Supreme Court dismisses appeal claiming court awarded damages not requested in seizure proceedings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the company's appeal against a First Instance Court seizure decision. The appellant argued the appellate court awarded rent damages without a specific request in the seizure proceedings. The court rejected this, ruling that the appellate court correctly applied the law to award damages ex officio when the seizure was valid.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553(1) and 554 of the Code of Civil Procedure; The appellate court may award damages ex officio in seizure proceedings even without a specific request if the seizure is valid and the conditions for ex officio acceptance are met.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1849 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1849/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Χρυσούλα Πλατιά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "E. Π. A.", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο - Κωνσταντίνο Κωνσταντινίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Γ. του Π., κατοίκου …, 2) Α. Λ. του …., κατοίκου ..., 3) Ν. Κ. του Μ., κατοίκου …., 4) Ε. Τ. του ..., 5) Χ. Π. του Χ., κατοίκων ..., 6) Α. Π. του Η., κατοίκου ..., 7) Ν. Σ. του Β., κατοίκου ..., 8) Ν. Π. του Γ., κατοίκου …., 9) Κ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Κουρούκλη και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/5/2014 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καστοριάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 151/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 72/2021 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7/12/2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Από τις διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 και 554 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου καθίσταται τελεσίδικη και υπόκειται πλέον σε αναίρεση, μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε γιατί παρήλθε άπρακτη η κατ' άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ δεκαπενθήμερη προθεσμία της ανακοπής, είτε γιατί ο διάδικος παραιτήθηκε του δικαιώματος άσκησής της, δεδομένου ότι οι προθεσμίες άσκησης ανακοπής ερημοδικίας και αναίρεσης είναι διαδοχικές (ΑΠ 45/2020, ΑΠ 585/2017, ΑΠ 268/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη από 7.12.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η ερήμην της εκκαλούσας-εφεσίβλητης (ήδη αναιρεσείουσας) εταιρίας εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 647 επ. ΚΠολΔ, ως ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015), υπ' αριθ. 72/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, που συνεκδίκασε τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της υπ' αριθ. 151/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 6.5.2014 ανακοπή εκ του άρθρου 986 ΚΠολΔ, των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθ. 83/15.4.2014 δήλωσης της αναιρεσείουσας ως τρίτης, στα χέρια της οποίας επιβλήθηκε κατάσχεση από τους αναιρεσίβλητους για εργατικές απαιτήσεις εκάστου αυτών σε βάρος της "Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Ν.
Καστοριάς". Με την προσβαλλόμενη απόφαση: 1) απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 14.6.2019 έφεση της καθ' ης η ανακοπή και ήδη αναιρεσείουσας (λόγω της ερημοδικίας της) και 2) έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η από 25.6.2019 έφεση των ανακοπτόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων μετά των πρόσθετων αυτής λόγων (η οποία εκδικάσθηκε με την εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα σαν να είναι παρούσα λόγω της ερημοδικίας της) και, αφού εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση και κρατήθηκε προς εκδίκαση η υπόθεση, επειδή κρίθηκε ότι η δήλωση της καθ' ης η ανακοπή (ήδη αναιρεσείουσας) ήταν ανακριβής ως προς το ύψος του μισθώματος της κατωτέρω μίσθωσης και ως προς την αναφορά ότι το μίσθωμα δεν ήταν εκκαθαρισμένο για το έτος 2014, έγινε δεκτή στο σύνολό της, ως ουσιαστικά βάσιμη, η ως άνω ανακοπή και συγκεκριμένα:
α) αναγνωρίσθηκε ότι υφίσταται έγκυρη και ενεργής μισθωτική σχέση μεταξύ της συνεταιριστικής οργάνωσης "Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Ν. Καστοριάς" ως εκμισθώτριας και της καθ' ης η ανακοπή εταιρίας (ήδη αναιρεσείουσας) ως μισθώτριας, που αφορά στη μίσθωση της αναφερόμενης βιοτεχνίας παραγωγής προϊόντων γάλακτος-τυροκομείου (μαζί με τους βοηθητικούς χώρους και τον μηχανολογικό εξοπλισμό της), με διάρκεια αυτής από 1.6.2013 έως 31.5.2022 και με μηνιαίο μίσθωμα ποσού 2.333,33 ευρώ και β) υποχρεώθηκε η καθ' ης η ανακοπή εταιρία (ήδη αναιρεσείουσα) να καταβάλει στους ανακόπτοντες (ήδη αναιρεσίβλητους) τα χρηματικά ποσά που αντιστοιχούν στα μισθώματα που οφείλονται εξαιτίας της ανωτέρω μίσθωσης για το χρονικό διάστημα από 1.6.2013 έως 31.5.2022 και από το χρονικό σημείο κατά το οποίο αυτά κατέστησαν ή θα καταστούν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά και έως την συμπλήρωση του ποσού των 138.495,89 ευρώ πλέον επειδικασθέντων τόκων, στο οποίο ανέρχονται οι απαιτήσεις των τελευταίων σε βάρος της ως άνω συνεταιριστικής οργάνωσης βάσει του από 3.4.2014 κατασχετήριου εγγράφου τους.
Από τα προσκομιζόμενα: α) υπ' αριθ. 11.282Γ'/11.11.2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών, Γεώργιου Μπαλή και β) υπ' αριθ. 12/4.4.2022 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, προκύπτει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη ερήμην απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα την 11.11.2021 και ότι κατ' αυτής δεν ασκήθηκε ανακοπή ερημοδικίας, λαμβανομένου υπόψη του ότι με την ανακοπή κατά της δήλωσης του τρίτου (άρθρο 986 ΚΠολΔ) δεν ανοίγεται δίκη περί την εκτέλεση και, συνεπώς, δεν έχει εφαρμογή, στη διαδικασία εκδίκασής της, ο ειδικός κανόνας του άρθρου 937 παρ. 1 περ.
β' ΚΠολΔ, ότι στις δίκες τις σχετικές με την εκτέλεση δεν επιτρέπεται η άσκηση ανακοπής ερημοδικίας. Κατ' ακολουθίαν τούτων, κατά τον χρόνο άσκησης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, την 9.12.2021, η προσβαλλόμενη ερήμην της αναιρεσείουσας απόφαση, είχε τελεσιδικήσει, γιατί είχε παρέλθει άπρακτη η κατ' άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ δεκαπενθήμερη προθεσμία (αρχόμενη από την επίδοση της ερήμην απόφασης) της ανακοπής ερημοδικίας, δεδομένου ότι οι προθεσμίες άσκησης ανακοπής ερημοδικίας και αναίρεσης είναι διαδοχικές κατά τα εκτιθέμενα στην προηγούμενη νομική σκέψη, και, συνεπώς, προσβάλλεται παραδεκτά με λόγους αναίρεσης, που αφορούν επικαλούμενες πλημμέλειες μόνο της προσβαλλόμενης απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.
Επιπροσθέτως, η αίτηση αυτή έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η αρχή της εκατέρωθεν ακρόασης. Αναφέρεται, αποκλειστικά, σε εκπτώσεις, ακυρότητες και δικαιώματα από το δικονομικό, αποκλειστικά, δίκαιο (ΟλΑΠ 2/2001).
Δικονομικές ακυρότητες είναι όσες αποτελούν νόμιμες κυρώσεις, που απαγγέλλονται για παράβαση διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία και κυρίως τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων, δηλαδή οι ακυρότητες, κατά την έννοια των άρθρων 159-161 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1/2019, ΑΠ 1255/2019). Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 118 ΚΠολΔ προκύπτει ότι οι προτάσεις του διαδίκου πρέπει να φέρουν, εκτός των άλλων στοιχείων, και την υπογραφή του πληρεξουσίου δικηγόρου του διαδίκου, όταν είναι υποχρεωτική η παράσταση με αυτόν (άρθρο 94 παρ. 1 ΚΠολΔ), αλλιώς είναι άκυρες και, κατ` ακολουθίαν, δεν λαμβάνονται υπόψη (ΑΠ 1255/2019, ΑΠ 11/2016, ΑΠ 948/2001, πρβλ.
ΑΠ 1044/2021, ΑΠ 88/2020). Η υπογραφή του τελευταίου δεν έχει πανηγυρική σημασία, επιβάλλεται, όμως, για την εξασφάλιση της γνησιότητας του δικογράφου. Εξάλλου, η σχετική επισημείωση του αρμόδιου υπαλλήλου της γραμματείας επί των προτάσεων, με την οποία βεβαιώνεται η ημέρα και ώρα της κατάθεσης αυτών, δεν αποτελεί έκθεση κατάθεσης αυτών κατά την έννοια του άρθρου 117 ΚΠολΔ, ούτε ασφαλώς ενέχει βεβαίωση περί του ποιος κατέθεσε τις προτάσεις, ώστε και χωρίς την υπογραφή του να εξασφαλίζεται η γνησιότητά τους ως προς το πρόσωπο του συντάκτη τους, πληρεξούσιου δικηγόρου (ΑΠ 948/2001).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης ακυρότητας, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε ότι οι κατατεθείσες στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο προτάσεις αυτής είναι άκυρες ως μη φέρουσες την υπογραφή της πληρεξούσιας δικηγόρου της, και, συνακόλουθα, δεν έλαβε υπόψη τους εμπεριεχόμενους σ' αυτές ισχυρισμούς της, αν και η ως άνω έλλειψη αναπληρώνεται με την σφραγίδα της, καθώς και με την υπογραφή του γραμματέα για την κατάθεση των προτάσεων.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, τα εξής: "Από την επισκόπηση του δικογράφου των προτάσεων που κατέθεσε η καθ' ης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προκύπτει ότι το εν λόγω δικόγραφο φέρει στο τέλος αυτού μόνον τη σφραγίδα της πληρεξούσιας δικηγόρου της καθ' ης χωρίς την υπογραφή της καθώς επίσης και σημείωση του γραμματέα (με σφραγίδα και υπογραφή του) του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου περί της ημερομηνίας κατάθεσης των προτάσεων η οποία, όμως δεν είναι ικανή να αναπληρώσει την έλλειψη υπογραφής της πληρεξούσιας δικηγόρου της καθ' ης επί του ως άνω δικογράφου...
και, επομένως, οι ως άνω προτάσεις είναι άκυρες με συνέπεια να μην λαμβάνονται υπόψη οι εμπεριεχόμενοι σ' αυτές ισχυρισμοί της καθ' ης". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δηλαδή με το να δεχθεί, αφενός ότι οι κατατεθείσες στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο προτάσεις της καθ' ης η ανακοπή και ήδη αναιρεσείουσας (οι οποίες παραδεκτώς προσκομίσθηκαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο από τους παριστάμενους αναιρεσίβλητους, κατ' άρθρο 524 παρ. 4 ΚΠολΔ, παρά την ερημοδικία της τελευταίας ως εφεσίβλητης), είναι άκυρες ως μη φέρουσες την υπογραφή της πληρεξούσιας δικηγόρου της παρά μόνο την σφραγίδα της και αφετέρου ότι η σημείωση του γραμματέα (με σφραγίδα και υπογραφή του) του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου περί της ημερομηνίας κατάθεσης των προτάσεων, δεν είναι ικανή να αναπληρώσει την έλλειψη υπογραφής της πληρεξούσιας δικηγόρου της επί του ως άνω δικογράφου των προτάσεων και, συνακόλουθα, με το να μη λάβει υπόψη του εμπεριεχόμενους σ' αυτές ισχυρισμούς της, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, Τούτο δε, γιατί, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, οι προτάσεις του διαδίκου πρέπει να φέρουν, εκτός άλλων στοιχείων, και την υπογραφή του πληρεξουσίου δικηγόρου του, όταν είναι υποχρεωτική η παράσταση με αυτόν (όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση), αλλιώς είναι άκυρες και δεν λαμβάνονται υπόψη, ενώ η έλλειψη αυτή δεν μπορεί να αναπληρωθεί μόνο από την υπάρχουσα επί των προτάσεων σφραγίδα του πληρεξούσιου δικηγόρου, ούτε από την σχετική επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα επί των προτάσεων, με την οποία βεβαιώνεται η ημέρα και ώρα της κατάθεσης αυτών.
Επομένως, ο ανωτέρω, από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 του Ν. 4842/2021 και εφαρμόζεται και επί εκκρεμών ενδίκων μέσων, κατ' άρθρο 116 παρ. 2 εδ. β του ως άνω νόμου), που αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης (ΑΠ 502/2022, ΑΠ 707/2019, ΑΠ 216/2019), είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, αν δεν συντρέχει μία από τις στην ως άνω διάταξη εξαιρετικές περιπτώσεις, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 203/2022, ΑΠ 911/2019, ΑΠ 179/2019).
Πρόταση του ισχυρισμού στο δικαστήριο της ουσίας δεν υπάρχει, όταν ο διάδικος, που παραπονείται, δεν εμφανίσθηκε στη συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και δικάστηκε ερήμην, όπως συμβαίνει: α) όταν ο εκκαλών δικάσθηκε ερήμην στο Εφετείο, με συνέπεια η έφεσή του να απορριφθεί λόγω της ερημοδικίας του, έστω και αν στην έφεση αυτή περιεχόταν ως λόγος έφεσης ο σχετικός ισχυρισμός, αφού το Εφετείο εμποδιζόταν να τον ερευνήσει εξαιτίας της ερημοδικίας του, εφόσον ο εκκαλών με την απουσία του ή τη μη προσήκουσα παράστασή του θεωρείται ότι παραιτείται από την έφεση και αποδέχεται την πρωτόδικη απόφαση και β) όταν ο εφεσίβλητος δικάσθηκε ερήμην και, συνεπώς, δεν μπορούσε να επαναφέρει στο Εφετείο τους πρωτόδικους ισχυρισμούς του, ούτε να προτείνει νέους βάσει του άρθρου 527 ΚΠολΔ (ΑΠ 194/2023, ΑΠ 1289/2018, ΑΠ 268/2016, ΑΠ 845/2012).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα α) με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τους αναφερόμενους κανόνες ουσιαστικού δικαίου, δεχόμενο ότι τα φυσικά πρόσωπα που υπέγραψαν το επίμαχο από 11.6.2013 "ιδιωτικό συμφωνητικό - αντέγγραφο" είχαν την απαιτούμενη πληρεξουσιότητα από τα νομικά πρόσωπα που εκπροσωπούσαν, δηλαδή αφενός από την ίδια (αναιρεσείουσα εταιρία) και αφετέρου από την συνεταιριστική οργάνωση "Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Ν.
Καστοριάς", β) με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από το άρθρο 559 αριθ. 11α και 1 ΚΠολΔ πλημμέλειες, με την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη το μη επιτρεπόμενο από το νόμο προαναφερόμενο από 11.6.2013 "ιδιωτικό συμφωνητικό-αντέγγραφο" και παραβίασε τον αναφερόμενο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν επέτρεπε, όπως αυτή ισχυρίζεται, τη λήψη υπόψη του ανωτέρω εγγράφου και γ) με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τους αναφερόμενους κανόνες ουσιαστικού δικαίου, δεχόμενο ότι η ένδικη σύμβαση μεταξύ της ίδιας και της ως άνω συνεταιριστικής οργάνωσης έχει χαρακτήρα σύμβασης εμπορικής μίσθωσης εκ των άρθρων 574 επ.
ΑΚ σε συνδυασμό με αυτές του ΠΔ 34/1995, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι η σύμβαση αυτή έχει μικτό χαρακτήρα με στοιχεία αφενός σύμβασης μίσθωσης προσοδοφόρου αντικειμένου και αφετέρου σύμβασης δανεισμού εργαζομένων. Σύμφωνα, όμως, με τα εκτιθέμενα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, οι ως άνω λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, αφού, εξαιτίας της ερημοδικίας της αναιρεσείουσας σε δεύτερο βαθμό, δεν θεωρείται ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν νόμιμα προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, πρόκειται δε για ισχυρισμούς που δεν εμπίπτουν στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.
IV. Κατά τη διάταξη του αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ως πράγματα νοούνται, οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και όχι η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ένστασης ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων και οπωσδήποτε οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί ή περιστατικά, εκτιθέμενα εκ περισσού ή επουσιώδη ή προκύπτοντα από τις αποδείξεις.
Συντρέχει δε ο ανωτέρω λόγος, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς να εκθέτει, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη. Δεν απαιτείται, όμως, να αξιολογεί το δικαστήριο τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα ούτε να αναφέρει ποια έγγραφα λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 935/2023, ΑΠ 81/2022).
Ο λόγος, όμως, αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων και αναφερόμενων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων καταλήγει, έστω και σε εσφαλμένη περί των πραγμάτων κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ` άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1373/2022, ΑΠ 1137/2021, ΑΠ 911/2019). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε ως αληθινό πράγμα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα δέχθηκε εσφαλμένα ότι συμφωνήθηκε μεταξύ αυτής (αναιρεσείουσας) ως μισθώτριας, και της συνεταιριστικής οργάνωσης "Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Ν.
Καστοριάς" ως εκμισθώτριας, ότι είχε συμφωνηθεί για το προαναφερόμενο κείμενο στο Άργος Ορεστικού Ν. Καστοριάς μίσθιο (ήτοι βιοτεχνία παραγωγής προϊόντων γάλακτος-τυροκομείου μαζί με τους βοηθητικούς χώρους και τον μηχανολογικό εξοπλισμό της), ετήσιο μίσθωμα ύψους 28.000 ευρώ. Ο λόγος, όμως, αυτός, είναι αβάσιμος, γιατί, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο διαμόρφωσε την ουσιαστική του κρίση και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη το σύνολο των αποδεικτικών μέσων (ένορκη κατάθεση μάρτυρα, ένορκη βεβαίωση και όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους εκκαλούντες και ήδη αναιρεσίβλητους έγγραφα), τα οποία αναφέρονται σ' αυτήν και, συνεπώς, δεν δέχτηκε, παρά το νόμο πράγμα, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινό χωρίς απόδειξη, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα.
V. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια του άρθρων 339 και 432 επ.
του ΚΠολΔ, εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει, ως προς το έγγραφο, σε σφάλμα ανάγνωσής του, με την έννοια ότι αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από αυτό που πράγματι έχει, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και, στη συνέχεια, εξαιτίας της παραμόρφωσης αυτής, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στηρίζοντας την κρίση του αποκλειστικά ή κυρίως στο έγγραφο που, κατά τον τρόπο αυτό, παραμορφώθηκε.
Επομένως, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ αναγιγνώσκει ορθώς, όπως αυτό έχει, το περιεχόμενο του εγγράφου, εκτιμά, ακολούθως, αυτό κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, αφού η εκτίμησή του αυτή είναι, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, αλλά ούτε και όταν το δικαστήριο της ουσίας, ακόμη και αν παραμόρφωσε το έγγραφο, περιορίσθηκε να το συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να προσδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα σε αυτό για το σχηματισμό της κρίσης του, χωρίς, δηλαδή, να στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο σε αυτό (ΑΠ 1144/2023, ΑΠ 1182/2021, ΑΠ 51/2020, ΑΠ 149/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των αναφερόμενων αποδεικτικών εγγράφων, καθόσον, από διαγνωστικό σφάλμα, δέχθηκε πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.
Ειδικότερα, προβάλλεται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των προσκομισθέντων α) από 13.5.2013 "ιδιωτικού συμφωνητικού" και β) του από 11.6.2013 "ιδιωτικού συμφωνητικού-αντεγγράφου", που καταρτίσθηκαν μεταξύ αυτής (αναιρεσείουσας) και της συνεταιριστικής οργάνωσης "Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Ν. Καστοριάς", με συνέπεια, εξαιτίας της παραμόρφωσης αυτής, να δεχθεί ότι καταρτίσθηκε μεταξύ των ανωτέρω εμπορική σύμβαση μίσθωσης ακινήτου, ενώ επρόκειτο περί μικτής σύμβασης που περιλάμβανε και μίσθωση προσοδοφόρου αντικειμένου.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, τα εξής: "... Περαιτέρω, αναφορικά με την ως άνω μίσθωση προκύπτει ότι με το από 13-5-2013 ιδιωτικό συμφωνητικό η "Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Ν. Καστοριάς" εκμίσθωσε στην καθ' ης μία βιοτεχνία παραγωγής προϊόντων γάλακτος - τυροκομείο, μαζί με τους βοηθητικούς χώρους και τον μηχανολογικό εξοπλισμό της, η οποία βρίσκεται στην περιοχή "Πεδίο Βολής" του Άργους Ορεστικού Ν.
Καστοριάς, σε οικόπεδο 10.000,00 τ.μ.. Η διάρκεια των ανωτέρω μίσθωσης ορίστηκε εννεαετής (από 1-6-2013 έως και 31-5-2022) ενώ το μίσθωμα συμφωνήθηκε αρχικά στο ποσό των ετήσιων αποσβέσεων των μηχανημάτων το οποίο συμφωνήθηκε ότι θα επιμερίζεται και θα καταβάλλεται σε μηνιαία βάση και ότι στο τέλος του χρόνου θα γίνεται εκκαθάριση και θα καταβάλλεται η τυχόν προκύπτουσα διαφορά ενώ ως χρόνος έναρξης καταβολής του ορίστηκε η 1-1-2014.
Ωστόσο, με το από 11-6-2013 ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίστηκε μεταξύ των ίδιων ως άνω συμβαλλόμενων και το οποίο φέρει τον τίτλο "Ιδιωτικό Συμφωνητικό - Αντέγγραφο", συμφωνήθηκε ότι το ετήσιο μίσθωμα για την παραπάνω μίσθωση θα ανερχόταν στο ποσό των 28.000,00 ευρώ. Ενόψει των ανωτέρω η προαναφερόμενη υπ' αριθμό 83/15-4-2013 δήλωση της καθ' ης είναι ανακριβής ως προς το ύψος του μισθώματος της πιο πάνω μίσθωσης και την αναφορά ότι το μίσθωμα δεν ήταν εκκαθαρισμένο για το έτος 2014 αφού τα στοιχεία αυτά προκύπτουν με σαφήνεια από το με ημερομηνία 11-6-2013 ιδιωτικό συμφωνητικό το οποίο, παρά το χαρακτηρισμό του ως αντεγγράφου από τους συμβαλλόμενους, συνιστά κατ' ουσίαν συμπληρωματικό έγγραφο της μίσθωσης που καταρτίστηκε με το από 13-5-2013 ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο προσδιορίζεται το ποσό του μισθώματος το οποίο επιμεριζόμενο σε μηναία βάση (όπως συμφωνήθηκε με το από 13-5-2013 ιδιωτικό συμφωνητικό) ανέρχεται σε 2.333,33 ευρώ κατά μήνα (28.000,00 ευρώ : 12 μήνες).
Περαιτέρω, η ίδια ως άνω δήλωση της καθ' ης τυγχάνει ανακριβής ως προς την υποχρέωση της για καταβολή μισθώματος για το έτος 2013 δεδομένου ότι, όπως προεκτέθηκε, στο από 13-5-2013 ιδιωτικό συμφωνητικό αναγράφεται ότι το ποσό του μισθώματος θα αρχίσει να καταβάλλεται από 1-1-2014, όρος που υποδηλώνει το χρόνο έναρξης καταβολής του μισθώματος και όχι την ανυπαρξία υποχρέωσης καταβολής μισθώματος για το έτος 2013 και, ειδικότερα, από την έναρξη αυτής στις 1-6-2013".
Οι ως άνω παρατιθέμενες παραδοχές του Εφετείου δεν αφίστανται του αληθούς περιεχομένου των ανωτέρω εγγράφων, με συνέπεια να είναι αβάσιμος ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, καθόσον το Εφετείο, σωστά ανέγνωσε τα εν λόγω έγγραφα και συνεκτιμώντας αυτά με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό (ότι, δηλαδή, καταρτίσθηκε και υφίσταται έγκυρη και ενεργής σύμβαση μίσθωσης μεταξύ της συνεταιριστικής οργάνωσης "Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Ν.
Καστοριάς" ως εκμισθώτριας και της αναιρεσείουσας ως μισθώτριας, που αφορά στη μίσθωση της αναφερόμενης βιοτεχνίας παραγωγής προϊόντων γάλακτος-τυροκομείου μαζί με τους βοηθητικούς χώρους και τον μηχανολογικό εξοπλισμό της, με συμφωνηθέν μηνιαίο μίσθωμα ποσού 2.333,33 ευρώ) από εκείνο που θεωρεί ορθό η αναιρεσείουσα (ότι, δηλαδή, μεταξύ αυτής και της ως άνω συνεταιριστικής οργάνωσης δεν καταρτίσθηκε σύμβαση μίσθωσης ακινήτου, αλλά μικτή σύμβαση που περιλάμβανε και μίσθωση προσοδοφόρου αντικειμένου).
Τούτο δε, γιατί, κατά τα εκτιθέμενα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, δεν ιδρύεται ο ως άνω αναιρετικός λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ αναγιγνώσκει ορθώς, όπως αυτό έχει, το περιεχόμενο του εγγράφου, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
VΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 986 ΚΠολΔ μέσα σε τριάντα ημέρες από την εκ του άρθρου 985 του ίδιου Κώδικα δήλωση του τρίτου, όποιος επέβαλε την κατάσχεση στα χέρια τρίτου, έχει δικαίωμα να την ανακόψει ενώπιον του κατά τα άρθρα 12 επ. και 22 επ. δικαστηρίου. Με την ανακοπή του άρθρου 986 ΚΠολΔ, η οποία δεν είναι ένδικο μέσο με την στενή έννοια του όρου, αλλά πραγματική ανακοπή (άρθρο 583 επ.
ΚΠολΔ) παρέχεται στον κατασχόντα το δικαίωμα αμφισβήτησης της ειλικρίνειας της ρητής ή σιωπηρής (πλασματικής) αρνητικής δήλωσης του τρίτου με ανακοπή, με την οποία μπορεί να ζητήσει και την αποζημίωση του άρθρου 985 παρ. 3 ΚΠολΔ. Αντικείμενο δε της ανακοπής και της σχετικής δίκης, μεταξύ κατασχόντος και τρίτου είναι η αλήθεια ή όχι του περιεχομένου της δήλωσης του τρίτου, δηλαδή, αν ο τελευταίος είναι ή όχι και κατά πόσο και υπό ποίους όρους ή περιορισμούς (αίρεση κλπ.) οφειλέτης του οφειλέτη του κατάσχοντος δανειστή.
Δηλαδή, στην ουσία εισάγεται προς εκδίκαση η έναντι του τρίτου απαίτηση του καθ' ου η κατάσχεση, η οποία αποτελεί και το κύριο αντικείμενο της σχετικής δίκης. Από την άποψη αυτή η ανακοπή αποτελεί πλασματική άσκηση των δικαιωμάτων του καθ' ου η κατάσχεση (ΑΠ 1261/2019, ΑΠ 663/2017, ΑΠ 1500/2017, ΑΠ 1092/2015). Κατά δε το άρθρο 990 ΚΠολΔ "Αν η ανακοπή του άρθρου 986 γίνει δεκτή, το δικαστήριο με την απόφαση του υποχρεώνει τον τρίτο να καταβάλει το κατασχεμένο ποσό ή να παραδώσει το κατασχεμένο πράγμα, τηρούνται όμως οι διατάξεις του άρθρου 988".
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τα άρθρα 985 - 989 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι σε περίπτωση κατάσχεσης χρηματικής απαίτησης σε χέρια τρίτου, αν ο τρίτος υποβάλει αρνητική δήλωση ή δεν υποβάλει καθόλου εμπρόθεσμα δήλωση, ο κατασχών δικαιούται να ασκήσει ανακοπή που έχει ως αίτημα την αναγνώριση ύπαρξης της απαίτησης και συνέπεια, εφόσον δεν υπάρχει άλλη κατάσχεση, την υποχρέωση του τρίτου, που απαγγέλλεται με την απόφαση αυτεπαγγέλτως, ανεξάρτητα από την υποβολή ή όχι σχετικού προς τούτο αιτήματος του ανακόπτοντος, να καταβάλει στον κατασχόντα αυτό που κατασχέθηκε, γεγονός που καθιστά καταψηφιστικό το χαρακτήρα της απόφασης (ΑΠ 44/1990).
Τούτο δε, γιατί και αν ακόμη στο περιεχόμενο της ως άνω ανακοπής ελλείπει αυτό το τελευταίο (καταψηφιστικό) αίτημα, λογίζεται ότι υπάρχει και πρέπει, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις, να γίνει αυτεπαγγέλτως δεκτό. Εξάλλου, με την τελεσιδικία της απόφασης που δέχεται την ανακοπή του άρθρου 986 ΚΠολΔ δεν διαγιγνώσκεται μόνον ότι ο τρίτος οφείλει την κατασχεθείσα απαίτηση και, συνεπώς, ότι η δήλωσή του υπήρξε ανακριβής, αλλά, συγχρόνως, επέρχεται και αυτοδίκαιη εκ του νόμου εκχώρηση της κατασχεθείσας απαίτησης στον κατασχόντα (ΟλΑΠ 3/1993, ΑΠ 1261/2019, ΑΠ 360/2017).
Η εκχώρηση δε αυτή ανατρέχει στον χρόνο, κατά τον οποίο ο τρίτος θα υποχρεωνόταν να καταβάλει την κατασχεθείσα απαίτηση, δηλαδή στον χρόνο, κατά τον οποίο θα συντελούνταν η εκχώρηση αυτή, αν είχε λάβει χώρα καταφατική δήλωση του τρίτου.
Συνεπώς, εφόσον, μετά την τελεσιδικία της απόφασης που αποφαίνεται ότι ο τρίτος οφείλει την κατασχεθείσα απαίτηση, επέρχεται αυτοδίκαιη μεταβίβαση της κατασχεθείσας απαίτησης στον κατασχόντα, λογική συνέπεια είναι και η καταδίκη του τρίτου να καταβάλει στον κατασχόντα αυτό που κατασχέθηκε. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε. Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης θεμελιώνεται, όταν το δικαστήριο επιδίκασε ή αναγνώρισε ή προέβη σε διάπλαση, χωρίς να υφίσταται αντίστοιχο αίτημα (ΑΠ 892/2019, ΑΠ 805/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον έκτο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 9 περ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε και συγκεκριμένα επιδίκασε υπέρ των ανακοπτόντων (ήδη αναιρεσίβλητων) τα χρηματικά ποσά που αντιστοιχούν στα μισθώματα που οφείλονται εξαιτίας της αναφερόμενης μίσθωσης για το χρονικό διάστημα από 1.6.2013 έως 31.5.2022 και από το χρονικό σημείο κατά το οποίο αυτά κατέστησαν ή θα καταστούν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά και έως την συμπλήρωση του ποσού των 138.495,89 ευρώ, χωρίς να υπάρχει τέτοιο καταψηφιστικό αίτημα στην ένδικη ανακοπή.
Ο λόγος, όμως, αυτός είναι αβάσιμος, γιατί το Εφετείο, αφού δέχθηκε, ως ουσιαστικά βάσιμη, την ένδικη ανακοπή και αναγνώρισε ότι υφίσταται έγκυρη και ενεργής μισθωτική σχέση μεταξύ της συνεταιριστικής οργάνωσης "Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Ν. Καστοριάς" ως εκμισθώτριας και της καθ' ης η ανακοπή εταιρίας (ήδη αναιρεσείουσας) ως μισθώτριας, κρίνοντας, στη συνέχεια, με καταψηφιστική διάταξή του, ότι η τελευταία, ως τρίτη, υποχρεούται αυτεπαγγέλτως κατ' άρθρο 990 ΚΠολΔ, έστω και χωρίς την υποβολή σχετικού προς τούτο αιτήματος των ανακοπτόντων (ήδη αναιρεσίβλητων), να καταβάλει σ' αυτούς τα ποσά των μισθωμάτων που κατασχέθηκαν, δεν επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, δεδομένου ότι, κατά τα εκτιθέμενα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, στην εκ του άρθρου 986 ΚΠολΔ, ανακοπή του κατασχόντος στα χέρια τρίτου κατά της δήλωσης του τρίτου, και αν ακόμη ελλείπει το καταψηφιστικό αίτημα (περί καταβολής του κατασχεμένου ποσού), λογίζεται ότι αυτό υπάρχει και πρέπει, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις, να γίνει αυτεπαγγέλτως δεκτό.
Επομένως, ο ανωτέρω, από τον αριθ. 9 περ. α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
V
ΙΙ. Κατ' ακολουθίαν τούτων, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος, για την άσκηση αυτής, παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει, κατόπιν σχετικού αιτήματός τους, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7.12.2021 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "E. Π. Α..Ε." για αναίρεση της υπ' αριθ. 72/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα, για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης, παραβόλου.
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Οκτωβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2023.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ