Supreme Court dismisses appeal on property ownership, upholding lower court's finding of good faith acquisition by heirs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the State's appeal against the First Instance Court's decision recognizing the heirs' ownership of a property. The heirs successfully argued they acquired the title through good faith possession and legal succession, while the State contended otherwise. The Court upheld the lower court's ruling because the heirs' actions and the legal basis for their claim were sufficiently clear and did not require further explanation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1813 et seq. of the Civil Code; Article 559, No. 19 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the lower court's decision is based on clear facts and legal grounds without requiring further elaboration on the acquisition of ownership through good faith.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1814 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1814/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ, Μερόπη Τζουγκαράκη-Εισηγήτρια, Ιφιγένεια Ματσούκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 17 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ιωάννα Παχή, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Χ.-Α. το γένος Π. και Α. Α., χήρας Κ. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γ. Κούτση, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-9-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3837/2017 μη οριστική, 284/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 775/2020 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-12-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 14-12-2022 αίτηση αναίρεσης (αριθ. κατ. 1238/114/23-12-2022) προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 775/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, που απέρριψε την από 5-2-2020 έφεση (αριθ. κατ. 1182/87/7-2-2020) του ήδη αναιρεσείοντος εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, κατά της υπ' αριθ. 284/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 25-9-2013 (αριθ.
κατ. 7011/2-10-2013) αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης ενάγουσας για αναγνώριση της κυριότητας ακινήτου και διόρθωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου Σαλαμίνας. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής, υπάρχει αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή, η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά, με τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον το δικαστήριο παραλείπει να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου, κατά παράβαση της δικονομικής διατάξεως του άρθρου 216 ΚΠολΔ, κατά την οποία η αγωγή, εκτός των άλλων αναγκαίων για το ορισμένο αυτής στοιχείων, πρέπει να περιέχει και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, ώστε ουδεμία να γεννάται αμφιβολία περί της ταυτότητάς του.
Περαιτέρω από το άρθρο 1094 ΑΚ συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία της διεκδικητικής ή αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής είναι, μεταξύ άλλων, η ακριβής περιγραφή του ακινήτου κατά θέση, έκταση και όρια, καθώς και κατά ιδιότητα (οικοπέδου, αγρού κλπ), ώστε να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά του.
Όταν το επίδικο ακίνητο φέρεται στην αγωγή ως τμήμα μεγαλυτέρου ακινήτου, ο ενάγων έχει υποχρέωση, εκτός από την έκταση του επίδικου τμήματος, να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, έτσι ώστε ο εναγόμενος να αντιτάξει άμυνα περί συγκεκριμένου επίδικου αντικειμένου, το δε δικαστήριο να τάξει το προσήκον θέμα αποδείξεως και σε περίπτωση παραδοχής της αγωγής να είναι δυνατή η εκτέλεση.
Δεν απαιτείται όμως για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο οι όμοροι ιδιοκτήτες, οι πλευρικές διαστάσεις, το σχήμα και ο ακριβής προσανατολισμός του ακινήτου, ούτε να επισυνάπτεται τοπογραφικό διάγραμμα (ΑΠ 9/2020, ΑΠ 781/2016, ΑΠ 1182/2012). Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε την από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και προβάλλει ότι, παρά το νόμο, το Εφετείο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή, λόγω αοριστίας του δικογράφου αυτής, στο οποίο δεν προσδιορίζεται η ακριβής θέση και ο προσανατολισμός του επίδικου ακινήτου, εντός της ευρύτερης έκτασης, την οποία ομοίως δεν προσδιόρισε με την προσάρτηση τοπογραφικού διαγράμματος με τα όρια του επίδικου ακινήτου και της ευρύτερης έκτασης και δη με το σύστημα γεωγραφικών συντεταγμένων.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι αυτή εξέθετε ότι κατέστη κυρία ενός αγροτεμαχίου, το οποίο βρίσκεται στη θέση ... ή ... ή ... εκτάσεως 343,20 τ.μ κατά τον τίτλο και 381 τ.μ κατά την μέτρηση του κτηματολογίου, όπου έχει ΚΑΕΚ ...
και απεικονίζεται στον αριθμό είκοσι τέσσερα (24) του υπό στοιχείο ... οικοδομικού τετραγώνου στο από ... σχεδιάγραμμα του μηχανικού Γ. Ο., αντίγραφο του οποίου είναι προσαρτημένο στο υπ' αριθ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιώς Σ. Π. και συνορεύει βόρεια με το υπ' αριθ. ... αγροτεμάχιο του ιδίου οικοδομικού τετραγώνου με ΚΑΕΚ ..., ανατολικά με ιδιωτική οδό με ΚΑΕΚ ..., νότια με ιδιωτική οδό με ΚΑΕΚ ...
και δυτικά με τα υπ' αριθ. ... και ... αγροτεμάχια του ιδίου οικοδομικού τετραγώνου με ΚΑΕΚ ... και ... αντίστοιχα. Ότι έχει καταστεί κυρία με παράγωγο τρόπο, ήτοι με αγορά, δυνάμει του νομίμως μεταγραμμένου υπ' αριθ. ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιώς Σ. Π., επικουρικά δε με πρωτότυπο τρόπο και δη με τα προσόντα της τακτικής, άλλως έκτακτης χρησικτησίας και με προσμέτρηση του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων της, που τους διαδέχθηκε στη νομή και οι οποίοι ασκούσαν στο επίδικο τις αναφερόμενες διακατοχικές πράξεις συνεχώς και αδιαλείπτως, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, τουλάχιστον από το έτος 1850, έχοντας συμπληρώσει τριακονταετία έως τις 11-9-1915.
Και ότι κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης της περιοχής, το επίδικο ακίνητο καταχωρήθηκε ως ανήκον στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, με αποτέλεσμα να προσβάλλεται το δικαίωμα της κυριότητάς της. Με βάση αυτά ζήτησε να αναγνωριστεί κυρία του επίδικου ακινήτου και να διαταχθεί η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής αυτού στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου Σαλαμίνας.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ' αριθ. 284/2020 απόφασή του έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή και διέταξε την επανάληψη της συζήτησης για τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης για τα προς εφαρμογή των τίτλων ιδιοκτησίας και προς διερεύνηση εάν το επίδικο εμπίπτει εντός των ορίων του δημοσίου κτήματος ΑΒΚ ...
ή εάν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της ειδικής χρησικτησίας του άρθρου 4 Ν. 3127/2003. Ακολούθως και μετά την διενέργεια όσων διέταξε η ανωτέρω μη οριστική απόφαση το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εξέδωσε την υπ' αριθ. 3837/2017 οριστική απόφασή του με την οποία, αφού απέρριψε την βάση από το άρθρο 4 του Ν. 3127/2003, ενόψει του ότι η περιοχή που βρίσκεται το επίδικο ακίνητο δεν αποτελεί οριοθετημένο οικισμό κατά την έννοια του Π.Δ/τος 24-4/3-5-1985, δέχθηκε την αγωγή, αναγνώρισε την κυριότητα της ενάγουσας επί του επίδικου ακίνητου και διέταξε τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα οικεία κτηματολογικά βιβλία του αρμόδιου κτηματολογικού γραφείου με την καταχώρηση της ενάγουσας ως πλήρους και αποκλειστικής κυρίας αυτού.
Η αγωγή, ως προς την περιγραφή του επίδικου ακινήτου είναι ορισμένη και πλήρης, ώστε να μη γεννάται καμιά αμφιβολία περί της ταυτότητας αυτού, αφού περιγράφεται επαρκώς κατά θέση, έκταση και όρια, τόσο η αμφισβητούμενη έκταση, η οποία προέρχεται από κατάτμηση της μείζονος έκτασης και δεν αποτελεί πλέον τμήμα αυτής, για την οποία (αμφισβητούμενη) αναφέρονται και οι πλευρικές διαστάσεις, όσο και η μεγαλύτερη έκταση της οποίας αποτελούσε τμήμα, χωρίς να απαιτούνται άλλα επιπλέον στοιχεία, δηλαδή ο προσανατολισμός και η θέση του επίδικου ακινήτου μέσα στα μεγαλύτερα ακίνητα των δικαιοπαρόχων της αναιρεσίβλητης και η επισύναψη στην αγωγή τοπογραφικού διαγράμματος που να απεικονίζει τη θέση και τα όρια του επιδίκου ακινήτου εντός της ευρύτερης έκτασης, καθώς και τα όρια της τελευταίας σε σχέση με άλλα όμορα σε αυτή αγροτεμάχια και δη με το σύστημα γεωγραφικών συντεταγμένων.
Επομένως, το Εφετείο απορρίπτοντας το σχετικό λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος για αοριστία της αγωγής ως αβάσιμο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, της παρά τον νόμο μη κηρύξεως απαραδέκτου και, συνεπώς, ο σχετικός πρώτος, λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7. 39), ν. 9 παρ.1 Πανδ. (50. 14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41. 4), ν. 6 παρ. 1 Πανδ. (44. 3), ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18. 1), ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23. 3) του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι οποίες, με βάση τη διάταξη του άρθρου 51 ΕισΝΑΚ εφαρμόζονται για την κτήση κυριότητας πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23-2-1946), μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο και, συγκεκριμένα, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, κατόπιν ασκήσεως νομής επ' αυτού, ως τέτοιας νοούμενης της διενέργειας εμφανών και συνεχών πράξεων, που εκδηλώνουν βούληση εξουσίας του νομέα πάνω στο ακίνητο, με καλή πίστη, δηλαδή, με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει, κατ' ουσία, το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5. 8), 27 Πανδ. (18. 1) και διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας.
Ακολούθως, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 12 πανδ. (28. 7), ν. 14 παρ. 8 Πανδ. (11. 7) και ν. 69 Πανδ. (29. 2) του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι εκούσιοι ή εξωτικοί κληρονόμοι, στους οποίους περιλαμβάνονται η σύζυγος, καθώς και οι μη υπεξούσιοι κατιόντες του κληρονομουμένου, δηλαδή οι ενήλικοι κατιόντες, αποκτούν την κληρονομία με μονομερή δήλωση της βούλησής τους για αποδοχή αυτής, που αποτελεί δικαιοπραξία μη απευθυντέα (υπεισέλευση στην κληρονομία).
Η δήλωση αυτή μπορεί να είναι είτε ρητή (έγγραφη ή προφορική), είτε σιωπηρή, συναγόμενη από συμπεριφορά ή πράξεις, που φανερώνουν την πρόθεση εκείνου που καλείται στην κληρονομία για ανάμιξη σ' αυτή και απόκτησή της (ΑΠ 69/2018, ΑΠ 289/2016). Εξάλλου, δεν είναι νόμιμη η κτήση κυριότητας ακινήτου έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, δυνάμει τακτικής χρησικτησίας, διότι ο εν λόγω τρόπος κτήσης έχει αποκλεισθεί από το προϊσχύσαν Βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο.
Κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ιδίου Κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στον χρόνο της δικής του νομής και τον χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ).
Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1033 ΑΚ για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Επίσης, σύμφωνα με τα άρθρα 1710 παρ. 1, 1846, 1193, 1195, 1198, 1199 ΑΚ η κληρονομική διαδοχή, είτε χωρεί από το νόμο (εξ αδιαθέτου ή εκ νόμιμης μοίρας) είτε από διαθήκη, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας των κληρονομιαίων ακινήτων, η κυριότητα των οποίων μεταβαίνει αναδρομικώς στον κληρονόμο από το θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί με δημόσιο έγγραφο την κληρονομία και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως (ΟλΑΠ 9/2016).
Με τον δεύτερο (τελευταίο) δεύτερο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου την πλημμέλεια ότι αυτή στερείται νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών και ασαφών αιτιολογιών σχετικά με το ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου, τόσο από τους δικαιοπαρόχους της αναιρεσίβλητης, όσο και από την ίδια, με έκτακτη χρησικτησία, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου και του Αστικού Κώδικα.
Ειδικότερα, πλήττει τις αιτιολογίες με τις αιτιάσεις ότι δεν διαλαμβάνεται α) ο τρόπος κληρονομικής διαδοχής του θανόντος το έτος 1899 απώτατου δικαιοπαρόχου της ενάγουσας, Α. ή Α. Σ., από τον απώτερο δικαιοπάροχό της, υιό του, Π. Σ., ήτοι εξ αδιαθέτου ή εκ διαθήκης, β) εάν κατά τον χρόνο θανάτου του Π. Σ. και της μεταποβιώσασας συζύγου του, Π.
Σ., τα δέκα τέκνα τους ήταν ανήλικα ή ενήλικα και με ποιες συγκεκριμένες πράξεις νομής τους τα ενήλικα τέκνα τους εκδήλωσαν την βούλησή τους να αποκτήσουν την επαχθείσα κληρονομία, γ) εάν το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στην επαχθείσα κληρονομία, το ποσοστό του κληρονομικού μεριδίου εκάστου των κληρονόμων και η μεταγραφή της δήλωσης αποδοχής ή του κληρονομητηρίου, δ) εάν στα ακίνητα που ασκούσαν συννομή όλοι οι δικαιοπάροχοι της αναιρεσίβλητης περιλαμβάνεται το επίδικο ακίνητο και τέλος στ) δεν εξειδικεύεται το στοιχείο της καλής πίστης στο πρόσωπο των νεμηθέντων το επίδικο ακίνητο.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο που την εξέδωσε, δέχθηκε ότι αποδείχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ως προς τα γεγονότα κρίση του, μεταξύ των άλλων και τα εξής: " ... Δυνάμει του ... συμβολαίου ... νομίμως μεταγεγραμμένου, ... η ενάγουσα αγόρασε από την Ε. συζ. Ι. Κ. το γένος Γ.
Μ. ένα αγροτεμάχιο που βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλης και εκτός οριοθετημένου οικισμού στη θέση ... ή ... ή ... της κτηματικής περιφέρειας Σαλαμίνας, εκτάσεως 343 τ.μ. κατά τον τίτλο και 381 τ.μ. κατά την μέτρηση του κτηματολογίου, όπου φέρει αριθμό ΚΑΕΚ ... ... βρίσκεται στο Ξ οικοδομικό τετράγωνο, φέρει (ως αγροτεμάχιο) τον αριθμό ...
και συνορεύει ... Το ανωτέρω ακίνητο είχε περιέλθει στη δικαιοπάροχο της ενάγουσας σε μεγαλύτερη έκταση 95.987 τ.μ. από αγορά, δυνάμει του ... νομίμως μεταγεγραμμένου συμβολαίου ... Εκείνη ακολούθως, προέβη σε κατάτμηση της έκτασης και πώληση αγροτεμαχίων, ένα εκ των οποίων είναι και το επίδικο. Τόσο η ενάγουσα όσο και η δικαιοπάροχός της από τότε που απέκτησαν το ως άνω ακίνητο υπεισήλθαν στη νομή του, ασκώντας πράξεις προσιδιάζουσες στη φύση του, όπως επίβλεψη, προστασία από τρίτους, καλλιέργεια κηπευτικών και οπωροφόρων δένδρων και καθαρισμό.
Οι δικαιοπάροχοι της Ε. Κ. είναι 25 άτομα, τέκνα και διάδοχοι λόγω κληρονομικής διαδοχής τους, του αρχικού, απώτερου δικαιοπαρόχου τους Π. Σ. του Α. ή Α., που πέθανε το έτος ..., χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε από τη σύζυγό του, Π. και τα δέκα τέκνα του Α., Δ., Ν., Σ., Λ., Α., Φ., Π., Ε., Π. και Α. Σ., οι οποίοι αναμίχθηκαν στην κληρονομιά ασκώντας τις υλικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση του ακινήτου, όπως επίβλεψη, οριοθέτηση, παραχώρηση δικαιώματος βόσκησης και ξύλευσης, με καλή πίστη και την πεποίθηση, τόσο κατά την κτήση όσο και καθ' όλη τη διάρκεια, ότι δεν προσβάλλουν δικαίωμα τρίτου.
Να σημειωθεί ότι στην κυριότητα του Π. Σ. ανήκε μεγαλύτερη έκταση 111.987 τ.μ., από την οποία αυτός μεταβίβασε τμήμα 16.000 τ.μ., λόγω πώλησης στον Α. Θ., το έτος ..., οπότε απέμεινε το ακίνητο των 95.987 τ.μ., το οποίο οι διάδοχοί του πώλησαν, κατά τα προαναφερθέντα, το έτος 1961, στην Ε. Κ. Ο Π. Σ. του Α. ή Α. είχε αποκτήσει το μείζον παραπάνω ακίνητο των (111.987 τ.μ.) κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά του αποβιώσαντος το έτος ...
πατρός του Α. και κατά το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου από αγορά από τους κληρονόμους του Ι. Σ., Γ. και Δ. Σ., δυνάμει του ... συμβολαίου νομίμως μεταγραφέντος ... και, όσο ζούσε και μέχρι τον κατά το έτος ... θάνατό του, το νεμόταν, το ήμισυ εξ αδιαιρέτου από τον χρόνο που υπεισήλθε ενεργά στην κληρονομιά του πατρός του και το υπόλοιπο ήμισυ εξ αδιαιρέτου από τον χρόνο αγοράς, με διάνοια κυρίου, καλλιεργώντας το πεδινό τμήμα του και ασκώντας κτηνοτροφία στο υπόλοιπο.
Το έτος ... απεβίωσε και η σύζυγος του Π. Σ., η οποία κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα προαναφερθέντα δέκα τέκνα της, που αναμίχθηκαν στην κληρονομιά ασκώντας τις πράξεις νομής που προσιδίαζαν στη φύση του (καλλιέργεια, επίβλεψη, καθαρισμό), με καλή πίστη και με την πεποίθηση, τόσο κατά την κτήση όσο και καθ' όλη τη διάρκεια, ότι δεν προσβάλλουν δικαίωμα τρίτου.
Το έτος ... απεβίωσε ο εκ των συγκυρίων Σ. Σ. και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του, Ζ. και τα πέντε τέκνα του, Π., Π., Φ., Α. και Ν., οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομιά (... δήλωση αποδοχής του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Μ.). Το έτος ..., απεβίωσε ο εκ των συγκυρίων Α. Σ. και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από την σύζυγό του, Λ.
και τα έξι τέκνα του Π., Π., Μ., Α., Κ. και Π., ο οποίος απεβίωσε το έτος ... και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη μητέρα του, Λ. και τα ανωτέρω πέντε αδέλφια του, οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομιά (... δήλωση αποδοχής, για τις ανωτέρω κληρονομιές κατά το ποσοστό εκάστου, του ίδιου συμβολαιογράφου). Το έτος ... απεβίωσε ο εκ των συγκυρίων Λ.
Σ. και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του, Ε. και τα επτά εν ζωή αδέλφια του, Α., Δ., Ν., Φ., Ε., Π., Α., τα πέντε τέκνα του προαποβιώσαντος αδελφού του, Σ. και τα πέντε τέκνα του προαποβιώσαντος αδελφού του, Α., οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομιά. Το έτος ... απεβίωσε η εκ των συγκυρίων Α. Π. Σ. σύζυγος Ν.
Γ., η οποία κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τον σύζυγό της, Ν. Γ. και τα πέντε τέκνα της, Ι., Μ., Π., Γ. και Μ. Γ., οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομιά (... δήλωση αποδοχής του ίδιου συμβολαιογράφου). Όλοι οι ανωτέρω, κληρονομούμενοι και κληρονόμοι, ασκούσαν από τους ανωτέρω χρόνους που έκαστος απέκτησε το ακίνητο πράξεις νομής επί του μείζονος ακινήτου αλλά και του επιδίκου ειδικά, όπως επίβλεψη και καλλιέργεια, μέχρι που, δυνάμει του προαναφερθέντος ...
συμβολαίου, πώλησαν και μεταβίβασαν στην Ε. Κ. το ανωτέρω ακίνητο (95.987 τ.μ.), μέρος του οποίου αποτελεί και το επίδικο. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο ως τμήμα του προαναφερθέντος μεγαλύτερου ακινήτου των 111.987 τ.μ. είχε περιέλθει στους απώτερους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας, ήτοι Α. ή Α. Σ. και Ι.
Σ., οι οποίοι το καλλιεργούσαν, ως προς ορισμένα τμήματά του και το χρησιμοποιούσαν ως βοσκότοπο, πριν από το έτος 1845, οπότε ολοκληρώθηκαν οι εργασίες της Επιτροπής των διαφιλονικουμένων δασών στη Σαλαμίνα. ... Επομένως, ήδη από το έτος 1845, οι απώτεροι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας ήταν στη νομή του ακινήτου των 111.987 τ.μ.
και ακολούθως των 95.987 τ.μ., μέρος του οποίου αποτελεί και το επίδικο, χωρίς ποτέ να την απωλέσουν. Κατά δε την κρίσιμη ημερομηνία 11-9-1915, ο απώτερος δικαιοπάροχος Π. Σ. του Α. ή Α. είχε ήδη καταστεί κύριος του ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με έκτακτη χρησικτησία του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, αφού κατά την ανωτέρω ημερομηνία είχε συμπληρώσει με προσμέτρηση του χρόνου χρησικτησίας των άμεσων δικαιοπαρόχων του, τους οποίους διαδέχθηκε στη νομή, 30ετή καλόιστη νομή σε αυτό, χωρίς αυτό το πραγματικό γεγονός (της άσκησης νομής) να αναιρείται από τη μεταγενέστερη καταχώρηση του επιδίκου ως τμήμα δημόσιου κτήματος (...
το έτος 1939) και ως δάσος (ΔΔ ... το έτος 2011). ...
Συνεπώς, εφόσον οι απώτεροι καθώς και άμεση δικαιοπάροχος της ενάγουσας είχαν αποκτήσει την κυριότητα του ακινήτου των 95.987 τ.μ., στο οποίο περιλαμβάνεται και το επίδικο, και αυτή κατέστη κυρία αυτού με παράγωγο τρόπο (με το ως άνω υπ' αριθ. ... συμβόλαιο) αλλά και με έκτακτη χρησικτησία, προσμετρουμένου του χρόνου αδιατάρακτης και αδιάλειπτης νομής όλων των δικαιοπαρόχων της, και αυτών πριν την 11-9-1915, αφού μέχρι την ημερομηνία εκείνη, είχε ήδη αποκτήσει κυριότητα σε βάρος του δημοσίου ο απώτερος δικαιοπάροχος της ενάγουσας, Π.
Σ. του Α. ή Α. ...". Μετά από τις ανωτέρω παραδοχές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση, κρίνοντας ομοίως με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αναγνώρισε την αναιρεσίβλητη - ενάγουσα - εφεσίβλητη ως κυρία του επίδικου ακινήτου έναντι του αναιρεσείοντος - εναγομένου - εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου και διέταξε τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης κτηματολογικής εγγραφής αυτού στο οικείο κτηματολογικό βιβλίο του αρμόδιου κτηματολογικού γραφείου.
Ειδικότερα, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε α) ως προς την κληρονομία των Α. Σ., Π. Σ. και της συζύγου του Π. χήρας Π. Σ., οι οποίοι απεβίωσαν κατά τα έτη 1899, 1932 και 1937, αντίστοιχα, ότι οι κατονομαζόμενοι κληρονόμοι τους υπεισήλθαν στην κληρονομία με την διενέργεια πράξεων νομής (οριοθέτησης, επίβλεψης, ξύλευσης, παραχώρησης σε τρίτους, βοσκή ποιμνίων, καλλιέργειας των γόνιμων τμημάτων), που υποδηλώνουν σιωπηρή αποδοχή της κληρονομίας και που φανερώνουν την πρόθεσή τους για ανάμιξη σ' αυτή και απόκτησή της.
Από την παραδοχή δε αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης συνάγεται ευθέως το συμπέρασμα ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι κανένας από αυτούς δεν ήταν ανήλικο τέκνο των θανόντων και δεν τελούσε υπό την άμεση πατρική εξουσία, ώστε να αποκτήσει αυτοδικαίως την κληρονομία με την επαγωγή και β) ως προς την κτήση της κυριότητας του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία κατά το προϊσχύσαν βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο, που είναι αγροτεμάχιο, αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης αγροτικής έκτασης, εμβαδού 95.987 τ.μ., της οποίας την κυριότητα απέκτησαν με έκτακτη χρησικτησία οι απώτεροι δικαιοπάροχοι της αναιρεσίβλητης ενάγουσας, νεμόμενοι την έκταση αυτή με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής δεν προσέβαλαν τα δικαιώματα κυριότητας τρίτων, ούτε του αναιρεσείοντος εναγομένου, από το έτος 1845 αδιαλείπτως μέχρι την 11-9-1915, αλλά και μετά το έτος αυτό, ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση της διακατοχικές πράξεις, οι οποίες με σαφήνεια μνημονεύονται, με την βούληση να την εξουσιάζουν ως συγκύριοι.
Δεν είναι απαραίτητη και η περαιτέρω εξειδίκευση των επί μέρους πράξεων νομής σε κάθε μέρος της ευρύτερης ως άνω έκτασης και συγκεκριμένα σε ποιο τμήμα αυτής ασκούσαν τις διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν σε αγροτεμάχιο και σε ποιο τμήμα εκείνες που προσιδιάζουν σε βοσκότοπο, αφού πρόκειται περί ενιαίας έκτασης και ο φυσικός εξουσιασμός των προαναφερόμενων δικαιοπαρόχων και το πνευματικό στοιχείο της νομής επεκτεινόταν σε όλη αυτή την έκταση των 95.987 τ.μ., εντός της οποίας εμπίπτει, κατά τις σχετικές παραδοχές και το επίδικο εδαφικό τμήμα (ΑΠ 1133/2020).
Σύμφωνα με τα ανωτέρω, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι ο Π. Σ. του Α. ή Α. είχε καταστεί κύριος του ευρύτερου ακινήτου, από το οποίο προήλθε το επίδικο, με έκτακτη χρησικτησία έναντι του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου την 11-9-1915, ως εκ τούτου δεν υπήρχε νομικό εμπόδιο οι διάδοχοι αυτού στη νομή του εν λόγω ακινήτου να επικαλεσθούν αρχικά με βάση το Βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, με βάση το άρθρο 1051 ΑΚ, την προσμέτρηση στη δική τους νομή του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων τους, καθώς η κυριότητα για το Ελληνικό Δημόσιο στο ακίνητο είχε απωλεσθεί ήδη την 11-9-1915, χωρίς έκτοτε να ανακτηθεί και άρα το αναιρεσείον δεν μπορεί να προβάλλει έναντι των διαδόχων του Π.
Σ. του Α. ή Α. το απαράγραπτο των εμπράγματων δικαιωμάτων του. Περαιτέρω, δεν είναι αναγκαίο για τη νομική πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου να προσδιορίζεται και ο τρόπος της κληρονομικής διαδοχής του Π. Σ. στην κληρονομία του θανόντος το έτος 1899 πατέρα του, Α. ή Α. Σ. (εξ αδιαθέτου ή εκ διαθήκης), καθόσον κατά το προϊσχύον Βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο ο καθολικός διάδοχος διαδεχόταν την κατάσταση της χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του, ως εκ τούτου αυτός υπεισήλθε ενεργά στην κληρονομία του πατέρα του.
Εξάλλου, επαρκώς προσδιορίζονται οι διακατοχικές πράξεις, ιδίως επίβλεψη, οριοθέτηση, παραχώρηση δικαιώματος βόσκησης και ξύλευσης, από τις οποίες εκδηλώνεται η βούλησή του ως κληρονόμου να αποκτήσει την επαχθείσα σ' αυτόν κληρονομία, στην οποία και αναμείχθηκε ενεργά. Επίσης δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται, αναφορικά με τα κατονομαζόμενα δέκα τέκνα του Π.
Σ., εάν αυτά ήταν ανήλικα, κατά το χρόνο του θανάτου του πατέρα τους, οπότε απέκτησαν αυτοδικαίως την κληρονομία του τελευταίου και ανεξάρτητα από τη βούληση τους, αφού αρκεί η παραδοχή της απόφασης ότι υπεισήλθαν ενεργά στην κληρονομία του πατέρα τους, ασκώντας όμοιες με αυτόν πράξεις νομής. Δεν είναι αναγκαία η αναφορά ότι στην επαχθείσα κληρονομία των κληρονόμων των μετέπειτα αποβιωσάντων κληρονομουμένων περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο, αφού επρόκειτο για εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή και περιελάμβανε το σύνολο της κληρονομίας του εκάστοτε κληρονομουμένου.
Επίσης δεν είναι αναγκαία η αναφορά του ποσοστού του κληρονομικού μεριδίου εκάστου των κληρονόμων, αφού αυτό, για τον πριν από την ισχύ του ΑΚ χρόνο, καθοριζόταν από το Ν. 2310/1920, μετά δε την εισαγωγή του ΑΚ, καθορίζεται από τα άρθρα 1813 επ. αυτού. Δεν είναι αναγκαία ούτε η αναφορά του ποσοστού εξ αδιαιρέτου κατά το οποίο έκαστος των κληρονόμων κατέστη συγκύριος του επίδικου ακινήτου, και το αντίστοιχο ιδανικό μερίδιο συννομής αυτών, τόσο επί του μεγαλύτερου ακινήτου όσο και επί του επίδικου ακινήτου, εφόσον τις επαρκώς προσδιοριζόμενες πράξεις νομής ο κάθε κληρονόμος τις ασκούσε και για λογαριασμό των λοιπών συννομέων (ΑΠ 2192/2013).
Τέλος, δεν είναι αναγκαίο για τη νομική πληρότητα της αιτιολογίας, να επεξηγείται ειδικώς, με παράθεση συγκεκριμένων περιστατικών η ύπαρξη του στοιχείου της καλής πίστης, καθόσον αρκεί η μνεία αυτής ως έννοιας κοινώς γνωστής, ενώ τη συνδρομή της συνάγει το δικαστήριο, ενόψει της φύσης της, ως ενδιάθετης κατάστασης, συμπερασματικώς από τα αποδεικνυόμενα περιστατικά (ΑΠ 369/2022, ΑΠ 1133/2020, ΑΠ 582/2018, 556/2012).
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και έτσι, όπως έκρινε, δεν στέρησε την νόμιμη βάση από την απόφασή του, δεδομένου ότι, εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα από τα αποδεικτικά μέσα προκύψαντα περιστατικά, που πληρούν το πραγματικό των προαναφερομένων ουσιαστικών διατάξεων, ώστε καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας αυτών.
Επομένως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο δεύτερος (τελευταίος) λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι αυτή στερείται νόμιμης βάσης λόγω έλλειψης και ανεπαρκών και ασαφών αιτιολογιών σχετικά με το ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από τους δικαιοπαρόχους της αναιρεσίβλητης και από την ίδια.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183, 191 παράγραφος 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως (άρθρο 22 Ν. 3693/1957), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-12-2022 αίτηση για αναίρεσης της υπ' αριθ. 775/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Νοεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ