Supreme Court dismisses appeal claiming lower court ignored evidence in labor dispute regarding smoking ban enforcement.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by ELTA against a labor court judgment regarding an employee's dismissal for smoking. The appellant argued the second-instance court failed to consider specific service notes and technical reports submitted as evidence. The court ruled that the appellate court had explicitly acknowledged and evaluated all submitted documents, thereby satisfying the legal requirement for a complete evidentiary review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; The appellate court must consider all evidence lawfully submitted by the parties, and failure to do so constitutes grounds for appeal only if the omission is evident from the judgment's content.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1849 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1849/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο και Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΑ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΕΛΤΑ Α.Ε.", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Καπετανάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. Κ. του Α., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε με δήλωση του άρθρου 242 ΚΠολΔ από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Καρίπη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/6/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1393/2017 μη οριστική, 2196/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 446/2021 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 22/4/2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας εταιρείας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 22-4-2021 και με αριθ. κατ. 2377/288/22-4-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 446/22-1-2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί των παρακάτω αντιθέτων εφέσεων και συγκεκριμένα επί: α) της από 4-3-2019 και με αριθ. κατ. 21177/1564/2019 έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης Ε. Κ. και β) της από 6-3-2019 και με αριθ. κατ. 21848/1607/2019 έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" κατά της με αριθ. 2196/27-11-2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 7-6-2013 και με αριθ. κατ. 82389/2799/12-6-2013 αγωγής της, ως άνω, ενάγουσας κατά της, ως άνω, εναγομένης, αφού προηγήθηκε η έκδοση της με αριθ. 1393/2017 μη οριστικής απόφασης του ίδιου δικαστηρίου, που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, προκειμένου να διενεργηθεί η αναφερόμενη ιατρική πραγματογνωμοσύνη.
Με την εν λόγω αγωγή η ενάγουσα ισχυρίσθηκε ότι προσελήφθη και απασχολήθηκε από την εναγομένη ανώνυμη εταιρία από 28-4-1986 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που ανανεώθηκε διαδοχικά έως 31-3-1988, ενώ με την με αριθ. 21/42846/311/2-5-1988 απόφαση της τελευταίας μετατράπηκε από 24-1-1988 σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
ΌΤΙ το έτος 2004 διαγνώσθηκε ότι πάσχει από τη σοβαρή νόσο "πνευμονική ίνωση". Ότι με τη με αριθ. 1.1.2/3722/314/30-5-2007 απόφαση η εναγομένη τη μετέθεσε στη Διεύθυνση ΠΑΟΜ (Προσωρινή Αδιαβάθμητη Οργανωτική Μονάδα), ακολούθως δε, στις 4-1-2008, με απόφαση του Γενικού Διευθυντή Τεχνικής και Τεχνολογικής Υποστήριξης της εναγομένης μεταφέρθηκε σε χώρο εργασίας ευρισκόμενο στο δεύτερο όροφο των κτιριακών της εγκαταστάσεων, έναντι του λειτουργούντος ως χώρου συνάθροισης καπνιζόντων κυλικείου, με αποτέλεσμα, από την καθημερινή έκθεσή της στις εκπομπές καπνού, να επιδεινωθεί ραγδαία η κατάσταση της υγείας της.
Οτι παρά τις συνεχείς διαμαρτυρίες της για τις ανθυγιεινές συνθήκες εργασίας της, η εναγομένη, αν και γνώριζε ήδη από το έτος 2004 το σοβαρό πρόβλημα της υγείας της, εξακολούθησε να την απασχολεί στο χώρο αυτό έως 28-6-2010. Ότι η επιδείνωση της κατάστασης της υγείας της συνιστά εργατικό ατύχημα οφειλόμενο σε υπαιτιότητα της εναγομένης, συνεπεία του οποίου υπέστη ηθική βλάβη.
Για την αποκατάστασή της δε, ζήτησε με την αγωγή να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει νομιμοτόκως χρηματική ικανοποίηση ποσού 800.000 ευρώ.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την, ως άνω, με αριθ. 2196/2018 απόφαση δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα, για την παραπάνω αιτία, το ποσό των 60.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν από τις διαδίκους οι προαναφερόμενες από 4-3-2019 και από 6-3-2019 αντίθετες εφέσεις της ενάγουσας και της εναγομένης, αντίστοιχα. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη με αριθ. 446/2021 απόφαση: α) δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 4-3-2009 έφεση της ενάγουσας, ήδη αναιρεσίβλητης και β) δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 6-3-2019 έφεση της εναγομένης ήδη αναιρεσείουσας, εξαφάνισε τη με αριθ. 2196/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κράτησε, δίκασε και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή υποχρεώνοντας την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα για την, ως άνω, αιτία το ποσό των 40.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα πριν την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης που έλαβε χώρα στις 6-7-2021 όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών Ε. Μ. (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 562 παρ. 2, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ συνάγεται ότι όταν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υπόθεσης, οι διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, η έννοια που αποδίδει σ' αυτές ο αναιρεσείων και το συμπέρασμα του δικαστηρίου, που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει πρωταρχικά να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια και όχι αποσπασματικά οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατή, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η στοιχειοθέτηση του σχετικού λόγου αναίρεσης, διότι η τύχη της αναίρεσης εξαρτάται, σύμφωνα με το άρθρο 577 ΚΠολΔ, όχι από την ορθότητα ή μη των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις παραδοχές του δικαστηρίου.
Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενο του αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Επίσης, για να είναι ορισμένος και, κατά συνέπεια, παραδεκτός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ), πρέπει, ομοίως, να αναφέρονται, μεταξύ άλλων, έστω συνοπτικά, αλλά με πληρότητα και σαφήνεια οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση, δηλαδή να εκτίθενται σαφώς και τα πραγματικά γεγονότα, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας με την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού και να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης (εξειδίκευση του σφάλματος), δηλαδή ότι δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή ότι έχει αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε πρέπει να καθορίζεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει, ή ότι έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, οπότε πρέπει περαιτέρω να καθορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποιο δηλαδή το ελλείπον στοιχείο, που είναι αναγκαίο για την επάρκειά της (ΑΠ 729/2022, ΑΠ 1038/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης που δικαιούται η ενάγουσα, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, που καθιερώνει την αρχή της αναλογικότητας και υπερέβη τα όρια της διακριτικής ευχέρειάς του κατά την εφαρμογή του άρθου 932 ΑΚ, ενώ με το δεύτερο, από τον αριθμό 19 λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα της μη ύπαρξης κατάλληλου συστήματος εξαερισμού στο χώρο του κυλικείου.
Με το περιεχόμενο αυτό, οι, ως άνω, αναιρετικοί λόγοι είναι αόριστοι και, για το λόγο αυτό, απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι, ενώ η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν, στην αίτηση αναίρεσης δεν εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, αλλά όλως αποσπασματικά, κατ' επιλογή της αναιρεσείουσας, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ως αποδεδειγμένα για να στηρίξει τη φερόμενη ως εσφαλμένη κρίση του για το βάσιμο της αγωγής και ειδικότερα αφενός μεν για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης που δικαιούται η ενάγουσα, στο ποσό των 40.000 ευρώ, αφετέρου δε για την υπαιτιότητα της εναγομένης όσον αφορά την επιδείνωση της υγείας της ενάγουσας.
Ειδικότερα, αναφέρονται στην αίτηση αναίρεσης αποσπασματικά παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που αφορούν στο συμπέρασμα του δικαστηρίου για την επιδείνωση της κατάστασης της υγείας της ενάγουσας και τη, συνεπεία αυτής, πρόκληση σ' αυτήν ηθικής βλάβης, καθώς και στην κρίση του για το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης.
Ουδόλως όμως αναφέρονται στην αίτηση αναίρεσης οι διαλαμβανόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση παραδοχές, που αφορούν στις συνθήκες που επικρατούσαν στο χώρο εργασίας της ενάγουσας, οι οποίες επέδρασαν στην επιδείνωση της κατάστασης της υγείας της, καθώς και οι παραδοχές που αφορούν στην υπαιτιότητα των προστηθέντων οργάνων της εναγομένης.
Εξάλλου, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος με το οποίο η αναιρεσείουσα επικαλείται εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι με αυτόν πλήττεται η επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 176/2019, ΑΠ 871/2018).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ του ίδιου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά στη δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί, για τον αναιρετικό έλεγχο να καθίσταται αδιαστίκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίσθηκαν νόμιμα από τους διαδίκους, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 836/2019, ΑΠ 720/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο, από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη, τα παρακάτω έγγραφα, που νομίμως επικαλέσθηκε και προσκόμισε και συγκεκριμένα τα από 18-3-2009 και από 8-4-2009 υπηρεσιακά σημειώματα, τις από 5-3-2009 και από 15-7-2009 τεχνικές εκθέσεις και τα από 17-6-2009 και από 30-1-2014 υπηρεσιακά έγγραφα, από τα οποία, όπως ισχυρίζεται, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα εφάρμοζε τους νομικούς κανόνες για απαγόρευση του καπνίσματος.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) , το δευτεροβάθμιο δικαστήριο βεβαιώνει ότι, μεταξύ των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων, έλαβε υπόψη "...όλα τα έγγραφα [σε μερικά από τα οποία γίνεται παρακάτω ειδική μνεία, χωρίς πάντως να παραλείπεται κανένα, κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης], τα οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι...".
Από τη βεβαίωση αυτή του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται αδιαστίκτως βέβαιο ότι το εν λόγω δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα παραπάνω έγγραφα, από τα οποία, εξάλλου, τα από 18-3-2009 και από 8-4-2009 υπηρεσιακά σημειώματα και τις από 5-3-2009 και από 15-7-2009 τεχνικές εκθέσεις μνημονεύει ειδικώς, κατά την αξιολόγηση των αποδείξεων.
Κατόπιν των παραπάνω και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 22-4-2021 και με αριθ. κατ. 2377/288/22-4-2021 αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 446/22-1-2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.-
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ