Legislator Case Law & Legislation
1814/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on legal costs, ruling the appeal inadmissible due to lack of specific grounds.

Case Number 1814/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding legal costs. The appellant argued that the first-instance court erred in awarding excessive costs without specific justification, while the opposing party contended that the costs were calculated according to statutory minimums. The court rejected this appeal because the award of legal costs follows the principle of losing party pays and does not require detailed reasoning, making the specific grounds of the appeal inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Art. 561 para. 1 C.Pol.D.; Art. 176 C.Pol.D.: The award of legal costs to the losing party is a consequence of the principle of losing party pays and does not require specific justification, rendering an appeal based on the lack of detailed reasoning inadmissible.

Keywords

AI generated
legal costs appeal inadmissibility principle of losing party pays specific grounds requirement court of appeal decision

Cited Legislation

AI generated
Art. 561 para. 1 C.Pol.D.
Art. 176 C.Pol.D.
Art. 100 para. 1 and 107 C.D.
Art. 101 para. 1 and 107 para. 1 C.D.
Art. 495 para. 3 C.Pol.D.
Art. 183 C.Pol.D.
Art. 191 para. 2 C.Pol.D.

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1814 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1814/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Αγαθή Δερέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Μ. του Κ., κατοίκου Σερρών. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Μαουσίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και διακριτικό τίτλο "... Α.Β.Ε.Ε.", η οποία εδρεύει στη ... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φωτεινή Μαυρικάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-12-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2048/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 5375/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-11-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το π.δ. 219/1991 ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, για το συντονισμό των δικαίων των κρατών μελών, όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους, οι διατάξεις του οποίου, όπως τροποποιήθηκε με τα π.δ/τα 249/1993, 88/1994 και 312/1995, εφαρμόζονται αναλογικά και επί των συμβάσεων αποκλειστικής διανομής (άρθρο 14 παρ. 4 εδ.

β` Ν. 3557/2007), "εφόσον, ως συνέπεια της σύμβασης αυτής, ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή". Κατά το άρθρο 8 παρ. 8 του ανωτέρω π.δ/τος, "η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας μπορεί να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των προθεσμιών της παραγράφου 4 σε περίπτωση, κατά την οποία ένα εκ των μερών παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρος των συμβατικών υποχρεώσεων καθώς και σε περίπτωση εκτάκτων περιστάσεων".

Εξάλλου, κατά το άρθρο 9 παρ. 1 και 3 του ίδιου π.δ/τος, "1. α) Ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται, μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, αποζημίωση, εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής, έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και η καταβολή της αποζημίωσης αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς.

Στις περιστάσεις αυτές συμπεριλαμβάνεται επίσης και η εφαρμογή ρήτρας μη ανταγωνισμού με την έννοια του άρθρου 10 του παρόντος. β) Το ποσό της αποζημίωσης αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών, που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, και αν η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου.

γ) Η χορήγηση αυτής της αποζημίωσης δεν στερεί από τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας την οποία υπέστη, όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα... 3. "Η αποζημίωση ή η αποκατάσταση της ζημίας, σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 του παρόντος δεν οφείλεται: α) Όταν ο εντολέας καταγγείλει την σύμβαση λόγω υπαιτιότητος εμπορικού αντιπροσώπου, η οποία θα δικαιολογούσε καταγγελία της σύμβασης κατά πάντα χρόνο".

Όπως προκύπτει από τις ανωτέρω διατάξεις, η αποζημίωση πελατείας είναι μια ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής που κινείται μεταξύ δύο ισοδύναμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιείκειας, οι οποίοι δικαιολογούν το χαρακτηρισμό της ως ενός είδους ευλόγου ή δίκαιης αποζημίωσης, και για την κατάφαση αυτής τίθενται τρεις ισοδύναμες προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς:

α) η εισφορά νέων πελατών ή η προαγωγή σημαντικά των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της σύμβασης, β) η διατήρηση ουσιαστικών ωφελειών από τον εντολέα αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς μετά τη λύση της σύμβασης και γ) η καταβολή της αποζημίωσης να είναι "δίκαιη", αν ληφθούν υπόψη όλες οι περιστάσεις καθεμιάς συγκεκριμένης περίπτωσης και ιδιαιτέρως οι προμήθειες που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς (ΑΠ 28/2020, ΑΠ 765/2019, ΑΠ 101/2018).

Από την αποζημίωση πελατείας διαφέρει η διαλαμβανόμενη στο στοιχείο γ` της ίδιας παραγράφου αξίωση για ανόρθωση της ζημίας, η οποία δεν είναι παρά η αξίωση της αποζημίωσης του κοινού δικαίου, την οποία έχει ενδεχομένως ο εμπορικός αντιπρόσωπος ή ο διανομέας. Για τη γένεση της τελευταίας αυτής αξίωσης απαιτείται υπαίτια παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων του αντιπροσωπευόμενου ή τέλεση εκ μέρους του αδικοπραξίας.

Η εν λόγω αποζημίωση οφείλεται επιπλέον της αποζημίωσης πελατείας και περιλαμβάνει τόσο τη θετική όσο και την αποθετική ζημία. Επομένως, ο εμπορικός αντιπρόσωπος ή ο αποκλειστικός διανομέας δικαιούται σωρευτικά τόσο την αποζημίωση πελατείας όσο και την αποζημίωση του κοινού δικαίου, η οποία προϋποθέτει βέβαια την πρόκληση, από την αντισυμβατική ή αδικοπρακτική συμπεριφορά του εντολέα, ζημίας στον εμπορικό αντιπρόσωπο ή το διανομέα.

Η περαιτέρω αυτή ζημία του εμπορικού αντιπροσώπου ή του διανομέα έχει τη μορφή του διαφυγόντος κέρδους και συνίσταται στις κάθε φύσης προμήθειες και αμοιβές, που αυτός θα εισέπραττε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων στο υπόλοιπο χρονικό διάστημα, μέχρι δηλαδή τη συμπλήρωση του συμβατικά καθορισμένου χρόνου διάρκειας της σύμβασης και στην περίπτωση που δεν υπάρχει συμβατικά καθορισμένος χρόνος διάρκειας της σύμβασης, δηλαδή στην περίπτωση σύμβασης αόριστης διάρκειας, η προς ανόρθωση περαιτέρω ζημία περιλαμβάνει τα διαφυγόντα κέρδη, που με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε ο αντιπρόσωπος ή ο διανομέας από τις πωλήσεις, μέχρι να συμπληρωθεί η οριζόμενη για την καταγγελία προθεσμία από το άρθρο 8 παρ. 3 και 4 του π.δ/τος 219/1991 (ΑΠ 1325/2019, ΑΠ 101/2018, ΑΠ 1559/2017).

Η αποζημίωση ή η αποκατάσταση της ζημίας δεν οφείλεται, όταν ο εντολέας καταγγείλει τη σύμβαση λόγω υπαιτιότητας του εμπορικού αντιπροσώπου, που δικαιολογεί καταγγελία της σύμβασης κατά πάντα χρόνο, ενώ κατά της αγωγής του αντιπροσώπου ή αντίστοιχα του διανομέα, με την οποία ζητείται η από το άρθρο 9 παρ. 1 του εν λόγω π.δ/τος προβλεπόμενη, λόγω καταγγελίας της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, αποζημίωση, ο εντολέας μπορεί να προτείνει για την απαλλαγή του, κατ` ένσταση, ότι κατήγγειλε τη σύμβαση για σπουδαίο λόγο, τον οποίο συνιστά και η μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ο αντιπρόσωπος ανέλαβε έναντι αυτού στο πλαίσιο της σύμβασης.

Η ένσταση αυτή, η οποία είναι διαφορετική από τη θεμελιούμενη στο άρθρο 281 ΑΚ ένσταση για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του αντιπροσώπου προς αποζημίωση, αποτελεί εκδήλωση της συναγόμενης και από τις διατάξεις των άρθρων 585, 588, 594, 672, 766, 797 και 288 του ΑΚ γενικότερης αρχής επί διαρκών συμβάσεων, ότι η ύπαρξη σπουδαίου λόγου δικαιολογεί τη λύση αυτών με καταγγελία.

Σπουδαίος λόγος καταγγελίας υπάρχει, όταν συντρέχουν έκτακτες περιστάσεις ή όταν ο ένας από τους συμβαλλόμενους αθετεί υποχρεώσεις τόσο ουσιώδεις, ώστε να καθίσταται μη ανεκτή για το άλλο μέρος, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης, η συνέχιση της σύμβασης μέχρι τη λύση της, κατά τους υπαγορευόμενους από αυτήν όρους (ΑΠ 1265/2019, ΑΠ 1135/2019, ΑΠ 1317/2018).

Το άρθρο 9 παρ. 3 στοιχ. α`, ως εξαίρεση από τον κανόνα της αξίωσης του αντιπροσώπου ή του αποκλειστικού διανομέα για την καταβολή αποζημίωσης πελατείας, πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικά (ΔΕΚ, απόφαση τη 28.10.2010, υπόθ. ... ") και, επομένως, να εφαρμόζεται σε σοβαρές μόνον παραβάσεις. Κατά τον ουσιαστικό έλεγχο της σπουδαιότητας και του ουσιώδους της προβαλλόμενης από τον εντολέα παραβίασης, επί της οποίας θεμελιώνει τον σπουδαίο λόγο της έκτακτης καταγγελίας, εκτιμάται πλην άλλων και το μέγεθος της βλάβης που επήλθε ή θα επέλθει στον καταγγέλλοντα μέχρι τη λήξη της προθεσμίας για την προμήνυση της τακτικής καταγγελίας του άρθρου 8 του ίδιου π.δ/τος (που ορίζεται σε ένα μήνα για το πρώτο έτος της σύμβασης, σε δυο μήνες από την αρχή του δεύτερου έτους, σε τρεις μήνες από την αρχή του τρίτου έτους, σε τέσσερις μήνες από την αρχή του τέταρτου έτους, σε πέντε μήνες από την αρχή του πέμπτου έτους και σε έξι μήνες από την αρχή του έκτου και των επόμενων ετών), η οποία είναι δικαίωμα του εντολέα, δεν απαιτεί αιτιολογία και δεν συνεπάγεται γι` αυτόν επιζήμιες συνέπειες (ΑΠ 533/2016).

Στοιχείο επίσης, που λαμβάνεται υπόψη για τη σοβαρότητα της παραβίασης, είναι και η έρευνα του κατά πόσο θα αρκούσε για την αποκατάσταση της διατάραξης η, προηγούμενη της καταγγελίας, παροχή εύλογης προθεσμίας στον αντιπρόσωπο ή αποκλειστικό διανομέα προς συμμόρφωση ή άρση της παραβίασης με την απειλή - αν η προθεσμία παρέλθει άπρακτη- έκτακτης καταγγελίας.

Ωστόσο, η προηγούμενη παροχή της ως άνω προθεσμίας, δεν αποτελεί στοιχείο (προϋπόθεση) για την κατάφαση του δικαιώματος της έκτακτης καταγγελίας, αφού δεν αξιώνεται από τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 3 α π.δ/τος 219/1991 ως όρος γένεσης του παρεχόμενου δικαιώματος, αλλά συνιστά αμυντικό μη αυτοτελή ισχυρισμό (αιτιολογημένη άρνηση) του ενάγοντος αντιπροσώπου ή παραγγελιοδόχου κατά της ένστασης του εναγόμενου εντολέα περί συνδρομής των όρων και άσκησης της άνω έκτακτης καταγγελίας, με την έννοια ότι η παραβίαση είναι επουσιώδης και θα αρκούσε, αντί της άμεσης καταγγελίας, το μέτρο αυτό (ΑΠ 778/2019, ΑΠ 1135/2019, ΑΠ 1317/2018).

Εξάλλου, παράνομη συμπεριφορά, που κατά την ΑΚ 914 δημιουργεί υποχρέωση του υπαίτιου σε αποζημίωση, συνιστά (και) κάθε ενέργεια αντικείμενη σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, όπως είναι η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία απαγορεύει την άσκηση του δικαιώματος, όταν γίνεται κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός αυτού (δικαιώματος).

Συνεπώς, αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση θεμελιώνει και η, κατά προφανή υπέρβαση των άνω αξιολογικών ορίων, υπαίτια και ζημιογόνος άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας μιας διαρκούς ενοχικής σχέσης. Η καταγγελία, πάντως, αυτή δεν ενέχει πρόδηλη υπέρβαση των ειρημένων ορίων, όταν η συνέπειά της, δηλαδή η λύση της σύμβασης, εντάσσεται στις αντικειμενικά προβλέψιμες από τον συμβαλλόμενο συναλλακτικές δυνατότητες του καταγγείλαντος και δεν είναι άσχετη προς το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχείρησής του.

Το δικαίωμα της καταγγελίας διαρκούς σύμβασης δεν το αναγνωρίζει ο νόμος ως κύρωση για την τυχόν αντισυμβατική συμπεριφορά του αντισυμβαλλομένου του, και άρα η τυχόν, προηγηθείσα της καταγγελίας, επωφελής για τα συμφέροντα του καταγγείλαντος συμπεριφορά του αντισυμβαλλόμενου του, δεν καθιστά την καταγγελία αντίθετη στα χρηστά ήθη, ενόψει μάλιστα και του ότι η συμπεριφορά αυτή εντασσόμενη ουσιαστικώς στο πλαίσιο της καλόπιστης εκπλήρωσης της παροχής, επιβάλλεται από τον νόμο κατ` άρθρο 288 ΑΚ (ΟλΑΠ 12 και ΟλΑΠ 13/2004, ΑΠ 1325/2019, ΑΠ 1370/2019).

Περαιτέρω, το άρθρ. 2α του ν. 703/1977, που εισήχθη με το άρθρ. 1§2 του ν. 2296/1995, καταργήθηκε με το άρθρ. 1§1 του ν. 2837/2000, επαναφέρθηκε με το άρθρ. 1 του ν. 3373/3-8-2005 και καταργήθηκε ξανά με το άρθρ. 2 του ν. 3784/2009, και ήδη ισχύει το όμοιο άρθρ. 18α, που προστέθηκε με το άρθρ. 29§1 του 3784/2009 στο ν. 146/1914, ορίζεται ότι απαγορεύεται η καταχρηστική εκμετάλλευση, από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις, της σχέσης οικονομικής εξάρτησης, στην οποία βρίσκεται προς αυτήν ή αυτές μία επιχείρηση, η οποία κατέχει θέση πελάτη ή προμηθευτή τους, ακόμη και ως προς ένα ορισμένο είδος προϊόντων ή υπηρεσιών, εφόσον δεν διαθέτει ισοδύναμη εναλλακτική λύση, και η καταχρηστική εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης μπορεί να συνίσταται ιδίως στην επιβολή αυθαίρετων όρων συναλλαγής, στην εφαρμογή διακριτικής μεταχείρισης ή στην αιφνίδια και αδικαιολόγητη διακοπή μακροχρόνιων εμπορικών σχέσεων.

Προϋποθέσεις έτσι εφαρμογής της παραπάνω διάταξης, με την οποία δεν απαγορεύεται η ίδια η οικονομική εξάρτηση, αλλά η καταχρηστική εκμετάλλευσή της, είναι (α) η ύπαρξη σχέσης οικονομικής εξάρτησης μεταξύ των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων, (β) η απουσία ισοδύναμης εναλλακτικής λύσης και (γ) η καταχρηστική εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης.

Ειδικότερα η ύπαρξη οικονομικής εξάρτησης προϋποθέτει την ύπαρξη μιας ισχυρής επιχείρησης σε θέση πελάτη ή αναλόγως προμηθευτή και μιας εξαρτημένης από αυτή επιχείρησης, όπως συμβαίνει όταν η δεύτερη έχει προσαρμόσει τη λειτουργία της στις ανάγκες διάθεσης των προϊόντων της πρώτης ή διαθέτει κυρίως σ' αυτήν τα δικά της προϊόντα, ενώ απουσία ισοδύναμης εναλλακτικής λύσης υπάρχει όταν δεν προσφέρονται καθόλου εναλλακτικές λύσεις ή οι προσφερόμενες συνδέονται με σοβαρά μειονεκτήματα για την εξαρτημένη επιχείρηση, δηλαδή αυτή είτε δεν μπορεί να προμηθεύεται προϊόντα ή υπηρεσίες από άλλη πηγή ή να διαθέτει σε τέτοια πηγή προϊόντα ή υπηρεσίες είτε μπορεί μεν να προμηθεύεται από τέτοια πηγή ή να διαθέτει σ' αυτή προϊόντα ή υπηρεσίες, όμως με σημαντικά δυσμενέστερους όρους, που θα έχουν ως αποτέλεσμα να εξασθενίσει η θέση της έναντι των ανταγωνιστών της, γεγονός το οποίο μπορεί να την οδηγήσει ακόμη και σε αδυναμία συνέχισης της λειτουργίας της.

Στο πλαίσιο αυτό κατάχρηση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης και συνεπώς περιοριστική του ελεύθερου ανταγωνισμού πρακτική υπάρχει όταν η ισχυρή επιχείρηση εκμεταλλεύεται την ισχύ, που της δίνει η αδυναμία της εξαρτημένης επιχείρησης να διαθέτει άλλη ισοδύναμη εναλλακτική λύση και αποκομίζει έτσι οφέλη για την ίδια και σε βάρος της εξαρτημένης επιχείρησης, τα οποία δεν θα απεκόμιζε αν υπήρχε για τη δεύτερη εναλλακτική λύση (ΑΠ 1196/2020, ΑΠ 533/2016, ΑΠ 1664/2014), Η παράβαση των άρθρων συνιστά παράνομη συμπεριφορά, κατά την έννοια του άρθρου 914 του ΑΚ, έτσι ώστε, εφόσον συντρέχουν και οι άλλοι όροι της διάταξης αυτής, ο τρίτος που ζημιώνεται να έχει αξίωση για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης (ΑΠ 1196/2020, ΑΠ 1647/2018, ΑΠ 419/2018).

Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγόμενου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία για την αξίωση, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, και εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξίωσης που θεμελιώνεται επ` αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 6/2022, ΑΠ 404/2020).

Η έλλειψη των στοιχείων αυτών καθιστά την αγωγή αόριστη και κατά συνέπεια απορριπτέα ως απαράδεκτη, και η αοριστία αυτή δεν μπορεί να θεραπευτεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, ούτε μπορεί σε αυτή να γίνει επιφύλαξη διόρθωσης ή συμπλήρωσης από την προσαγωγή ή εκτίμηση αποδείξεων, διότι αυτό αντίκειται στις διατάξεις για την προδικασία του άρθρου 111 ΚΠολΔ, των οποίων η τήρηση ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (ΑΠ 404/2020, ΑΠ 837/2019, ΑΠ 1149/2019).

Εξάλλου, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντιθέτως, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 261/2020, ΑΠ 670/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ο αναιρεσείων, αφού εξέθετε ότι μετά την από 31-8-2005, καταχρηστική και κατά παράβαση των χρηστών ηθών, καταγγελία της εναγόμενης, ως αντιπροσωπευόμενης, λύθηκε η από 10-10-2003 καταρτισθείσα μεταξύ αυτού και της εναγόμενης ανώνυμης εταιρίας (ήδη αναιρεσίβλητης) σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, αποκλειστικής διανομής και εξουσιοδοτημένου επισκευαστή αυτοκινήτων μάρκας ...

στο Νομό Σερρών, υπέστη, μεταξύ άλλων, θετική ζημία, ύψους 20.541,09 ευρώ, που αντιστοιχεί στην αξία των ανταλλακτικών που είχε προαγοράσει από την εναγόμενη, στο πλαίσιο της συνεργασίας τους, τα οποία μετά την δια της ως άνω καταγγελίας λύση της σύμβασης, του είναι άχρηστα, μη δυνάμενος πλέον να τα διαθέσει, ζήτησε, μετά τον παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, μεταξύ άλλων, να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγόμενης να του καταβάλει το προαναφερθέν ποσό, ως θετική ζημία, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής.

Μ' αυτό το περιεχόμενο, το παραπάνω αίτημα είναι απαράδεκτο, λόγω αοριστίας, διότι δεν εκτίθεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 216 παρ.1 ΚΠολΔ και 298 α Α.Κ., στην αγωγή το είδος, η ποσότητα, η επιμέρους αξία των ανταλλακτικών που ο αναιρεσείων είχε ως απόθεμα, ούτε ο χρόνος αγοράς και τα σχετικά εκδοθέντα παραστατικά αγοράς των ανταλλακτικών αυτών, ενώ δεν προσδιορίζεται ούτε η αξία των κατ' έτος πωλήσεων των ανταλλακτικών και λοιπών ειδών, ούτε και τα ποσά που κατέβαλε ο ενάγων στην εναγόμενη προς αγορά τους, με συνέπεια να μη μπορεί να αμυνθεί η εναγόμενη, όπως απαιτεί η αρχή της προδικασίας, και το δικαστήριο να προσδιορίσει το αντικείμενο απόδειξης, ενώ η αοριστία αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε έγγραφα ή άλλα αποδεικτικά μέσα.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο, απέρριψε το παραπάνω αγωγικό κονδύλιο ως απαράδεκτο, λόγω αοριστίας, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, και ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ γ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη, εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο (ΑΠ 1186/2021, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1349/2017).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων αλλά απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, αόριστη ή μη νόμιμη (Ολ. Α.Π. 3/1997, ΑΠ 652/2018, ΑΠ 2121/2017, ΑΠ 684/17, ΑΠ 729/15). Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει πλημμέλεια από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εκθέτοντας ότι παρά το νόμο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα έγγραφα, τα οποία προσκόμισε με στοιχεία 7Α έως 7Δ και από τα οποία αποδεικνύονται και περιγράφονται τα ανταλλακτικά, που αναφέρονται στο αγωγικό κονδύλιο των 20.541,09 ευρώ, και είχε προαγοράσει από την εναγόμενη, στο πλαίσιο της λυθείσας με καταγγελία σύμβασης αντιπροσωπείας - αποκλειστικής διανομής - εξουσιοδοτημένου συνεργείου, που πλέον του είναι άχρηστα, μη δυναμένου να τα διαθέσει, είναι απαράδεκτος, διότι ο παραπάνω λόγος προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, γεγονός που δεν συνέβη εν προκειμένω κατά τα προεκτεθέντα, αφού το σχετικό αγωγικό αίτημα απορρίφθηκε ως αόριστο.

Με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδρασή στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται, με την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 14/2021).

Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 1092/2021, ΑΠ 463/2021, ΑΠ 291/2021), ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 455/2021).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη τον αναγραφόμενο στον πρώτο λόγο έφεσης τρόπο υπολογισμού της θετικής ζημίας του, συνιστάμενη στο αγωγικό κονδύλιο των 20.541,09 ευρώ, από τον οποίο προέκυπτε η περιγραφή αλλά και η βασιμότητα των ανταλλακτικών που είχε προαγοράσει από την εναγόμενη, στο πλαίσιο της λυθείσας με καταγγελία σύμβασης αντιπροσωπείας - αποκλειστικής διανομής - εξουσιοδοτημένου συνεργείου, που πλέον του είναι άχρηστα, μη δυναμένου να τα διαθέσει, είναι απαράδεκτος, διότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον πρώτο λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος και απέρριψε αυτόν ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, διότι η περιγραφή του ανωτέρω αγωγικού κονδυλίου ήταν αόριστη.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004).

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 34/2021).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 34/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 50/2020).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1028/2021, ΑΠ 911/2021, ΑΠ 632/2021).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εναγομένη ανώνυμη εταιρία (ήδη αναιρεσίβλητη) είναι από το έτος 1991 αποκλειστική εισαγωγέας στην Ελλάδα αυτοκινήτων, ανταλλακτικών και αξεσουάρ της αυτοκινητοβιομηχανίας "... ...", από τον Οκτώβριο δε του έτους 2003 αποκλειστικός διανομέας των προϊόντων αυτών στην Ελλάδα.

Τον Νοέμβριο του έτους 1997 η εναγομένη κατήρτισε με τον ενάγοντα (ήδη αναιρεσείοντα) προφορική σύμβαση, με την οποία ο τελευταίος ανέλαβε την υποχρέωση, ως εξουσιοδοτημένος έμπορος, να προωθεί, αντί προμήθειας, αυτοκίνητα κατασκευής ... στον νομό Σερρών, την ως άνω δε σύμβαση η εναγομένη κατήγγειλε τον μήνα Σεπτέμβριο 2002 με ημερομηνία επέλευσης των αποτελεσμάτων της στις 30-9-2003.

Κατά το ως άνω χρονικό διάστημα από τον Νοέμβριο του έτους 1997 έως τον Σεπτέμβριο του έτους 2003, κατά το οποίο η συμφωνία εμπορικής συνεργασίας των διαδίκων ήταν προφορική, ο ενάγων πέτυχε υψηλό αριθμό πωλήσεων των αυτοκινήτων της εναγομένης στο νομό Σερρών, συμβάλλοντας σημαντικά στην επίτευξη των οικονομικών της στόχων.

Μετά την προαναφερθείσα καταγγελία της ως άνω προφορικής σύμβασης τον Σεπτέμβριο του έτους 2002 από την εναγόμενη, όπως άλλωστε συνέβη με το σύνολο των συνεργαζόμενων με αυτήν εμπόρων στην Ελλάδα, οι διάδικοι ήλθαν σε διαπραγματεύσεις, προκειμένου να συνάψουν νέα έγγραφη, αυτή τη φορά, συμφωνία εμπορικής συνεργασίας επισήμου εμπόρου ή/και εξουσιοδοτημένου κατασκευαστή και εμπόρου ανταλλακτικών και αξεσουάρ.

Κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων τέθηκαν υπ' όψιν του ενάγοντος οι ειδικότεροι όροι των έγγραφων αυτών συμβάσεων, στους οποίους περιλαμβανόταν, μεταξύ άλλων, ότι ο επίσημος έμπορος και εξουσιοδοτημένος κατασκευαστής θα έπρεπε, αναφορικά με την εμφάνιση των κτιριακών εγκαταστάσεων της επιχείρησής του, την επιφάνεια της έκθεσης των αυτοκινήτων και του συνεργείου, τον αριθμό και την εξειδίκευση του προσωπικού του κ.α., να πληροί ορισμένες προδιαγραφές, οι οποίες είχαν τεθεί από την αυτοκινητοβιομηχανία "... ...".

Το χρόνο εκείνο, ο ενάγων στέγαζε την επιχείρησή του σε μισθωμένο χώρο ευρισκόμενο στο ..., ο οποίος δεν πληρούσε τις εν λόγω προδιαγραφές, ωστόσο, ενόψει και της επιτυχημένης πορείας του από το έτος 1997 έως το έτος 2003 στη συγκεκριμένη εμπορική δραστηριότητα, προχώρησε στις 10-10-2003 στη σύναψη των κατωτέρω συμβάσεων και αποδέχθηκε τους ειδικότερους αυτούς όρους αναφορικά με τις προδιαγραφές που έπρεπε να πληροί, κάτι που η εναγομένη είχε θέσει ως προϋπόθεση για τη συνέχιση της συνεργασίας τους, όπως ακριβώς συνέβη και με το σύνολο των λοιπών εμπορικών της αντιπροσώπων ανά την Ελλάδα.

Στο πλαίσιο των ως άνω διαπραγματεύσεων, η εναγόμενη με την από 5-9-2003 επιστολή της προς τον ενάγοντα του είχε ζητήσει, εφόσον συμφωνεί με τις εν λόγω προδιαγραφές, να αποστείλει έως 12-9-2003 σ' αυτήν πρόταση αναφορικά με τις εγκαταστάσεις που προτίθεται να διαθέσει, καθώς και με τα διαθέσιμα κεφάλαια και τις δαπάνες για τη διαμόρφωση εγκαταστάσεων.

Έτσι, στις 10-10-2003 καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων έγγραφη, αορίστου διάρκειας, σύμβαση επισήμου εμπόρου των αυτοκινήτων ... στον ίδιο νομό, με αναδρομική ισχύ από την 1-10-2003. Η τελευταία αυτή σύμβαση ήταν μεικτή, με αντικείμενο αφενός την εμπορική αντιπροσωπεία και αφετέρου τη διανομή των προαναφερόμενων προϊόντων, ειδικότερα δε στο πλαίσιο της σύμβασης, ο ενάγων με την επιχείρησή του ανέλαβε την υποχρέωση να μεριμνά για τις υποθέσεις αυτής και να διαμεσολαβεί, αντί προμήθειας, για την πώληση των προϊόντων της εναγομένης, στο όνομα και για λογαριασμό της τελευταίας, αλλά να ενεργεί και ως διανομέας, δηλ.

βάσει ειδικών προωθητικών προγραμμάτων της ... ΕΛΛΑΣ, να προβαίνει σε προαγορές των προϊόντων για δικό του λογαριασμό, προκειμένου να μεταπωλήσει αυτά, με δικό του κίνδυνο, σε τρίτους καταναλωτές, ενεργώντας στο όνομά του και αποκομίζοντας εμπορικό κέρδος που συνίστατο στη διαφορά της τιμής αγοράς από την εναγομένη και στην τελική τιμή πώλησης στους καταναλωτές.

Την ίδια ημερομηνία (10-10-2003) μεταξύ των διαδίκων συνήφθη και δεύτερη έγγραφη σύμβαση, με την οποία ο ενάγων ορίσθηκε ως εξουσιοδοτημένος επισκευαστής των αυτοκινήτων της εναγόμενης στον νομό Σερρών. Ειδικότερα, συμφωνήθηκε αυτός, ως ανεξάρτητος έμπορος, να παρέχει σε τρίτους υπηρεσίες επισκευής και συντήρησης των οχημάτων ..., καθώς και να αγοράζει, χρησιμοποιεί και πωλεί ανταλλακτικά και αξεσουάρ ....

Οι ειδικότερες προδιαγραφές των εγκαταστάσεων που θα έπρεπε να διαθέτει ο ενάγων βάσει της ως άνω συμφωνίας περιγράφονται με λεπτομέρεια στα υπ' αριθμ. 2 παραρτήματα των συμβάσεων επισήμου εμπόρου και εξουσιοδοτημένου κατασκευαστή και αφορούν, μεταξύ άλλων, στην εν γένει εμφάνιση του εκθεσιακού χώρου των αυτοκινήτων, καθώς και των εγκαταστάσεων συνεργείου και φανοβαφείου, και συγκεκριμένα, στη σήμανση αυτών, στους χώρους στάθμευσης και αναμονής πελατών, στην εσωτερική διακόσμηση και διαρρύθμιση, στη θέση όπου πρέπει να βρίσκονται, καθώς και στο ελάχιστο μέγεθος και στον εξοπλισμό αυτών, ενώ σύμφωνα με ρητό όρο των συμβάσεων εφόσον ο ενάγων δεν πληροί τις προδιαγραφές επισήμου εμπόρου ή εξουσιοδοτημένου κατασκευαστή αντιστοίχως και δεν συμμορφώνεται εντός εύλογης προθεσμίας από την παραλαβή έγγραφης ειδοποίησης, τούτο αποτελεί σπουδαίο λόγο για την εκ μέρους της εναγομένης καταγγελία των συμβάσεων (κεφάλαιο Κ αρ. 2 της ως άνω σύμβασης).

Ενόψει των ανωτέρω, ο ενάγων αποφάσισε τη μετεγκατάσταση της επιχείρησής του σε νέες κτιριακές εγκαταστάσεις που θα κατασκεύαζε ειδικά για την εν λόγω εμπορική του δραστηριότητα, με βάση δε το χρονοδιάγραμμα που υπέβαλε εγγράφως στις 24-11-2003 στην εναγομένη, η κατασκευή αυτών και η μετεγκατάσταση της επιχείρησης, προκειμένου να στεγαστούν εκεί η έκθεση αυτοκινήτων και το συνεργείο επισκευής, θα είχε ολοκληρωθεί μέχρι τις 30-6-2004.

Για τον παραπάνω σκοπό, ο ενάγων προέβη στην αγορά δύο όμορων αγροτεμαχίων συνολικής έκτασης 14.996.75 τ.μ., κειμένων στο ... της νέας περιφερειακής ..., προκειμένου δε να ανεγείρει το κτιριακό συγκρότημα κατέφυγε σε τραπεζικό δανεισμό, λαμβάνοντας δάνεια συνολικού ποσού 890.000 ευρώ. Το κτιριακό συγκρότημα ανηγέρθη στα προαναφερόμενα αγροτεμάχια, και διέθετε ημιυπόγειο 500 τ.μ.

για να χρησιμοποιηθεί σαν αποθηκευτικός χώρος και 1.000 τ.μ. για την εγκατάσταση συνεργείου και φανοποιείου - βαφείου αυτοκινήτων, καθώς και ισόγειο εμβαδού 1.500 τ.μ. προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως εκθεσιακός χώρος και γραφεία, για την αγορά δε των αγροτεμαχίων, την ανέγερση του κτιρίου και τον εξοπλισμό αυτού, ο εναγών δαπάνησε συνολικά τα έτη 2004 - 2005, το ποσό των 797.018,87 ευρώ.

Κατά τη διάρκεια της ανέγερσης των κτιριακών εγκαταστάσεων, η εναγομένη διενεργούσε τακτικούς ελέγχους και παρακολουθούσε την εξέλιξη των εργασιών και την τήρηση των συμφωνημένων προδιαγραφών, καθώς επίσης προέβαινε σε ορισμένες τροποποιήσεις αυτών τις οποίες κοινοποιούσε εγγράφως στον ενάγοντα, ενώ στο μεταξύ, επειδή ο τελευταίος δεν τήρησε το συμφωνημένο ως άνω χρονοδιάγραμμα, καθώς οι εργασίες δεν είχαν ολοκληρωθεί μέχρι τις 30-6-2004, η εναγόμενη με τη σχετική επιστολή της παρέτεινε την προθεσμία συμμόρφωσης μέχρι τις 5-2-2005, γνωστοποιώντας ταυτόχρονα ότι εάν οι εγκαταστάσεις δεν είχαν ολοκληρωθεί έως τότε, θα προέβαινε σε καταγγελία της μεταξύ τους σύμβασης, σύμφωνα με τον ειδικό όρο αυτής.

Η προθεσμία παρατάθηκε εκ νέου μετά από σχετικά αιτήματα του ενάγοντος αρχικώς μέχρι τις 30-6-2005 και στη συνέχεια μέχρι την 1-8-2005 και τελικά έως στις 31-8-2005. Η εναγόμενη δεν είχε καμία εμπλοκή ως προς την επιλογή του τρόπου (ανέγερση ή ενοικίαση χώρου) και τη χρηματοδότηση που απαιτούνταν για την πραγμάτωση των ως άνω συμφωνηθέντων σχετικά με την τήρηση των προαναφερθεισών προδιαγραφών που είχαν τεθεί από την ως άνω σύμβαση και αφορούσαν αποκλειστικά στην ανεξάρτητη επιχείρηση του ενάγοντος.

Η εμπορική συνεργασία των διαδίκων εξελισσόταν ομαλώς έως το καλοκαίρι του έτους 2005, οπότε η εναγομένη άρχισε να δέχεται πληθώρα τηλεφωνημάτων από διαφόρους κατοίκους των Σερρών οι οποίοι διαμαρτύρονταν εντόνως προς αυτήν, επειδή καθυστερούσε στην αποστολή των παραγγελθέντων από αυτούς οχημάτων. Μετά από επικοινωνία μεταξύ των διαδίκων, ο ενάγων παραδέχθηκε ότι κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα είχε εισπράξει το συνολικό ποσό των 120.227 ευρώ, που αφορούσε προκαταβολές για την αγορά οχημάτων από πελάτες, οι οποίοι είχαν παραγγείλει κάποιο όχημα της και είτε είχαν πληρώσει μέρος του τιμήματος, είτε είχαν ήδη εξοφλήσει το σύνολο αυτού, το ποσό δε των 120.227 ευρώ ο ενάγων είχε παρακρατήσει για ταμειακή του διευκόλυνση, προκειμένου να πραγματοποιεί πληρωμές οφειλών που σχετίζονταν με την κατασκευή των νέων εγκαταστάσεων.

Συγκεκριμένα, ο ενάγων είχε εισπράξει από τους πελάτες Α., Π., Κ., Φ. Σ., Τ., Λ., Ξ., Γ., Γ., Σ.. Κ. και Τ., τα ποσά των 1.500, 8.790.4.500, 8.730. 20.720, 23.502, 11.310,13.500, 10.675, 1.500, 1.500, 1.500 και 12.500 ευρώ, αντιστοίχως, για παραγγελίες οχημάτων με τίμημα 27.960. 8.790. 11.600, 10.510, 20.720, 25.002, 11.310, 26.670. 10.675. 11.410. 10.510, 11.310 και 26.670 ευρώ, αντιστοίχως. Οι συγκεκριμένες παραγγελίες είχαν διενεργηθεί στο όνομα της εναγομένης ως πωλήτριας, οι δε (ως άνω) προκαταβολές εισπράχθηκαν από τον ενάγοντα για λογαριασμό της τελευταίας, πλην όμως ο ενάγων όχι μόνον παρακράτησε τα χρήματα αλλά δεν είχε ενημερώσει καν την αντισυμβαλλόμενη του για τις παραγγελίες, με αποτέλεσμα αυτή να εμφανίζεται ασυνεπής και να βρίσκεται εκτεθειμένη έναντι του καταναλωτικού κοινού, αφού καθυστερούσε στην παράδοση των αυτοκινήτων.

Παρά το ότι η μη απόδοση στην εναγομένη προκαταβολών πελατών εκ μέρους του ενάγοντος συνιστούσε, σύμφωνα με ρητό όρο της από 10-10-2003 μεταξύ τους σύμβασης, σπουδαίο λόγο καταγγελίας αυτής, η εναγομένη δεν προέβη σ' αυτήν και συμφώνησε το εν λόγω ποσό των 120.227 ευρώ να της καταβληθεί μέχρι τις 18-8-2005, λαμβάνοντας την υπ' αριθμ. ...

μεταχρονολογημένη ισόποση επιταγή της ΕΤΕ με ημερομηνία έκδοσης την 18-8-2005. Κατά την εν λόγω ημερομηνία. ο ενάγων κατέβαλε στην εναγομένη μέρος του ποσού της επιταγής και συγκεκριμένα 80.000 ευρώ, δηλώνοντας αδυναμία πληρωμής του υπολοίπου ποσού των 40.227 ευρώ. Η εναγομένη χορήγησε στον ενάγοντα νέα προθεσμία για την εξόφληση του ποσού αυτού έως τις 26-8-2005, λαμβάνοντας την ισόποση υπ' αριθμ. ...

επιταγή με ημερομηνία έκδοσης 26-8-2005, ενώ ταυτόχρονα ο ενάγων εξέδωσε και παρέδωσε στην εναγομένη την υπ' αριθμ. ... επιταγή με όμοια ημερομηνία έκδοσης, υποσχόμενος ότι θα καταβάλει μέχρι τις 26-8-2005 και τα ποσά των 6.460 ευρώ και 9.010 ευρώ (ήτοι συνολικά 15.470 ευρώ), τα οποία είχε στο μεταξύ επιπλέον εισπράξει από τους προαναφερόμενους πελάτες Α.

και Σ., αντιστοίχως. Οι επιταγές αυτές εμφανίσθηκαν στην τράπεζα για πληρωμή στις 29-8-2001 (ενν: 29-8-2005), πλην όμως δεν πληρώθηκαν λόγω έλλειψης επαρκούς υπολοίπου, όπως βεβαιώθηκε στο σώμα αυτών. Αποδεικνύεται, επίσης, ότι η εναγομένη έγινε αποδέκτης παραπόνων και από νέους πελάτες, οι οποίοι καλούσαν τηλεφωνικά στα γραφεία της και είτε έκλαιγαν φοβούμενοι ότι θα χάσουν τα χρήματα που είχαν καταβάλει, είτε με ύβρεις και απειλές διαμαρτύρονταν για την καθυστέρηση στην παράδοση των αυτοκινήτων που είχαν παραγγείλει.

Ακολούθως, ο ενάγων παραδέχθηκε ότι είχε εισπράξει από τους πελάτες Μ., Ν., Μ., Κ., Τ., Ν., Λ., Σ. και Χ., τα ποσά των 12.825, 1.500, 6.500, 1.500, 1.500, 1.500, 12.380, 8.895 και 8.795 ευρώ, αντίστοιχα, ήτοι συνολικά 55.845 ευρώ, ως προκαταβολές για την πώληση οχημάτων, τα οποία επίσης δεν είχε αποδώσει στην εναγόμενη. Επιπρόσθετα, παρά το γεγονός ότι η εναγομένη απέστειλε στον ενάγοντα τα παραγγελθέντα από τους πελάτες Α., Ξ.

και Τ., τρία αυτοκίνητα μοντέλου ..., ο ενάγων δεν απέδωσε στην εναγόμενη το συνολικό ποσό των 47.340 ευρώ που είχε εισπράξει από τους πελάτες αυτούς, προκειμένου να τιμολογηθούν τα οχήματα στο όνομα των τελευταίων και να παραδοθούν σ' αυτούς. Έτσι, η εναγομένη με την από 30-8-2005 εξώδικη δήλωσή της, η οποία κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα στις 31-8-2005, κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση επικαλούμενη την ως άνω αντισυμβατική συμπεριφορά του, ενώ ταυτόχρονα ζήτησε από την ...

τράπεζα την κατάπτωση των υπ' αριθμ. ... και ... εγγυητικών επιστολών, οι οποίες είχαν εκδοθεί για την κάλυψη ακάλυπτων επιταγών από πωλήσεις αυτοκινήτων και ανταλλακτικών, μέχρι του ποσού των 67.500 και 20.541,09 ευρώ, αντιστοίχως. Ο ενάγων στις 30-8-2005 προέβη σε εξόφληση της προαναφερόμενης υπ' αριθμ. ... επιταγής ποσού 15.470 ευρώ και σε μερική εξόφληση της υπ' αριθμ. ...

επιταγής, καταβάλλοντας στην εναγομένη ποσό 14.130 ευρώ, το υπόλοιπο δε ποσό της επιταγής αυτής (40.227 - 14.130 =) 26.097 ευρώ, ο ενάγων εξόφλησε την ημέρα της κοινοποίησης σ' αυτόν της καταγγελίας της σύμβασης (31-8-2005). Αναφορικά με το υπόλοιπο οφειλόμενο εκ μέρους του ενάγοντας ποσό (55.845 + 47.340 ευρώ), η εναγόμενη εξοφλήθηκε μεταγενέστερα, εν μέρει με την κατάπτωση των προαναφερόμενων εγγυητικών επιστολών και εν μέρει κατόπιν συμψηφισμού, με τον οποίο εκκαθαρίσθηκαν στο σύνολό τους οι εκατέρωθεν απαιτήσεις των διαδίκων.

Εξάλλου, μετά τη λήξη λόγω καταγγελίας της σύμβασης, η εναγομένη μερίμνησε για την τακτοποίηση των εκκρεμοτήτων και την παράδοση των παραγγελθέντων αυτοκινήτων στους πελάτες, ενώ, αναφορικά με τον ενάγοντα, επήλθε πλήρης οικονομική καταστροφή αυτού, καθώς εκδόθηκαν σε βάρος του πολλές διαταγές πληρωμής, από άλλες απαιτήσεις τρίτων, βάσει των οποίων κατασχέθηκε το σύνολο της περιουσίας του.

Με την από 25-8-2006 εξώδικη δήλωση του ενάγοντος, η οποία κοινοποιήθηκε στην εναγόμενη στις 30-8-2006, ήτοι εντός έτους από τη δια της καταγγελίας λύση της σύμβασης, ο ενάγων γνωστοποίησε σ' αυτήν ότι προτίθεται να ασκήσει τα δικαιώματα του αναφορικά με την αξίωση αποζημίωσης πελατείας και αποκατάστασης της ζημίας του.

Με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν αποδεικνύεται ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η εναγομένη τον παραπλάνησε αναφορικά με το ότι η συνεργασία τους θα διαρκούσε επί αρκετά έτη και ότι τον εξανάγκασε να μεταστεγάσει την επιχείρησή του και να προβεί σε μεγάλο επενδυτικό άνοιγμα με σκοπό να τον ζημιώσει, έχοντας προαποφασίσει τη διακοπή της συνεργασίας τους.

Ειδικότερα, ο ενάγων δεν εξαναγκάσθηκε στα ως άνω, καθώς ήταν πλήρως ενήμερος των όρων της σύμβασης, αναφορικά με τις προδιαγραφές που έπρεπε να πληροί η επιχείρησή του, αποδέχθηκε δε αυτούς υπογράφοντας την από 10-10-2003 σύμβαση επισήμου εμπόρου. Επίσης, η επένδυση στην οποία προέβη ο ενάγων ύψους 797.018,87 ευρώ δεν αποδείχθηκε ότι απαιτούνταν, προκειμένου αυτός να στεγάσει την επιχείρησή του σε χώρο που να πληροί τις απαιτούμενες από την αντισυμβαλλομένη του προδιαγραφές, διότι, ανεξαρτήτως του εάν ηδύνατο ή όχι να επιφέρει βελτιώσεις στις μισθωμένες κτιριακές εγκαταστάσεις όπου ήδη στεγαζόταν η επιχείρησή του θα μπορούσε ασφαλώς να μισθώσει έτερο κτίριο το οποίο να πληροί τις προδιαγραφές αυτές.

Το μεγάλο επενδυτικό άνοιγμα στο οποίο προέβη ο ενάγων ήταν αποτέλεσμα δικής του επιλογής, όπως προαναφέρθηκε, και όχι εξαναγκασμού από πλευράς της εναγομένης, ανεξαρτήτως του ότι η επιλογή ανέγερσης μίας πολυτελούς και υπερσύγχρονης κτιριακής μονάδας και η μεταστέγαση σ' αυτήν της επιχείρησής του, όπως ο ενάγων επεδίωκε, θα απέβαινε και σε όφελος της εναγομένης, καθώς μέσω αυτής (μονάδας) τα προϊόντα της θα είχαν πολύ μεγάλη προβολή.

Επιπρόσθετα, ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η εναγομένη, πριν ακόμη αυτός προβεί στην εν λόγω επένδυση, είχε ήδη αποφασίσει τη διακοπή της συνεργασίας τους, αναιρείται. Διότι : α) έως και τον μήνα Ιούλιο του έτους 2005, η εναγομένη με τα από 15-2-2005, 9-5-2005 και 11-7-2005 έγγραφά της επιβεβαίωνε εγγράφως την επιτυχημένη πορεία της επιχείρησης του ενάγοντος, αποδίδοντας στον τελευταίο bonus επιτυχίας για τα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα, β) μολονότι η εναγομένη δικαιούνταν να είχε καταγγείλει τη σύμβαση σε προγενέστερο χρόνο, καθώς ο ενάγων είχε παραβιάσει το συμφωνηθέν για την αποπεράτωση των εγκαταστάσεων χρονοδιάγραμμα, αυτή πολλάκις ικανοποίησε το αίτημά του για παράταση της προθεσμίας, και γ) η εκ μέρους της καταγγελία έλαβε χώρα, όχι λόγω της καθυστέρησης στη μετεγκατάσταση της επιχείρησης, αλλά για έτερο λόγο που ανέκυψε μεταγενέστερα και έκτακτα, δ) δεν αποδεικνύεται κάποιο συμφέρον της εναγομένης για την επίδειξη της καταλογιζόμενης σ' αυτήν από τον ενάγοντα συμπεριφοράς, δεδομένου ότι μεταξύ των διαδίκων υπήρχε αρμονική συνεργασία για πολλά χρόνια με ιδιαίτερη επιτυχία ως προς την προώθηση και πώληση των προϊόντων της στο νομό Σερρών, ούτε αποδεικνύεται η ικανοποίηση κάποιου άλλου ανταγωνιστή του ενάγοντος.

Κατ' ακολουθίαν, η μείωση της περιουσίας του ενάγοντος κατά το ποσόν της επένδυσης (797.018,87 ευρώ) δεν σχετίζεται ούτε συνδέεται αιτιωδώς με δήθεν παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης, και, συνεπώς, το σχετικό αγωγικό κονδύλιο πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμο. Εξάλλου, αποδεικνύεται ότι αφενός μεν ο λόγος για τον οποίο η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων, κατά τα προαναφερθέντα, αφετέρου δε ο λόγος αυτός συνιστά σπουδαίο λόγο και από αντικειμενική άποψη, καθώς ο ενάγων με την ως άνω συμπεριφορά του όχι μόνον παραβίασε τις συμβατικές του υποχρεώσεις έναντι της αντισυμβαλλομένης του, παρακρατώντας επανειλημμένως ποσά που είχαν εισπραχθεί από τρίτους για λογαριασμό της, αλλά, επίσης, έπληξε καίρια την επαγγελματική φήμη και αξιοπιστία της εναγόμενης.

Συνακόλουθα, αυτή είχε δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση, χωρίς μάλιστα να είναι υποχρεωμένη να τηρήσει προθεσμία (άρθρο 8 παρ. 8 του π.δ. 219/1991). Αναφορικά με τον ισχυρισμό του ενάγοντος ότι η εναγομένη κατά παράβαση της συμφωνίας τους, παρά το ότι αυτός της απέδιδε τις προκαταβολές που ελάμβανε για τις παραγγελίες, εκείνη δεν του απέστελνε τα αυτοκίνητα, απαιτώντας να έχει προηγουμένως εξοφληθεί το σύνολο της αξίας αυτών, τούτο δε άρχισε να πράττει από 10-7-2005, με αποτέλεσμα να μειωθεί δραστικά η ταμειακή ρευστότητά του και ήταν έτσι υποχρεωμένος να καλύψει, εξ ιδίων χρημάτων, μέχρι την παράδοση του αυτοκινήτου στους πελάτες, τη χρηματική διαφορά μεταξύ της αξίας της προκαταβολής που του έδιναν οι τελευταίοι και της συνολικής αξίας του πωληθέντος αυτοκινήτου, αποδεικνύεται ότι για τις προκαταβολές που είχε λάβει ο ενάγων μέχρι τις 5-8-2005, οπότε συνομολογήθηκε εγγράφως η παρακράτησή τους, η εναγομένη είχε πλήρη άγνοια όχι μόνο αυτών που είχε λάβει ο ενάγων για λογαριασμό της, αλλά και των ίδιων των παραγγελιών των αυτοκινήτων από τους πελάτες, και συνεπώς, δεν αποδεικνύεται άρνηση αυτής για αποστολή παραγγελθέντων οχημάτων.

Επίσης, δεν επαληθεύεται ότι η εναγομένη μετέβαλε την προηγούμενη πρακτική της από τις 10-7-2005, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων, αλλά αντιθέτως, ο μάρτυράς του, κατέθεσε ότι αφού αποκαλύφθηκαν τα ανωτέρω, ήτοι μετά την 5-8-2005, η εναγομένη δεν αρκούνταν στην προκαταβολή ποσού 1.500 ευρώ και απαιτούσε την πλήρη εξόφληση της αξίας του αυτοκινήτου, προκειμένου να αποστείλει αυτό.

Επιπρόσθετα, ο ως άνω ισχυρισμός του ενάγοντος αναιρείται εν μέρει από το ότι ως προς τους πελάτες Α., Ξ. και Τ., οι οποίοι είχαν παραγγείλει αυτοκίνητα μοντέλου ..., και από τους οποίους ο ενάγων, όπως α¬ναφέρεται στην από 5-8-2005 επιστολή του προς την εναγομένη, είχε εισπράξει μέχρι τότε προκαταβολές ποσού 1.500, 13.500 και 12.500 ευρώ,

αντιστοίχως, αυτός ζήτησε από την εναγομένη να του αποστείλει τα παραγγελθέντα αυτοκίνητα, πράγμα το οποίο η τελευταία έπραξε, πλην όμως ο ενάγων δεν απέδωσε σ' αυτήν τα ποσά που μετά την ως άνω ημερομηνία (5-8-2005) εισέπραξε επιπλέον, ήτοι 20.000, 13.170 και 14.170 ευρώ, αντιστοίχως, προκειμένου να τιμολογηθούν και να παραδοθούν τα αυτοκίνητα στους πελάτες αυτούς.

Ακόμη, όμως, και στην περίπτωση που για ορισμένα οχήματα που είχαν παραγγελθεί, η εναγομένη πράγματι απαίτησε, μετά τις 5-8-2005, την εξόφληση του συνόλου της αξίας αυτών, προκειμένου να τα αποστείλει στον ενάγοντα, μη δεχόμενη ούτε μεταχρονολογημένες επιταγές, τούτο ήταν εύλογο από πλευράς της, δεδομένης της προηγηθείσας αντισυμβατικής και παράνομης συμπεριφοράς του, αλλά και ενόψει του ότι κατά την εν λόγω ημερομηνία η εναγομένη έλαβε την υπ' αριθμ. ...

επιταγή της ΕΤΕ, το ποσό της οποίας (120.227 ευρώ) υπερέβαινε την αξία της υπ' αριθμ. ... εγγυητικής επιστολής, η οποία είχε εκδοθεί για τη διασφάλιση της απαίτησής της, μέχρι του ποσού των 67.500 ευρώ από ακάλυπτες επιταγές εκδοθείσες για πωλήσεις αυτοκινήτων. Ταύτα, ανεξάρτητα από το ότι ο ενάγων δεν διαμαρτυρήθηκε κατά το ως άνω χρονικό διάστημα για την ως άνω δήθεν αδικαιολόγητη συμπεριφορά της εναγόμενης.

Τέλος, ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι παροτρύνθηκε από τους εκπροσώπους της εναγομένης να προχωρήσει στο εγχείρημα της ως άνω μεγάλης επένδυσης, λαμβάνοντας απ' αυτούς τη διαβεβαίωση ότι σε περίπτωση που θα αντιμετώπιζε δυσκολίες να ανταποκριθεί στην υποχρέωση απόδοσης των υπ' αυτού εισπραττομένων για λογαριασμό της, θα του δινόταν πίστωση χρόνου με ανανεώσεις μεταχρονολογημένων επιταγών, κατά το διάστημα μετεγκατάστασης της επιχείρησής του στη νέα μονάδα, δεν επαληθεύονται ούτε από τα προσαγόμενα έγγραφα, ούτε από τις μαρτυρικές καταθέσεις.

Ειδικότερα, ο μάρτυράς του κατέθεσε αορίστως ότι η εναγόμενη είχε παράσχει προφορικά υπόσχεση στήριξης του ενάγοντα σε περίπτωση οικονομικής δυσχέρειας αυτού, πλην όμως τα ως άνω, όπως διευκρίνισε, τα γνωρίζει όχι από προσωπική αντίληψη αλλά από διηγήσεις του ενάγοντος, ενώ, επίσης, παρέλειψε να αναφέρει συγκεκριμένα τον χρόνο που δόθηκε η υπόσχεση οικονομικής στήριξης, τον εκπρόσωπο της εναγόμενης, από τον οποίο ο εναγών έλαβε τις ως άνω διαβεβαιώσεις, και το ακριβές περιεχόμενο αυτών των διαβεβαιώσεων, ήτοι σε ποια έκταση και με ποιον τρόπο η εναγομένη θα παρείχε οικονομική στήριξη στον ενάγοντα, εν όψει του ότι, όπως προαναφέρθηκε, ο τρόπος πραγμάτωσης των συμφωνηθεισών προδιαγραφών των κτιριακών εγκαταστάσεων επαφιόταν στον ενάγοντα.

Επιπρόσθετα, η εναγομένη έδειξε ανοχή έναντι των ενεργειών του ενάγοντος, καθότι, ύστερα από την αποκάλυψη της εκ μέρους του παρακράτησης των προκαταβολών, αυτή δεν κατήγγειλε τη σύμβαση, ούτε απαίτησε την άμεση απόδοση των οφειλομένων, αλλά συναίνεσε στην χορήγηση προθεσμίας για την καταβολή τους, με τη λήψη μεταχρονολογημένης επιταγής με ημερομηνία έκδοσης 18-8-2005, ενώ στις 19-8-2005 χορήγησε στον ενάγοντα νέα προθεσμία έως 26-8-2005 για την απόδοση τόσο μέρους του αρχικού ποσού που παρέμενε ανεξόφλητο, ανανεώνοντας την ληφθείσα επιταγή με άλλη, όσο και ποσών που είχε μεταξύ εισπράξει και μη αποδώσει ο ενάγων σ' αυτήν, λαμβάνοντας ισόποση μεταχρονολογημένη επιταγή.

Μόνον δε μετά τη μη πληρωμή των τελευταίων αυτών επιταγών, η εναγόμενη κατήγγειλε τη σύμβαση, αφού στο μεταξύ πλήθαιναν οι διαμαρτυρίες πελατών από τους οποίους ο ενάγων είχε εισπράξει, εν αγνοία της εναγόμενης, και άλλα χρηματικά ποσά για παραγγελίες αυτοκινήτων, με τα οποία (χρηματικά ποσά), όπως συνάγεται, είχε εξοφλήσει μέρος (80.000 ευρώ) της αρχικής οφειλής του.

Συνεπώς, ουδέποτε γεννήθηκε υπέρ του ενάγοντος η αξίωση για αποζημίωση πελατείας, αφού η αποζημίωση αυτή δεν οφείλεται, όταν ο εντολέας καταγγείλει τη σύμβαση λόγω παραβίασης των συμβατικών υποχρεώσεων του αντιπροσώπου. Επομένως, η σχετική ένσταση της εναγόμενης, η οποία είναι νόμιμη, στηριζόμενη στο άρθρο 9 παρ. 3α του π.δ. 219/1991, πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, το δε αίτημα του ενάγοντος για καταβολή ποσού 397.356,39 ευρώ ως αποζημίωση πελατείας, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο.

Επίσης, επειδή η καταγγελία της σύμβασης έγινε για τον παραπάνω λόγο, δεν απαιτείτο, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 8 του π.δ. 219/1991, αλλά και με ρητό συμφωνηθέντα μεταξύ τους όρο η τήρηση προθεσμίας, και συνακόλουθα, το αίτημα για καταβολή ποσού 198.678,19 ευρώ για διαφυγόντα κέρδη κατά το χρονικό διάστημα των έξι μηνών μετά την καταγγελία της σύμβασης (ήτοι μέχρι να συμπληρωθεί η εξάμηνη προθεσμία της καταγγελίας που έπρεπε - κατά τους ισχυρισμούς του - να τηρηθεί), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο κατ' ουσίαν.

Με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση βάσει νόμιμου δικαιώματος, το οποίο, εξάλλου, δεν αποδεικνύεται ότι άσκησε καταχρηστικά, ήτοι καθ' υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, απορριπτομένου του σχετικού ισχυρισμού του ενάγοντος καθόσον, πέραν των όσων ήδη αναφέρθηκαν, η καταγγελία αυτή εντάσσεται στις προβλέψιμες από τον ενάγοντα δυνατότητες που είχε αυτή, εξυπηρετούσε δε το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχείρησής της, διότι αυτή έπρεπε να προστατεύσει την επαγγελματική της φήμη στο νομό Σερρών, η οποία είχε ήδη κλονιστεί σοβαρά, ενώ, εξάλλου, δεδομένου ότι η ταμειακή δυσχέρεια που αντιμετώπιζε ο ενάγων, ενόψει του μεγάλου επενδυτικού ανοίγματος και των πολλών οικονομικών υποχρεώσεων που αυτό συνεπαγόταν, δεν ήταν πρόσκαιρη, και λαμβανομένου περαιτέρω υπ' όψιν ότι αυτός είχε παραβιάσει κατ' επανάληψη τη συμβατική του υποχρέωση αναφορικά με την απόδοση των προκαταβολών, η εναγόμενη εύλογα πιθανολογούσε συνέχιση της αντισυμβατικής συμπεριφοράς του, συνεπαγόμενη δική της ζημία.

Τέλος, η προηγηθείσα της καταγγελίας επωφελής για τα συμφέροντα της εναγομένης συμπεριφοράς του αντισυμβαλλομένου της και η προαγωγή σε μεγάλο βαθμό των συμφερόντων της τελευταίας στο χρονικό διάστημα της συνεργασίας τους, δεν καθιστά την καταγγελία αντίθετη στα χρηστά ήθη, πολύ δε περισσότερο, καθόσον η συμπεριφορά αυτή του ενάγοντος, που εντάσσεται στο πλαίσιο της καλόπιστης εκτέλεσης της ενοχής, επιβάλλεται από το νόμο.

Με βάση τα παραπάνω, και εφόσον δεν αποδείχθηκε αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης, το αγωγικό κονδύλιο για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο..." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της εκκαλούμενης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί ως αβάσιμη η αγωγή του κατά τα προαναφερθέντα κονδύλια αποζημίωσης πελατείας, ύψους 397.356,39 ευρώ, αποζημίωσης διαφυγόντων κερδών, ύψους 198.678,19 ευρώ, θετικής ζημίας 797.018,87 ευρώ, ως δαπανών για την ανέγερση του κτηριακού συγκροτήματος εγκατάστασης της επιχείρησης και εξοπλισμού αυτής, και χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, ύψους 150.000,00 ευρώ.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 8 και 9 παρ. 1, 3 του π.δ/τος 219/1991, υπαγάγοντας σωστά τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στη νομική έννοια του σπουδαίου λόγου, όσον αφορά την καταγγελία της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας - διανομής εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, και επίσης δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 914, 919, 932, 281, 288 Α.Κ.

και 2α του ν. 703/1977, όπως ίσχυαν τον κρίσιμο χρόνο, τις οποίες δεν εφάρμοσε και ούτε ήταν εφαρμοστέες στη συγκεκριμένη περίπτωση, καθόσον τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά γεγονότα δεν ανταποκρίνονταν στις προϋποθέσεις των διατάξεων αυτών. Ειδικότερα: Α) τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά συνιστούν σπουδαίο λόγο, που δικαιολογεί την γενομένη έκτακτη καταγγελία της σύμβασης αντιπροσωπείας - διανομής λόγω υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος, χωρίς την τήρηση της προθεσμίας που προβλέπεται στο άρθρου 8 παρ. 3 και 4 του παραπάνω π.δ/τος, και, συνακόλουθα, την ουσιαστική βασιμότητα της σχετικής έντασης της αναιρεσίβλητης, η οποία, ενόψει της παραβίασης από το αναιρεσείοντα ουσιωδών συμβατικών του υποχρεώσεων, προβαίνοντας στην καταγγελία της σύμβασης άσκησε και συμβατικό προβλεπόμενο δικαίωμά της, καθόσον ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, α) προέβη, το καλοκαίρι του 2005, επανειλημμένως σε παρακράτηση των αναφερόμενων χρηματικών ποσών, τα οποία είχε εισπράξει σταδιακά από τους τρίτους - πελάτες για λογαριασμό της πωλήτριας αυτοκινήτων αναιρεσίβλητης, τα οποία δεν απέδωσε σ' αυτήν, αλλά τα χρησιμοποίησε για ταμειακή του διευκόλυνση, προκειμένου να πραγματοποιεί πληρωμές οφειλών που σχετίζονταν με την κατασκευή των νέων εγκαταστάσεων, χωρίς να ενημερώσει την αναιρεσίβλητη για τις αντίστοιχες παραγγελίες αγοράς αυτοκινήτων των πελατών της, οι οποίοι διαμαρτυρήθηκαν εντόνως προς αυτήν, και χωρίς να αποδώσει, μέχρι την 26-8-2005, ολοσχερώς στην ορισθείσα για δεύτερη φορά προθεσμία πληρωμής, τα παρακρατηθέντα ποσά, συνεχίζοντας επί πλέον να παρακρατεί τις προκαταβολές και νέων πελατών, που επίσης είχε εισπράξει για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης, η μη απόδοση δε των προκαταβολών συνιστούσε, σύμφωνα με ρητό όρο της από 10-10-2003 σύμβασης, σπουδαίο λόγο καταγγελίας αυτής, και β) έπληξε καίρια, με τη συμπεριφορά του, την επαγγελματική φήμη και αξιοπιστία της αναιρεσίβλητης στο καταναλωτικό κοινό και ιδιαίτερα προς τους πελάτες, που διαμαρτύρονταν σ' αυτήν για την καθυστέρηση παράδοσης των παραγγελθέντων αυτοκινήτων και την ενδεχόμενη απώλεια των χρημάτων τους, με αποτέλεσμα να εμφανίζεται η αναιρεσίβλητη ασυνεπής και να βρίσκεται εκτεθειμένη έναντι του καταναλωτικού κοινού, και επομένως, εφόσον η καταγγελία έγινε για σπουδαίο λόγο από υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος, ο τελευταίος δεν δικαιούται αποζημίωση πελατείας και αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη για χρονικό διάστημα έξι μηνών μετά την καταγγελία της σύμβασης (ήτοι μέχρι να συμπληρωθεί η εξάμηνη προθεσμία της τακτικής καταγγελίας).

Β) υπό τα ανελέγκτως, επίσης, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η καταγγελία της ένδικης σύμβασης εκ μέρους της αναιρεσίβλητης δεν ήταν παράνομη και υπαίτια, καταχρηστική ή αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, ούτε και υπήρξε καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης από την αναιρεσίβλητη, υπό την έννοια του άρθρου 2 ν. 703/77, καθόσον, σύμφωνα με τις ανωτέρω ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, 1) η σύμβαση καταγγέλθηκε για σπουδαίο λόγο από υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος, 2) η αναιρεσίβλητη δεν εκμεταλλεύθηκε καταχρηστικά την οικονομική εξάρτηση του αναιρεσείοντος με την επιβολή αυθαίρετων όρων συναλλαγής από την 10-7-2005, ούτε κατήγγειλε τη σύμβαση αιφνίδια και αδικαιολόγητα, 3) η καταγγελία από την αναιρεσίβλητη της επίδικης σύμβασης δεν έγινε κατά κατάχρηση δικαιώματος, αφού δεν προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου και εντεύθεν δεν υπερβαίνει, κατ' αντικειμενική κρίση, και μάλιστα προφανώς, τα από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ οριζόμενα όρια, ούτε και αντιβαίνει στα χρηστά ήθη, καθόσον αυτή και η συνακόλουθη λύση της σύμβασης εντασσόταν στις αντικειμενικά προβλέψιμες συναλλακτικές δυνατότητες της αναιρεσίβλητης σε περίπτωση παραβίασης εκ μέρους του των συμβατικών υποχρεώσεών του, και εξυπηρετούσε αυτή (καταγγελία) το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχείρησης της αναιρεσίβλητης, αφού δεν επρόκειτο για πρόσκαιρη ταμειακή δυσχέρεια του αναιρεσείοντος, λόγω του μεγάλου επενδυτικού ανοίγματος στο οποίο είχε προβεί, ενώ η προηγηθείσα της καταγγελίας επωφελής για τα συμφέροντα της αναιρεσίβλητης συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, στο χρονικό διάστημα της συνεργασίας τους, δεν καθιστά την καταγγελία αντίθετη στα χρηστά ήθη, αφού αυτή εντασσόταν στο πλαίσιο της καλόπιστης εκτέλεσης της ενοχής που επιβάλλεται από το νόμο, και 4) δεν αποδείχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη, ενώ είχε προαποφασίσει τη διακοπή της συνεργασίας τους, παραπλάνησε τον αναιρεσείοντα, υποσχόμενη ότι αυτή θα διαρκούσε επί αρκετά έτη και ότι έτσι τον εξανάγκασε να μεταστεγάσει την επιχείρησή του και να προβεί σε μεγάλο επενδυτικό άνοιγμα με σκοπό να τον ζημιώσει, αλλά, αντιθέτως, ο αναιρεσείων ήταν πλήρως ενήμερος των όρων της σύμβασης, αναφορικά με τις προδιαγραφές που έπρεπε να πληροί η επιχείρησή του, τους οποίους και αποδέχθηκε υπογράφοντας την ένδικη από 10-10-2003 σύμβαση επισήμου εμπόρου, το μεγάλο δε επενδυτικό άνοιγμα στο οποίο προέβη ήταν αποτέλεσμα δικής του επιλογής και όχι εξαναγκασμού από πλευράς της αναιρεσίβλητης, και επομένως, ενόψει των περιστατικών αυτών, δεν συνέτρεχαν στη συγκεκριμένη περίπτωση οι απαιτούμενες από το νόμο προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης της αναιρεσίβλητης, με αποτέλεσμα η αναιρεσίβλητη να μην οφείλει στον αναιρεσείοντα αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη, κατά το μέρος που επιχειρείται να θεμελιωθούν στην επικαλούμενη με την αγωγή παράνομη και καταχρηστική καταγγελία της σύμβασης, ούτε και αποζημίωση για τις δαπάνες ανέγερσης του κτηριακού συγκροτήματος εγκατάστασης της επιχείρησης και εξοπλισμού αυτής, καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων.

Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου, ότι συνέτρεχε σπουδαίος λόγος καταγγελίας της σύμβασης από υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος και περί μη συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των προαναφερθεισών διατάξεων που δεν εφαρμόστηκαν, και δικαιολογούν την κρίση ότι η εκ μέρους της αναιρεσίβλητης καταγγελία της σύμβασης δεν στηρίζει αντισυμβατική ούτε αδικοπρακτική συμπεριφορά της τελευταίας, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις και ανεπάρκεια στις αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των ως άνω περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, οι παραδοχές ότι η αναιρεσίβλητη δεν είχε εμπλοκή στην επιλογή του τρόπου (ανέγερση ή ενοικίαση χώρου) και τη χρηματοδότηση για την πραγμάτωση των προδιαγραφών που τέθηκαν από τη σύμβαση και αφορούσαν αποκλειστικά την ανεξάρτητη επιχείρηση του αναιρεσείοντος και ο τρόπος πραγμάτωσης των συμφωνηθέντων προδιαγραφών των κτιριακών εγκαταστάσεων επαφιόταν στον αναιρεσείοντα, δεν έρχονται σε αντίφαση με τις λοιπές παραδοχές για τροποποιήσεις από την αναιρεσίβλητη στα σχέδια, για παρακολούθηση της πορείας των εργασιών και για παροχή προθεσμίας μετεγκατάστασης, αφού οι τελευταίες αφορούν στην τήρηση των προδιαγραφών που είχε θέσει η αναιρεσίβλητη, ενώ οι πρώτες ανάγονται στην επιλογή και στην έκταση της επένδυσης του αναιρεσείοντος, που προκάλεσε την οικονομική του στενότητα.

Δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας να περιλαμβάνονται περαιτέρω αιτιολογίες σχετικά με τις προδιαγραφές των κτιριακών εγκαταστάσεων της επιχείρησης και με ποια κριτήρια θεωρήθηκε ότι δεν πληρούνταν ή θα μπορούσαν να είναι συμβατές οι ήδη υπάρχουσες εγκαταστάσεις με τις προϋποθέσεις που έθεσε η αναιρεσίβλητη, ούτε και να εξειδικεύονται οι διαπραγματεύσεις ως προς τις προδιαγραφές αυτές πριν την κατάρτιση των συμβάσεων.

Επίσης, δεν απαιτείτο να γίνει αποσύνδεση των παραγγελιών του αναιρεσείοντος προς την αναιρεσίβλητη και των παραγγελιών των πελατών προς τον αναιρεσείοντα, ενόψει του ότι αυτός συνδεόταν με την αναιρεσίβλητη και με σύμβαση διανομής, καθόσον αρκούσε για τη θεμελίωση του σπουδαίου λόγου, ότι ο αναιρεσείων παρακράτησε προκαταβολές για παραγγελίες αυτοκινήτων που είχαν διενεργηθεί στο όνομα της αναιρεσίβλητης.

Επομένως, ο δεύτερος, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Ο ίδιος ως άνω λόγος, ως προς τις λοιπές προβαλλόμενες αιτιάσεις, ήτοι 1) ότι δεν προκύπτει με σαφήνεια αν η αναιρεσίβλητη έλαβε γνώση των συγκεκριμένων παρακρατήσεων από τηλεφωνήματα και διαμαρτυρίες πελατών ή αν το έμαθε από τον αναιρεσείοντα, ο οποίος την ενημέρωσε στο πλαίσιο επαγγελματισμού και της προσπάθειας του να τηρεί τις συμβατικές του υποχρεώσεις, β) ότι δημιουργείται σύγχυση αν ο αναιρεσείων δήλωσε αδυναμία πληρωμής και αν ναι, γιατί τότε δέχθηκε η αναιρεσίβλητη να του χορηγήσει και άλλη προθεσμία και αν αυτή δόθηκε με δική του πρωτοβουλία ή τη χορήγησε από μόνη της, γ) ότι δημιουργείται ασάφεια στο αν και κατά πόσο το εφετείο προέβη σε σύγκριση και στάθμιση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και, επίσης, αμφιβολία αν και σε ποιο βαθμό υπάρχει αυτοτελής παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και της αρχής της ισότητας των διαδίκων, και επί πλέον θα έπρεπε με την παροχή προθεσμίας να θεωρηθεί εύλογη η πεποίθηση του αναιρεσείοντος ότι δεν πρόκειται να καταγγελθεί η σύμβαση, δ) ότι δεν υπήρχε καμία παρατεταμένη αδυναμία πληρωμών και οι οφειλές στην τράπεζα και τρίτους προέκυψαν μετά την καταγγελία της σύμβασης, ε) ότι δεν προσδιορίζεται ο χρόνος κατά τον οποίο η αναιρεσίβλητη πληροφορήθηκε την παρακράτηση των προκαταβολών των πελατών και δεν διευκρινίζεται αν η εκ μέρους του αναιρεσείοντος παραδοχή ότι είχε εισπράξει το συνολικό ποσό των 120.227,00 ευρώ ήταν ρητή και ανεπιφύλακτη ή αν έλαβε χώρα και διαμαρτυρία αυτού για την επίσης αντισυμβατική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, στ) ότι δεν προκύπτουν με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά και τα αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει μείωση της πελατείας της αναιρεσίβλητης και οικονομική ζημία αυτής, οφειλόμενη στη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος που να κλόνισε τη φήμη της, ζ) ότι δεν μπορεί να αποδειχθεί ούτε περιγράφεται βλάβη ή δυσφήμιση της αναιρεσίβλητης, η) ότι δεν προσδιορίζεται το αποδεικνυόμενο από έγγραφα μέγεθος της ζημίας του αναιρεσείοντος ούτε εκτιμήθηκε η ζημία του στο πλαίσιο στάθμισης των εκατέρωθεν συνεπειών της έκτακτης καταγγελίας, και θ ) ότι δεν διατυπώνεται με τρόπο θετικό τί ακριβώς αποδείχθηκε σε σχέση με το χρόνο μεταβολής της πρακτικής της εναγόμενης να απαιτεί από 10-7-2005 την προκαταβολή του τιμήματος των αυτοκινήτων, είναι απαράδεκτος, καθόσον οι μεν προβαλλόμενες ελλείψεις και ανεπάρκειες αφορούν την πληρέστερη αιτιολόγηση του σαφώς και χωρίς αμφιβολία και αντιφάσεις συντιθέμενου στην απόφαση αποδεικτικού πορίσματος, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρετικού λόγου δεν ανάγονται στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά, αλλά αφορούν είτε παράπονα γιατί η προσβαλλόμενη δεν αιτιολογεί γιατί δέχεται ότι αποδείχθηκαν τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, είτε βάλλουν κατά επιχειρημάτων που συνήγαγε το Δικαστήριο από τις αποδείξεις είτε αποτελούν επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, προς ενίσχυση των αντίθετων προς το αποδεικτικό πόρισμα απόψεων αυτού, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, υπό την επίφαση δε του ανωτέρω αναιρετικού λόγου πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1097/2021, ΑΠ 732/2021).

Επίσης, ο ίδιος παραπάνω λόγος, κατά το μέρος με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη ότι χωρίς αιτιολογία απέρριψε το λόγο έφεσης με τον οποίο παραπονείτο ο αναιρεσείων για την χωρίς αιτιολογία απόρριψη του αγωγικού κονδυλίου θετικής ζημίας, συνιστάμενη στη δαπάνη ύψους 20.541,09 ευρώ για την αγορά ανταλλακτικών από την αναιρεσίβλητη - εναγόμενη, τα οποία μετά την καταγγελία της σύμβασης είναι άχρηστα, ως απαράδεκτου, λόγω αοριστίας, είναι απαράδεκτος, διότι προϋπόθεση για να ιδρυθεί ο από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι το δικαστήριο να ερεύνησε το ανωτέρω αγωγικό κονδύλιο κατ' ουσίαν και όχι όταν απέρριψε αυτό ως αόριστο, όπως στην προκείμενη περίπτωση (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 532/2021, ΑΠ 430/2021).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα" με την έννοια του παραπάνω από τον αρ. 8 λόγο, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί για αυτά οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για τα "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά.

Συγκεκριμένα, δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 274/2021, ΑΠ 1058/2020, ΑΠ 1597/2018). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ` αυτήν (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 274/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 59/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δέχθηκε χωρίς απόδειξη : 1) ότι "...Μετά από επικοινωνία μεταξύ των διαδίκων, ο ενάγων παραδέχθηκε ότι κατά το τελευταίο διάστημα είχε εισπράξει το συνολικό ποσό των 120.227 ευρώ...", ενώ, αντίθετα, από την από 5-8-2005 του επιστολή του αναιρεσείοντος που προσκόμισε και επικαλέστηκε αποδεικνυόταν ότι αυτός ενημέρωσε την αναιρεσίβλητη για την οφειλή των 120.227 ευρώ, 2) "...η εναγομένη με την από 30-8-2005 εξώδικη δήλωσή της, η οποία κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα στις 31-8-2005, κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση επικαλούμενη την ως άνω αντισυμβατική συμπεριφορά του, ενώ ταυτόχρονα ζήτησε από την ...

τράπεζα την κατάπτωση των υπ' αριθμ. ... και ... εγγυητικών επιστολών, οι οποίες είχαν εκδοθεί για την κάλυψη ακάλυπτων επιταγών από πωλήσεις αυτοκινήτων και ανταλλακτικών, μέχρι του ποσού των 67.500 και 20.541,09 ευρώ, αντιστοίχως....", ενώ αντίθετα έπρεπε να δεχθεί, ότι τις εγγυητικές αυτές επιστολές τις εμφάνισε η εναγόμενη, μετά την από 30-8-3005 καταγγελία της, η οποία της κοινοποιήθηκε στις 31-8-2005, στην Άλφα Τράπεζα, στις 1-9-2005, ενώ αυτός την είχε ενημερώσει εγγράφως ότι είχε καταθέσει τα ποσά των επιταγών σε λογαριασμό της στην τότε τράπεζα Κύπρου, με αποτέλεσμα να εισπράξει τα ποσά αυτά από τις εγγυητικές επιστολές και να τα καταλογίσει μόνη της στις οφειλές από τις επιταγές, και ενώ ο αναιρεσείων είχε ήδη ορίσει με τις τραπεζικές καταθέσεις του, σύμφωνα με το άρθρο 422 ΑΚ, το χρέος που εξοφλούσε, το οποίο ήταν και το προγενέστερο (αρχαιότερο) χρονικά, τα κατατεθέντα δε σ' αυτόν από πελάτες του ποσά (55.845,00 + 47.340,00=) 103.185,00 ευρώ δεν ήταν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά, και άρα δεν υπήρχε καμία παράνομη παρακράτηση, αφού ούτως ή άλλως δεν ήταν υπόχρεος τις καταβολές που πλέον του έκαναν οι πελάτες του να τις αποδώσει στην αναιρεσίβλητη, αλλά τα χρήματα αυτά έπρεπε να τα καταβάλει στην αναιρεσίβλητη για του αποστείλει τα οχήματα, και 3) "...ο ενάγων με την ως άνω συμπεριφορά του όχι μόνον παραβίασε τις συμβατικές του υποχρεώσεις έναντι της αντισυμβαλλομένης του, παρακρατώντας επανειλημμένως ποσά που είχαν εισπραχθεί από τρίτους για λογαριασμό της, αλλά, επίσης, έπληξε καίρια την επαγγελματική φήμη και αξιοπιστία της εναγόμενης...".

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι οι αναφερόμενες αιτιάσεις δεν αφορούν σε "πράγματα" κατά την εκτεθείσα στη νομική σκέψη έννοια αλλά σε περιστατικά που έγιναν δεκτά ως προκύψαντα από τις αποδείξεις αναφορικά με τη βασιμότητα της καταγγελίας της σύμβαση, και με πρόσχημα την ανωτέρω επικαλούμενη πλημμέλεια ο αναιρεσείων επιχειρεί στην πραγματικότητα να πλήξει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την ουσία της υπόθεσης (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Σε κάθε περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη τα όλα τα αναφερόμενα στο σκεπτικό του αποδεικτικά μέσα. Επομένως, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι και αβάσιμος.

Η καταδίκη του ηττηθέντος διαδίκου στη δικαστική δαπάνη του αντιδίκου του δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας, αφού είναι συνέπεια της αρχής της ήττας που καθιερώνει το άρθρο 176 του ΚΠολΔ, ενώ η κατανομή των δικαστικών εξόδων ανάλογα με το μέγεθος της νίκης ή της ήττας κάθε διαδίκου κατά το άρθρο 178 παρ. 1 του ΚΠολΔ ή ο ολικός ή μερικός συμψηφισμός τους, λόγω ιδιαίτερης δυσχέρειας κατά την ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε, κατά το άρθρο 179 του ιδίου Κώδικα, απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αφού αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται αναιρετικά (άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ), εφόσον βεβαιώνεται στην απόφαση ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του (ΑΠ 455/2020, ΑΠ 192/2016, ΑΠ 678/2016, ΑΠ 1437/2012, ΑΠ 819/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο ίδιος παραπάνω λόγος αναίρεσης κατά το μέρος με το οποίο πλήττει την προσβαλλόμενη για την χωρίς αιτιολογία απόρριψη του έβδομου λόγου έφεσης ως κατ' ουσίαν αβάσιμου, με τον οποίο παραπονείτο ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε ως προς την επιδίκαση σε βάρος του υπέρογκων δικαστικών εξόδων, λόγω της ήττας του, στην πρωτοβάθμια δίκη με την απόρριψη της αγωγής του, είναι απαράδεκτος, διότι, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η καταδίκη του ηττηθέντος διαδίκου στη δικαστική δαπάνη του αντιδίκου του δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας, αφού είναι συνέπεια της αρχής της ήττας που καθιερώνει το άρθρο 176 του ΚΠολΔ, επειδή, στην προκείμενη περίπτωση βεβαιώνεται στην απόφαση ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, και τούτο ανεξαρτήτως της αοριστίας του σχετικού λόγου αναίρεσης (πρβλ ΑΠ1028/2021, ΑΠ 911/2021), διότι δεν αναφέρεται ποία ήταν τα υπέρογκα δικαστικά έξοδα που επιβλήθηκαν σε βάρος του, λόγω της ήττας του και ποία ήταν τα δικαστικά έξοδα που έπρεπε να επιβληθούν.

Σε κάθε περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης προκύπτει ότι ο έβδομος λόγος έφεσης, με τον οποίο ο εκκαλών παραπονέθηκε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε ως προς το ύψος της επιδικασθείσας σε βάρος του δικαστικής δαπάνης, ποσού 31.300,00 ευρώ, απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, κατ' εφαρμογή των άρθρων 176 ΚΠολΔ σε συνδ.

με τις σχετικές διατάξεις των άρθρων 100 παρ. 1 και 107 ΚώδΔ, όπως ίσχυαν κατά το χρόνο κατάθεσης των προτάσεων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Ειδικότερα, η επιβληθείσα με το ελάχιστο όριο σύνταξης των προτάσεων του παρασταθέντος στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο πληρεξούσιου δικηγόρου της εναγόμενης της αναγνωριστικής αγωγής, ενόψει του αντικειμένου αυτής, ανερχόταν σε 31.271,88 ευρώ (1.563.594,40 Χ 2%), σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 101 παρ. 1 και 107 παρ. 1 ΚωδΔ, όπως ίσχυαν κατά τον ένδικο χρόνο παροχής των υπηρεσιών του δικηγόρου, ήτοι πριν την τροποποίησή τους με το ν. 4194/2013, και, συνεπώς, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι και αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του προκατατεθέντος παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, στον αναιρεσείοντα, λόγω της ήττας του (άρθρο 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-11-2019 αίτηση του Κ. Μ. του Κ. για αναίρεση της 5375/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Σεπτεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ