Supreme Court dismisses appeal on abuse of right and failure to consider evidence grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision in a labor dispute. The appellant argued that the Court of Appeal failed to consider specific documents proving the claimant's genuine intent to sue. The court ruled that the lower court had already examined all submitted evidence and that the appellant's arguments amounted to an abuse of right and an improper attempt to re-evaluate the facts.
Legislator headnote
AI generatedArt. 281 AC; Art. 559(1) CPC: The right to appeal is abused if exercised beyond the limits of good faith, and an appeal based on failure to consider evidence is inadmissible if the lower court explicitly states it has examined all submitted documents.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1884 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1884/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 187/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάια Ζαρχανή και Παρασκευή Γρίβα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 15 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "LM CONSTRUCTION ΑΝΩΝΥΜΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", και με το δ.τ. "LM CONSTRUCTION ΑΚΤΕ" όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αριστοτέλη Μερεκούλια, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Γ. Σ. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Σαπουντζάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-10-2020 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1232/2022 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2547/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-11-2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Βάια Ζαρχανή. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την από 7-11-2023 (αρ.εκθ.καταθ.9261/915/2023) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 2547/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών επί της από 23-12-2022 έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθ. 1232/2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν η έφεση ακολούθως δε, μετά τη μερική εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή. Η εν λόγω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της άσκησης του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, εις τρόπον ώστε η μεταγενέστερη άσκηση του, που θα έχει δυσμενείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (ΟλΑΠ 8/2018, 7/2002, 8/2001, ΑΠ 308/2020).
Δεν είναι, όμως, νόμιμος ο ισχυρισμός περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος κατά το άρθρο 281 του ΑΚ, όταν ουσιαστικά τα επικαλούμενα περιστατικά δεν αναφέρονται στον τρόπο άσκησης του δικαιώματος, αλλά κωλύουν τη γέννηση ή καταλύουν το δικαίωμα, ώστε να πλήττουν αυτή την ίδια την ύπαρξη του δικαιώματος, το οποίο φέρεται ότι ασκείται καταχρηστικά, αφού στην περίπτωση αυτή ο ισχυριζόμενος τα ανωτέρω αρνείται απλά ή αιτιολογημένα την ύπαρξη του δικαιώματος και κατά συνέπεια δεν μπορεί να γίνει λόγος για καταχρηστική άσκηση αυτού από τον αντίδικό του (ΑΠ 2115/2022, 1475/2022, 144/2019).
Τέλος το δικαίωμα κάθε διαδίκου, να ασκήσει αγωγή ή ένδικο μέσο, λόγω της δικονομικής τους φύσης, δεν υπόκειται κατά την άσκηση τους, στον περιορισμό του άρθρου 281 του ΑΚ, στον οποίο εμπίπτει η άσκηση δικαιωμάτων που απορρέουν από κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1840/2023, 989/2022, 2009/2017, 189/2016).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό (ΟλΑΠ 25/2003) και όχι οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (ΟλΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, ούτε οι νομικές αναλύσεις, καθώς και τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών (ΑΠ 1935/2022, 146/2022, 972/22, 406/2022, 279/2019).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 989/2022). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία-Ολ.
ΑΠ 1/2020, 2/2019, 8/2018, 1/1999). Για την ίδρυση του παρόντος αναιρετικού λόγου πρέπει το δικαστήριο της ουσίας με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του να έχει καταρτίσει ελάσσονα πρόταση εκτίμησης αποδείξεων, δηλαδή το δικαστήριο να ερεύνησε στην ουσία της την υπόθεση και να διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και συνεπώς ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη ή για κάποιο τυπικό λόγο, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά και δεν διατυπώνει αποδεικτικό πόρισμα, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις, ανεπάρκειες ή αντιφάσεις στην περιγραφή του (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1201/2022, 109/2022, 312/2021, 31/2020, 99/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και της προσβαλλόμενης απόφασης για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου του πρώτου λόγου αναίρεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 26-10-2020 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, επικαλούμενος απασχόλησή του στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και καταχρηστική καταγγελία της, είχε ζητήσει α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας, να υποχρεωθεί η εναγομένη να τον απασχολεί και να του καταβάλει αποδοχές υπερημερίας, καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την άκυρη απόλυσή του και β) να του επιδικαστούν αμοιβές για υπερεργασία, υπερωρίες, εργασίας κατά Κυριακές, αργίες και Σάββατα, νυχτερινή απασχόληση και αποζημίωση μη ληφθείσης αδείας.
Με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου της στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και τις κατατεθείσες προτάσεις της, η αναιρεσείουσα, ως εναγομένη, είχε προβάλει ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής, ισχυριζόμενη ότι ο ενάγων άσκησε καταχρηστικά την αγωγή του διεκδικώντας την καταβολή κονδυλίων που δεν δικαιούται, για τη μη καταβολή των οποίων ουδέποτε είχε διαμαρτυρηθεί, καθ' όσον πάντοτε ελάμβανε τις νόμιμες αποδοχές, το ύψος των οποίων ευχερώς μπορούσε να ελέγξει, εισπράττοντας μάλιστα και προκαταβολές έναντι του μισθού του και διατηρώντας άριστες σχέσεις με τους εκπροσώπους της εργοδότριάς του, ότι η καταγγελία στην Επιθεώρηση στην οποία προέβη στις 2-6-2020 ήταν αναληθής και έγινε ως αντίδραση, μετά τις διαμαρτυρίες της ίδιας για τις βλάβες που αυτός προξένησε υπαιτίως στο με αριθμό κυκλοφορίας ...
φορτηγό της, με επίκληση οφειλών της εταιρείας απέναντί του, οι οποίες, κατά τα άνω, δεν υπήρχαν, εφεξής δε και λόγω της ως άνω συμπεριφοράς του, οι επαγγελματικές τους σχέσεις κλονίστηκαν ανεπανόρθωτα και η εταιρεία, αφού υπέβαλε σε βάρος του έγκληση για σωρεία ποινικών αδικημάτων, προέβη σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, όπως είχε κάθε δικαίωμα. 'Ότι ο αναιρεσίβλητος μετά την απόλυσή του προσέφυγε εκ νέου, στις 9-9-2020, στην Επιθεώρηση Εργασίας διαμαρτυρόμενος για την ακυρότητα της απόλυσής του, ακολούθως δε, άσκησε την αγωγή, ενώ δεν δικαιούται αποζημίωσης, ούτε του οφείλονται οποιεσδήποτε αμοιβές από την παροχή της εργασίας του, πράγμα το οποίο γνώριζε.
Το Εφετείο, εξετάζοντας μόνο το κεφάλαιο της αγωγής που αφορούσε στην ακυρότητα της καταγγελίας και τις εξ αυτής αξιώσεις του ενάγοντος -καθ' όσον ως προς τις λοιπές αξιώσεις περί οφειλόμενων δεδουλευμένων και αμοιβών έκρινε την αγωγή ως αόριστη, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο- διέλαβε στην απόφασή του ότι η ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος δεν αφορά στις κριθείσες από το ίδιο ως άνω αξιώσεις του, αλλά στις απορριφθείσες λόγω αοριστίας και συνεπώς ότι παρέλκει η εξέτασή της.
Στη προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 8, 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αληθώς όμως από τους αριθμούς 8 και 1 του ως άνω άρθρου, με δεδομένο ότι η προβληθείσα ένσταση δεν κρίθηκε στην ουσία, οπότε δεν τίθεται θέμα της αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τη νομότυπα προβληθείσα ένστασή της περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής. Ο ως άνω λόγος αναίρεσης, καθ' ο μέρος η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η αγωγή του ενάγοντος ασκήθηκε καταχρηστικά, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθότι το δικαίωμα άσκησης της αγωγής, λόγω της δικονομικής του φύσης, δεν υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε.
Καθ'ο δε μέρος με τον ως άνω λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ίδιες ανωτέρω πλημμέλειες ως προς την απόρριψη της ως άνω ένστασής της σε σχέση με τα αγωγικά κονδύλια διαφορών δεδουλευμένων αποδοχών και αμοιβών, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Ειδικότερα, το Εφετείο με την πιο πάνω κρίση του δεν υπέπεσε στις ως άνω αναιρετικές πλημμέλειες, καθ' όσον, υπό τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά, η ένσταση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας -ανεξαρτήτως του ότι κατά το μέρος που με αυτή ισχυρίζεται ότι έχει εξοφλήσει τις ένδικες αξιώσεις του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου είναι μη νόμιμη, αφού στην περίπτωση αυτή αρνείται την ύπαρξη του δικαιώματος του ενάγοντος και κατά συνέπεια δεν μπορεί να γίνει λόγος για καταχρηστική άσκηση των ενδίκων αξιώσεων εκ μέρους αυτού-, αφορά αξιώσεις του ενάγοντος που δεν κρίθηκαν κατ' ουσίαν από το Εφετείο (αφού απορρίφθηκαν ως αόριστες), και συνεπώς αυτή (ένσταση) δεν μπορούσε να διερευνηθεί στα πλαίσια του κριθέντος από το Εφετείο κεφαλαίου περί ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος ως μη αφορώσα το κεφάλαιο αυτό.
ΙΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρ. 932 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 57, 59, 298, 299, 914 και 919 του ίδιου Κώδικα, επί αδικοπραξίας το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης (ή της ψυχικής οδύνης) προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της μη περιουσιακού χαρακτήρα ζημίας.
Η επιδίκαση της ικανοποιήσεως αυτής αφέθηκε στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο προσδιορίζει το ποσό αυτής μετά από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών ως προς το βαθμό του πταίσματος του δράστη, το είδος της προσβολής, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, εάν κρίνει ότι επήλθε ηθική βλάβη, καθώς την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών (ΑΠ 876/2022, 864/2014).
Στην αγωγή, με την οποία ζητείται η επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη ο ενάγων από την αποδιδόμενη στον εναγόμενο άδικη και υπαίτια πράξη, αρκεί να αναφέρεται το είδος της προσβολής, η παράνομη πράξη που την προκάλεσε, ο αιτιώδης μετ` αυτής σύνδεσμος και ότι ο προσβαλών τελούσε σε υπαιτιότητα.
Ειδικότεροι όμως προσδιορισμοί, όπως είναι η έκταση της βλάβης που υπέστη ο παθών, η βαρύτητα του πταίσματος του υπαιτίου, καθώς και οι συμπαρομαρτούσες συνθήκες, δηλαδή η περιουσιακή κατάσταση των διαδίκων, η κοινωνική τους θέση, οι προσωπικές σχέσεις των διαδίκων, ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως του υπαιτίου, αποτελούν είτε ιδιότητες των στοιχείων που συνθέτουν την ιστορική βάση της αγωγής (έκταση βλάβης, βαρύτητα πταίσματος), είτε περιστατικά που λαμβάνονται υπόψη για να καθορισθεί το εύλογο χρηματικό ποσό για την ικανοποίηση του παθόντος (συμπαρομαρτούσες συνθήκες).
Ωσαύτως, σε περίπτωση που ο προσβαλών είναι νομικό πρόσωπο, ευθυνόμενο κατ' άρθρο 71 του Α.Κ. για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, δεν απαιτείται η αναφορά στην αγωγή του συγκεκριμένου φυσικού προσώπου-οργάνου του που προκάλεσε την προσβολή, αφού αυτό θα προκύψει από τις αποδείξεις.
Δηλαδή, όλα τα ανωτέρω δεν αποτελούν ίδια και αυτοτελή στοιχεία, ώστε η παράθεσή τους να είναι απαραίτητη για την πληρότητα της αγωγής (ΑΠ 615/2024, 146/2024, 1543/2013).
Περαιτέρω, η αρχή της αναλογικότητας, που καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, έστω και αν τούτο ρητά δεν αναφέρεται σε αυτήν. Η εν λόγω αρχή αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος που επίσης καθιερώνει η διάταξη της παρ. 3 του ιδίου άρθρου του Συντάγματος, γεγονός που συμβαίνει όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει προφανώς τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος.
Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ. το ασκούμενο δικαίωμα (μέσο) έχει απωλέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του δεν είναι επιτρεπτή. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων, ακόμη και του ιδιωτικού δικαίου.
Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αυτά αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, οπότε και πάλι παραβιάζεται η εν λόγω αρχή. Επιπλέον, η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 932 εδ. α` ΑΚ αποβλέπει σε μια υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση ενός προσώπου για την ηθική βλάβη (ανεξάρτητα από την αντίστοιχη περιουσιακή), η οποία επήλθε σ` αυτό από την αδικοπρακτική συμπεριφορά ενός άλλου προσώπου έτσι, ώστε ο δικαιούχος να απολαύσει μια επαρκή ανακούφιση του συναισθηματικού βάρους, το οποίο η αδικοπραξία προκάλεσε σ` αυτόν.
Παράλληλα, όμως, οι ίδιες διατάξεις οριοθετούν την αποκατάσταση στο κατά την αντικειμενική κρίση του δικαστηρίου "εύλογο" μέτρο, αποβλέποντας στο να μην "εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία" και να μη συρρικνώνεται, αλλά και να μην "επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος" της χρηματικής ικανοποίησης, με αφορμή το γεγονός ότι πρόκειται για "βλάβη ηθική", ήτοι τοιαύτης φύσεως που, ενώ "δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα", είναι ευεπίφορη σε υποκειμενική στάθμιση.
Η εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας αναζήτηση του ποσού, το οποίο σε συγκεκριμένη περίπτωση πρέπει να θεωρηθεί "εύλογο" ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης συγκεκριμένου δικαιούχου, γίνεται με τη συνεκτίμηση μιας σειράς από περιστάσεις, όπως παραπάνω παρατίθενται ενδεικτικώς [είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η προσωπική, κοινωνική και περιουσιακή κατάσταση των μερών, η βαρύτητα του πταίσματος του υπαιτίου (στο μέτρο που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης του δικαιούχου), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος (που λειτουργεί διαφορετικά στην περίπτωση της χρηματικής ικανοποίησης, από ό,τι στην αξίωση αποκατάστασης της περιουσιακής ζημίας- βλ.
ΟλΑΠ 1115/1986), οι ειδικότερες συνθήκες τέλεσης της συγκεκριμένης αδικοπραξίας κλπ.], οι οποίες, χωρίς να είναι αναγκαίο να προβληθούν μία προς μία από τους διαδίκους, όπως προελέχθη, προκύπτουν από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που αυτοί επικαλούνται και προσκομίζουν. Οι περιστάσεις αυτές πρέπει να οδηγήσουν το δικαστήριο στο σχηματισμό της κατά το άρθρο 932 ΑΚ κρίσης ως προς το "εύλογο" της χρηματικής ικανοποιήσεως που πρέπει να επιδικάσει, με χρήση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχει προς αυτό ο νόμος.
Κατά τη χρήση, όμως, της ευχέρειας αυτής, το δικαστήριο δεν νομιμοποιείται να κινηθεί ανεξέλεγκτα, υπακούοντας μόνο στις υποκειμενικές αντιλήψεις του δικάζοντος δικαστή, αλλά οφείλει να εφαρμόσει το μέτρο που αντικειμενικά θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας.
Ως εκ τούτου, η ως προς το "εύλογο" κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, τα οποία, σύμφωνα με τις κατ` ιδίαν περιστάσεις (ως προς τις οποίες και μόνο, οι παραδοχές του παραμένουν αναιρετικώς ανέλεγκτες), διαπιστώνονται σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής και την περί δικαίου συνείδηση του μέσου κοινωνικού ανθρώπου σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως τα όρια αυτά αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 61/2023, 211/2022, 617/2022).
Η υπέρβαση των κατά τα ανωτέρω ακραίων ορίων της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται αναιρετικώς για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνος δικαίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 ή και αρ. 19 του ΚΠολΔ (ΑΠ 61/2023, 298/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την αγωγή του ο ενάγων, επικαλούμενος παράνομη και υπαίτια καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του εκ μέρους της εναγομένης και συνεπεία αυτής προσβολή της προσωπικότητάς του και πρόκληση ηθικής του βλάβης, ζήτησε την επιδίκαση του ποσού των 10.000 ευρώ ως χρηματική του ικανοποίηση. Με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα, η αγωγή του, σε σχέση με το εξεταζόμενο κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης, είναι ορισμένη και νόμιμη, σύμφωνα με προαναφερθέντα στη μείζονα πρόταση, εφόσον περιέχει όλα τα απαιτούμενα από τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ στοιχεία, και συγκεκριμένα την τέλεση της αδικοπραξίας εκ μέρους της εναγομένης, την πρόκληση της ηθικής βλάβης στο ενάγοντα και το αιτούμενο για τη χρηματική ικανοποίησή του χρηματικό ποσό και ορθά κρίθηκε ως ορισμένη και νόμιμη από το Εφετείο.
Περαιτέρω, το Εφετείο, κατά τον προσδιορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης του αναιρεσιβλήτου, με το να επιδικάσει σ' αυτόν χρηματική ικανοποίηση ύψους 1.000 ευρώ, δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, ούτε περιέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, για τον προσδιορισμό του ποσού, το οποίο είναι εύλογο στη συγκεκριμένη περίπτωση. Και τούτο διότι, το ποσό που επιδικάστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι το ευλόγως επιδικαζόμενο από τα δικαστήρια σε παρόμοιες περιπτώσεις καταχρηστικής καταγγελίας συμβάσεως εργασίας και δεν κρίνεται καταφανώς διογκωμένο. Γι` αυτό δεν διαπιστώνεται παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, ως προς το ύψος του ποσού που επιδικάστηκε και ως προς την ισορροπία που η επιδίκασή του πρέπει να εξασφαλίζει ανάμεσα στο όφελος του δικαιούχου και στο βάρος του υποχρέου.
Συνεπώς είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο δεύτερος, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες της ευθείας, άλλως εκ πλαγίου παραβίασης των άρθρων 57, 59, 281, 914 και 932 ΑΚ και 25 παρ. 1 του Συντάγματος.
IV. Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά προσκόμισαν οι διάδικοι, εφ' όσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους (ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ 1416/2023), διαφορετικά, υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, χωρίς όμως να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά (ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ 627/2024).
Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 1208/2019, 779/2019) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή, νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 1354/2022, 804/2022), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο).
Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 1284/2023, 1909/2022, 1858/2022).
Περαιτέρω, καίτοι δεν επιβάλλεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι (ΑΠ 779/2019), ή ο καθορισμός της βαρύτητάς τους και η επιρροή ενός εκάστου στα προς απόδειξη θέματα, απαιτείται να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι όλα τα νομίμως προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και συνεκτιμήθηκαν για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 242/2023, 500/2019). Για την πληρότητα δε του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 627/2024, 242/2023, 793/2015).
Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του το σύνολο των εγγράφων που η ίδια προσκόμισε νόμιμα και επικαλέστηκε, τα οποία αποδεικνύουν ότι η έγκλησή της κατά του αναιρεσιβλήτου δεν υποβλήθηκε προσχηματικά, και δη (δεν έλαβε υπόψη του) τα τιμολόγια για την αποκατάσταση των βλαβών του φορτηγού της και τις σχετικές φωτογραφίες του, την από 3-1-2019 σύμβαση εργασίας του αναιρεσιβλήτου και την αναγγελία πρόσληψής του.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη ρητή διαβεβαίωση, που υπάρχει στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως - ότι ελήφθησαν υπ' όψη οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του, οι αναφερόμενες ένορκες βεβαίωσεις, καθώς και όλα τα νομίμως παρά των διαδίκων προσκομισθέντα έγγραφα-, αλλά και από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπ' όψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, που διαλαμβάνονται στον αναιρετικό αυτό λόγο, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός, καθορίζοντας τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα.
Η, δε, άποψη της αναιρεσείουσας ότι η εκτίμηση των ως άνω εγγράφων θα οδηγούσε το Εφετείο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 132/2024, 1591/2022, 1075/2022).
V. Μετά τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, που ηττάται (άρθρα 176, 183 και 191 ΚΠολΔ), στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις κατά παραδοχή νομίμου σχετικού αιτήματος αυτού (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 7-11-2023 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2547/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Δεκεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2024.
O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ