Supreme Court dismisses appeal due to absent respondent and rejects ground regarding evidence review.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision because the respondent company failed to appear at the hearing despite proper service. The appellant argued the lower court ignored specific documents and correspondence regarding a machine sale, but the court found these materials were already considered in the final judgment. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible due to the respondent's absence and the lack of a valid ground for review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110 § 2, 498 §1, 568 § 1, 2, 4 and 576 §§1-3 of the Code of Civil Procedure; If a party fails to appear at the appeal hearing despite proper summons, the court examines whether the absent party expedited the hearing; if not, the appeal is inadmissible. Furthermore, an appeal ground is inadmissible if it merely alleges the lower court failed to consider evidence that was already explicitly taken into account in the final decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1877 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1877/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Ευτύχιο Νικόπουλο και Βαρβάρα Πάπαρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική Αντωνοπούλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/7/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Δράμας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 78/2015 μη οριστική και 53/20185 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 88/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23/2/2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 § 2, 498 §1, 568 § 1, 2, 4 και 576 §§1 έως 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτήν κάποιος διάδικος, το Δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και, αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεώς της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 298/2023, ΑΠ100/2019, ΑΠ 764/2017).
Εν προκειμένω, από την υπ'αριθ. 6789γ/11-5-2022 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Θράκης Β. Μ., που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα επιμέλεια της αναιρεσείουσας στην αναιρεσίβλητη.
H τελευταία όμως δεν εμφανίστηκε όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου. Ωστόσο η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν και αυτή παρούσα. Η υπό κρίση από 23-2-2022 αίτηση για την αναίρεση της υπ'αριθ. 88/2020 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα προ πάσης επιδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία δημοσιεύθηκε στις 5-3-2020, ενώ η αίτηση για την αναίρεσή της κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Θράκης στις 3-3-2022, στρέφεται δε κατά της εφεσίβλητης/εναγομένης κατά της οποίας απορρίφθηκε η έφεση που άσκησε η εκκαλούσα και νυν αναιρεσείουσα (άρθ. 495, 552, 553, 556, 558, 564 § 3 ΚΠολΔ).
Είναι, συνεπώς, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της(άρθ. 577 § 3 ΚΠολΔ). Η προσβαλλομένη απόφαση είναι κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Η αναιρεσείουσα άσκησε κατά της αναρεσίβλητης την από 10-7-2013 αγωγή της με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί αυτή να της καταβάλει:
α)το ποσό των 20.517,36 ευρώ για τη ζημία που ισχυρίστηκε ότι υπέστη από τις ελλείψεις της εκτυπωτικής μηχανής που αγόρασε από εκείνη, β) το ποσό των 26.996 ευρώ για την αποκατάσταση της λειτουργίας της ως προς τα ελαττωματικά μέρη αυτής, γ)το ποσό των 15.000 ευρώ για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την αντισυμβατική συμπεριφορά της αντιδίκου της.
Εκδόθηκε η υπ'αριθ. 53/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...ς, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης της τότε εναγομένης και νυν αναιρεσίβλητης εταιρείας με το σκεπτικό ότι η πώληση του μηχανήματος καταρτίστηκε μεταξύ της εναγομένης εταιρίας, η οποία όμως ενεργούσε ως εντολοδόχος της ενάγουσας και της τουρκικής εταιρίας ...
ως πωλήτριας. Ασκήθηκε έφεση από την ηττηθείσα ενάγουσα και εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ'αριθ. 88/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, η οποία επικύρωσε την πιο πάνω πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την έφεση. Kατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 § 1 εδ. α` ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).
Η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ` επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη τού ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 11/2017, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1547/2023, ΑΠ 3/2019).
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3, 6 και 7 του ν.2251/1994, 513, 534, 535, 540, 543 και 559 εδ. α'και 914 του ΑΚ με τη μη εφαρμογή τους, δεχόμενο εσφαλμένα ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε σύμβαση εντολής, με την οποία η αναιρεσείουσα ως εντολέας ανέθεσε στην αναιρεσίβλητη ως εντολοδόχο την αγορά του επιδίκου μηχανήματος από την εταιρία ..., ενώ αν εφήρμοζε τις ως άνω διατάξεις θα δεχόταν την ευθύνη της αναιρεσίβλητης ως αντιπροσώπου της κατασκευάστριας εταιρίας για το ελαττωματικό προϊόν.
Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ιστορούσε τα εξής: Ότι αγόρασε από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρία μία εκτυπωτική μηχανή PEGASUS 126, Stack type 6 χρωμάτων με πλήρη εξοπλισμό, αντί συνολικού τιμήματος, συνυπολογιζομένου και ΦΠΑ εκ 19%, 309.400 ευρώ.
Ότι, όταν η μηχανή συναρμολογήθηκε από το προσωπικό της εναγομένης, διαπιστώθηκε ότι έλειπαν τα αναφερόμενα στην αγωγή βασικά εξαρτήματα, η έλλειψη των οποίων προκαλούσε σοβαρά προβλήματα στη λειτουργία της. Ότι η ύπαρξη των εξαρτημάτων αυτών ήταν συμφωνημένη και αποτελούσε μέρος του τιμήματος που καταβλήθηκε.
Ότι η ενάγουσα άμεσα τηλεφωνικά και εν συνεχεία με την από 9-11-2009 επιστολή της ενημέρωσε την εναγόμενη για την έλλειψη τούτων και ζήτησε την αποκατάσταση της πλήρους λειτουργίας της μηχανής με την προμήθεια των ελλειπόντων εξαρτημάτων. Ότι παρά τη διαβεβαίωση της εναγόμενης δεν αποκαταστάθηκε κατά τα ανωτέρω η λειτουργία της εκτυπωτικής μηχανής.
Ότι από την πλημμελή λειτουργία της έχει απωλέσει εισοδήματα ύψους 20.517,36 ευρώ, καθώς αναγκάζεται να εκτυπώνει σε τρίτους και πολλές φορές να μην αναλαμβάνει παραγγελίες από πελάτες που θα μπορούσε να εκτελέσει εάν η εκτυπωτική μηχανή λειτουργούσε κανονικά. Ότι λόγω της αδιαφορίας της εναγόμενης απευθύνθηκε σε τρίτες εταιρίες προκειμένου να αποκαταστήσουν τις ελλείψεις της εκτυπωτικής μηχανής, για την αποκατάσταση της οποίας, με την προμήθεια των ελλειπόντων εξαρτημάτων, απαιτείται να δαπανήσει το ποσό των 26.996 ευρώ.
Η ενάγουσα, επικαλούμενη περαιτέρω ότι υπέστη ηθική βλάβη, επειδή εξαιτίας της ως άνω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της εναγόμενης επλήγη η φήμη της στους πελάτες της, ζητούσε, μετά την παραδεκτή τροπή του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε έντοκο αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει, νομιμοτόκως α) το ποσό των 20.517,36 ευρώ για τη ζημία που υπέστη από τη δυσλειτουργία της εκτυπωτικής μηχανής, β) το ποσό των 26.966 ευρώ για την αποκατάσταση της εκτυπωτικής μηχανής και γ) το ποσό των 15.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης, καθώς και να αποκαταστήσει τις αναφερόμενες ελλείψεις με δαπάνες και προσωπικό της.
Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή στηρίζεται στις διατάξεις για την πώληση ελαττωματικού πράγματος (άρθ. 513 επ. ΑΚ) και αυτές των άρθρων 914 επ. ΑΚ και τις οποίες ορθά εφήρμοσε το Εφετείο και δεν πρόκειται για διάθεση στην αναιρεσείουσα από την εισαγωγέα αναιρεσίβλητη μη ασφαλούς προϊόντος, μη εφαρμοζομένων εν προκειμένω των διατάξεων του άρθρ. 6 Ν.2251/1994, τις οποίες ορθά δεν εφήρμοσε το Εφετείο.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Σύμφωνα με τον αριθ.11 περ. γ' του άρθ. 559 ΚΠολΔ, ο λόγος θεμελιώνεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του, παρά το νόμο, αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Για το ορισμένο του λόγου αναίρεσης απαιτείται να αναφέρεται στην αίτηση αναίρεσης το αποδεικτικό μέσο, το οποίο δεν λήφθηκε υπόψη και το αποδεικτικό του περιεχόμενο όχι όμως και η αποδεικτική του αξία, που αποτελεί έργο του δικαστηρίου της ουσίας και ο αναιρεσείων θα πρέπει να ισχυριστεί ότι το προσκόμισε και το επικαλέστηκε νομίμως ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, να προσδιορίζει δε τον ουσιώδη ισχυρισμό, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδείκνυε το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο.
Αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη το αποδεικτικό μέσο διότι το έκρινε απαράδεκτο, ο αναιρεσείων θα πρέπει να εκθέτει στην αίτηση αναιρέσεως και ότι η κρίση του αυτή ήταν εσφαλμένη και να προσδιορίζει το σχετικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, για να εξεταστεί η ουσιαστική βασιμότητα αυτού του αναιρετικού λόγου, θα πρέπει να προσκομίζεται το κρίσιμο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 1037/2010).
Για να κριθεί εάν ελήφθη υπόψη ή όχι ένα αποδεικτικό μέσο, αρκεί να αναφέρεται στην απόφαση γενικώς το είδος του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 39/2008, ΑΠ 993/2017), εκτός αν παρά τη γενική βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης και ιδίως τις αιτιολογίες της δημιουργείται αμφιβολία αν λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 1856/2009) και συντρέχει όταν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο έχει ουσιώδη σημασία για την έκβαση της δίκης και ο αποδεικτικό του περιεχόμενο είναι αντίθετο με το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου, το δε έγγραφο δεν αντικρούεται ούτε σχολιάζεται ειδικώς στην απόφαση (ΑΠ 507/2010, ΑΠ 1700/2011, ΑΠ 970/2017).Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 § 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται:
α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως (ΟλΑΠ 43/1990, ΑΠ 899/2019, ΑΠ 30/2006).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη: α) το από ... προτιμολόγιο, το οποίο εξέδωσε η αναιρεσίβλητη επ' ονόματι της αναιρεσείουσας, το οποίο φέρει την υπογραφή του Ν.. Τ. και το οποίο αφορά την πώληση της επίδικης εκτυπωτικής μηχανής, β) τη σχετική αλληλογραφία μεταξύ της αναιρεσείουσας και του Κ., συνεργάτη της εταιρίας ...
στην Ελλάδα, καθώς και αυτήν μεταξύ της ... και του Κ., από την οποία προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη ήταν υπεύθυνη για την πώληση της μηχανής σ' αυτήν και γ) την από 28-2-2011 εξώδικη διαμαρτυρία της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος διότι από τη βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, "οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που περιέχονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και όλα τα έγγραφα, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά, χωρίς όμως να παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς", σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ενόψει και της ειδικής μνείας στην προσβαλλόμενη απόφαση τόσο της υπ'αριθ. ...
επιβεβαίωσης παραγγελίας και του από ... προτιμολογίου, όσο και της μεταξύ των εμπλεκομένων μερών ηλεκτρονικής αλληλογραφίας. Περαιτέρω, οι λοιπές αιτιάσεις που περιέχονται στον ως άνω αναιρετικό λόγο ότι το Εφετείο εσφαλμένα εκτίμησε την υπ'αριθ. ... επιβεβαίωση παραγγελίας από την εταιρία ..., την ηλεκτρονική αλληλογραφία Μαΐου, Ιουλίου, Σεπτεμβρίου 2010, τη σύμβαση μεταξύ της αναιρεσείουσας (και όχι της ...) και της αναιρεσίβλητης από την οποία δημιουργήθηκε η διαφορά και την κατάθεση του μάρτυρος της τελευταίας, πλήττουν την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και την αξιολόγηση των αποδείξεων και δεν ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο (άρθ. 561 § 1 ΚΠολΔ).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί αυτή και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου το δημόσιο ταμείο, ενώ δεν θα υπάρξει διάταξη περί δικαστικής δαπάνης σε βάρος της αναιρεσείουσας που ηττήθηκε, ελλείψει αιτήματος από την απούσα αναιρεσίβλητη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-2-2022 αίτηση για την αναίρεση της υπ'αριθ. 88/2020 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ