που ενεργούσαν από κοινού, από κερδοσκοπία κατά συρροή (άρθρα 47, 94 παρ. 1 του ν.

Π.Κ. και άρθρα 1 παρ. 1β', 30 παρ. 1β-α, 10, 11 του Ν. 4521/2014), και ειδικότερα του ότι "Στον παρακάτω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, παρείχε με πρόθεση ως απλός συνεργός σε τρίτο πρόσωπο οποιαδήποτε συνδρομή προ της τέλεσης της πράξης της παραλαβής από τα εσωτερικά σύνορα από οδηγό μεταφορικού μέσου υπηκόων τρίτων χωρών που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος για να τους προωθήσει στο εσωτερικό της χώρας και διευκόλυνση μεταφοράς τους κατά συρροή από δύο δράστες που ενεργούσαν από κοινού, από κερδοσκοπία και ειδικότερα σε αδιευκρίνιστο επακριβώς κατά την ανάκριση τόπο και χρόνο και πάντως στη Θεσσαλονίκη και στην Αλεξανδρούπολη από την 30.01.2018 μέχρι και την 03.02.2018 παραχώρησε τη χρήση του με αριθμό κυκλοφορίας ...

Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, εργοστασίου κατασκευής VW POLO, χρώματος λευκό, με αριθμό πλαισίου ... ιδιοκτησίας της εταιρίας ενοικιάσεων αυτοκινήτων "ΕΘΝΙΚΗ ΛΗΖΙΝΓΚ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", το οποίο είχε μισθώσει στις 30.01.2018 από την εταιρία ενοικίασης αυτοκινήτων με την επωνυμία "ΠΡΟΠΟΡΕΙΑ Ε.Π.Ε. ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΙΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" "anvance RENT A CAR" δυνάμει του υπ αριθμ. ...

παραστατικού από το αεροδρόμιο Θεσσαλονίκης, στο 1° συγκατηγορούμενό του B. S. του V. και της N. ο οποίος ενεργώντας από κοινού με τον φυγόδικο P. V. του S., με πρόθεση, με κοινό δόλο και συναπόφαση, ως οδηγοί μεταφορικών μέσων, παρέλαβαν από τα εσωτερικά σύνορα πολίτες τρίτων χωρών που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, ήτοι φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν την ελληνική ιθαγένεια ούτε την ιθαγένεια άλλου κράτους - μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά την έννοια του άρθρου 20 παρ. 1 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, με σκοπό την προώθησή τους στο εσωτερικό της χώρας από κερδοσκοπία και κατά συρροή διευκολύνοντας με τον τρόπο αυτό τη μεταφορά τους στο εσωτερικό της χώρας.

Συγκεκριμένα την 03η.2018, ως οδηγός του ως άνω οχήματος ο 1ος εκ των κατηγορούμενων, παρέλαβε από αδιευκρίνιστο σημείο της παρέμβριας περιοχής Έβρου από κοινού με τον φυγόδικο P. V. του S., που οδηγούσε το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκίνητο όχημα εργοστασίου κατασκευής MERCEDES χρώματος μπλε ασημί, με σκοπό να προωθήσουν στο εσωτερικό της χώρας και δη στη Θεσσαλονίκη αλλοδαπούς υπηκόους τρίτων χωρών και συγκεκριμένα υπηκόους ...

και ..., ήτοι τους: 1) Υπήκοος ..., Άνδρας, (επιθ) A. I. (ον) Μ. του M. S. και της K. B., γενν. … στο ..., κάτοικος ομοίως (στερούμενος ταξιδιωτικών εγγράφων), 2) Υπήκοος ..., Άνδρας, (επίθ.) A. (ον) H. του O. και της H. K., γενν. … στο ..., κάτοικος ομοίως (στερούμενος ταξιδιωτικών εγγράφων), 3) Υπήκοος ..., Άνδρας (επιθ) S. (ον) A. του H. M. και της I., γενν.

στις … στο ..., κάτοικος ομοίως (στερούμενος ταξιδιωτικών εγγράφων), 4) Υπήκοος ..., Άνδρας, (επιθ) F. A. (ον) A. του A. και της H. Β., γενν. ... στο ..., κάτοικος ομοίως (στερούμενος ταξιδιωτικών εγγράφων), 5) Υπήκοος ..., Άνδρας, (επιθ) A. A. (ον) A. του M. S. και της N. Β., γενν. … στο ..., κάτοικος ομοίως (στερούμενος ταξιδιωτικών εγγράφων), 6) Υπήκοος ..., Άνδρας, (επιθ) Μ.

K. (ον) K. του S. A. και της F. Β., γενν. … στο ..., κάτοικος ομοίως (στερούμενος ταξιδιωτικών εγγράφων), 7) Υπήκοος ..., Άνδρας, (επιθ) K. B. (ον) K. του M. και της B., γενν. … στο ..., κάτοικος ομοίως (στερούμενος ταξιδιωτικών εγγράφων), 8) Υπήκοος ..., Άνδρας (επιθ) A. H. (ον) H. του Η. B. και της T., γενν. … στο ..., κάτοικος ομοίως (στερούμενος ταξιδιωτικών εγγράφων), 9) Υπήκοος ..., Άνδρας, (επιθ) H.

A. (ον) H. του A. και της A. A., γενν. … στο ..., κάτοικος ομοίως (στερούμενος ταξιδιωτικών εγγράφων), που είχαν εισέλθει στη χώρα από αδιευκρίνιστο σημείο του ποταμού Έβρου και σε αδιευκρίνιστο χρόνο, οι οποίοι επέβαιναν στο όχημα εργοστασίου κατασκευής MERCEDES. Στην πράξη τους αυτή προέβησαν από κερδοσκοπία και ειδικότερα αντί χρηματικού ανταλλάγματος, ανεξακρίβωτου ποσού, που θα λάβαιναν μετά την παραλαβή τους και αποτελεί τμήμα της χρηματικής αμοιβής ποσού 2.500 Ευρώ που κατά μέσο όρο κατέβαλε καθένας από τους παραπάνω πολίτες τρίτων χωρών στα κυκλώματα διακίνησης παράνομων μεταναστών για τη μεταφορά τους.

Προέβη δε στην ως άνω αποδιδόμενη ως άνω βοηθητική ενέργεια του παραχώρησης του ως άνω οχήματος με τη θέληση να συμβάλλει στην πραγματοποίηση της πράξης της παραλαβής από τους συγκατηγορούμενούς του και εν γνώσει της πραγματοποίησής της". Όπως, δε, περαιτέρω, προκύπτει από τα ίδια ως άνω πρακτικά, μετά την απαγγελία της προμνησθείσης απόφασης, ο αναιρεσείων υπέβαλε δια του συνηγόρου του το αίτημα να αναγνωριστεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 ε του ΠΚ για την αξιόποινη πράξη (κατά συρροή) για την οποία κηρύχθηκε ένοχος, κάνοντας αναφορά και μόνο στο ως άνω άρθρο, χωρίς να επικαλείται πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν την αιτούμενη, κατά προδιαληφθέντα, ελαφρυντική περίσταση.

Έτσι, όμως, όπως προτάθηκε ο προειρημένος αυτοτελής ισχυρισμός, αυτός ήταν παντελώς αόριστος, και, συνακόλουθα, το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει σε αυτόν, πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψή του. Με τα εν λόγω δεδομένα, το Δικαστήριο της ουσίας, ως εκ περισσού απέρριψε τον μνησθέντα αυτοτελή ισχυρισμό με την επαρκή, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπό το κάτωθι, κατά λέξη, περιεχόμενο: "Αναφορικά με την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης της καλής συμπεριφοράς (άρθρο 84 παρ. 2 ε' του ΠΚ) για τον πρώτο, δεύτερο και τρίτο κατηγορούμενο, κρίνεται απορριπτέος ο ισχυρισμός, ακριβώς διότι δεν αποδείχθηκαν περιστατικά θετικά και δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής διαβιώσεώς τους επί μακρό χρόνο μετά την τέλεση των πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκαν, από τα οποία να προκύπτει σαφής μεταστροφή του χαρακτήρα τους και τα οποία να θεμελιώνουν τις προϋποθέσεις εφαρμογής της σχετικής διάταξης και να δικαιολογούν τη χορήγηση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 ε' του ΠΚ, ως ο νόμος απαιτεί, ήτοι συμπεριφορά καταδηλούσα την κοινωνική τους επανένταξη, την ουσιαστική μεταστροφή τους προς ενστερνισμό των κανόνων της ομαλής κοινωνικής συμβίωσης και προς αγαθοποιό δραστηριότητα, ώστε η στάση τους να παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους και της κοινωνικής προδιάθεσής τους, σύμφωνα με τα στο διατακτικό οριζόμενα".

Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος του αναιρεσείοντος, περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη του ως άνω ελαφρυντικού, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 4 του προϊσχύσαντος ΠΚ "Στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την ποινή που επέβαλε", ενώ με το άρθρο 70 παρ. 7 του ισχύοντος από 01η.07.2019 Π.Κ., που ίσχυε κατά τον χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ορίζεται ότι "η επιμέτρηση της ποινής πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη.

Η απλή μνεία ότι έχουν εκτιμηθεί τα κριτήρια των προηγούμενων παραγράφων δεν συνιστά αιτιολογία". Ήδη οι διατάξεις της ως άνω παραγράφου έχουν τροποποιηθεί με το άρθρο 12 του ισχύοντος από 18.11.2019 Ν. 4637/2019 και ορίζεται ότι "στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε".

Στις λοιπές διατάξεις του άρθρου 79 του προϊσχύσαντος, αλλά και του ισχύοντος από 01η.07.2019 Π.Κ., περιλαμβάνονται γενικοί κανόνες για τον τρόπο επιμέτρησης της ποινής, η συγκεκριμενοποίηση της οποίας ανήκει στο δικαστή, στον οποίο παρέχονται τα κριτήρια του in concreto καθορισμού, εντός των ορίων των ως άνω διατάξεων, οπότε δεν τίθεται θέμα εφαρμογής επιεικέστερων για τον κατηγορούμενο διατάξεων για την επιμέτρηση της ποινής.

Άλλωστε, η αιτιολογία της επιμέτρησης της ποινής συνδέεται με την αιτιολογία περί ενοχής, αφού τα στοιχεία βάσει των οποίων καθορίζεται ενυπάρχουν στην υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, στις οποίες εμπεριέχονται και τα ενδεικτικώς αναφερόμενα στοιχεία της νέας διάταξης, η ρύθμιση δε περί εκτενούς αναφοράς αιτιολογίας για την επιμέτρηση της ποινής θα μπορούσε να προκαλέσει άσκοπη επανάληψη του σκεπτικού περί ενοχής στην απόφαση περί την ποινή (ΑΠ 13/2022, ΑΠ 1337/2020).

Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αναγνωρίζεται στον κατηγορούμενο δικαίωμα για δίκαιη δίκη, κατά δε το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος, αναγνωρίζεται ότι οι κάθε είδους περιορισμοί, που μπορούν, κατά το Σύνταγμα, να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας, η παραβίαση της οποίας πρέπει να ερευνάται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση σε συνδυασμό, αναφορά και συνάρτηση με το ύψος της επιβληθείσας ποινής και το μέγεθος της απαξίας της αξιόποινης πράξης, εφόσον και αυτή αποτελεί ένα από τα κριτήρια, των οποίων η συνεκτίμηση του δικαστηρίου για την υπέρβαση ή μη της αρχής της αναλογικότητας (ΑΠ 13/2022).

Στην προκείμενη περίπτωση, από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας, κατά τη σχετική επιμέτρηση της ποινής, που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 79 Π.Κ., όπως ισχύει με το Ν. 4619/219: "1. Με την επιμέτρηση της ποινής καθορίζεται η ανάλογη και δίκαιη τιμωρία του εγκλήματος με βάση τη βαρύτητα της πράξης και το βαθμό ενοχής του υπαιτίου για αυτή.

Το δικαστήριο σταθμίζει τα στοιχεία που λειτουργούν υπέρ και σε βάρος του υπαιτίου και συνεκτιμά τις συνέπειες της ποινής για τον ίδιο και τους οικείους του. 2. Για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του: α) τη βλάβη που προξένησε το έγκλημα ή τον κίνδυνο που προκάλεσε, β) τη φύση, το είδος και το αντικείμενο του εγκλήματος, καθώς επίσης όλες τις περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που συνόδευσαν την προπαρασκευή ή την εκτέλεσή του. 3.

Για την εκτίμηση του βαθμού ενοχής του υπαιτίου, το δικαστήριο εξετάζει: α) την ένταση του δόλου ή το βαθμό της αμέλειάς του, β) τα αίτια που τον ώθησαν στην εκτέλεση του εγκλήματος, την αφορμή που του δόθηκε και τον σκοπό που επιδίωξε, γ) τον χαρακτήρα του και τον βαθμό της ανάπτυξής του που επηρέασαν την πράξη, δ) τις ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις και την προηγούμενη ζωή του στο μέτρο που σχετίζονται με την πράξη, ε) τον βαθμό της δυνατότητας και της ικανότητάς του να πράξει διαφορετικά, στ) τη διαγωγή του κατά τη διάρκεια της πράξης και μετά την πράξη και ιδίως τη μετάνοια που επέδειξε και την προθυμία του να επανορθώσει τις συνέπειες της πράξης του. 4.

Στοιχεία που λειτουργούν υπέρ του υπαιτίου θεωρούνται ιδίως: α) το ότι αυτός διαδραμάτισε έναν σαφώς υποδεέστερο ρόλο σε πράξη που τελέστηκε από πολλούς, β) το ότι τέλεσε την πράξη σε δικαιολογημένη συναισθηματική φόρτιση, γ) το ότι έθεσε τον εαυτό του στη διάθεση των αρχών χωρίς σημαντική καθυστέρηση, ενώ μπορούσε να διαφύγει, το ότι διευκόλυνε ουσιωδώς την εξιχνίαση του εγκλήματος. 5.

Στοιχεία που λειτουργεί σε βάρος του υπαιτίου θεωρούνται ιδίως: α) η κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξης, β) η ιδιαίτερη σκληρότητα, γ) η εκμετάλλευση της εμπιστοσύνης του θύματος, δ) το γεγονός ότι το θύμα δεν μπορούσε να προστατεύσει τον εαυτό του, ε) το ότι ο υπαίτιος διαδραμάτισε ιθύνοντα ρόλο σε πράξη που τελέστηκε με συμμετοχή πολλών. 6.

Στοιχεία που έχουν αξιολογηθεί από τον νομοθέτη για τον προσδιορισμό της απειλούμενης ποινής δεν λαμβάνονται από το δικαστήριο επιπροσθέτως υπόψη κατά την επιμέτρησή της".

ΕΠΕΙΔΗ, στην προκείμενη περίπτωση, κατά την επιβαλλόμενη από την παρ. 7 του άρθρου 79 του Π.Κ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολόγηση της επιμετρούμενης ποινής, κατά στάθμιση των παραπάνω κριτηρίων και στοιχείων υπέρ και σε βάρος εκάστου κατηγορούμενου και συγκεκριμένα λαμβάνοντας υπόψη ότι οι κατηγορούμενοι έδρασαν με οργανωμένο σχέδιο, κατά καταμερισμό ρόλων, με σκοπό τον πορισμό ακόπως εισοδήματος, σε βάρος ανέστιων ανθρώπων, το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να επιβληθεί σε έκαστο κατηγορούμενο, που κηρύχθηκε ένοχος η ποινή που αναφέρεται σε διατακτικό".

Από τις εν λόγω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με τα αναφερόμενα τόσο στο περί της ενοχής σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της ίδιας απόφασης, προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας, κατά την επιμέτρηση της ποινής, που επέβαλε στον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα για την ως άνω αξιόποινη πράξη, έλαβε υπόψη του τη βαρύτητα του εγκλήματος που διέπραξε ο αναιρεσείων, την προσωπικότητά του και το βαθμό της ενοχής του, αξιολογώντας για την εκτίμηση των στοιχείων αυτών και τα κριτήρια των παραγράφων 2 και 3 της προεκτεθείσης διάταξης του άρθρου 79 του Π.Κ., όπως το εν λόγω άρθρο ίσχυε κατά το χρόνο της προσβαλλόμενης απόφασης, στοιχεία τα οποία ειδικά και εμπεριστατωμένα μνημονεύει στην απόφασή του, χωρίς να απαιτείται επιπρόσθετη αιτιολογία και αναφορά άλλων περιστατικών.

Εν σχέσει, δε, με την επιβληθείσα στον καταδικασθέντα κατηγορούμενο ανωτέρω ποινή, που κυμάνθηκε εντός των ορίων του πλαισίου της προβλεπόμενης ποινής (κάθειρξη 5 έως 15 ετών και συνολική όχι υπερβαίνουσα τα 20 έτη ενόψει ορθής εφαρμογής του άρθρου 94 παρ. 1 του ΠΚ), λαμβάνοντας υπόψη και τις προβλέψεις του άρθρου 79 ΠΚ για την επιμέτρηση της ποινής, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, με τις πιο πάνω παραδοχές, την κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαλαμβανόμενων στα σκεπτικά περί ενοχής και ποινής, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, ενώ διέλαβε και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους, το μνησθέν Δικαστήριο, προέβη στην υπαγωγή των πιο πάνω πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 79 του Π.Κ., την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να παραβιάσει την αρχή της αναλογικότητας.

Συνακόλουθα, η προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με την επιμέτρηση της επιβληθείσας στον αναιρεσείοντα ποινής, δεν στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και, κατά συνέπεια, ο σχετικός - δεύτερος- λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφάση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για την επιμέτρηση της ρηθείσης ποινής, είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Τέλος πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης (άρθρο 578 παρ. 1 του ΚΠΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερον στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31.05.2022 αίτηση του D. ή E. (όνομα) B. ή O. (επίθετο) του I. ή Υ. ή I. και της O. ή O. ή O., κατοίκου ..., και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης …, για αναίρεση της με αριθμό 69/10.02.2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θράκης.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα ευρώ (250,00 €).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Απριλίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ