Supreme Court allows appeal against appellate court decision on construction permit validity due to insufficient evidence assessment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding a construction dispute. The appellants argued the lower court failed to properly evaluate technical evidence and contradictory certifications concerning water supply networks. The court found the appellate judgment insufficiently reasoned regarding these technical facts and ordered the case remitted for retrial by a different panel.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 580 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible when the appellate court's decision lacks sufficient reasoning to justify its assessment of technical evidence or contradictory certifications, necessitating remittal for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 793 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 793/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Α. του Γ. συζύγου Π. Μ., κατοίκου ... και 2) Ν. Α. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν η μεν πρώτη μετά, ο δε δεύτερος δια των πληρεξουσίων δικηγόρων τους Αθανασίου Γεωργιάδη και Νικολάου Σαρηγιάννη και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστάθιο Κουτσοχήνα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/2/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22955/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2369/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19/2/2014 αίτησή τους και τους από 24/10/2014 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας ανέγνωσε την από 20/11/2014 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Πηνελόπης Ζωντανού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 19-2-2014 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 2369/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε στην ουσία την υπ' αρ. καταθ. 3542/2011 έφεση της αναιρεσίβλητης, ενώ δέχθηκε κατά ένα μέρος την υπ' αρ. καταθ. 3294/2011 αντίθετη έφεση των αναιρεσειόντων και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ' αριθ. 4687/2009 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, υποχρέωσε σε ολόκληρο τους εναγόμενους και ήδη αναιρεσείοντες, να καταβάλλουν στην ενάγουσα εταιρεία και ήδη αναιρεσίβλητη 150.000 ευρώ νομιμοτόκως.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ). Παραδεκτά επίσης με το από 24-10-2014 ιδιαίτερο δικόγραφο οι αναιρεσείοντες άσκησαν ως προς προσβαλλόμενα με την αίτηση αναίρεσης κεφάλαια της εφετειακής απόφασης πρόσθετους λόγους (άρθρ. 569§2 ΚΠολΔ), οι οποίοι πρέπει να συνεξετασθούν με τους κύριους λόγους της αίτησης αναίρεσης.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110§2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 13/1995) είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1530/2001, 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 864/2003, 1072/2005), θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 12/2000, 2/2001) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 881/1988).
Ειδικότερα αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό (ΑΠ 1011/1994, 1446/2003, 1933/2006) και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 885/1994, 539/2003, 760/2004), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.
Συνεπώς για να ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης πρέπει σε κάθε περίπτωση ο κρίσιμος ισχυρισμός, που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, να προτάθηκε εκεί ευθέως ως ισχυρισμός του ίδιου του αναιρεσείοντος και δεν αρκεί αντίθετα να συνάγεται έμμεσα από τα προσκομιζόμενα απ' αυτόν με επίκληση έγγραφα.
Συνακόλουθα δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ούτε η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο (ΑΠ 867/1988), αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (ΟλΑΠ 2/1989, 14/2004) ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας (ΑΠ 1058/1998) και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (ΑΠ 1274/1994, 140/2006, 857/2007), ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους δεν περιέχουν επίσης κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, όμως τον απέρριψε, ρητά ή και σιωπηρά (ΑΠ 839/2010), για οποιονδήποτε τυπική ή ουσιαστική αιτία (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 448/1996, 1668/2005). Εξ άλλου ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 774/1996, 70/2008, 222/2008) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 911/2002, 1021/2002, 105/2005, 953/2005), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1874/2008).
Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή δεν αρκεί ο ισχυρισμός να είχε προταθεί παραδεκτά μόνο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά θα πρέπει να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις και στο δεύτερο βαθμό, εφόσον αναιρεσιβαλλόμενη είναι απόφαση δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 48/1986, 1011/1994).
Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 1134/1993). Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 22/2005, 1072/2005, 798/2010).
Για την πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1535/1995, 567/1996).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του αναιρετικού λόγου από τον αριθ. 19 του αρθ. 569 του Κ.Πολ.Δ. η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους.
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1788/2013).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 681 και 694 ΑΚ προκύπτει ότι με τη σύμβαση έργου ο ένας συμβαλλόμενος, που καλείται εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο αντισυμβαλλόμενος, που καλείται εργοδότης, να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή με την παράδοση του έργου. Εξ άλλου ο εργοδότης έχει κατά το άρθρ. 700 ΑΚ το δικαίωμα να καταγγείλει οποτεδήποτε έως την αποπεράτωση του έργου τη σύμβαση και μάλιστα χωρίς ανάγκη να επικαλεσθεί και να αποδείξει την ύπαρξη σπουδαίου λόγου, οπότε αυτή λύνεται για το μέλλον και υποχρεούται πλέον ο ίδιος να παραλάβει το έργο στην κατάσταση που βρίσκεται κατά την καταγγελία, καταβάλλοντας ολόκληρη τη συμφωνημένη αμοιβή, από την οποία πάντως, ύστερα από ένστασή του, αφαιρείται η δαπάνη που εξοικονομήθηκε από τη ματαίωση της σύμβασης, καθώς και οτιδήποτε άλλο ωφελήθηκε ο εργολάβος από άλλη εργασία του ή παρέλειψε με δόλο να ωφεληθεί.
Όμως εφόσον η σύμβαση λύνεται με την παραπάνω καταγγελία μόνον για το μέλλον, ενώ διατηρείται ισχυρή για τον προηγούμενο χρόνο, συνάγεται ότι διατηρούνται τα τυχόν δικαιώματα του εργοδότη από τα άρθρ. 688-690 ΑΚ αναφορικά με το μέρος του έργου που εκτελέσθηκε μέχρι την καταγγελία της σύμβασης (ΑΠ 762/2006). Διαφορετική από την εν λόγω καταγγελία είναι ως προς τις προϋποθέσεις, αλλά και ως προς τις συνέπειες, η υπαναχώρηση από τη σύμβαση έργου, που προβλέπεται από το άρθρ. 686α,β του ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο αν ο εργολάβος δεν αρχίσει έγκαιρα την εκτέλεση του έργου ή αν επιβραδύνει, χωρίς υπαιτιότητα του εργοδότη, την εκτέλεση του έργου, στο σύνολό της ή εν μέρει, κατά τρόπο που αντιβαίνει στη σύμβαση και καθιστά αδύνατη την έγκαιρη περάτωσή του, μπορεί ο εργοδότης, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πταίσματος του εργολάβου, να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, χωρίς να περιμένει το χρόνο της παράδοσης του έργου, σε περίπτωση δε υπερημερίας του εργολάβου, διατηρούνται ακέραια τα σχετικά δικαιώματα του εργοδότη.
Η υπαναχώρηση ως αιτία καταργήσεως της συμβάσεως είναι δυνατό να προβλεφθεί και εκ των προτέρων στη σύμβαση (συμβατική υπαναχώρηση). Με την υπαναχώρηση, η οποία είναι τρόπος κατάργησης κάποιων συμβατικών δικαιωμάτων που ρητά προβλέπονται, η σύμβαση έργου καταργείται αναδρομικά και επέρχονται οι συνέπειες που ορίζονται στο άρθρ. 389§2 ΑΚ.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή δέχθηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: "Οι εναγόμενοι είναι κύριοι και συγκύριοι επτά εν όλω ομόρων οικοπεδοτεμαχίων ... . Ειδικότερα, ο εξ αυτών Ν. Α. είναι αποκλειστικός κύριος τριών εκ των άνω ακινήτων, επιφανείας, 607,63 m2, 756,22 m2 και 639,06 m2, αντιστοίχως, η εξ αυτών Α.
Α. αποκλειστική κυρία ετέρων τριών, επιφανείας 608,88 m2, 876,77 m2 και 747,08 m2, αντιστοίχως, αμφότεροι δε ισομερώς συγκύριοι του εβδόμου των ακινήτων αυτών, επιφανείας 1.160,72 m2. Δυνάμει του υπ' αριθμ. .../17-7- 2001 προσυμφώνου μεταβιβάσεως ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδων και εργολαβικής συμβάσεως ..., οι προαναφερόμενοι οικοπεδούχοι ανέθεσαν στον μη εν προκειμένω διάδικο, Π.
Μ., την κατά το σύστημα της αντιπαροχής ανέγερση συγκροτήματος κατοικιών επί των άνω οικοπεδοτεμαχίων τους. Κατά την εργολαβική σύμβαση ο εργολάβος ανέλαβε την υποχρέωση να παραδώσει στους εναγομένους, λόγω αντιπαροχής, αποπερατωμένα, δύο (ένα σε καθένα) πανομοιότυπα αυτοτελή συγκροτήματα, που ήθελαν ανεγερθεί στα επιφανείας 607,63 m2 και 608,77 m2 εκ των άνω ακινήτων, καθένα των οποίων αποτελείτο από πέντε ισόγειες μετά υπογείου κατοικίες και τρία διαμερίσματα στον πρώτο όροφο, ενώ οι τελευταίοι υποχρεούντο να μεταβιβάσουν, λόγω αμοιβής, στον αντισυμβαλλόμενό τους - εργολάβο ή σε πρόσωπα που αυτός ήθελε υποδείξει, το επί των άνω οικοπέδων υπολειπόμενο, μετ' αφαίρεση του αντιστοιχούντος στις διακεκριμένες ιδιοκτησίες της αντιπαροχής τους, εξ αδιαιρέτου ποσοστό τους, καθώς και το σύνολο του ποσοστού ιδιοκτησίας τους στα λοιπά οικόπεδα, μετά των αντιστοιχούντων σ' αυτό οριζοντίων ιδιοκτησιών του όλου συγκροτήματος.
Εξ άλλου, σύμφωνα με τον υπ' αριθμ. οκτώ (8) όρο της αυτής συμβάσεως ο εργολάβος υποχρεούτο ν' αρχίσει τις εργασίες ανοικοδομήσεως της αντιπαροχής των εναγομένων εντός εξαμήνου από της εκδόσεως της οικοδομικής αδείας ανεγέρσεώς τους και να παραδώσει τους αντιστοιχούντες σ' αυτή διακεκριμένους χώρους πλήρως αποπερατωμένους εντός προθεσμίας τριάντα έξι (36) μηνών από του αυτού χρονικού σημείου, ο δε προς έκδοση της οικοδομικής αδείας φάκελος έπρεπε να υποβληθεί στην αρμοδία Πολεοδομική αρχή εντός τετραμήνου από της υπογραφής του εργολαβικού συμβολαίου, άλλως υπέκειτο στην προς τους αντισυμβαλλομένους του καταβολή ποινικής ρήτρας, ύψους 5.000.000 δραχμών για κάθε μήνα καθυστερήσεως.
Στο ίδιο άρθρο ορίσθηκε, επίσης, ότι ''σε περίπτωση που ο εργολάβος εκτός από ανωτέρα βία ή υπαιτιότητα των οικοπεδούχων καθυστερήσει αδικαιολογήτως την υποβολή του φακέλου της μελέτης στην Πολεοδομία πέραν των έξι (6) μηνών ή την έναρξη των εργασιών πέραν των δώδεκα (12) μηνών από την έκδοση της άδειας ή διακόψει τις εργασίες πέραν των εννέα (9) μηνών σε οποιοδήποτε στάδιο και αν βρίσκονται οι οικοδομικές εργασίες ή καθυστερήσει την αποπεράτωση του έργου και την παράδοση της αντιπαροχής στους οικοπεδούχους πέραν των έξι (6) μηνών από την προθεσμία αποπεράτωσης και παράδοσης του έργου, τότε οι οικοπεδούχοι δικαιούνται να κηρύξουν έκπτωτο τον εργολάβο από τα δικαιώματά του, που πηγάζουν από αυτό το συμβόλαιο'', ενώ, περαιτέρω, με το άρθρο 24 του ιδίου εργολαβικού συμβολαίου ορίσθηκε ότι ''δεν επιτρέπεται σε κανένα από τους συμβαλλόμενους να υπαναχωρήσει από την παρούσα σύμβαση, εξαιρουμένης μόνο της περιπτώσεως του άρθρου οκτώ -8- του παρόντος που αναφέρεται στην έκπτωση του εργολάβου.
Εάν παρά την απαγόρευση υπαναχωρήσει οποιαδήποτε συμβαλλόμενη πλευρά, υποχρεούται να καταβάλει σε κάθε αναίτιο το ποσό των δραχμών εκατό εκατομμυρίων (100.000.000) ως ποινική ρήτρα, υποχρεούται δε επίσης να αποκαταστήσει κάθε θετική ή αποθετική ζημία του κάθε αναίτιου''. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 12 του εργολαβικού συμβολαίου οι εναγόμενοι οικοπεδούχοι υποσχέθηκαν ότι τα ποσοστά των οικοπέδων που θα μεταβιβαστούν στον εργολάβο ή τρίτους είναι ''ελεύθερα από κάθε βάρος, χρέος, υποθήκη, προσημείωση, δουλεία, κατάσχεση, οφειλή φόρων και τελών δημοσίων και δημοτικών κάθε είδους, από κάθε κληρονομικό δικαίωμα, τρίτου εκνίκηση και διεκδίκηση, ρυμοτομία οδών και αποζημίωση παρόδιων γειτόνων, εισφορά σε χρήμα, από κάθε διένεξη και αμφισβήτηση και γενικά απαλλαγμένο από κάθε νομικό ελάττωμα''.
Ακολούθως, δυνάμει της υπ' αριθμ. .../4-11-2002 πράξεως της ιδίας ως άνω, συμβολαιογράφου, που καταρτίσθηκε μεταξύ των προαναφερομένων (εργολάβου και οικοπεδούχων) και της ήδη διαδίκου ... ανωνύμου εταιρείας υπό την επωνυμία "... ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ A.Ε.'', ο εργολάβος, Π. Μ. εκχώρησε, πάντα τα εκ της ενδίκου συμβάσεως δικαιώματά του στην τελευταία, η οποία, αντιστοίχως, ανέλαβε και όλες τις εξ αυτής υποχρεώσεις.
Μετά ταύτα, και κατ' ακολουθίαν διαδικασιών που είχαν ήδη εκκινήσει, εκδόθηκαν, αν και χωρίς επακριβή τήρηση των χρονικών ορίων του ενδίκου προσυμφώνου, οι οικοδομικές άδειες για την ανέγερση των οικοδομικών συγκροτημάτων της αντιπαροχής των εναγομένων - οικοπεδούχων και προχώρησαν οι αντίστοιχες οικοδομικές εργασίες, οι οποίες έφθασαν μέχρι της κατασκευής του εκ σκυροδέματος σκελετού αυτών.
Οι διαδικασίες όμως για την πρόοδο του έργου στα λοιπά οικοπεδοτεμάχια, στα οποία θα ανεγείροντο τα οικοδομήματα της αντιπαροχής της εργολάβου εταιρείας, δεν προχώρησαν, επειδή διαπιστώθηκε ότι τα ακίνητα αυτά βαρύνοντο με πραγματική δουλεία διελεύσεως του δικτύου υδρεύσεως του Δήμου Κασσάνδρας και οι εντός αυτών σωληνώσεις παρεμπόδιζαν οποιαδήποτε εργασία.
Εν όψει αυτού του προβλήματος οι διάδικοι προχώρησαν στην κατάρτιση της υπ' αριθμ. .../1-4-2003 πράξεως της ιδίας, ως άνω, συμβολαιογράφου, με την οποία, κατά τροποποίηση του αντιστοίχου όρου της ενδίκου συμβάσεως, ο χρόνος παραδόσεως στους εναγομένους - οικοπεδούχους των διαιρετών χώρων της αντιπαροχής τους ορίσθηκε σε σαράντα τέσσερις (44) μήνες από της εκδόσεως της οικοδομικής αδείας.
Ακολούθως η ενάγουσα, προθυμοποιηθείσα να ενεργήσει η ιδία προσωρινή εκτροπή των διερχομένων από τα ένδικα οικόπεδα αγωγών του άνω δικτύου, υπέβαλε σχετική αίτηση στο Δήμο Κασσάνδρας, πλην όμως, και με δεδομένο ότι η επέμβαση ιδιώτη σε δημοτικό έργο υποδομής απαιτεί τεχνικές μελέτες και εγκριτικές αποφάσεις από τα αρμόδια όργανα του Δήμου, διαδικασία που δεν προχωρούσε, οι διάδικοι, μετά πάροδο έτους και πλέον και αφού υπήρχε πρόβλεψη περί εκτελέσεως των σχετικών εργασιών μεταφοράς του δικτύου εκτός των ενδίκων οικοπέδων από τον Δήμο Κασσάνδρας, επανήλθαν με νέα, την υπ' αριθμ. .../7-6-2004 τροποποιητική της ενδίκου εργολαβικής συμβάσεως πράξη της ιδίας, ως άνω, συμβολαιογράφου, με την οποία όρισαν ότι όλες οι προθεσμίες που προβλέπονται στη σύμβαση αυτή αναστέλλονται για όσο χρόνο θα διαρκέσουν οι εργασίες του άνω Δήμου για το επίμαχο υδροδοτικό δίκτυο και ότι αυτές, και, ειδικότερα, τόσο η προθεσμία ενάρξεως του ενδίκου έργου, όσο και η προθεσμία παραδόσεώς του στους εναγομένους οικοπεδούχους, θ' αρχίσουν να τρέχουν από την ολοκλήρωση των άνω εργασιών.
Ακολούθως, κατά το έτος 2005 ο προαναφερόμενος Δήμος προήλθε σε απ' ευθείας ανάθεση, ατύπως, της εκτελέσεως εργασιών κατασκευής νέου υδροδοτικού δικτύου στην προαναφερθείσα περιοχή, επί σκοπώ καταργήσεως του υφισταμένου, και διερχομένου από την ένδικες ιδιοκτησίες των εναγομένων, τοιούτου, στον υπεργολάβο, Β.
Μ., διαδικασία η οποία, ενεργηθείσα χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις, καλύφθηκε μεταγενέστερα με την έγκριση των πρακτικών δημοπρασίας του έργου από το Δημοτικό Συμβούλιο Δήμου Κασσάνδρας και, ακολούθως, την κατάρτιση μεταξύ Δήμου και της εργολάβου Ε. Μ. της από 18-10-2005 συμβάσεως εκτελέσεώς του. Πάντως, οι ανατεθείσες στην άνω εργολάβο εργασίες, που φέρονται παραληφθείσες από την αρμοδία Τεχνική Υπηρεσία Δήμων και Κοινοτήτων (ΤΥΔΚ) της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας στις 10-4-2006, είχαν εν τοις πράγμασι εκτελεσθεί πολύ πριν ακόμη χωρήσει η τυπική κάλυψή τους με την προαναφερθείσα προκήρυξη και την ακολούθως ταύτης εργολαβική σύμβαση, υπό τα δεδομένα δε αυτά ο Δήμαρχος Κασσάνδρας εξέδωσε, κατόπιν της αυθημερόν υποβληθείσης αιτήσεως του εκ των εναγομένων - οικοπεδούχων, Ν.
Α., την υπ' αριθμ. πρωτ. .../24-8-2005 βεβαίωση, με την οποία βεβαίωνε επί λέξει ότι '"ο αγωγός ύδρευσης που διέρχεται από τα οικόπεδα ιδιοκτησίας των Α. Ν., Μ. Α. και Π. Μ. στη θέση ..." ' του δημοτικού διαμερίσματος ..., είναι εκτός λειτουργίας από 10 Σεπτεμβρίου 2005 διότι στην εν λόγω περιοχή έχει γίνει καινούργιο δίκτυο ύδρευσης.
Η παρούσα χορηγείται ύστερα από αίτηση για την εκσκαφή και την ανέγερση οικοδομής"'. Με βάση τη βεβαίωση αυτή οι οικοπεδούχοι απέστειλαν στον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγούσης την από 10-11-2005 εξώδικη πρόσκληση - δήλωσή τους, που επιδόθηκε σ' αυτόν την 17-11-2005, με την οποία, αφού γνωστοποίησαν το περιεχόμενο της άνω βεβαιώσεως, επισήμαναν, περαιτέρω, επί λέξει ότι ''επειδή σήμερα, μετά την αποκατάσταση του παραπάνω προβλήματος, μπορείτε πλέον ανεμπόδιστα να προβείτε στις οικοδομικές εργασίες εντός των οικοπέδων της αντιπαροχής μας, τηρώντας όλους τους όρους του παραπάνω εργολαβικού συμβολαίου, με την παρούσα σας καλούμε να προβείτε στην συνέχιση και ολοκλήρωση των οικοδομικών εργασιών και σας δηλώνουμε ότι υπολογίζουμε πλέον ως αφετηρία των προβλεπομένων και αναγραφόμενων προθεσμιών στο υπ' αριθ. .../2001 εργολαβικό συμβόλαιο, την νόμιμη επίδοση της παρούσας εξωδίκου μας προς εσάς".
Τη θέση αυτή των εναγομένων οικοπεδούχων αμφισβήτησε με την από 15-12-2005 εξώδικη ανταπάντησή της η εργολάβος εταιρεία, διατεινομένη ότι μέρος μόνο των διερχομένων από τα ένδικα οικόπεδα αγωγών του άνω υδροδοτικού δικτύου είχε καταργηθεί, ενώ οι υπόλοιποι παρέμεναν ενεργοί και κάλεσε τους αντισυμβαλλομένους της να ενεργήσουν για την πλήρη άρση του ελαττώματος των οικοπέδων τους.
Ακολούθως, και ενώ τα μέρη ενέμειναν στις θέσεις τους, οι εναγόμενοι - οικοπεδούχοι απέστειλαν στην ενάγουσα εργολάβο εταιρεία την από 15-11-2006 ''εξώδικη καταγγελία - δήλωση - διαμαρτυρία - πρόσκληση'", με την οποία, διαμαρτυρόμενοι γιατί, παρά τις οχλήσεις τους, μεταξύ των οποίων, ιδία, η κατά τα άνω εξώδικη πρόσκλησή τους, ουδεμία πρόοδος των εργασιών του ενδίκου έργου υπήρξε, μολονότι είχε εξαλειφθεί πλέον ο λόγος αναστολής τους, δήλωσαν προς την αντισυμβαλλομένη τους ότι, ποιούμενοι χρήση του περιλαμβανομένου στο άρθρο 8 της ενδίκου συμβάσεως όρου, κατά τον οποίο αν η εργολάβος διακόψει τις εργασίες πέραν των εννέα (9) μηνών σε οποιοδήποτε στάδιο και αν βρίσκονται οι οικοδομικές εργασίες τότε οι οικοπεδούχοι δικαιούνται να την κηρύξουν έκπτωτη, καταγγέλλουν την ένδικη μεταξύ τους εργολαβική σύμβαση και την κηρύσσουν έκπτωτη, καλούντες αυτή ν' απόσχει πλέον από κάθε ενέργεια στα ακίνητά τους, ως υπαναχωρούντες, ταυτοχρόνως, εκ της συμβάσεως και επιφυλασσόμενοι των νομίμων δικαιωμάτων τους για αποζημίωσή τους και αναζητήσεως της συμφωνηθείσης μεταξύ των μερών ποινικής ρήτρας.
Έναντι της δηλώσεως αυτής η ενάγουσα απέστειλε στους αντισυμβαλλόμενους της την από 10-12-2006 εξώδικη διαμαρτυρία - πρόσκληση - δήλωσή της, με την οποία ενέμεινε στη θέση της ότι εξακολουθεί υφιστάμενο το πρόβλημα που αποτέλεσε την αιτία αναστολής των εργασιών του ενδίκου έργου και κάλεσε τους αντιδίκους της να μεριμνήσουν για την άρση του ... .
Όπως ήδη προαναφέρθηκε, οι εναγόμενοι οικοπεδούχοι προχώρησαν στην δήλωση καταπτώσεως της εργολάβου εταιρείας, επικαλούμενοι παραβίαση των συμβατικών προθεσμιών εκτελέσεως του ενδίκου έργου, η κατά τα άνω αναστολή των οποίων ήρθη μετά την, κατ' αυτούς, ολοκλήρωση των εργασιών απομακρύνσεως του υφισταμένου επί των οικοπέδων τους υδροδοτικού δικτύου του Δήμου Κασσάνδρας Χαλκιδικής.
Το ζήτημα όμως αυτό, δηλονότι η αδρανοποίηση του συνόλου των αγωγών του προαναφερομένου υδροδοτικού δικτύου, που διήρχοντο από τα ένδικα οικόπεδα, περιστατικό που, κατά τα προαναφερόμενα, αποτέλεσε συμβατικό όρο για την επανέναρξη των ενδίκων εργασιών και υπολογισμό των συμβατικών προθεσμιών ολοκληρώσεώς τους, αποτέλεσε εξ αρχής, όπως και ανωτέρω αναφέρεται, στοιχείο εντόνου αντιπαραθέσεως των διαδίκων μερών, αφού η ενάγουσα αμφισβήτησε εντόνως ότι υπήρξε αληθώς πλήρης απελευθέρωση των οικοπέδων των αντιδίκων τους από τους προαναφερομένους αγωγούς.
Στα πλαίσια δε της αντιπαραθέσεως αυτής εκδόθηκε, κατόπιν διαδοχικών αιτήσεων των διαδίκων μερών, από τον Δήμαρχο του άνω Δήμου Κασσάνδρας ή τους αναπληρωτές του ή την αρμοδία Τεχνική του Υπηρεσία, πλην της προαναφερθείσης τοιαύτης, που επικαλέσθηκαν οι εναγόμενοι για την κήρυξη ως εκπτώτου της εναγούσης, και σειρά άλλων, από του έτους 2006 και μέχρι προσφάτως, βεβαιώσεων περί του εριζομένου ως άνω ζητήματος, που έχουν όμως αντιφατικό περιεχόμενο.
Ειδικότερα, στις αρχικές εξ αυτών εμφανίζεται, με αμφίσημο και γενικόλογο περιεχόμενο, να έχει καταργηθεί πλέον το σύνολο των αγωγών του δικτύου που διήρχοντο από τα ένδικα οικόπεδα, ενώ, ακολούθως, γίνεται σαφής αναφορά σε τρίτο υδροδοτικό δίκτυο, το οποίο, διερχόμενο από τα οικόπεδα αυτά, παραμένει λειτουργικό και υδροδοτεί κατοικίες της περιοχής.
Να σημειωθεί εδώ ότι, λόγω ακριβώς των αντιφάσεων των άνω βεβαιώσεων ασκήθηκε, κατόπιν εγκλήσεως της εναγούσης εταιρείας, κατά των Δημάρχων και Αντιδημάρχων του Δήμου Κασσάνδρας που υπέγραψαν τις αρχικές πέντε εκ των προαναφερομένων βεβαιώσεων, ποινική δίωξη για ψευδή βεβαίωση, κατά δε των εναγομένων για ηθική αυτουργία στην πράξη αυτή, προς δε και για απόπειρα απάτης στο Δικαστήριο, ως εκ της προσκομίσεως των βεβαιώσεων αυτών ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής κατά την εκδίκαση της ως άνω αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων και παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του ενταύθα Τριμελούς Εφετείου (Α' Βαθμού), το οποίο, με την υπ' αριθμ. 1949/2010 απόφασή του κήρυξε αυτούς αθώους κατά πλειοψηφία, απόφαση που εφεσιβλήθηκε από τον προτείναντα την καταδίκη τους Εισαγγελέα της έδρας, η εκδίκαση της οποίας εκκρεμούσε κατά την παρούσα συζήτηση.
Από όλα τα παραπάνω, σε συνδυασμό και με τα λοιπά, ως άνω, αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται, μετά ταύτα, ότι από τα ένδικα οικόπεδα διήρχοντο τρία δίκτυα υδρεύσεως του προαναφερομένου Δήμου, τα δύο κατασκευασμένα προ τριακοπενταετίας και το τρίτο κατά το έτος 1990. Εξ αυτών, μετά την ολοκλήρωση, το έτος 2006, των συναφών εργασιών από τον προαναφερόμενο Δήμο, καταργήθηκαν τα δύο πρώτα, το τρίτο όμως παρέμεινε ενεργό και εξακολουθεί να υδροδοτεί κατοικίες της περιοχής.
Υπό τις περιστάσεις αυτές είναι προφανές ότι ο περιληφθείς στην καταχωρηθείσα στην προαναφερθείσα υπ' αριθμ. .../7-6-2004 πράξη της συμβολαιογράφου ... συμφωνία των μερών όρος, κατά τον οποίο η συνομολογηθείσα αναστολή εκτελέσεως των εργασιών του ενδίκου έργου και η εκκίνηση των συμβατικών προθεσμιών της ενδίκου εργολαβικής συμβάσεως θα χωρούσε μόνο μετά την ολοκλήρωση των εργασιών απομακρύνσεως του συνόλου των αγωγών του δημοτικού υδροδοτικού δικτύου, που διήρχετο από τα οικόπεδα των εναγόμενων, δεν πληρώθηκε, αφού ο προαναφερόμενος Δήμος δεν εκκίνησε καν τις εργασίες αδρανοποιήσεως του τρίτου, κατά τα άνω, υδροδοτικού δικτύου.
Μη πληρωθέντος, μετά ταύτα, του προαναφερομένου κρίσιμου όρου των μεταξύ των μερών συμφωνηθέντων, δεν μπορεί να τεθεί ζήτημα απραξίας της εναγούσης περί την εκτέλεση των ενδίκων εργασιών για συνεχόμενο διάστημα εννέα και πλέον μηνών, αφού η αντίστοιχη, περιλαμβανομένη στο προμνησθέν υπ' αριθμ. 8 άρθρο της ενδίκου εργολαβικής συμβάσεως προθεσμία, τελούσα, με βάση τις, κατά τα άνω, παραδοχές, σε αναστολή, ουδέποτε εκκίνησε και διέδραμε ... .
Συνακολούθως, η κατά τα άνω καταγγελία της ενδίκου εργολαβικής συμβάσεως παρά των εναγόμενων οικοπεδούχων και η παρ' αυτής υπαναχώρησή τους, η οποία, σημειωτέον, με βάση το περιεχόμενο της σχετικής δηλώσεώς τους, φέρεται να χωρεί σωρευτικά, δηλονότι όχι μόνο ένεκεν της παραβιάσεως των συμβατικών προθεσμιών της ενδίκου συμβάσεως αλλά και υπό την επίκληση των όρων της διατάξεως του άρθρου 686 ΑΚ, εχώρησε κατά παραβίαση των μεταξύ των μερών συνομολογηθέντων, με συνέπεια να γεννώται τα κατά νόμο και τα συμφωνηθέντα δικαιώματα και υποχρεώσεις εκατέρωθεν.
Συνακολούθως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του ομοίως έκρινε, δεν έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων και οι τ' αντίθετα υποστηρίζοντες πρώτος και τρίτος εκ των λόγων της εφέσεως των εναγόμενων οικοπεδούχων είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όπως προαναφέρθηκε, με το άρθρο 24 του ενδίκου εργολαβικού συμβολαίου συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών ότι ''δεν επιτρέπεται σε κανένα από τους συμβαλλόμενους να υπαναχωρήσει από την παρούσα σύμβαση, εξαιρουμένης μόνο της περιπτώσεως του άρθρου οκτώ -8- του παρόντος που αναφέρεται στην έκπτωση του εργολάβου.
Εάν παρά την απαγόρευση υπαναχωρήσει οποιαδήποτε συμβαλλόμενη πλευρά, υποχρεούται να καταβάλει σε κάθε αναίτιο το ποσό των δραχμών εκατό εκατομμυρίων (100.000.000) ως ποινική ρήτρα, υποχρεούται δε επίσης να αποκαταστήσει κάθε θετική ή αποθετική ζημία του κάθε αναίτιου"'. Είναι πρόδηλο ότι τα μέρη θέλησαν με τον όρο αυτό ν' αποκλείσουν, με την πρόβλεψη μεγάλου ύψους ποινής, την υπαναχώρηση εκατέρου εξ αυτών εκ της ενδίκου συμβάσεως, εξαιρώντας ρητά μόνο την περίπτωση που, εκ λόγων αφορώντων την εργολάβο εταιρεία, αυτή ήθελε αδικαιολογήτως παραβιάσει τις ρητώς ορισθείσες προθεσμίες για την έναρξη, πρόοδο και ολοκλήρωση του ενδίκου έργου.
Υπό τα δεδομένα αυτά ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι η εν προκειμένω καταγγελία από μέρους τους της ενδίκου συμβάσεως περιλαμβάνεται στην κατά τα άνω εξαίρεση, με συνέπεια να μη συντρέχει περίπτωση καταπτώσεως σε βάρος τους της συμφωνηθείσης ποινικής ρήτρας, δεν ανταποκρίνεται στα μεταξύ των μερών ρητώς συμφωνηθέντα.
Πλέον ειδικότερα, στο άρθρο 8 της ενδίκου συμβάσεως, στο οποίο ο κρίσιμος, εν προκειμένω, ως άνω όρος παραπέμπει, ορίζεται, όπως προαναφέρθηκε, ότι "'σε περίπτωση που ο εργολάβος εκτός από ανώτερα βία ή υπαιτιότητα των οικοπεδούχων καθυστερήσει αδικαιολογήτως την υποβολή του φακέλου της μελέτης στην Πολεοδομία πέραν των έξι (6) μηνών ή την έναρξη των εργασιών πέραν των δώδεκα (12) μηνών από την έκδοση της άδειας ή διακόψει τις εργασίες πέραν των εννέα (9) μηνών σε οποιοδήποτε στάδιο και αν βρίσκονται οι οικοδομικές εργασίες ή καθυστερήσει την αποπεράτωση του έργου και την παράδοση της αντιπαροχής στους οικοπεδούχους πέραν των έξι (6) μηνών από την προθεσμία αποπεράτωσης και παράδοσης του έργου, τότε οι οικοπεδούχοι δικαιούνται να κηρύξουν έκπτωτο τον εργολάβο από τα δικαιώματά του, που πηγάζουν από αυτό το συμβόλαιο'".
Με βάση, μετά ταύτα, την ρητώς διατυπουμένη στον όρο αυτό συμφωνία των μερών, οι οικοπεδούχοι είχαν δικαίωμα καταγγελίας της ενδίκου συμβάσεως (δηλονότι δικαίωμα συμβατικής υπαναχωρήσεως κατά τα στην προηγηθείσα νομική σκέψη αναφερόμενα) μόνο σε περίπτωση υπαιτίου - αδικαιολογήτου παραβιάσεως από μέρους της εργολάβου εταιρείας των εκεί οριζομένων χρονικών ορίων ενάρξεως, προόδου και ολοκληρώσεως των εργασιών του ενδίκου έργου, οπότε και μόνο, κατά τον προαναφερθέντα, κρίσιμο εν προκειμένω, όρο της ενδίκου συμβάσεως, δεν θα λειτουργούσε η περί ποινικής ρήτρας συμφωνία τους.
Με δεδομένο όμως ότι η εν προκειμένω καταγγελία της ενδίκου συμβάσεως παρά των εναγομένων οικοπεδούχων εχώρησε, σύμφωνα με τις κατά τα άνω παραδοχές, χωρίς τη συνδρομή των κατά τα άνω όρων, δηλονότι χωρίς να συντρέχει υπαιτιότητα της εργολάβου εταιρείας περί την τήρηση των ως άνω προθεσμιών, παρέπεται ότι κατέπεσε σε βάρος τους η συμφωνηθείσα, ως άνω, ποινική ρήτρα υπέρ της αναίτιου, κατά τη χαρακτηριστική διατύπωση του συναφούς όρου, αντιδίκου τους.
Εν όψει τούτων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που, αν και χωρίς ειδικότερη αιτιολογία, έκρινε ότι κατέπεσε υπέρ της εναγούσης - εργολάβου εταιρείας και σε βάρος των εναγομένων οικοπεδούχων η μεταξύ τους συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα, δεν έσφαλε κατ' αποτέλεσμα περί την εφαρμογή του νόμου και ο τα αντίθετα υποστηρίζων δεύτερος λόγος της εφέσεως της εναγούσης εταιρείας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος".
Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο διέλαβε δε στην απόφαση του, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τον επικαλούμενο από τους αναιρεσείοντες ως επιχειρηθέντα τρόπο λύσης της εργολαβικής σύμβασης, διότι προκύπτει με σαφήνεια από αυτές στην υπό κρίση περίπτωση τι ακριβώς δέχθηκε.
Οι παραδοχές της προσβαλλομένης είναι επαρκείς αφού δέχεται ότι ανεξάρτητα από τη χρήση των όρων καταγγελία και έκπτωση τελικά έλαβε χώρα από τους οικοπεδούχους - αναιρεσείοντες-συμβατική υπαναχώρηση με ρητή παραδοχή στις παραδοχές της (σελ. 29, στίχος 4) ότι πρόκειται περί συμβατικής υπαναχωρήσεως (ΑΚ 389).
Επομένως είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν ο πρώτος από τους αριθμούς 1 και 19 άρθρ. 559 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης και ο πρώτος και τρίτος πρόσθετος λόγος με τους οποίους προσάπτεται στην εφετειακή απόφαση αντίστοιχη πλημμέλεια.
Περαιτέρω, με τον τέταρτο λόγο, κατά τα αντίστοιχα σκέλη του και τον τρίτο πρόσθετο κατά το ένα σκέλος του οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη αιτιάσεις, κατ' ορθή εκτίμηση, από τους αριθ. 8, 11 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη με τις προαναφερθείσες παραδοχές αυτής (σελ. 23 - 26), αλλού δέχεται "αδρανοποίηση" του συνόλου των αγωγών και αλλού "απομάκρυνση" του συνόλου των αγωγών (σελ. 26), χωρίς να διευκρινίζει ποια από τις δύο έννοιες, αδρανοποίηση ή απομάκρυνση, έπρεπε να ισχύσει κατά την αληθή βούληση των μερών και εάν και οι δύο έννοιες ή μόνο η μία εξ αυτών και ποια επηρέαζε αρνητικά την έναρξη και πρόοδο των εργασιών ώστε να κριθεί εντεύθεν η υπερημερία της αναιρεσίβλητης εργολάβου ως προϋπόθεση του έγκυρου της συμβατικής υπαναχώρησης εκ μέρους των αναιρεσειόντων ή εάν η γενομένη υπαναχώρηση ήταν άκυρη στο πλαίσιο του συμβατικού όρου αρ. 8 του εργολαβικού οπότε γενάτο η ένδικη αξίωση υπερημερίας της αναιρεσίβλητης από τον συμβατικό όρο 24 του εργολαβικού.
Περαιτέρω, ενώ δέχεται η προσβαλλόμενη (σελ. 18), ότι από την υπ' αρ. .../24-8-2005 βεβαίωση του Δήμου Κασσάνδρας ο αγωγός ύδρευσης που διέρχεται από τα οικόπεδα ιδιοκτησίας των Α. Ν., Α. Α. Α. στην θέση ... του δημοτικού διαμερίσματος Κασσάνδρας του Δήμου Κασσάνδρας Χαλκιδικής, είναι εκτός λειτουργίας από 10-9-2005 διότι στην εν λόγω περιοχή έχει κατασκευαστεί καινούργιο δίκτυο ύδρευσης, στη συνέχεια αναιρώντας τα πιο πάνω γενόμενα δεκτά, καταλήγει (σελ. 23) ότι κατόπιν διαδοχικών αιτήσεων των διαδίκων μερών, πλην της προαναφερθείσας βεβαιώσεως, εκδόθηκαν και σειρά άλλων βεβαιώσεων περί του ιδίου ζητήματος με αντιφατικό περιεχόμενο (σελ. 24), από τις οποίες προκύπτει ότι δεν έχει καταργηθεί το σύνολο των αγωγών των υδροδοτικών δικτύων, αλλά παραμένει τρίτο υδροδοτικό δίκτυο διερχόμενο από τα οικόπεδα που παραμένει λειτουργικό και υδροδοτεί κατοικίες της περιοχής.
Έτσι όμως, με τις παραδοχές αυτές δημιουργείται αντιφατικό περιεχόμενο χωρίς να δικαιολογείται επαρκώς η κρίση του Εφετείου στην οποία κατέληξε αφού δεν αναφέρονται ειδικότερα ποιες ήταν αυτές οι βεβαιώσεις, με τι διαφορετικό περιεχόμενο, αλλά και για ποιο λόγο προκρίθηκε ως αληθές το περιεχόμενό τους και όχι εκείνο της πρώτης βεβαιώσεως.
Αυτά δε όλα σε συνδυασμό με το γεγονός ότι για την διακρίβωση της υπαίτιας συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης εργολάβου δεν αξιολογείται στην προσβαλλόμενη ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων ότι και η ύπαρξη ακόμη ενός ενεργού αγωγού διερχόμενου από τα επίδικα οικόπεδα δεν παρεμπόδιζε τις οικοδομικές εργασίες της αναιρεσίβλητης με βάση την εκδοθείσα άδεια και τα λοιπά έγγραφα που την συνόδευαν, ούτε προκύπτει αδιστάκτως ότι λήφθηκε υπόψη για την εκτίμηση του ισχυρισμού αυτού, η συναφής τεχνική μελέτη από 28-1-2008 του πολιτικού μηχανικού Β.
Κ.. Επομένως, κατά παραδοχή των τετάρτου λόγου του αναιρετηρίου, κατά το μέρος του από τους αρ. 8, 11 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως βασίμου, (κατ' ορθή εκτίμηση) και του τρίτου πρόσθετου λόγου κατά το ένα σκέλος του πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων του αναιρετηρίου και των προσθέτων λόγων να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρ. 65 του ν. 4139/2013, η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή, ενώ η αναιρεσίβλητη που νικήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά τους, όπως στο διατακτικό ειδικότερα (άρθρ. 176, 178§1, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ).
Τέλος πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρ. 12§2 του ν. 4055/2012, η απόδοση στους αναιρεσείοντες του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε απ' αυτούς με το υπ' αριθ. 4939522/2014 διπλότυπο είσπραξης, όπως αυτό προκύπτει από την υπ' αριθ. 33/2014 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης στη γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 2369/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την απόδοση στους αναιρεσείοντες του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε απ' αυτούς με το υπ' αριθ. 4939522/2014 διπλότυπο είσπραξης, όπως αυτό προκύπτει από την υπ' αριθ. 33/2014 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης στη γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο Θεσσαλονίκης, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιουνίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ