Legislator Case Law & Legislation
1820/2016 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against conviction for facilitating illegal stay of third-country nationals for profit.

Case Number 1820/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against a conviction for facilitating the illegal stay of third-country nationals. The lower court found the appellant guilty under Article 87 of Law 3386/2005 for acting with profit motive, evidenced by the monthly rent collection from seven Afghan nationals. The court rejected the appeal because the lower court's judgment provided sufficient reasoning and did not suffer from logical gaps or legal errors.

Legislator headnote

AI generated

Article 87 paragraph 6 of Law 3386/2005; Article 510 paragraph 1 item 4 of the Code of Criminal Procedure. A criminal judgment must contain special and detailed reasoning; an appeal based on lack of reasoning is inadmissible if the reasoning is clear, complete, and free of contradictions.

Keywords

AI generated
facilitating illegal stay third-country nationals profit motive special reasoning requirement appeal dismissal Article 87 Law 3386 Code of Criminal Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 87 paragraph 6 of Law 3386/2005
Article 29 paragraph 6 of Law 4251/2014
Article 510 paragraph 1 item 4 of the Code of Criminal Procedure
Article 583 paragraph 1 of the Code of Criminal Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1820 / 2016 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 1820/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 126/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Γεώργιο Παπαηλιάδη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Παπαγεωργίου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου Γ. Τ. του Τ., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζαχαρία Καμπούρη, ο οποίος δήλωσε ότι συμπαρίσταται και ο δικηγόρος Παναγιώτης Σκεύης, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθμ. 342/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Μαρτίου 2016 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 889/2016.

Αφού άκουσε

Τους πληρεξουσίους δικηγόρους του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 87 παρ. 6 του Νόμου 3386/2005 (ήδη 29 παρ. 6 του Νόμου 4251/2014) όποιος διευκολύνει την παράνομη διαμονή υπηκόου τρίτης χώρας ή δυσχεραίνει τις έρευνες αστυνομικών αρχών για εντοπισμό, σύλληψη και απέλασή του, τιμωρείται, αν ενήργησε από κερδοσκοπία, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων ευρώ.

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας στοιχειοθετεί λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ 1 στοιχ. Δ του Κ.Π.Δ., όταν αναφέρονται σ’ αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Για την ύπαρξη ειδικής αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο (Α.Π. 1339/2016, Α.Π. 1330/2016). Αρκεί όμως να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ’ είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθενται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσεως.

Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μερικά εξ αυτών κατ’ επιλογή, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του Κ.Π.Δ. (Ολ. Α.Π. 1/2005). Δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, καθόσον στην περίπτωση αυτήν πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Η αιτίαση για αντίθεση ορισμένων αποδεικτικών μέσων προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της αποφάσεως είναι απαράδεκτη γιατί, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Α.Π. 94/2014). Η, κατά τα προεκτεθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία αλλά πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, όπως είναι ο ισχυρισμός περί συνδρομής ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του Π.Κ. (Α.Π. 914/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της υπ’ αριθμ. 342/2016 αποφάσεώς του μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται κατ’ είδος, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη ως προς τα πράγματα κρίση του ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα:" Από την ένορκη επ’ ακροατηρίου κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας, από την ένορκη επ’ ακροατηρίου κατάθεση της μάρτυρος υπεράσπισης, που εξετάσθηκαν νομότυπα στο Δικαστήριο τούτο και περιλαμβάνονται στα πρακτικά, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την αξιόποινη πράξη της εκ προθέσεως παράνομης διευκόλυνσης της διαμονής υπηκόων τρίτης χώρας κατά συρροή και από κερδοσκοπία, η οποία τιμωρείται σύμφωνα με το άρθρο 87 παρ. 6 β του Νόμου 3386/2005, με βάση το οποίο "όποιος διευκολύνει την παράνομη διαμονή υπηκόου τρίτης χώρας ή δυσχεραίνει τις έρευνες των αστυνομικών αρχών για εντοπισμό, σύλληψη και απέλαση του, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με χρηματική ποινή τουλάχιστον πέντε χιλιάδων ευρώ.

Αν ο ανωτέρω ενήργησε εκ κερδοσκοπίας, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων ευρώ". Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Σκάλας Λακωνίας ο κατηγορούμενος το χρονικό διάστημα από 15-2-2009 έως 10-4-2009 παρείχε με πρόθεση κατάλυμα σε επτά αλλοδαπούς αφγανικής υπηκοότητας, οι οποίοι δεν είχαν διαβατήριο ή άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο και συγκεκριμένα στους R.

N., L. P., L. B., M. R., W. E., A. B. και M. N., οι οποίοι διέμεναν σε κατάλυμα ιδιοκτησίας του, έναντι μηνιαίου μισθώματος. Συγκεκριμένα, οι ανωτέρω αλλοδαποί συνελήφθησαν στις 10-4-2009 σε ένα κτίσμα (αποθήκη) επιφανείας 70-100 τ.μ. ευρισκόμενο στη ..., ιδιοκτησίας του κατηγορουμένου, στο οποίο διέμεναν μαζί με άλλους 32 Αφγανούς, τουλάχιστον προ διμήνου από τη σύλληψή τους, καταβάλλοντας μηνιαίο μίσθωμα 55 ευρώ οι τέταρτος και πέμπτος και 50 ευρώ έκαστος εκ των υπολοίπων, το οποίο έδιναν σε έναν Αφγανό ονόματι Y., ο οποίος εν συνεχεία το έδινε σε έναν Πακιστανό ονόματι R.

Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο κατηγορούμενος, ο οποίος γνώριζε ότι στο ανωτέρω ακίνητό του διέμεναν τα προαναφερόμενα άτομα, αφού όπως αναφέρει στην απολογία του και προκύπτει και από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, ο ίδιος πήγαινε τακτικά στο κτήμα προκειμένου να ελέγχει το μίσθιο, λαμβάνοντας ως εκ τούτου άμεσα γνώση της παρουσίας και διαμονής των ανωτέρω αλλοδαπών στην ιδιοκτησία του, εισέπραττε ακολούθως και το αντίστοιχο μίσθωμα το οποίο κατέβαλαν οι ανωτέρω αλλοδαποί στα ανωτέρω τρίτα πρόσωπα που ενεργούσαν ως μεσολαβητές.

Περαιτέρω ο ισχυρισμός του ότι το ως άνω ακίνητο το είχε εκμισθώσει στον I. Y. επικαλούμενος το από 5-2-2009 μισθωτήριο συμφωνητικό κατοικίας και ότι ο ίδιος δεν είχε εκμισθώσει το ακίνητο σε άτομα που δεν ήταν νόμιμα, δεν κρίνεται πειστικός, διότι στο ανωτέρω συμφωνητικό είχε συμπεριληφθεί ο όρος ότι ο μισθωτής έχει το δικαίωμα να φιλοξενεί άτομα της αρεσκείας του, παρέχοντας με αυτόν τον τρόπο ο ίδιος την άδεια στο μισθωτή να παρέχει στέγη και σε άλλα άτομα, χωρίς περιορισμό ως προς τον αριθμό αυτών και χωρίς τον απαιτούμενο από τον εκμισθωτή-κατηγορούμενο έλεγχο της νομιμότητας της διαμονής τους.

Άλλωστε η προσθήκη του ανωτέρω όρου στο συμφωνητικό δεν απαλλάσσει τον κατηγορούμενο από τις ποινικές κυρώσεις της εν λόγω μίσθωσης του ακινήτου του σε αλλοδαπούς, οι οποίοι δεν κατείχαν νόμιμα ταξιδιωτικά έγγραφα και έγγραφα διαμονής, όπως ισχυρίζεται, αλλά αντιθέτως αποδεικνύει την διαμονή των ανωτέρω αλλοδαπών στο μίσθιο ακίνητό του, την οποία γνώριζε εισπράττοντας το αντίστοιχο μηνιαίο μίσθωμα.

Πρέπει συνεπώς να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη για την οποία κατηγορείται. Ως ελαφρυντική περίσταση, κατά το άρθρο 84 παρ. 2 περ. α του Π.Κ., θεωρείται και ότι ο κατηγορούμενος "έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή".

Για το ορισμένο του στηριζομένου στην παραπάνω διάταξη ισχυρισμού δεν αρκεί η επίκληση λευκού ποινικού μητρώου ή εργασίας ή η ύπαρξη οικογένειας του δράστη, αλλά απαιτείται επίκληση θετικών στοιχείων με αναφορά σε πραγματικά περιστατικά, που να είναι ικανά, αληθή, υποτιθέμενα, να χαρακτηρίσουν τον δράστη έντιμο.

Στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2α του Π.Κ. καθόσον ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός, όπως διατυπώθηκε δεν είναι σαφής και ορισμένος και μάλιστα, με συγκεκριμένη αναφορά των πραγματικών περιστατικών, που τον θεμελιώνουν, διότι δεν αρκεί η επίκληση του χαρακτηρισμού, με τον οποίο αυτός είναι γνωστός στην νομική ορολογία.

Ούτε επίσης η λευκότητα του ποινικού μητρώου του αρκεί για την αναγνώριση του ελαφρυντικού αυτού. Περαιτέρω, όσον αφορά τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί αναγνώρισης στο πρόσωπό του, του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2δ του Π.Κ., αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον "πρέπει η μετάνοια του υπαιτίου όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά να συνδυάζεται με συγκεκριμένα περιστατικά που να μαρτυρούν ειλικρινή και όχι προσχηματική προσπάθεια άρσεως ή μειώσεως των συνεπειών της πράξεως, γεγονός που δεν αποδείχθηκε εν προκειμένω, αφού και παρά τις κατ’ επανάληψη οχλήσεις του μηνυτή και την καταγγελία αυτού εξακολουθούσε να παρέχει διαμονή σε αλλοδαπούς χωρίς νόμιμα ταξιδιωτικά έγγραφα ή έγγραφα διαμονής (Α.Π. 1037/2013, Α.Π. 926/2012).

Επομένως το αίτημα του κατηγορουμένου περί αναγνώρισης των ελαφρυντικών περιστάσεων του πρότερου έντιμου βίου (άρθρο 84 παρ. 2α του Π.Κ.) και της ειλικρινούς μεταμέλειας (άρθρο 84 παρ. 2δ του Π.Κ.) πρέπει να απορριφθεί". Μετά ταύτα το δικαστήριο και υπό τις παραδοχές αυτές κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα, κατά πιστή μεταφορά του ότι:" Στη ...

το χρονικό διάστημα από 15-2-2009 έως 10-4-2009 με πρόθεση και εκ κερδοσκοπίας διευκόλυνε, με μια πράξη, την παράνομη διαμονή επτά (7) άτομα υπηκόων τρίτης χώρας που δεν είχαν διαβατήριο ή άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο που αναγνωρίζεται από διεθνείς συμβάσεις ή θεώρηση εισόδου ή άδεια διαμονής ενώ αυτό απαγορεύεται.

Ειδικότερα, εκμίσθωσε για κατοικία ένα ακίνητο ιδιοκτησίας του που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του δήμου Σκάλας Λακωνίας, στους επτά (7) αλλοδαπούς M. N. του S., A. B. του R., R. N. του M., L. P. του A., L. B. του A., M. R. του A.-R. και W. E. του S., υπηκόους Αφγανιστάν, οι οποίοι στερούνταν παντελώς ταξιδιωτικών εγγράφων και νομιμοποιητικών εγγράφων διαμονής, εισπράττοντας μηνιαίο μίσθωμα από κάθε έναν, το χρηματικό ποσό των πενήντα (50) ευρώ από τους πρώτους πέντε και το ποσό των πενήντα πέντε (55) ευρώ από τους έκτο και έβδομο, διευκολύνοντας κατά τον τρόπο αυτόν, την παράνομη διαμονή τους στη χώρα, έχοντας ως σκοπό το κέρδος.

Απορρίπτει τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι αυτός: α) έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (άρθρο 84 παρ. 2α του Π.Κ.) και β) έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του (άρθρο 84 παρ. 2δ του Π.Κ.".

Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε, κατ’ αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού, στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στήριξε την κρίση του για συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδίκασε τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο, τις αποδείξεις από τις οποίες εξήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και τους νομικούς συλλογισμούς υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 12, 13, 14, 16, 17, 18, 19, 26 παρ. 1 α, 27, 51, 53, 57, 79, 80, 84 παρ. 2 α και δ, 94 του Π.Κ.

και άρθρου 87 παρ. 1 και 6 του Νόμου 3386/2005 (ήδη 29 παρ. 6 β του Νόμου 42512014), τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, ουδέ στέρησε αυτήν της νομίμου βάσεως. Ειδικότερα, διαλαμβάνονται και προσδιορίζονται στην προσβαλλομένη απόφαση και αιτιολογούνται, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, οι εξής, κρίσιμες και αναγκαίες για την θεμελίωση καταδικαστικής κρίσεως, ουσιαστικές και νομικές παραδοχές:

Οι συγκεκριμένες περιστάσεις υπό τις οποίες ο κατηγορούμενος διευκόλυνε την παράνομη παραμονή των επτά κατονομαζομένων υπηκόων του Αφγανιστάν στην χώρα, η γνώση του ότι οι ανωτέρω στερούνταν των νομιμοποιητικών εγγράφων παραμονής τους στην Ελλάδα, το κτήμα του στο οποίο διέμεναν, το μίσθωμα το οποίο εισέπραττε από τον καθένα εξ αυτών, ο τρόπος της καταβολής του, το ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτού και του I.

Y. και το συμφωνηθέν περιεχόμενό του, καθώς και οι συνεχείς επισκέψεις του κατηγορουμένου στο μίσθιο ακίνητο προκειμένου να το ελέγχει. Σχετικά με την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου περί της συνδρομής, στο πρόσωπό του, της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2α του Π.Κ. το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περιστάσεως, καθόσον ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός, όπως διατυπώθηκε, δεν είναι σαφής και ορισμένος και μάλιστα, με συγκεκριμένη αναφορά των πραγματικών περιστατικών, που τον θεμελιώνουν διότι δεν αρκεί η επίκληση του χαρακτηρισμού, με τον οποίον αυτός είναι γνωστός στη νομική ορολογία.

Ούτε επίσης η λευκότητα του ποινικού μητρώου του αρκεί για την αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περιστάσεως. Τέλος, σχετικά με την κατ’ ουσίαν απόρριψη του δευτέρου αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου περί της συνδρομής, στο πρόσωπό του, της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2δ του Π.Κ.

το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι πρέπει η μετάνοια του υπαιτίου όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά να συνδυάζεται με συγκεκριμένα περιστατικά που να μαρτυρούν ειλικρινή και όχι προσχηματική προσπάθεια άρσεως ή μειώσεως των συνεπειών της πράξεως, γεγονός που δεν αποδείχθηκε εν προκειμένω, αφού και παρά τις κατ’ επανάληψη οχλήσεις του μηνυτή και την καταγγελία αυτού εξακολουθούσε να παρέχει διαμονή σε αλλοδαπούς χωρίς νόμιμα ταξιδιωτικά έγγραφα ή έγγραφα διαμονής (Α.Π. 1037/2013, Α.Π. 926/2012, Α.Π. 631/2012).

Επομένως η αιτίαση με την οποίαν πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως (πρώτο) λόγω της ελλείψεως της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος. Η αυτή αιτίαση, που ταυτοσήμως προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Ε του Κ.Π.Δ. για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 87 παρ. 6 του Νόμου 3386/2005 (άρθρο 29 παρ. 6 του Νόμου 42512014), γιατί το δικαστήριο της ουσίας τον καταδίκασε, χωρίς να υπαγάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα διάταξη, χωρίς να στοιχειοθετείται με αυτά άμεσος δόλος πρώτου βαθμού και χωρίς να προκύπτει το στοιχείο του "σκοπού κερδοσκοπίας" είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος διότι:

Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του Κ.Π.Δ. εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που έχει δεχθεί ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως (Ολ.

Α.Π. 1/2015). Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου ορθώς εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 87 παρ. 6 του Νόμου 3386/2005 (άρθρο 29 παρ. 6 του Νόμου 4251/2014) και ορθά υπήγαγε σ’ αυτήν τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, που με σαφήνεια και πληρότητα εκθέτει στην αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία δεν περιέχει αντιφάσεις ή λογικά κενά, όπως σημειώθηκε παραπάνω.

Ως προς την υποκειμενική υπόσταση του εν λόγω πλημμελήματος, όχι εύστοχα ο αναιρεσείων "απαιτεί" άμεσο δόλο πρώτου βαθμού διότι από το γράμμα του νόμου προκύπτει ότι προβλέπεται ο δόλος του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., αφού δεν απαιτείται να έχει τελεσθεί η πράξη εν γνώσει ορισμένου περιστατικού (Α.Π. 56/2015).

Συνεπώς ο δόλος ενυπάρχει στην θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών (Α.Π. 94/2014) και έτσι δεν τίθεται θέμα ιδιαίτερης αιτιολογήσεως κατά την υπαγωγή, δηλαδή θέμα μη ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως.

Τέλος, κατά την εφαρμογή της ίδιας διατάξεως το δικαστήριο τεκμηριώνει το στοιχείο της "εκ κερδοσκοπίας" ενέργειας (με την έννοια της υπάρξεως κινήτρου και σκοπού-προσπορισμού αθεμίτου περιουσιακού οφέλους) σημειώνοντας στην αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως την επιδίωξη εισπράξεως και την επίτευξη της εισπράξεως μηνιαίων μισθωμάτων από τους επτά στερούμενους άδειας παραμονής Αφγανούς υπηκόους.

Επομένως, δεν έλαβε χώρα εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 87 παρ. 6 του Νόμου 3386/2005 (29 παρ. 6 του Νόμου 4251/2014) ή του άρθρου 27 του Π.Κ., ούτε εκ πλαγίου παραβίαση αυτών. Οι λοιπές αιτιάσεις ως αναγόμενες σε τοιαύτες για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων είναι απαράδεκτες, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Κατ’ ακολουθίαν όλων αυτών και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στο δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ 1 του Κ.Π.Δ.) κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18 Μαρτίου 2016 και με αριθμό πρωτοκόλλου …/2016 αίτηση του αναιρεσείοντος Γ. Τ. του Τ. και της Α., κατοίκου ..., που άσκησε ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Ναυπλίου, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 342/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Νοεμβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Δεκεμβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ