Supreme Court dismisses appeal against land ownership ruling based on thirty-year good faith possession under Byzantine law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the State's appeal against the First Instance Court's ruling on land ownership. The appellant argued that the disputed land was a forest, citing a 2011 forestry document showing dense vegetation, while the lower court found it to be an abandoned agricultural field. The court held that the appellate court properly considered all evidence, including witness testimony and the specific reasoning in the lower judgment, rendering the appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 51 of the Introduction to the Civil Code; Good faith possession for thirty years under Byzantine law establishes ownership; The appellate court's review of evidence and reasoning precludes remand for re-evaluation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 582 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 582/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 21η Φεβρουαρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αφεντία Ιωσηφίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Α. Π., συζ. Χ. Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Γεωργίου Παπαδημητρίου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-11-2010 αίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άμφισσας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30/2012 του ιδίου Δικαστηρίου, 13/2013 του Εφετείου Λαμίας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 2-7-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Παπανδρέου, ανέγνωσε την από 9-2-2018 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 2-7-2014 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 13/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558,564, 566§1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).
Επειδή,σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.8 παρ.8 κωδ. (7-39), ν.9 παρ.1 πανδ. (50-4), ν.2 παρ.20, πανδ.(41-4), ν. 6 πανδ. (44-3), ν.76 παρ.1, πανδ.,(18-1) και 7 παρ.3 πανδ. (23-3) του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, με τις οποίες κρίνεται η απόκτηση του δικαιώματος κυριότητας πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, κατ’ άρθρο 51 Εισαγ. Ν.Α.Κ., μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία, μετά από άσκηση νομής με καλή πίστη και διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού, ο οποίος χρησιδέσποζε, να συνυπολογίζει στο χρόνο της νομής του και εκείνου του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.
Ως "καλή πίστη" νοείται, κατά τις διατάξεις των ν. 27 πανδ. (18.1), 15 παρ.3,48 πανδ.(41.3) 11 πανδ. (51.4), 5 παρ.5, 1 (41.10) και 109 πανδ. (50.16) η ειλικρινής πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ’ ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας, άλλου επ’ αυτού. Οι εμφανείς υλικές πράξεις νομής πρέπει να αναφέρονται στην αγωγή και σε περίπτωση αμφισβητήσεως να αποδεικνύονται από εκείνον, ο οποίος επικαλείται βούληση περί εξουσιάσεως του πράγματος, ενώ τη συνδρομή της καλής πίστεως συνάγει το δικαστήριο, ενόψει της φύσεώς της, ως ενδιάθετης κατάστασης, συμπερασματικώς από τα αποδεικνυόμενα αποδεικτικά περιστατικά.
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν.δ/τος της 21.6/10.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", προκύπτει ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που προεκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα, εφόσον όμως, η τριακονταετής νομή αυτών είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11.9.1915.Τούτο συνάγεται από τις διατάξεις του ν.
ΔΞΗ71912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν και του άρθρου 21 ν. δ/τος της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", με τις οποίες ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του και συνεπώς και η χρησικτησία τρίτων σ’ αυτά.
Ούτε, τέλος, απαιτείτο από τις παραπάνω διατάξεις, ως προϋπόθεση της αξιούμενης καλής πίστεως για την κτήση κυριότητας επί δημοσίου κτήματος με έκτακτη χρησικτησία, η ύπαρξη ταπίου υπέρ του χρησιδεσπόζοντος, ή στην περίπτωση δάσους, η εκ μέρους αυτού υποβολή τίτλων ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 3 του από 17 Νοεμβρίου 1836 β.δ/τος "περί ιδιωτικών δασών" (ΑΠ 178/2004, ΑΠ 546/2003).
Εξάλλου, με το άρθρο 3 του τελευταίου αυτού διατάγματος, επιβλήθηκε στους ιδιοκτήτες ιδιωτικών δασών η υποχρέωση, μέσα σε προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευσή του, να παρουσιάσουν στο Γραμματέα επί των Οικονομικών τους νόμιμους τίτλους ιδιοκτησίας τους, για να εξετασθεί η νομιμοποίησή τους ως ιδιοκτητών ιδιωτικού δάσους.
Από την παρέλευση της ανωτέρω προθεσμίας, όλα τα δάση για τα οποία δεν θα παρουσιάζονταν τίτλοι από τους ιδιοκτήτες, θεωρούνται αδιαφιλονίκητα ως εθνικά δάση και δεν διατίθενται. Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 και 3 του προαναφερόμενου από 17/19-11-1836 διατάγματος "περί ιδιωτικών δασών" και της διάταξης του άρθρου 1 του νόμου ΛΧΝ/1888 "περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών", η οποία περιελήφθη ως άρθρο 57 στο Ν. 3077/1924 "περί δασικού κώδικα" και που βασικά δεν απομακρύνεται από τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ.1 και 3 του Ν.998/1979, προκύπτει ότι στην έννοια του δάσους ή της δασικής εκτάσεως περιλαμβάνονται και οι εντός αυτών οποιασδήποτε φύσεως ασκεπείς εκτάσεις, χορτολιβαδικές ή μη, βραχώδεις εξάρσεις και γενικά ακάλυπτοι χώροι, καθώς και οι πάνω από τα δάση ή τις δασικές εκτάσεις ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες των βουνών και οι άβατες κλιτύες αυτών.
Δεν ασκεί δε επιρροή στο πραγματικό γεγονός της δασικής μορφής του ακινήτου το ότι ορισμένα τμήματα αυτού κατά καιρούς εμφανίζονται χωρίς δασική βλάστηση, ασκεπή ή βραχώδη (ΑΠ 351/2003, ΑΠ 552/1998). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.
Με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του κατ’ άρθρο 1051 ΑΚ.
Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ’ αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ.19 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.Απ. 24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του,απέρριψε έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 30/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας(εκουσίας δικαιοδοσίας) που είχε απορρίψει την κύρια παρέμβαση του αναιρεσείοντος , είχε κάνει δεκτή αίτηση της αναιρεσίβλητης και διέταξε τη διόρθωση της πρώτης εγγραφής στα Κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού Γραφείου Ιτέας ως προς το επίδικο και να αναγραφέι ως κυρία αυτού η αναιρεσίβλητη και δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, οι οποίες περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμε με την εκκαλουμένη πρακτικά του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία επικαλούνται και νόμιμα ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκου Άμφισσας και η υπ’ αριθμ. .../8-12-2011 ένορκη βεβαίωση, ενώπιον της συμβολαιογράφου Ιτέας, Α.
Α., τις οποίες προσκομίζει η αιτούσα και οι οποίες λήφθηκαν, κατόπιν κλήτευσης του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, αν και ελλείψει αντιδίκου της αιτούσας, δεν απαιτείτο τέτοια κλήτευση του Ελληνικού Δημοσίου (βλ. Εφ. Δωδ. 171/2012 ΝΟΜΟΣ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα ενός μεγαλύτερου ακινήτου, που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ...
του Ν. Φωκίδας, συνολικής εκτάσεως (του μεγαλύτερου ακινήτου) 2.728,04 τ.μ., το οποίο αποτυπώνεται στο από Οκτωβρίου 2009 και ενσωματωμένου στην υπό κρίση αίτηση, τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού, Κ. Κ., εμφαινόμενο σ’ αυτό με τα στοιχεία ...και συνορευόμενο βόρεια σε τεθλασμένη πλευρά ... συνολικού μήκους 70 μέτρων με οριοθετημένο ρέμα (υδραύλακα), ανατολικά σε τεθλασμένη πλευρά ...
συνολικού μήκους 40,20 μέτρα με μονοπάτι και πέραν αυτού με ιδιοκτησία κληρονόμων Π., νοτιοανατολικά σε τεθλασμένη πλευρά ... συνολικού μήκους 57,65 μέτρων με ιδιοκτησία κληρονόμων Π. και νοτιοδυτικά σε τεθλασμένη πλευρά ... συνολικού μήκους 65,25 μέτρων με ζώνη αιγιαλού και παραλίας. Αποδεικνύεται επίσης ότι με την υπ’ αριθμ. .../4876/8-9-1997 απόφαση του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (τεύχος Β’ 836/17-9- 1997) η περιοχή της ...
Φωκίδας, εντός των ορίων της οποίας βρίσκεται το ανωτέρω ακίνητο, κηρύχθηκε υπό κτηματογράφηση, στα πλαίσια εργασιών για την δημιουργία του Εθνικού Κτηματολογίου, σύμφωνα με το Ν. 2308/1995. Κατά τα άρθρα 2 και 14 του ανωτέρω νόμου και της απόφασης 85187/4605/22-8-1996 (ΦΕΚ Β’ 814/4-9-1996), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση της τελευταίας ως άνω διάταξης, κλήθηκαν όσοι έχουν εμπράγματο ή άλλο εγγραπτέο στα κτηματολογικά βιβλία δικαίωμα σε ακίνητα της υπό κτηματογράφηση περιοχής, να υποβάλλουν δήλωση με περιγραφή του δικαιώματος τους και αναφορά στην αιτία κτήσεώς του.
Κατόπιν τούτου η αιτούσα υπέβαλε την υπ’ αριθμ. ...1999 δήλωση εμπραγμάτων δικαιωμάτων για τα ακίνητα ιδιοκτησίας της, που βρίσκονται στο Δημοτικό Διαμέρισμα ..., μεταξύ των οποίων και το ανωτέρω ακίνητο, συνυποβάλλοντας και τον τίτλο κτήσεως, δυνάμει του οποίου περιήλθε το ανωτέρω ακίνητο σ’ αυτή. Ακολούθως με την υπ’ αριθμ. .../25-5-2005 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Οργανισμού Κτηματογράφησης και Χαρτογραφήσεως Ελλάδος (Ο.Κ.Χ.Ε.), που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 747/2-6-2005 τεύχος Β, η οποία εκδόθηκε μετά την υπ’ αριθμ. ...23- 5-2005 διαπιστωτική πράξη περαίωσης της όλης διαδικασίας κτηματογράφησης στην περιοχή της ..., έγιναν οι πρώτες κτηματολογικές εγγραφές και ορίσθηκε η 2-6-2005, ως ημερομηνία έναρξης του κτηματολογίου στην ως άνω περιοχή.
Ωστόσο, μετά το πέρας της κτηματογράφησης, στην πρώτη εγγραφή των κτηματολογικών βιβλίων του Κτηματολογικού Γραφείου Ιτέας το ανωτέρω μεγαλύτερο ακίνητο καταχωρήθηκε ως τμήμα τριών γεωτεμαχίων από τα οποία 1) το πρώτο τμήμα εμφαίνεται στο πιο πάνω τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία ..., εκτάσεως 632,10 τ.μ., με ΚΑΕΚ ...
και φέρεται ως ιδιοκτησία της αιτούσας, 2) το δεύτερο εμφαίνεται στο πιο πάνω τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία ... εκτάσεως 538,27 τ.μ., με ΚΑΕΚ ..., το οποίο συνορεύει βορείως με γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ... και ρέμα με ΚΑΕΚ ..., νοτίως και νοτιοδυτικώς με γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ..., βορειοανατολικούς με ρέμα με ΚΑΕΚ ... και ανατολικώς με γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ..., καταχωρήθηκε "ως αγνώστου ιδιοκτήτη", με υπό αίρεση δικαιούχο το κυρίως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο, αποτελεί δε αυτό για το οποίο ερίζουν οι διάδικοι στην παρούσα δίκη και 3) το τρίτο τμήμα εμφαίνεται στο πιο πάνω τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία ...-...-...,εκτάσεως1.557,67τ.μ.
με ΚΑΕΚ .../0/0, φέρεται ως ιδιοκτησία κληρονόμων Π.. Αποδεικνύεται περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία ότι η αιτούσα, με το υπ’ αριθμ. ...-5-1977 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Δ. Ν. Μ., που νόμιμα μεταγράφηκε στις 26-5-1978, στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Δελφών στον τόμο … και αριθμό …, αγόρασε μεταξύ των άλλων και το επίδικο ακίνητο, ως τμήμα μεγαλυτέρου ακινήτου, κατά ψιλή κυριότητα από την μητέρα της Α.
χήρα Α. Β., το γένος Σ. και Ε. Γ., η οποία παρακράτησε την επικαρπία εφ’ όρου ζωής, περιελθόντος στη συνέχεια του εν λόγω ακινήτου στην αιτούσα, κατά πλήρη κυριότητα, συνενωθείσης της επικαρπίας με την ψιλή κυριότητα, με τον επισυμβάντα θάνατο της μητέρας αυτής (αιτούσας), την 23-9-1988. Το μεγαλύτερο αυτό ακίνητο που περιήλθε στην αιτούσα είναι το υπ ...
ακίνητο του παραπάνω συμβολαίου που σύμφωνα με το αυτό (συμβόλαιο) είναι εκτάσεως τριών (3) στρεμμάτων, συνορευόμενο, γύρωθεν Ανατολικά με ιδιοκτησία Ι. Μ., Νότια με αγιαλόν και εν συνεχεία με θάλασσα, δυτικά με ιδιοκτησία Ι. Λ. και Βόρεια με ρεματιά. Στην εν λόγω πωλήτρια είχε περιέλθει το επίδικο, πάντα ως αγρός μεγαλύτερης έκτασης, από επιστροφή προίκας, ως εκ της λύσεως του γάμου αυτής, λόγω του θανάτου του προικολήπτη συζύγου της, Λ.
Β. και η οποία προίκα είχε συσταθεί από τη θετή μητέρα αυτής (πωλήτριας), Ε. χήρας Σ. Γ., το γένος Ε. Σ., δυνάμει του υπ’ ......-6-1930 συμβολαίου σύστασης προικός του συμβολαιογράφου …, Λ. Κ., που νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιτέας στον τόμο … και .... Στην Ε. χήρα Σ. Γ. το γένος Ε. Σ., είχε περιέλθει το ακίνητο αυτό, από τον πατέρα της, Ε.
Σ., δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../22-4-1906 προικοσυμφώνου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Άμφισσας, Θ. Π., με το οποίο ο Ε. Σ. συνέστησε προίκα, ενόψει του γάμου της ως άνω κόρης του Ε. Σ., Σ. Γ., χωρίς να προκύπτει ότι το εν λόγω συμβόλαιο μεταγράφηκε, στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Δελφών, αφού η αιτούσα δεν εκθέτει ούτε στην αίτησή της, ούτε στις προτάσεις της τον τόμο και αριθμό μεταγραφής του εν λόγω συμβολαίου, ούτε εξ άλλου προσκομίζει πιστοποιητικό μεταγραφής.
Στον απώτατο δικαιοπάροχο της αιτούσας, Ε. Σ., είχε περιέλθει το ακίνητο αυτό από άτυπη παραχώρηση από τον πατέρα του, Ι. Σ., το έτος 1875. Εξάλλου προέκυψε ότι στο επίδικο τμήμα οι άμεσοι και απώτεροι δικαιοπάροχοι της αιτούσας-εφεσίβλητης, ασκούσαν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, πράξεις νομής και κατοχής, προσιδιάζουσες στη φύση του, όπως, προδήλως τέτοιες πράξεις νομής και κατοχής, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη ασκούσαν, ενιαίως, τουλάχιστον και στο με ΚΑΕΚ ...
όμορο ακίνητο, το οποίο αναγνωρίσθηκε ως ιδιοκτησία της αιτούσας και την οποία κυριότητα αυτής (αιτούσας) επί του τελευταίου ακινήτου, ουδόλως αμφισβητεί το εκκαλούν. Συγκεκριμένα ο απώτατος δικαιοπάροχος της αιτούσας Ι. Σ. νέμονταν και το επίδικο ακίνητο πριν το έτος 1875, έκτοτε δε που περιήλθε τούτο στον Ε.
Σ. το νέμονταν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη ο τελευταίος και μέχρι το έτος 1906, καλλιεργώντας το με δημητριακά και ζωοτροφές (σιτάρι, κριθάρι, βρώμη κ.λ,π) για τα οικόσιτα ζώα του, το όργωνε, το καθάριζε, το επέβλεπε και καθιστούσε εμφανή τα όρια του. Τις ίδιες ως άνω πράξεις νομής και κατοχής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη συνέχισε να ασκεί σε τούτο από το έτος 1906, που περιήλθε σ’ αυτόν, αιτία προικός, από κοινού με η σύζυγο του Ε.
Γ., ο προικολήπτης Σ. Γ., μετά το θάνατο δε του τελευταίου και την επιστροφή του προικώου ακινήτου στην Ε. Γ., τις ως άνω πράξεις νομής και κατοχής ασκούσε η τελευταία και αυτό συνεχίσθηκε μέχρι το έτος 1930, οπότε το επίδικο μεταβιβάσθηκε, αιτία προικός, στο σύζυγο της Α. χήρα Λ. Β. το γένος Ε. και Σ. Γ., Λ. Β.. Έκτοτε συνέχισαν να νέμονται τούτο, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, μέχρι την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23-2-1946) και έκτοτε ανεξαρτήτως καλής πίστης, η Α.
χήρα Λ. Β., από κοινού με τον προικολήπτη σύζυγο της, Λ. Β., μετά το θάνατο δε του τελευταίου και την επιστροφή του προικώου ακινήτου στην υπέρ ης η προίκα, η τελευταία μόνη της, ασκώντας επί τούτου πράξεις νομής και κατοχής, που συνίσταντο σε εποπτεία και καλλιέργεια αυτού και μέχρι το έτος 1977, που μεταβιβάσθηκε κατά ψιλή κυριότητα, λόγω πωλήσεως, στην αιτούσα, θυγατέρα της.
Έκτοτε της νομής του επιδίκου ακινήτου και για λογαριασμό της αιτούσας, επιλήφθηκε η Α. Β., ως επικαρπώτρια αυτού, εποπτεύοντας και καλλιεργώντας τούτο και ακολούθως (ενόψει το ότι εγκαταλείφθηκε η καλλιέργεια του επιδίκου), από το έτος 1980 άρχισε να το εκμισθώνει σε κτηνοτρόφους της περιοχής για την βόσκηση των ζώων τους και τέλος από το έτος 1988, που με τον θάνατο της μητέρας της, περιήλθε το επίδικο κατά πλήρη κυριότητα στην αιτούσα, επιλήφθηκε η τελευταία, η οποία συνέχισε να ασκεί με διάνοια κυρίου την ανωτέρω νομή των δικαιοπαρόχων της, εποπτεύοντας τούτο και συνεχίζοντας να το εκμισθώνει σε κτηνοτρόφους της περιοχής για την βόσκηση των ζώων τους, οι οποίοι ασκούσαν πράξεις νομής και κατοχής σ’ αυτό, για λογαριασμό της.
Για όλα αυτά τα πραγματικά περιστατικά καταθέτουν με σαφήνεια και λόγο γνώσης οι μάρτυρες αιτούσας-εφεσίβλητης, αφενός μεν, Η. Σ., που είναι ήδη ηλικίας 83 ετών και ο οποίος εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αφετέρου δε και οι εξετασθέντες ενόρκως, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Άμφισσας, Ι.
Κ. (ηλικίας ήδη 77 ετών) και στην συμβολαιογράφο Ιτέας Α. Α., Α. Β. (ηλικίας ήδη 78 ετών). Άλλωστε από την μορφολογία του εδάφους του επιδίκου, ήτοι γαιώδες με ήπια κλίση σε συνδυασμό με την ύπαρξη μέσα σ’ αυτό λιθοσωρών ενισχύονται οι καταθέσεις των μαρτύρων της αιτούσας για καλλιέργεια παλαιότερα τούτου, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να άγεται στην κρίση ότι πρόκειται περί αγρού, του οποίου έχει ήδη εγκαταλειφτεί η καλλιέργεια, ιδιοκτησίας της αιτούσας.
Θα πρέπει να σημειωθεί εξάλλου ότι και ο μάρτυρας του εκκαλούντος, Α. Κ., δασοφύλακας του Δασαρχείου Άμφισσας, ο οποίος επισκέφθηκε το επίδικο, ενόψει της δίκης, επιβεβαιώνει την ύπαρξη λιθοσωρών, εντός του επιδίκου, στοιχείο ενδεικτικό, όπως ο ίδιος δέχεται, της καλλιέργειας του επιδίκου, καταθέτοντας περαιτέρω α) ότι δεν ξέρει αν το επίδικο καλλιεργούνταν παλιά και β) ότι το εκκαλούν δεν έκανε πράξεις νομής σε αυτό.
Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι στο πλαίσιο της διαδικασίας καθορισμού οριογραμμών αιγιαλού και δημιουργίας παραλίας στην κοινότητα ... Νομού Φωκίδας το έτος 1989, το από Νοέμβριο του έτους 1988 κτηματολογικό διάγραμμα και ακολούθως ο από 11-12-1989 κτηματολογικός πίνακας καθώς και η από 15-9-1989 απόφαση του Νομάρχη Φωκίδας, η οποία δημοσιεύθηκε στο με αριθμό ...-10-1989 ΦΕΚ, τεύχος Δ’ και μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιτέας στις 24-6-1991, φέρουν την μητέρα της αιτούσας ως ιδιοκτήτρια του ως άνω ακινήτου, χέρσου αγρού, εκτάσεως 2.699 τ.μ., περιλαμβανομένου σ’ αυτό και του επιδίκου ακινήτου, εκτάσεως 528 τ.μ., από τα οποία αναφέρεται ότι ρυμοτομείται τμήμα εκτάσεως 678 τ.μ.
και αυτοαποζημιώνεται και κατόπιν τούτου και εκ του στοιχείου αυτού ενισχύεται η κρίση του Δικαστηρίου ότι το επίδικο ακίνητο είναι παλαιός αγρός, ιδιοκτησίας της αιτούσας και δεν είναι δάσος, ούτε δημόσιο κτήμα, ούτε λιβάδι, ούτε χορτολίβαδο, ούτε αδέσποτο, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο.
Είναι αλήθεια ότι την τελευταία δεκαετία, όπως προκύπτει από την από Απρίλιο του έτους 2002 τοπογραφική μελέτη της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Φωκίδας, εμφανίζονται μέσα στο επίδικο, λόγω του ότι δεν καλλιεργείται τούτο, θάμνοι μεμονωμένοι και τούτο επιβεβαιώνεται και από την κατάθεση του μάρτυρα του κυρίως παρεμβαίνοντος, ο οποίος αναφέρει την περιορισμένη και δή σε ποσοστό 10% ύπαρξη γαλατσίδας και ασπάλαθρου, χωρίς όμως από την ύπαρξη των δασικών αυτών ειδών στο επίδικο να μπορεί να αλλοιωθεί ο χαρακτήρας τούτου ως παλαιού αγρού, του οποίου έχει ήδη από πολλών ετών, εγκαταλειφτεί η καλλιέργεια,λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι η μορφολογία και το ποσοστό καλύψεως από τα εν λόγω φυτά είναι τα ίδια ή και ακόμη μεγαλύτερο το ποσοστό καλύψεως και στο γειτονικό με ΚΑΕΚ ...
γεωτεμάχιο, το οποίο καταχωρήθηκε στην αιτούσα και στο γειτονικό με ΚΑΕΚ ... γεωτεμάχιο, το οποίο καταχωρήθηκε ως ιδιοκτησία κληρονόμων Π., (κατά των οποίων η αιτούσα ισχυρίζεται ότι προτίθεται να ασκήσει αγωγή για τη διόρθωση των κτηματολογικών εγγραφών, όσον αφορά το τμήμα αυτό), για το λόγο αυτό αμφότερες οι ενστάσεις του κυρίως παρεμβαίνοντος μέσω της Διεύθυνσης Δασών του Ν.
Φωκίδας, προκειμένου τα με αριθμούς ΚΑΕΚ ... και ... γεωτεμάχια, ως δασικού χαρακτήρα, είχαν απορριφθεί στις 2-4-2004 κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης, με τις υπ’ αριθμ. ... αποφάσεις της επιτροπής κτηματολογίου, καθόσον έγινε δεκτά από την επιτροπή ότι τα γεωτεμάχια αυτά δεν αποτελούν δάσος, δασική ή χορτολιβαδική έκταση.
Σε κάθε περίπτωση ο πιο πάνω απώτατος δικαιοπάροχος της αιτούσας, Ε. Σ., ασκούσε κατά τα παραπάνω, φυσική εξουσία και στο επίδικο τμήμα με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, από το έτος 1875, που του μεταβιβάσθηκε άτυπα από τον πατέρα του, Ι. Σ. και επί συνεχή 30ετία μέχρι τις 22-4-1906 που το μεταβίβασε, αιτία προικός, στο σύζυγο της κόρης του Ε., Σ.
Γ., δηλαδή για χρονική περίοδο που ήταν επιτρεπτή η έκτακτη χρησικτησία κτημάτων, με αποτέλεσμα να έχει καταστεί κύριος και του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, όταν το μεταβίβαζε στον γαμπρό του, έχοντας καταστεί έτσι κύριος ο τελευταίος με παράγωγο τρόπο, αφού και το επίδικο του μεταβιβάσθηκε από αληθή κύριο.
Ακόμη όμως και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι ο τελευταίος δεν κατέστη κύριος του επιδίκου ακινήτου, με παράγωγο τρόπο, αφού δεν αποδεικνύεται ο τόμος και ο αριθμός μεταγραφής του ως άνω υπ’ αριθμ. .../1906 συμβολαίου, αυτός συνέχισε να χρησιδεσπόζει το επίδικο ακίνητο με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, ασκώντας τις προαναφερόμενες πράξεις νομής και κατοχής, μέχρι το χρόνο του θανάτου του και στη συνέχεια η σύζυγος του, στην οποία επεστράφη το προικώο ακίνητο μέχρι το έτος 1930 και επομένως κατέστη και ο ίδιος κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία ή σε κάθε περίπτωση και αν είχε αποβιώσει πριν τις 11-9-1915 (από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ο χρόνος θανάτου αυτού) η σύζυγος του Ε., μέχρι τις 11- 9-1915, προσμετρώντας στην δικιά τους νομή, για την προσαύξηση του χρόνου, τη νομή του δικαιοπαρόχου τους, Ε.
Σ., με αποτέλεσμα με την μεταβίβαση του επιδίκου στην Α. χήρα Λ. Β., με το προαναφερόμενο ...1930 συμβόλαιο που μεταγράφηκε νόμιμα, να καταστεί η τελευταία κυρία τούτου με παράγωγο τρόπο. Η δε έκτακτη χρησικτησία χωρεί και σε δημόσια κτήματα, ανεξάρτητα από την μορφολογία του εδάφους, εφόσον η εν λόγω χρησικτησία είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11-9-1915, σύμφωνα με τις εφαρμοζόμενες, εν προκειμένω, κατ’ άρθρο 51 ΕισΝΑΚ διατάξεις του προισχύσαντος Β.ρ.δ., δηλαδή των ν. 8 § 11 κωδ. (7.39) ν. 9 § 1 Πανδ. (50.14) ν. 2 § 20 Πανδ. (41.4) ν. 6§ 1 Πανδ. (44.3) ν. 76 § 1 Πανδ. (18.1) ν. 7 § 3 Πανδ. (23.3) σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 18, 21 του Ν.
της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", τις διατάξεις του Ν. ΔΞΗ/1912, των διαταγμάτων περί δικαιοστασίου, που εκδόθηκαν με βάση το νόμο αυτό και τις διατάξεις του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης". Εφόσον δε συμπληρώθηκε ο εν λόγω χρόνος έκτακτης χρησικτησίας στο πρόσωπο των ανωτέρω απωτέρων δικαιοπαρόχων της αιτούσας, καταλύθηκε τυχόν προϋπάρχουσα κυριότητα του Δημοσίου στην επίδικη έκταση (βλ.
και Α.Π. 1203/2012, Α.Π. 2106/2007, Α.Π. 17/2004 ΝΟΜΟΣ). Άλλωστε επίσης και εφόσον το επίδικο ακίνητο δεν περιήλθε στην κυριότητα του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, ποτέ μετά την 11-9-1915, ούτε υπήρξε ποτέ αδέσποτο, έχει γίνει αποκλειστική κυρία τούτου και η ίδια η αιτούσα με τη συμπλήρωση στο πρόσωπο της συνεχούς νομής 20 ετών, από το έτος 1977, που περιήλθε σ’ αυτή, κατά ψιλή κυριότητα (σημειουμένου ότι η νομή αυτή ασκήθηκε για το χρονικό διάστημα από το έτος 1977, μέσω της επικαρπώτριας μητέρας της και μέχρι το θάνατο της τελευταίας το έτος 1988 - βλ.
σχετ. Α.Π. 218/2010 ΝΟΜΟΣ), μέχρι την 2-6-2005, που είναι ο χρόνος έναρξης του Εθνικού Κτηματολογίου, στην περιοχή ... Κτηματολογικού Γραφείο Ιτέας (για το ότι κρίσιμος χρόνος για την ύπαρξη του εμπραγμάτου δικαιώματος της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία είναι ο χρόνος έναρξης της λειτουργίας του κτηματολογίου, στην περιοχή όπου βρίσκεται το επίδικο ακίνητο, βλ.
Εφ.Λαρ. 179/2012 ΝΟΜΟΣ), ανεξάρτητα από τον δασικό ή μη χαρακτήρα του. (πρβλ. και σχετικό σκεπτικό Α.Π. 840/2010, Α.Π. 178/2004 ΝΟΜΟΣ).
Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι η αιτούσα έχει καταστεί αποκλειστική κυρία του επιδίκου ακινήτου, κατά παράγωγο, αλλά και κατά πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία). Κατόπιν τούτου αποδεικνύεται ότι η κατά την κτηματογράφηση της περιοχής, όπου βρίσκεται το επίδικο, αρχική εγγραφή στα κτηματολογικά βιβλία της περιοχής της ...
του Κτηματολογικού Γραφείου Ιτέας Ν. Φωκίδας, με την ένδειξη "αγνώστου ιδιοκτήτη", είναι εσφαλμένη, καθόσον αποδείχθηκε ότι αποκλειστική κυρία αυτού, κατά τα ανωτέρω είναι η αιτούσα". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 973, 999, 1Θ00, 1113, 1045, 1051 ΑΚ, καθώς και των διατάξεων των ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν 6 Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ.1 Πανδ. 18.1), ν 7 παρ.3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος Β.Ρ.
δικαίου, 3 Β.Δ/τος 17/29-1-1836, 21 του από 21-6-1837 ν.δ/τος ...περί διακρίσεως κτημάτων", που εφάρμοσε, αφού δεν απαίτησε για την κτήση της κυριότητας συνεχή νομή του επιδίκου από τους δικαιοπαρόχους του ενάγοντος από το 1830 έως τις 11-9-1915, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, διότι διέλαβε σ’ αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα ότι ο ενάγων, καθώς και οι άμεσοι και απώτεροι δικαιοπάροχοι του άσκησαν πράξεις νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη στο επίδικο ακίνητο (αγρός) τουλάχιστον για μια τριακονταετία πριν από τις 11-9-1915και απέκτησαν έτσι κυριότητα σ’ αυτό, οι οποίες αιτιολογίες είναι πλήρεις χωρίς αντιφάσεις και κενά σημεία και επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.
Επομένως, οι υπό στοιχείο Α και Ε λόγοι της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Κατά
το άρθρο 559 αρ.9 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Για να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει το δικαστήριο να επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε από τον αναιρεσείοντα και όχι από τον αναιρεσίβλητο(ΑΠ 795/2004) ή να επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν από τον αναιρεσείοντα και τέλος να άφησε αίτηση αδίκαστη του αναιρεσείοντος. Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με τον Β στοιχ.1 λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.9 περιπτ. α, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν, γιατί ενώ η αναιρεσίβλητη (και όχι το αναιρεσείον)ζήτησε με την από 18-11-2010 αίτησή της να αναγνωρισθεί κυρία του επιδίκου ακινήτου το εφετείο αναγνώρισε ότι κατέστη κυρία του επιδίκου έναντι του Ελληνικού Δημοσίου με έκτακτη χρησικτησία χωρίς το σχετικό αίτημα να υπάρχει στην αίτησή της και έτσι επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε .Έτσι όμως προβαλλόμενος ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος γιατί από την παραδεκτή επισκόπηση της ανωτέρω αίτησης της αναιρεσίβλητης για διόρθωση των κτηματολογικών εγγραφών, προκύπτει ότι στηρίζει την αξίωσή της στην κτήση του ένδικου ακινήτου σε παράγωγο, αλλά και σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας.
Εξάλλου,
από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (Ολ. ΑΠ 2/2001, ΑΠ 2001/2009) ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1518/2008, ΑΠ 558/2008).
Μέσω του παραπάνω, από το αρθρ. 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., λόγου ελέγχονται, πλην άλλων,η ποσοτική και ποιοτική αοριστία της αγωγής και όχι η νομική αοριστία η οποία ελέγχεται μέσω του λόγου του αριθμ. 1 (ΟλΑΠ 112/2008).Τέλος κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή ν’ αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως.
Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν ήταν νόμιμος (Ολ. ΑΠ 43/1990,ΑΠ 1705/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον Β στοιχ. 2 λόγο της αιτήσεως, κατά το πρώτο μέρος του από τον αριθμ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το σχετικό λόγο εφέσεως δεν απέρριψε ως αόριστη την αίτηση της αναιρεσίβλητης. Ο λόγος όμως αυτός της αναίρεσης, για τον οποίο δεν συντρέχει περίπτωση εξαιρέσεώς του από τον κανόνα του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο ότι ο περί αοριστίας ισχυρισμός προτάθηκε, κατά την πρώτη συζήτηση της αίτησης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος, οι οποίες σε κάθε περίπτωση δεν προσάγονται.
Περαιτέρω,
ο προβλεπόμενος με το άρθρο 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, μετά την κατάργηση, με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, της δεύτερης περίπτωσης, που προέβλεπε τη δυνατότητα αναίρεσης, αν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά "χωρίς να διατάξει περί αυτών απόδειξη", όπως και μετά την κατάργηση, με το άρθρο 14 παρ. 1 του ίδιου νόμου, της διάταξης του άρθρου 341 Κ.Πολ.Δ.
για τη δυνατότητα έκδοσης προδικαστικής απόφασης και την εφαρμογή του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δ. σε όλες τις υποθέσεις, έχει περιορισμένη εφαρμογή στην περίπτωση που "το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη", δηλαδή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσαχθεί καμιά απόδειξη (ΑΠ 273/2011).Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα "από την εκτίμηση των μαρτύρων των διαδίκων οι οποίες περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα ,τα οποία επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι ,μεταξύ των οποίων η υπ’ αριθμ. ...12-2011 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκου Άμφισσας και η υπ’ αριθμ .../8-12-2011 ένορκη βεβαίωση ,ενώπιον της συμβολαιογράφου Ιτέας Α.
Α. ,τις οποίες προσκομίζει η αιτούσα και οι οποίες λήφθηκαν κατόπιν κλήτευσης του Ελληνικού Δημοσίου...". Επομένως η αιτίαση που προβάλλεται ότι το εφετείο δεν αναφέρει τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία έχει αντλήσει την απόδειξη και ο σχετικός από τον αριθμ. 10 του άρθρ.559 ΚΠολΔ, Γ’ λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.(.ΑΠ 133/2017).
Κατά
το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β και γ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έγινε επίκλησή τους και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Στην πρώτη από τις δύο προαναφερόμενες περιπτώσεις, η βεβαίωση του δικαστηρίου περί προσκομιδής ή μη των αποδείξεων, ως αναγόμενη σε πράγματα, δεν υπόκειται, κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ενώ, για να είναι ορισμένος ο λόγος με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το δικαστήριο απαραδέκτως έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο, διότι δεν έγινε επίκληση αυτού, πρέπει να ισχυρίζεται με το αναιρετήριο ότι το εν λόγω απαράδεκτο προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ), εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις των περιπτώσεων της παραγράφου 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ (ΑΠ 1312/2012, ΑΠ 1419/2007).
Στη δεύτερη περίπτωση, ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη στα πλαίσια των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ και τα έγγραφα τα οποία προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, αλλά και όταν υπάρχουν αμφιβολίες περί του αν έχουν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν με επίκληση ή, παρά την περί αυτού βεβαίωση, δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο, από το περιεχόμενο της απόφασης, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα ή ορισμένα από τα εν λόγω έγγραφα.
Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο αυτά, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους και να καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 58/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον Δ’ λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον προβάλλει τις αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ του ΚΠολΔ, ότι το εφετείο για την απόδειξη του ισχυρισμού του ότι το επίδικο δεν ήταν αγρός αλλά δασική έκταση δεν έλαβε υπόψη το κατονομαζόμενο έγγραφο, το οποίο προσκόμισε και επικαλέστηκε νόμιμα πρωτοδίκως και στο εφετείο και ειδικότερα το με αριθμ.
πρωτοκ. ...5-2011 έγγραφο τηςΔ/νσης Δασών Ν. Φωκίδας από το οποίο προκύπτει ότι το επίδικο.....εμφανίζει στον προσαχθέντα συνημμένο ορθοφωτοχάρτη του έτους 1997 και με κλίμακα 1:1000 δασική μορφή ,αφού φέρει δασική βλάστηση υψηλής πυκνότητας κατά θέσεις αποτελούμενη κυρίως από δενδρώδη γαλατσίδα ασπάλαθρα και ασφάκες ,ενώ απουσιάζουν παντελώς τεκμήρια αγροτικής εκμετάλλευσης του κατά το παρελθόν και ότι αποτελεί μια ενιαία βιολογική και οργανική ενότητα με τις γύρωθεν αυτού δημόσιες δασικές εκτάσεις..." Αναφορικά με τον πιο πάνω λόγο αναίρεσης , πρέπει να σημειωθεί ότι από την περιεχόμενη στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση γενική βεβαίωση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων, καθώς και τα νόμιμα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, τα οποία λαμβάνονται υπόψη καθεαυτό και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη και εκτίμησε και τα κατονομαζόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το μνημομονευόμενο, ως μη ληφθέν υπόψη,και παρά το γεγονός ότι δεν μνημονεύεται ειδικώς το ανωτέρω έγγραφο,δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι δεν λήφθηκε υπόψη ,καθόσο στο φύλλο 7ο της απόφασης αναφέρεται ότι’ "το επίδικο είναι παλαιός αγρός ιδιοκτησίας της αιτούσας και δεν είναι δάσος,ούτε δημόσιο κτήμα, ούτε λιβάδι,ούτε χορτολίβαδο, ούτε αδέσποτο.
Είναι αλήθεια ότι την τελευταία δεκαετία ....εμφανίζονται μέσα στο επίδικο,λόγω του ότι δεν καλλιεργείται τούτο θάμνοι μεμονωμένοι ....χωρίς όμως να αλλοιωθεί ο χαρακτήρας τούτου ως παλαιού αγρού του οποίου έχει ήδη από πολλών ετών εγκαταλειφθεί η καλλιέργεια ...."αντικρούοντας έτσι τον προβαλλόμενο (και υποστηριζόμενο με την επίκληση του ανωτέρω εγγράφου) ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ,περί του χαρακτήρα του επιδίκου ως δάσους με την αιτιολογία ότι οι υπάρχοντες στο επίδικο θάμνοι είναι προϊόν της εγκατάλειψης της καλλιέργειας του αγρού και όχι του χαρακτήρα της επίδικης έκτασης ως δασικής.
Επομένως ο Δ’ λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της. Τέλος, το αναιρεσείον που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων όμως, κατ’ άρθρ. 22 παρ. 1 ν. 3693/ 1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 Εισ .Ν ΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και αριθμ. 2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20-1 -1993), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-7-2014 αίτηση αναίρεσης κατά της 13/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας.
Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ