Legislator Case Law & Legislation
1792/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to late filing of additional grounds as the 30-day period expired on the hearing day.

Case Number 1792/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal and additional grounds, ruling them inadmissible because the 30-day filing period expired on the scheduled hearing date. The appellant filed the additional grounds on April 16, 2009, but the deadline fell on May 18, 2009, the same day the hearing was set, leaving insufficient time for preparation. Consequently, the court held that the appeal was procedurally defective and ordered the appellant to bear the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 568(4), 569(2), 576(1)-(2) of the Code of Civil Procedure; Additional grounds for appeal must be filed within 30 days, and if the final day coincides with a hearing, the grounds are inadmissible if not filed sufficiently in advance.

Keywords

AI generated
additional grounds for appeal 30 day filing period inadmissible appeal procedural deadline hearing day expiration legal costs award Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 568(4) of the Code of Civil Procedure
Article 569(2) of the Code of Civil Procedure
Article 576(1) and (2) of the Code of Civil Procedure
Article 144(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1792 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1792/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Π. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ Α.Ε" ως καθολικής διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ (Α.Ε.Π.Ε.Υ)", λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη που συγχωνεύτηκε με απορρόφηση από την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε" η οποία και υπεισήλθε στα δικαιώματα και υποχρεώσεις της αρχικής διαδίκου που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Πρωτοπαπά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3 Δεκεμβρίου 2002 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2196/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 6441/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23 Ιουνίου 2006 αίτησή του ως και του από 16.4.2009 δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης.

Εκδόθηκε η 1599/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση επανέρχεται προς συζήτηση με την από 24 Νοεμβρίου 2010 κλήση του ήδη αναιρεσείοντος.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ιωάννης Χαμηλοθώρης, ανέγνωσε την από 11 Μαΐου 2009 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Χρυσικού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 23.6.2006 αίτησης αναίρεσης και του από 16.4.2009 δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και των πρόσθετων αυτής λόγων ως και την καταδίκη του αντιδίκου του στην δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανιστεί κάποιος από τους διαδίκους, είτε αυτός είναι ο αναιρεσείων είτε ο αναιρεσίβλητος, εξετάζεται ποιος από αυτούς επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης. Αν η συζήτηση επισπεύδεται από το διάδικο που εμφανίστηκε και δεν εμφανιστεί ο αντίδικός του, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση το αποδεικτικό επίδοσης της σχετικής κλήσης προς συζήτηση, ενώ αν συζήτηση επισπεύδεται από τον αντίδικο του διαδίκου που εμφανίστηκε, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση η κλήση που του επιδόθηκε (είτε αυτοτελώς είτε με την αίτηση αναίρεσης και της πράξης ορισμού δικασίμου).

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη, ενώ δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο ο αναιρεσείων. Με επιμέλεια του τελευταίου, μετά από ματαίωση της συζήτησης στις 15.11.2010, επισπεύσθηκε η συζήτηση και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη για τη δικάσιμο της 23.1.2012, κατά την οποία η εκδίκαση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (7.1.2013), ακριβές αντίγραφο της από 24.11.2010 κλήση του αναιρεσείοντος για συζήτηση κατά τη δικάσιμο εκείνη (23.1.2012), όπως προκύπτει από την έκθεση επίδοσης 11840/17.11.2011 του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ... . Επομένως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν παρών και ο διάδικος αυτός (576 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 11 β ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν με επίκληση από κανένα διάδικο. Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το αποδεικτικό πόρισμα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίχθηκε, με βάση τις παραδοχές της, σε άλλα αποδεικτικά μέσα, που είχαν νόμιμα προσκομιστεί με επίκληση, και όχι στο αποδεικτικό μέσο που προβάλλει ο αναιρεσείων.

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε με τις επισκοπούμενες κατ' άρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ότι το πρωτότυπο έγγραφο της ένδικης σύμβασης που είχε στα χέρια της απωλέσθηκε χωρίς να έχει στη διάθεσή της αντίγραφο, και για λόγο αυτό για την απόδειξη της έγγραφης κατάρτισης της ίδιας σύμβασης και των κατ' ιδίαν όρων της επικαλέστηκε τις αντίστοιχες ένορκες καταθέσεις του μάρτυρά του αναιρεσείοντος-εναγομένου στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και το περιεχόμενο των παρόμοιων προς την ένδικη τυποποιημένη για όλους τους εντολείς-πελάτες τους συμβάσεων, που προσκόμισε με επίκληση.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε αναφορικά με το ζήτημα αυτό, κρίνοντας αβάσιμο το σχετικό λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος, τα εξής: "Με τον όγδοο λόγο της έφεσής του ο εναγόμενος βάλλει κατά της εκκαλούμενης απόφασης, η οποία δέχθηκε ότι η σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών που κατάρτισαν οι διάδικοι ήταν έγγραφη, ισχυριζόμενος ότι δεν καταρτίσθηκε εγγράφως η σύμβαση αυτή.

Όμως, από την κατάθεση του ίδιου του γιου του εναγομένου, Ι. Π., ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο οποίος αναφέρει ότι ο πατέρας του έχει υπογράψει σύμβαση επενδυτικών υπηρεσιών με την ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΧΕΠΕΥ και ότι χωρίς έγγραφη σύμβαση δεν ανοίγεται κωδικός αριθμός στο όνομα του πελάτη, αποδεικνύεται ότι είναι αβάσιμος ο παραπάνω ισχυρισμός του εναγομένου ...".

Εξάλλου, από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε το Εφετείο, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι και από το όλο περιεχόμενο της απόφασης αυτής, στην οποία παρατίθενται οι κατ' ιδίαν όροι της μεταξύ των διαδίκων έγγραφης σύμβασης, ταυτόσημου περιεχομένου για όλους τους εντολείς-πελάτες της αναιρεσίβλητης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα για την κατάρτιση της μεταξύ των διαδίκων έγγραφης σύμβασης και των κατ' ιδίαν όρων της δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε το έγγραφο της ένδικης σύμβασης που δεν προσκομίστηκε, αλλά αντίθετα έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων και τα πιο πάνω έγγραφα.

Επομένως, ο αντίθετος πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αντίστοιχη πλημμέλεια από τον αριθ. 11β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνεται αβάσιμος, γιατί στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση της λήψης υπόψη από το Εφετείο του εγγράφου κατάρτισης της ένδικης σύμβασης, που δεν προσκομίστηκε.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 5 του ν. 3632/1928, όπως ίσχυε πριν καταργηθεί με το άρθρο 18 παρ. 1 ν. 3152/2003, η παραγγελία προς το χρηματιστή (εντολή) για να ενεργήσει νόμιμη χρηματιστηριακή συναλλαγή για λογαριασμό του μπορεί να αποδεικνύεται από έγγραφο σημείωμα που φέρει την υπογραφή του τελευταίου.

Εξάλλου, το άρθρο 27 §§ 1 και 2 ν. 1806/1988 προέβλεπε ότι, α) όλες οι εντολές προς μέλος του χρηματιστηρίου και όλες οι χρηματιστηριακές συμβάσεις, καταγράφονται με πλήρη στοιχεία, ώστε τα αρμόδια όργανα να μπορούν να ελέγχουν την τήρηση των σχετικών διατάξεων, β) για το σκοπό αυτό μπορούν με απόφαση του Υπουργού και ύστερα από γνώμη του Δ.Σ.

του ΧΑΑ και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς να τροποποιούνται οι διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας για τα βιβλία και τα στοιχεία των χρηματιστών και γ) το μέλος του ΧΑΑ δεν μπορεί να επικαλεστεί χρηματιστηριακή συναλλαγή, η οποία δεν αποδεικνύεται από τα παραπάνω νομίμως τηρούμενα βιβλία και τα εκδιδόμενα και παραδιδόμενα όπου ο νόμος ορίζει στοιχεία.

Το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 59 § 1 του ν. 2533/1997, σύμφωνα με το οποίο οι εντολές προς κάθε Εταιρεία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΕΠΕΥ), που διενεργεί συναλλαγές στο ΧΑΑ, καθώς και όλες οι χρηματιστηριακές συμβάσεις, τις οποίες η ΕΠΕΥ που συμμετέχει στο ΧΑΑ συνάπτει για δικό της λογαριασμό, καταγράφονται με πλήρη στοιχεία, ώστε τα αρμόδια για την εποπτεία όργανα να ελέγχουν την τήρηση των σχετικών διατάξεων.

Για το σκοπό αυτό τηρούνται τα βιβλία και στοιχεία που προσδιορίζονται από το παραπάνω άρθρο. Στη δεύτερη παράγραφο του ίδιου άρθρου 27 του ν. 1806/1988 όπως αυτό τροποποιήθηκε, επαναλαμβάνεται ουσιαστικά και πάλι η προγενέστερη ρύθμιση, σύμφωνα με την οποία μέλος του ΧΑΑ ή άλλη ΕΠΕΥ που συμμετέχει στο ΧΑΑ δεν δικαιούται να επικαλεστεί χρηματιστηριακή συναλλαγή, η οποία δεν αποδεικνύεται από τα νομίμως τηρούμενα βιβλία και εκδιδόμενα και νομίμως παραδιδόμενα στοιχεία.

Σε εκτέλεση δε νομοθετικής εξουσιοδότησης που χορηγήθηκε με το άρθρο 27 § 1 του ν. 1806/1988, είχε εκδοθεί η υπ' αριθ. 6280/β508/17-5-1989 Απόφαση του Υπουργού 'Εθνικής Οικονομίας, με την οποία υποχρεούνταν οι χρηματιστές να τηρούν τριπλότυπο βιβλιάριο εντολών (πινακίδια συναλλαγών) και να αναγράφουν σε αυτό τις προς αυτούς διδόμενες από τους πελάτες τους εντολές.

Σύμφωνα με την παραπάνω Υπουργική Απόφαση το πρώτο αντίγραφο υπογράφεται από το χρηματιστή και παραδίδεται στον παραγγελέα, ενώ ο τελευταίος υπογράφει μόνο αν το ζητήσει ο χρηματιστής, το δεύτερο αντίγραφο συμπληρώνεται με τα στοιχεία της συναλλαγής, εκτός από το ονοματεπώνυμο και την υπογραφή του παραγγελέα και ρίπτεται σφραγισμένο με την ώρα της ρίψης του σε ειδική κάλπη τοποθετημένη στο χρηματιστήριο και το τρίτο αντίγραφο παραμένει στο στέλεχος του βιβλιαρίου.

Από τα παραπάνω, συνάγεται ότι η απόδειξη της κατάρτισης της σύμβασης εντολής από το χρηματιστή με έγγραφο υπογεγραμμένο από τον εντολέα πελάτη του είναι δυνητική, πράγμα που δεν θα συνέβαινε αν ο σκοπός του νομοθέτη ήταν η καθιέρωση του εγγράφου αποδεικτικού τύπου αμφιμερώς και γενικώς. Δηλαδή ο νομοθέτης απέκλεισε την απόδειξη χρηματιστηριακών συναλλαγών, μη καταχωρημένων στα καθοριζόμενα βιβλία και στοιχεία, ειδικά και μόνο για την περίπτωση της επίκλησής τους από τον χρηματιστή ή τις ΑΧΕ και ΕΠΕΥ προς διασφάλιση της δυνατότητας ελέγχου αυτών από τα αρμόδια για την εποπτεία τους όργανα για την τήρηση της χρηματιστηριακής νομοθεσίας.

Ας σημειωθεί ότι με το ν. 2396/1996 καθιερώθηκε ο θεσμός των Εταιριών Λήψης και Διαβίβασης Εντολών (ΕΛΔΕ). Ο παραπάνω νόμος καθορίζει τη λειτουργία των ΕΛΔΕ και τα πλαίσια συνεργασίας τους με τις ΑΧΕ, σε κανένα όμως σημείο του δεν ρυθμίζει τη διαδικασία καταγραφής των εντολών, ήτοι δεν προβλέπει το γραπτό τύπο για τη χορήγηση των εντολών από τους επενδυτές προς τις ΕΛΔΕ ή από τις ΕΛΔΕ προς ΑΧΕ.

Επομένως, ως προς την κατάρτιση σύμβασης χρηματιστηριακής παραγγελίας μεταξύ των διαδίκων με αντικείμενο νόμιμη συναλλαγή και την εκτέλεση αυτής, η απόδειξη από κάθε διάδικο (δηλαδή του εντολέα επενδυτή ή τη χρηματιστηριακή εταιρεία) μπορεί να γίνει με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο. Η ως άνω τελολογική ερμηνεία ανταποκρίνεται και στη συστηματική ένταξη των διατάξεων του άρθρου 27 §§ 1 και 2 του ν. 1806/1988 στο κεφάλαιο Ζ' του εν λόγω νόμου, το οποίο αφορά τη διαφάνεια των συναλλαγών "ώστε τα αρμόδια για την εποπτεία των χρηματιστηρίων όργανα να μπορούν να ελέγχουν την τήρηση των σχετικών διατάξεων".

Περαιτέρω, η αποδεικτική δύναμη του τριπλότυπου βιβλιαρίου εντολών, που αποτελεί εμπορικό βιβλίο, ρυθμίζεται από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό με τα άρθρα 448 § 1, 336 § 3 και 339 ΚΠολΔ. Υπό την εκδοχή ότι η διάταξη της § 2 του άρθρου 27 επιβάλλει στα μέλη του χρηματιστηρίου την καταχώριση των σχετικών συναλλαγών τους με τους πελάτες τους στα υπό του άρθρου αυτού οριζόμενα ειδικά βιβλία, προκειμένου να μπορούν να επικαλεστούν αυτές και έναντι των τελευταίων, δυσχεραίνεται η θέση αυτών, εφόσον τα τηρούμενα από τη χρηματιστηριακή εταιρεία βιβλία θα αποτελούν απόδειξη υπέρ αυτής (άρθρα 444 αρ. 1, 447 ΚΠολΔ), χωρίς όμως τους περιορισμούς που θέτει η διάταξη του άρθρου 448 §1 εδ.

β' ΚΠολΔ (πλήρης απόδειξη για το μέγεθος της απαίτησης, όταν η ύπαρξη της είναι αποδεδειγμένη με άλλο τρόπο και μόνο για ένα έτος αφότου γίνει η εγγραφή), αφού η χρηματιστηριακή εταιρεία θα επικαλείται και θα αποδεικνύει χρηματιστηριακές συναλλαγές, αρκεί να τις έχει καταχωρίσει στα τηρούμενα από την ίδια βιβλία, δηλαδή θα αποδεικνύει όχι μόνο το μέγεθος της απαίτησης αλλά και την ύπαρξή της, παρά τους προαναφερόμενους περιορισμούς, ενώ ο εντολέας της επενδυτής, κυρίως φυσικό πρόσωπο, δεν θα μπορεί να πράξει το ίδιο.

Έτσι, όμως, παραβιάζεται η αρχή της ισότητας των δικονομικών όπλων μεταξύ των διαδίκων, που αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 4 § 1 του Συντάγματος αλλά και στις υπερνομοθετικής ισχύος, κατά το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος, διατάξεις του άρθρου 6 § 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κατοχυρώνουν το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, στοιχείο της οποίας αποτελεί και η ισότητα των δικονομικών όπλων.

Συνεπώς, τόσο ο εντολέας επενδυτής όσο και η χρηματιστηριακή εταιρεία μπορούν να αποδείξουν την εντολή του πρώτου, την περιέλευσή της στη χρηματιστηριακή εταιρεία και την εκτέλεση της ίδιας εντολής από την χρηματιστηριακή εταιρεία, ως αναγκαία στοιχεία, για την απόδειξη της απαίτησης της τελευταίας, με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και μάρτυρα (ΟλΑΠ 5/2009).

Περαιτέρω, αν η προσβαλλόμενη απόφαση έχει δύο ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς η κάθε μία το διατακτικό της, εφόσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται τελεσφόρως και λυσιτελώς με ειδικό λόγο αναίρεσης, η αναίρεση θα απορριφθεί ως αλυσιτελής κατ' αρθ. 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι η μη πληττόμενη τελεσφόρως αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης.

Στο πλαίσιο της ίδιας αρχής, εάν το αποδεικτικό πόρισμα, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει κυρίως από τα εκτιθέμενα σ' αυτήν αποδεικτικά μέσα, η περαιτέρω επικουρική σκέψη ότι τα ίδια περιστατικά προσθέτως προκύπτουν και από άλλα διαφορετικά αποδεικτικά μέσα, δεν ιδρύονται οι αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 559 αριθ.

αριθ. 11 περ. α και περ.β του ΚΠολΔ, εφόσον η κύρια αιτιολογία, μέσω των αποδεικτικών μέσων που τη στηρίζουν αυτοτελώς, δεν πλήττεται τελεσφόρος με το αναιρετήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, το οποίο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρείας κατά του αναιρεσείοντος και επιδικάστηκε στην πρώτη το ποσό των 517.479,77 ευρώ, ως χρεωστικό υπόλοιπο από χρηματιστηριακές συναλλαγές

που διενήργησε για λογαριασμό εκείνου, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "... Στα πλαίσια της συμβάσεως αυτής κατά το χρονικό διάστημα από 17-3-1998 έως 7-3-2000, η εφεσίβλητη εταιρεία κατάρτισε παραγγελιοδοχικώς στο όνομα και για λογαριασμό του εκκαλούντος, μετά από προφορικές εντολές του τελευταίου, τις παρακάτω χρηματιστηριακές αγορές και πωλήσεις μετοχών, για τις οποίες τήρησε χρηματιστηριακό λογαριασμό, καταχωρώντας αυτές κατά χρονολογία, είδος συναλλαγής (αγορά ή πώληση), αριθμό αντίστοιχου πινακιδίου, ονομασία μετοχών και αριθμό αυτών, τιμή ανά τεμάχιο, συνολική αξία, προμήθειά της, έξοδα συναλλαγής και συνολικό ποσό.

Τέλος, με την ένδειξη "προοδευτικό υπόλοιπο" εμφάνιζε το εκάστοτε υπόλοιπο που προέκυπτε μετά από κάθε λογιστική χρέωση με τα ανωτέρω ποσά και πίστωση με αυτά που της κατέβαλλε ο εκκαλών. Ειδικότερα ... . Οι παραπάνω συναλλαγές αποδεικνύονται από τα σχετικά πινακίδια, που προσκομίζει και επικαλείται η ενάγουσα, καθώς και από την ομολογία του εναγομένου, ο οποίος αμφισβητεί μόνο ότι έδωσε εντολή για τις αγορές μετοχών που έγιναν στο όνομά του την 4.2.2000.

Όμως η εντολή του εναγόμενου προς την ενάγουσα την 4.2.2000, εκτός από τα προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως από την τελευταία με αριθμό 832,715, 832.716 και 832.717 πινακίδια εκτελέσεως εντολής, τα οποία, κατά τα αναφερόμενα στην αρχή, είναι εμπορικά βιβλία και αποδεικνύουν, με την κατ' άρθρο 448 παρ.1 ΚΠολΔ δύναμη, την κατάρτιση της χρηματιστηριακής παραγγελίας για διενέργεια της εκτελεστέας χρηματιστηριακής συναλλαγής, αποδεικνύεται και από την κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου Ι.

Ζ., ο οποίος ήταν εντεταλμένος σύμβουλος αυτής. Το ότι δόθηκε η συγκεκριμένη εντολή από τον εναγόμενο αποδεικνύεται περαιτέρω από το γεγονός ότι η ενάγουσα, όπως ήταν υποχρεωμένη από τη σύμβαση, απέστειλε ταχυδρομικά σ' αυτόν αναλυτική κατάσταση των συναλλαγών με τις μετοχές που αγοράστηκαν την επίμαχη ημερομηνία, εκτός των άλλων, και με συστημένες επιστολές της 31-7-2000, 30-11-2000, 31-12-2000, 31-1-2001 και 28-2-2001, με τα εκκρεμή υπόλοιπα και ο εναγόμενος ουδόλως αντέλεξε, ούτε γραπτά, ούτε προφορικά Τούτο σημαίνει, κατά το ρητό όρο της σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, ότι ενέκρινε και τη συναλλαγή αυτή, όπως και όλες τις υπόλοιπες, οι οποίες εκτελέσθηκαν μετά από προφορική εντολή αυτού.

Εξάλλου, από την από 11-3-2002 αίτηση μεταφοράς αξιών στον ειδικό λογαριασμό, η οποία απευθύνεται προς την ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΧΕΠΕΥ, και την από 10-10-2002 εξουσιοδότηση για την μεταφορά αυτή στην εταιρία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΑΕ", τα οποία προσκομίζει και επικαλείται η ενάγουσα, και στα οποία, κάτω από την ένδειξη "ο αιτών" και "εξουσιοδοτών", αντίστοιχα, υπάρχει η υπογραφή του εναγομένου, αποδεικνύεται ότι ο τελευταίος ζήτησε την μεταφορά των παρακάτω μετοχών από τον Λογαριασμό Αξιών στον Ειδικό Λογαριασμό της μερίδας του, ήτοι 5.389 μετοχών της ΑΛΤΕΚ, 3.000 μετοχών MARFIN. 10.000 μετοχών METROLIFE - ΕΜΠΟΡΙΚΗ, 8.125 μετοχών ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΕΧΝΟΔΟΜΙΚΗ, 2.000 μετοχών ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΖΑΧΑΡΗΣ, 234 μετοχών ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ, 6.000 μετοχών ΕΠΕΡΑ, 1.400 μετοχών ΚΑΤ/ΤΑ ΑΦΟΡΟΛΟΓΗΤΩΝ ΕΙΔΩΝ, 200 μετοχών ΚΛΩΝΑΤΕΞ ΑΕ, 2.000 μετοχών ΜΑΪΛΗΣ ΑΕΒΕ, 10.500 μετοχών ΣΙΔΕΝΟΡ ΑΕ, 2.000 μετοχών ΤΗΛΕΤΥΠΟΣ ΑΕ, 3.000 μετοχών ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ και 2.000 μετοχών ΧΑΛΚΟΡ ΑΕ, προκειμένου, με την ενεχυρίαση των μετοχών αυτών, να δανειοδοτηθεί από την Εμπορική Τράπεζα.

Πρέπει εδώ να σημειωθεί, ότι με τον έβδομο λόγο της έφεσής του ο εναγόμενος αρνείται ότι έκανε χρήση των ως άνω μετοχών με τον προαναφερόμενο τρόπο, πλην όμως ο ισχυρισμός του αυτός αποδεικνύεται ως ουσιαστικά αβάσιμος από τα ως άνω έγγραφα, σε συνδυασμό με την κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως. Δεν έσφαλε, επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε ότι έγινε, κατόπιν αιτήσεως του εναγομένου ενεχυρίαση των παραπάνω μετοχών.

Οι μετοχές αυτές, εξάλλου, προέρχονται σχεδόν στο σύνολο τους από την παραγγελία της 4-2-2000, την οποία αυτός αρνείται, παρά την ύπαρξη των σχετικών πινακιδίων εκτέλεσης εντολής και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ουδέποτε είχε δώσει στην ενάγουσα εντολή για συναλλαγή τέτοιου ύψους, όπως αυτή της 4-2-2000, πλην όμως, ο ισχυρισμός του αυτός διαψεύδεται από τις συναλλαγές που προαναφέρθηκαν και τις οποίες συνομολογεί.

Ειδικότερα, αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος την 7-5-1999 έκανε συναλλαγές ύψους 42.366.013 δραχμών, την 8-6-1999 έκανε αγορές και πωλήσεις ύψους 80.553.994 και 33.794.040 δραχμών, την 14-6-1999 συναλλαγές ύψους 30.180.372 δραχμών, την 2-7-1999. 5-7-1999. 7-7-1999. 12-7-1999, 13-7-1999, 19-7-1999 και 26-7-1999 έκανε αγοραπωλησίες μετοχών ύψους 35.052.280, 21.523.125, 20.485.103, 52.953.675, 17-578.070, 20.089.220 και 44.958.108 δραχμών αντίστοιχα, ενώ την 6-8-1999, 10-8-1999, 1-9-1999, 7-9-199, 16-9-1999 έκανε αγοραπωλησίες μετοχών ύψους 34.187.864, 74.307.140, 43.018.352, 27.686.545. 20.850.949 και 239.524.837 δραχμών αντίστοιχα και, τέλος, την 1-10-1999, 8-10-1999, 14-10-1999, 15-10-1999, 21-10-1999, 5-1-2000 και 10-1-2000 έκανε χρηματιστηριακές συναλλαγές ύψους 33.219.491, 108.469.160, 56,729.465, 88.964.512, 80.069.787, 81.862.783 και 34.340.448 δραχμών αντίστοιχα.

Από τη συχνότητα και το ύψος των συναλλαγών αυτών, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο εναγόμενος ήταν μέλος του διοικητικού συμβουλίου της απορροφηθείσας από την ενάγουσα εταιρείας "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΧΕΠΕΥ" αποδεικνύεται η μεγάλη εμπειρία αυτού περί τα χρηματιστηριακά πράγματα. Η εμπειρία του αυτή και το ιδιαίτερα μεγάλο χαρτοφυλάκιο, που διέθετε, σημαίνει ότι αυτός παρακολουθούσε ανελλιπώς της εξελίξεις του χρηματιστηρίου, που το έτος 1999 είχε μεγάλη ανοδική πορεία, είχε συνεχή ενημέρωση από την ενάγουσα και διακινδύνευε με συνεχείς αγορές και πωλήσεις μετοχών, προκειμένου να επιτύχει όσο το δυνατόν μεγαλύτερη απόδοση κέρδους από τις σχετικές χρηματιστηριακές, συναλλαγές.

Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι σύμφωνα με την 6280/Β508/17-5-1989 Υπουργική Απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, οι χρηματιστές είναι υποχρεωμένοι να τηρούν τριπλότυπο βιβλιάριο εντολών και να αναγράφουν σ' αυτό τις παραγγελίες των πελατών τους (άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΑ) και ότι το πρώτο αντίγραφο υπογράφεται από το χρηματιστή και παραδίδεται, ενώ ο τελευταίος υπογράφει μόνο αν ζητήσει ο χρηματιστής.

Ότι τέτοια διαδικασία δεν τήρησε η ενάγουσα, δεν εστάλη σ' αυτόν πινακίδιο εντολής προς υπογραφή για τη συναλλαγή της 4-2-2000, ώστε να μπορέσει εντός της προβλεπόμενης από το νόμο προθεσμίας των 48 ωρών να αντικρούει την πράξη αυτή της ενάγουσας. Όμως, ο ως άνω ισχυρισμός του εναγομένου είναι αβάσιμος, καθόσον η ανωτέρω παράγραφος Α1 της υπουργικής απόφασης 6280/Β508/17-5-1989 έχει σιωπηρώς καταργηθεί μετά την εισαγωγή του αυτοματοποιημένου συστήματος συναλλαγών στο Χρηματιστήριο και, συνεπώς, η χρηματιστηριακή παραγγελία μπορεί να αποδειχθεί με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και όχι αποκλειστικά με τα πινακίδια του τριπλότυπου βιβλιαρίου εντολών, που προβλέπονται στην εν λόγο διάταξη".

Ήδη ο αναιρεσείων προβάλλει με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια, α) του άρθρου 559 αριθ. 11α ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται, και όχι του αριθ. 1 του ίδιου άρθρου, που αναφέρεται στο αναιρετήριο, διότι κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο αναιρεσείων είχε δώσει στην αντίδικό του χρηματιστηριακή εταιρεία τις ένδικες αμφισβητούμενες εντολές αγοράς μετοχών και ειδικά εκείνης με αγωγικό αριθμό 112 της 4-2-2000 και ότι η εντολή αυτή, αφού περιήλθε στην αναιρεσίβλητη, εκτελέσθηκε από αυτήν, λαμβάνοντας υπόψη, όχι τα οριζόμενα από το νόμο ειδικά βιβλία τριπλοτύπων και εντολών, αλλά τα πινακίδια εκτέλεσης της ίδιας εντολής, που προσκομίστηκαν με επίκληση από την αναιρεσίβλητη χρηματιστηριακή εταιρεία με την έννοια των εμπορικών βιβλίων της, σε συνδυασμό και με την κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης Ι.

Ζ., μολονότι η απόδειξη της λήψης της εντολής αυτής έπρεπε να προκύπτει, εφόσον δόθηκε προφορικά, από μαγνητοταινία (δεύτερος λόγος, κατά το πρώτο μέρος), β) του άρθρου 559 αριθ. 11β ΚΠολΔ, διότι έλαβε υπόψη την κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης Ι. Ζ., αν και αποτελούσε ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο, λόγω της ιδιότητας αυτού, ως εντεταλμένου συμβούλου αυτής (δεύτερος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος), γ) του άρθρου 559 αριθ.11β ΚΠολΔ, διότι, με το να δεχθεί ότι η συγκεκριμένη εντολή από τον εναγόμενο αποδεικνύεται περαιτέρω από το γεγονός ότι η ενάγουσα απέστειλε ταχυδρομικά σ' αυτόν αναλυτική κατάσταση των συναλλαγών με τις μετοχές που αγοράστηκαν την επίμαχη ημερομηνία, εκτός των άλλων, και με συστημένες επιστολές της 31-7-2000, 30-11-2000, 31-12-2001, 31-1-2001 και 28-2-2001, με τα εκκρεμή υπόλοιπα και ο εναγόμενος ουδόλως αντέλεξε, ούτε γραπτά, ούτε προφορικά και ότι τούτο σημαίνει, κατά το ρητό όρο της σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, ότι ενέκρινε και τη συναλλαγή αυτή, όπως και όλες τις υπόλοιπες, οι οποίες εκτελέσθηκαν μετά από προφορική εντολή αυτού, έλαβε υπόψη την ύπαρξη συστημένων επιστολών της αναιρεσίβλητης προς αυτόν, μολονότι τέτοιο αποδεικτικό μέσο δεν επικαλέσθηκε ούτε προσκόμισε η αναιρεσίβλητη (δεύτερος λόγος, κατά το τρίτο μέρος), δ) του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, διότι παραβίασε τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου της διάταξης της Υ.Α με αριθμό 6280/β508/17-5-1988 του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, με το να δεχθεί ότι καταργήθηκε σιωπηρά και δεν εφαρμόζεται η διάταξη αυτή για τον τρόπο διενέργειας και απόδειξης των χρηματιστηριακών πράξεων με τριπλότυπο βιβλιάριο εντολών, το οποίο έκρινε ότι δεν ήταν αναγκαίο (τρίτος λόγος).

Ο πιο πάνω δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος, είναι, με βάση τα προεκτεθέντα, αβάσιμος, γιατί στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι, για την ουσιαστική διάγνωση από το Δικαστήριο του κρίσιμου πραγματικού περιστατικού της επίμαχης εντολής του αναιρεσείοντος, είναι ανεπίτρεπτη η συνεκτίμηση των πινακιδίων της αναιρεσίβλητης και της κατάθεσης του μάρτυρα αυτής.

Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, είναι απαράδεκτος, διότι από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των εγγράφων προτάσεων του αναιρεσείοντος στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στο Εφετείο, αλλά και της έφεσής του, δεν προκύπτει ότι ο προαναφερόμενος ισχυρισμός προβλήθηκε στο πρωτοβάθμιο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, και επομένως ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό απαραδέκτου, που όμως δεν προβλήθηκε παραδεκτά στο ουσιαστικό Δικαστήριο κρίνεται απαράδεκτος και απορριπτέος.

Ο ίδιος επίσης λόγος, κατά το τρίτο μέρος του, κρίνεται απορριπτέος, ως αλυσιτελής. Ειδικότερα, κατά τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το εκφερόμενο αποδεικτικό της πόρισμα, που αναφέρεται στην ύπαρξη της επίμαχης εντολής, στην περιέλευσή της στην αναιρεσίβλητη και στην εκτέλεση από την τελευταία, προέκυψε κυρίως από τα προεκτιθέμενα σ' αυτήν λοιπά αποδεικτικά μέσα των πινακιδίων εκτέλεσης της εντολής και της μαρτυρικής κατάθεσης.

Εφόσον όμως η κύρια αυτή αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς και επαρκώς το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης, η περαιτέρω επικουρική σκέψη της εκφοράς του ίδιου αποδεικτικού πορίσματος και μέσω της αποστολής των συστημένων επιστολών, αλυσιτελώς πλήττεται. Ο τρίτος λόγος αναίρεσης είναι αλυσιτελής και απορριπτέος, διότι η κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά την εκφορά του αποδεικτικού πορίσματός της ότι η ένδικη αμφισβητούμενη χρηματιστηριακή παραγγελία της 4.2.2000 και η εκτέλεσή της μπορούσαν να αποδειχθούν με κάθε αποδεικτικό μέσο, στηρίζει αυτοτελώς και επαρκώς το διατακτικό της και δεν πλήττεται τελεσφόρως με κανένα αναιρετικό λόγο.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν δημιουργείται ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 15 παρ. 6 του Ν. 3632/1928, κάθε αξίωση που πηγάζει από χρηματιστηριακή συναλλαγή παραγράφεται μετά πάροδο έτους από τη λήξη του έτους, κατά το οποίο καταρτίσθηκε η συναλλαγή. Στις χρηματιστηριακές συναλλαγές, περιλαμβάνεται και η παρεπόμενη σύμβαση χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας. Κατά συνέπεια, κάθε αξίωση που πηγάζει από τη σύμβαση χρηματιστηριακής παραγγελίας, παραγράφεται μετά πάροδο έτους, από τη λήξη του έτους που καταρτίσθηκε η άνω συναλλαγή.

Ως αξίωση, που πηγάζει από τη σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοράς και πώλησης μετοχών, από την παραγγελιοδόχο χρηματιστηριακή εταιρία για λογαριασμό του παραγγελέα επενδυτή, είναι και αυτή της απαίτησης της παραγγελιοδόχου χρηματιστηριακής εταιρείας για καταβολή από τον εντολέα-επενδυτή όλων των αναγκαίων δαπανών, δηλαδή του τιμήματος, των φόρων, των εξόδων μεταβιβάσεων, καθώς και της προμήθειας για την εκτέλεση της εντολής.

Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 260 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι η παραγραφή διακόπτεται όταν ο υπόχρεος αναγνωρίσει την αξίωση με οποιονδήποτε τρόπο, αρκείται, εν όψει της ευρύτητας της διατύπωσής της, σε οποιαδήποτε συμπεριφορά του οφειλέτη έναντι του δανειστή, από την οποία συνάγεται ότι ο οφειλέτης, γνωρίζοντας την αξίωση του δανειστή, θεωρεί ότι αυτή υφίσταται κατά το χρόνο της συμπεριφοράς.

Με την έννοια αυτή δεν εξετάζεται αν η ενέργεια και συμπεριφορά του οφειλέτη έχει δικαιοπρακτικό χαρακτήρα, ούτε αν συνιστά συμβατική ή μονομερή αναγνώριση της αξίωσης ή σύμβαση αναγνώρισης χρέους κατά την έννοια του άρθρου 873 ΑΚ. Η έχουσα τα ανωτέρω στοιχεία συμπεριφορά πρέπει να επιδεικνύεται πριν από τη συμπλήρωση της παραγραφής έναντι του δανειστή και όχι έναντι τρίτου προσώπου.

Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση , έγιναν δεκτά από το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων, τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση ο εκκαλών, με τις προτάσεις του στον πρώτο βαθμό, ισχυρίσθηκε κατ' ένταση, ότι η αξίωση της εφεσίβλητης εταιρείας για καταβολή σ' αυτή του οφειλομένου από αυτόν (εκκαλούντα) τιμήματος, φόρων, εξόδων και προμήθειας από τις αναφερόμενες στην αγωγή συναλλαγές, έχει υποπέσει σε παραγραφή, διότι από την 7-3-2000, που φέρεται ότι έγινε η τελευταία συναλλαγή, μέχρι την 19-12-2002, που του επιδόθηκε η ένδικη αγωγή, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του έτους.

Η εφεσίβλητη, προς απόκρουση της ως άνω ενστάσεως παραγραφής, που επαναφέρεται από τον εκκαλούνται με τον πρώτο λόγο της έφεσης του, ισχυρίζεται κατ' αντένσταση, παραδεκτά με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 527 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι η παραγραφή έχει διακοπεί με την αναγνώριση από μέρους του εκκαλούντος της οφειλής του, η οποία έγινε με την αποδοχή από αυτόν του χρεωστικού υπολοίπου του δοσοληπτικού του λογαριασμού, του οποίου ελάμβανε γνώση με την αποστολή των επιστολών της για τη συνοπτική παρουσίαση της θέσης του χαρτοφυλακίου του, όπως είναι και αυτές της 30-11-1999, 30-12-1999, 30-7-2000, 30-11-2000, 31-12-2000, 31-1-2001 και 28-2-2001.

Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι την 25-1-2000 ο χρηματιστηριακός λογαριασμός του εναγομένου, που τηρούσε η ενάγουσα, μετά από αλλεπάλληλες πιστώσεις και χρεώσεις, ήταν μηδενικός. Επομένως, η ένσταση παραγραφής και η αντένσταση περί διακοπής της αφορούν μόνο τις συναλλαγές που έγιναν μετά την ημερομηνία αυτή.

Πράγματι η ενάγουσα έστειλε στον εναγόμενο τις από 31-7-2000, 31-12-2000, 31-1-2001 και 28-2-2001 επιστολές της, με τις οποίες του γνωστοποιούσε κάθε φορά ποιο ήταν το υπόλοιπο του χρηματιστηριακού λογαριασμού του, το οποίο ήταν χρεωστικό κατά τις παραπάνω ημερομηνίες και ανερχόταν αντίστοιχα, σε 166.670,17, 177.789, 48 και 521.759, 30 ευρώ.

Σύμφωνα δε με ρητό όρο της σύμβασης (IV 5), η μη έγγραφη προβολή αντιρρήσεων από μέρους του επενδυτή-εναγομένου εντός 15 ημερών από την παραλαβή των επιστολών της ενάγουσας χρηματιστηριακής εταιρείας ισχύει ως έγκριση των συναλλαγών που εμφαίνονται σ' αυτές, καθώς και του χρεωστικού ή πιστωτικού υπολοίπου.

Επομένως, εφόσον αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος παρέλαβε τις παραπάνω επιστολές της ενάγουσας και δεν αντέδρασε, ως προς τις σχετικές εγγραφές των επιστολών αυτών, ενέκρινε ανεπιφύλακτα το εκάστοτε εμφανιζόμενο σε κάθε μία από αυτές χρεωστικό σε βάρος του υπόλοιπο. Εξάλλου, και στις προαναφερόμενες επιστολές υπήρχε η σημείωση "σε περίπτωση διαφωνίας σας παρακαλούμε όπως μας ενημερώσετε εγγράφως εντός 10 ημερών από τη λήψη της παρούσας, άλλως θεωρούμε ότι συμφωνείτε ανεπιφύλακτα με τα ανωτέρω" και ο εναγόμενος ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για το εμφανιζόμενο σ' αυτές σε βάρος του χρεωστικό υπόλοιπο.

Από την ως άνω συμπεριφορά του εναγομένου οφειλέτη έναντι της δανείστριάς του ενάγουσας, συνάγεται ότι ο πρώτος, γνωρίζοντας την αξίωση της δεύτερης, θεώρησε ότι αυτή υπήρχε κατά το χρόνο λήψεως των ως άνω επιστολών, οι οποίες ελήφθησαν κατά τους μήνες Αύγουστο 2000 και Ιανουάριο, Φεβρουάριο, Μάρτιο 2001 αντίστοιχα, αναγνωρίζοντας την οφειλή του.

Έτσι. εφόσον η αναγνώριση της οφειλής έγινε από τον οφειλέτη εναγόμενο μέσα στο έτος 2000 και μέσα στο έτος 2001 από το έτος 2000 που καταρτίσθηκαν οι επίδικες και οφειλόμενες συναλλαγές, επήλθε διακοπή της ετήσιας παραγραφής, που προβλέπεται στην διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 του ν. 3632/1928. Κατά συνέπεια, κατά παραδοχή ως κατ' ουσίαν βάσιμης της αντένστασης περί διακοπής της παραγραφής, πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η ένσταση παραγραφής που προβάλλει ο εναγόμενος.

Επομένως, το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση που απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσία την ως άνω ένσταση παραγραφής, αν και με διαφορετική αιτιολογία, ή οποία αντικαθίσταται με αυτή της παρούσας απόφασης, δεν έσφαλε, όπως αβάσιμα παραπονείται ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών με τον πρώτο λόγο της έφεσης του, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος".

Το Εφετείο, με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος και την ένσταση της ετήσιας παραγραφής, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την πιο πάνω ουσιαστική διάταξη του άρθρου 260 του ΑΚ, καθόσον τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά της παραλαβής ανεπιφύλακτα εκ μέρους του αναιρεσείοντος των επιστολών της αναιρεσίβλητης πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της αναγνώρισης εκ μέρους του αναιρεσείοντος της ένδικης οφειλής και δικαιολογούν την παραδοχή της αντένστασης της αναιρεσίβλητης και την παραδοχή της αγωγής της, ύστερα από απόρριψη της ένστασης του αναιρεσείοντος για την συμπλήρωση της ετήσιας παραγραφής.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα. Εξάλλου, από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές προκύπτει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει νόμιμη βάση, και ειδικότερα την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 260 του ΑΚ, τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον ίδιο λόγο του αναιρετηρίου κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα. Περαιτέρω ο ίδιος λόγος της αναίρεσης, κατά την έκταση που περιλαμβάνει την αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης και ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω αναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα, της λήψης δηλαδή εκ μέρους του των πιο πάνω επιστολών της αναιρεσίβλητης και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά τον αναιρεσείοντα σε αντίθετη με το ότι δεν περιήλθαν σ' αυτόν οι ίδιες επιστολές, που δεν προκύπτει εάν ήταν συστημένες ή όχι, και με ποιο τρόπο απεστάλησαν, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια και κατά λογική ακολουθία στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Με τον ίδιο λόγο κατά τα λοιπά πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερόμενων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 12 εδ. α' του ν.1157/1981 η διαδρομή των υπό του νόμου ή των δικαστηρίων τεταγμένων προθεσμιών αρχίζει από την επόμενη της ημέρας της επίδοσης ή της ημέρας κατά την οποία συνέβη το αποτελούν την αφετηρία της προθεσμίας γεγονός και λήγει την 7μ.μ. ώρα της τελευταίας ημέρας, εάν δε αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα ή Σάββατο, την ίδια ώρα της επόμενης εργάσιμης ημέρας.

Από την αδιάστικτη διατύπωση της εν λόγω διάταξης, όπως και των όμοιων διατάξεων του άρθρου 144 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αυτές, ως προς τη λήξη της προθεσμίας που καθιερώνουν, εφαρμόζονται τόσο επί των προθεσμιών ενεργείας όσο και επί των προπαρασκευαστικών προθεσμιών, δηλαδή εκείνων που τάσσονται και είναι' απαραίτητο να παρέλθουν πριν από την ενέργεια ορισμένης πράξης, έτσι ώστε αν η τελευταία ημέρα των προθεσμιών αυτών συμπίπτει προς εξαιρετέα ή Σάββατο αυτή δεν υπολογίζεται και η προθεσμία λήγει την ίδια ώρα, 7 μ.μ., της επόμενης εργάσιμης ημέρας (ΟλΑΠ 266/1985).

Τέτοια προπαρασκευαστική προθεσμία είναι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, και εκείνη των τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρων ημερών, οι οποίες πρέπει να έχουν περάσει από την κατάθεση και επίδοση των πρόσθετων λόγων αναίρεσης μέχρι την ημέρα της συζήτησης της αναίρεσης. Ως τέτοια δε νοείται, εκείνη η οποία ορίζεται από τον πρόεδρο του οικείου τμήματος του Αρείου Πάγου και όχι η μεταγενέστερη που ορίζεται μετά από αναβολή από την αρχική δικάσιμο, ή μετά από ματαίωση ή κήρυξη απαράδεκτης της συζήτησης (ΑΠ 939/2011, ΑΠ 890/2010).

Επομένως, αν η τελευταία (30η) πριν από τη δικάσιμο ημέρα (με αφετηρία την επομένη της επίδοσης) συμπίπτει με εξαιρετέα ημέρα ή Σάββατο δεν υπάρχει εμπρόθεσμη άσκηση των λόγων αυτών, οι οποίοι απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 33/1996).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, με πράξη του Προέδρου του Α' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος Π. Π. ορίστηκε για τη δικάσιμο της 18 Μαΐου 2009. Ο αναιρεσείων κατέθεσε το με χρονολογία 16 Απριλίου 2009 δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης αυθημερόν στις 16 Απριλίου 2009 σύμφωνα με την επισυναπτόμενη οικεία πράξη κατάθεσης, που συντάχθηκε από τον αρμόδιο γραμματέα. Έτσι, έστω και αν την ίδια ημέρα επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους αντίγραφο του δικογράφου αυτού, η τριακοστή ημέρα, από την επομένη της κατάθεσής του και της επίδοσης του συμπίπτει με τη 16η Μαΐου 2009, ημέρα Σάββατο. Επειδή δε η επομένη 17 Μαΐου 2009 ήταν Κυριακή, η πιο πάνω 30ήμερη προθεσμία, παρατεινόμενη αντιστοίχως, λήγει την 7η της επόμενης εργάσιμης ημέρας, δηλαδή στις 18 Μαΐου 2009, η οποία είναι και η δικάσιμος της υπόθεσης, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για την 9.30 π.μ. ώρα, μέχρι την οποία όμως δεν συμπληρώνεται η 30ήμερη προθεσμία. Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν εκπροθέσμως και ως εκ τούτου είναι απαράδεκτοι. Ύστερα από αυτά που προεκτέθηκαν πρέπει να απορριφθούν η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23.6.2006 αίτηση και τους από 16.4.2009 πρόσθετους λόγους του Π. Π. για αναίρεση της απόφασης 6441/2005 του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2013.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ