Legislator Case Law & Legislation
627/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, finding no legal error in appellate court's refusal of supplementary expert report.

Case Number 627/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Aegaeon Court of Appeal's decision rejecting an appeal on property ownership. The appellant argued the lower court erred by refusing a supplementary expert report and relying solely on a prior expert opinion without new evidence. The court ruled that procedural requests for supplementary expertise are discretionary and not mandatory, thus the lower court's refusal did not constitute a legal error warranting review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(9)γ and 559(10) of the Code of Civil Procedure; The appellate court's refusal to order a supplementary expert report does not constitute a legal error under Article 559(9)γ if the request was discretionary, and reliance on existing evidence without new proof does not violate Article 559(10).

Keywords

AI generated
appeal admissibility supplementary expert report discretionary procedural request legal error review property ownership dispute

Cited Legislation

AI generated
Articles 495(1) and 4, 552, 553, 556, 558, 564(3), 566(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 571 and 577 of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)γ of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 335, 338-340 and 346 of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 627 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 627/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Ιφιγένεια Ματσούκα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 21 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ρ. Σ. του Ε., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λουκά Πελέκη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Λεωνίδα Σαραντόπουλου, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-1-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 86/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 66/2020 μη οριστική, 64/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-7-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 20-07-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 64/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 86/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου.

Με την εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που επικυρώθηκε, κατά τα ανωτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, απορρίφθηκε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη η στρεφόμενη κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, αγωγή, με την οποία η ενάγουσα ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι είναι κυρία του περιγραφόμενου στην αγωγή ακινήτου και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της το αποδώσει.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά, υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ,, χωρίς όμως να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά (Ολ.Α.Π. 23/2008).

Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 1208/2019, 779/2019, 222/2008, 774/1996) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή, νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

ΑΠ 42/2002, ΑΠ 105/2005, 1874/2008), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο). Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 1134/1993).

Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 779/2019). Δεν απαιτείται, εξάλλου, να γίνεται παράθεση ως προς το ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή καθορισμός της βαρύτητας, που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή της σχέσης και της επιρροής ενός εκάστου αποδεικτικού μέσου στα προς απόδειξη θέματα, ενώ από την αναφορά ορισμένων εξ αυτών, λόγω της ιδιαίτερης σημασίας τους, δεν συνάγεται αναγκαίως ότι τα υπόλοιπα δεν εκτιμήθηκαν.

Απαιτείται, όμως, να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης ότι όλα τα νομίμως προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και συνεκτιμήθηκαν για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 500/2019). Για την πληρότητα δε του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (Α.Π.793/2015, ΑΠ 1535/1995, 567/1996).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζοντας η αναιρεσείουσα ότι το Εφετείο, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη κρίσιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα προσκόμισε, μετ' επικλήσεως, στο εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο και δη α) την από 17-3-2022 τεχνική έκθεση της αρχιτέκτονα - μηχανικού Π.

Π., β) το υπ' αριθμ. .../1931 συμβόλαιο του συμβ/φου Θήρας Β. Ζ., γ) το υπ' αριθμ. .../1939 συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβ/φου, δ) το υπ' αριθμ. .../1969 συμβόλαιο του συμβ/φου Θήρας Ε. Μ., ε) το υπ' αριθμ. .../1975 συμβόλαιο, στ) το υπ' αριθμ. .../2006 συμβόλαιο και ζ) τα υπ' αριθμ. .../1977 και 13878/1975 συμβόλαια, από τα οποία αποδεικνύεται ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στους τίτλους ιδιοκτησίας της.

Όμως, τόσο από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, το πρώτο από τα οποία μάλιστα ρητώς μνημονεύει, όσον και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, το Εφετείο έλαβε υπόψη, συναξιολόγησε και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα ανωτέρω αναφερόμενα, ως αγνοηθέντα, από την αναιρεσείουσα, ενώ, τυγχάνει αναιρετικώς ανέλεγκτη η κρίση του Εφετείου ως προς τη βαρύτητα, που προσέδωσε σε ένα έκαστο εξ αυτών, καθώς ανάγεται στην, περί των πραγμάτων, κρίση του.

Επομένως ο ερευνώμενος πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 368 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.: "Το δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα, που απαιτούν, για να γίνουν αντιληπτά, ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης".

Κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου: "Το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει, ότι χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης". Κατά την έννοια του άρθρου 387 Κ.Πολ.Δ, το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα την γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων, όπως συμβαίνει και με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, εκτός από τις περιπτώσεις πού ορίζει ρητώς ο νόμος (άρθρο 340 Κ.Πολ.Δ).Τέλος, κατά το άρθρο 388 του ίδιου Κώδικα: "Το δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση, αν κρίνει πώς υπάρχει λόγος, μπορεί ύστερα από αίτηση των διαδίκων ή και αυτεπαγγέλτως να διατάζει νέα πραγματογνωμοσύνη ή την επανάληψη ή την συμπλήρωση της πραγματογνωμοσύνης από τους ίδιους ή άλλους πραγματογνώμονες".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η διάταξη νέας πραγματογνωμοσύνης ή επανάληψης ή συμπλήρωσης της πραγματογνωμοσύνης, που έχει ήδη διεξαχθεί, από τους ίδιους ή άλλους πραγματογνώμονες, εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας. Η κρίση δε τούτου περί των ανωτέρω και περί του διοριστέου προσώπου ως πραγματογνώμονα λόγω των ειδικών γνώσεων που διαθέτει, καθώς και της ακολουθητέας από τον πραγματογνώμονα επιστημονικής μεθόδου, ως αναγκαίας για την εκτίμηση της υπόθεσης δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Α.Π. 552/2009).

Εξ άλλου, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 9 γ' λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο άφησε αδίκαστη αίτηση του αναιρεσείοντος. Αδίκαστη μένει μία αίτηση, όταν το δικαστήριο, μολονότι ήταν υποχρεωμένο, δεν αποφάνθηκε γι' αυτήν ούτε στο διατακτικό ούτε στο αιτιολογικό του (ΑΠ 1014/2019). Οι διαδικαστικές αιτήσεις (μη αυτοτελείς) ιδρύουν τον προκείμενο λόγο, μόνο αν είναι υποχρεωτικές για το δικαστήριο και όχι όταν η παραδοχή τους απόκειται στη διακριτική του ευχέρεια.

Έτσι η απόρριψη του σχετικού αιτήματος του διαδίκου για επανάληψη πραγματογνωμοσύνης δεν δημιουργεί τον από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1062/2007, 1186/2010, 609/2012). Συνακόλουθα, ο δεύτερος (κατά το πρώτο μέρος του) λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 9 γ, ΚπολΔ, για το λόγο ότι, το εφετείο, άφησε αδίκαστο το αίτημα της αναιρεσείουσας για διενέργεια συμπληρωματικής πραγματογνωμοσύνης, είναι απαράδεκτος.

Περαιτέρω, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ότι το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την κρίση του σχημάτισε από τα μνημονευόμενα σε αυτήν αποδεικτικά μέσα.

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο (κατά το δεύτερο μέρος του) λόγο αναίρεσης προβάλλει, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ, επειδή με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε την έφεσή της κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία είχε απορρίψει την αγωγή της, καθόσον, παρά τον νόμο, αρκέσθηκε στην διαταχθείσα με την προδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου πραγματογνωμοσύνη, η οποία κατά την αναιρεσείουσα δεν είναι ασφαλής και απέρριψε το αίτημα της ίδιας, για διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης.

Ο λόγος όμως αυτός, με βάση, τις αναφερθείσες στην αρχή, διατάξεις και σκέψεις, είναι (κατά το δεύτερο μέρος του) αβάσιμος.

Συνεπώς, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος είναι, στο σύνολό του, απορριπτέος.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚπολΔ ως ισχύει). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚπολΔ), όπως αυτά ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20-07-2022 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθμ. 64/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Απριλίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ