Supreme Court partially allows appeal on indirect violation of causation but dismisses other grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a construction payment dispute. The appellant argued that the lower court failed to establish a direct causal link between the defendant's fraudulent misrepresentations and the overpayment made by the owners. The court agreed that the judgment violated the principle of necessary causal connection by not explicitly addressing how the fraud led to the specific damages claimed. Consequently, the case was remitted to a new panel of the Court of Appeal for further examination of this specific issue.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1(12)(a) and 144(1) of the Code of Civil Procedure; The procedural deadlines for preparatory acts are calculated similarly to those for substantive acts, excluding weekends and holidays, and the court must explicitly establish the necessary causal link between the alleged wrongful act and the resulting damage to avoid indirect violation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 890 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 890/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ιωάννη Παπανικολάου, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, ως καθολικής διαδόχου του αποβιώσαντος εναγομένου Ω, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Θεοδώρου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, πρώην συζ. Δ και 2. Ψ2, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Αλεξανδρόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Μαρτίου 1993 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9800/1994 προδικαστική, 4607/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, όπως αυτή παραδεκτά διορθώθηκε με την 1591/2007 απόφαση του αυτού Δικαστηρίου και 6507/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή της ως και του από 11-2-2010 δικογράφου προσθέτων αυτής λόγων.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 5 Μαρτίου 2010 έκθεσή του , με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των τρίτου, τέταρτου, πέμπτου και έκτου λόγων κατά το ένα μέρος τους της από 23.2.2009 αίτησης αναίρεσης, την απόρριψη των λοιπών και την αναίρεση της υπ' αριθμ. 6507/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Α) Επί του από 11-2-2010 δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 12 εδ. α' του ν. 1157/12.5.1981 η διαδρομή των υπό του νόμου ή των δικαστηρίων τεταγμένων προθεσμιών αρχίζει από την επόμενη της ημέρας της επίδοσης ή της ημέρας κατά την οποία συνέβη το αποτελούν την αφετηρία της προθεσμίας γεγονός και λήγει την 7μ.μ. ώρα της τελευταίας ημέρας, εάν δε αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα ή Σάββατο, την ίδια ώρα της επόμενης εργάσιμης ημέρας.
Από την αδιάστικτη διατύπωση της εν λόγω διάταξης, όπως και των όμοιων διατάξεων του άρθρου 144 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αυτές, ως προς τη λήξη της προθεσμίας που καθιερώνουν, εφαρμόζονται τόσο επί των προθεσμιών ενεργείας όσο και επί των προπαρασκευαστικών προθεσμιών, δηλαδή εκείνων που τάσσονται και είναι απαραίτητο να παρέλθουν πριν από την ενέργεια ορισμένης πράξης, έτσι ώστε αν η τελευταία ημέρα των προθεσμιών αυτών συμπίπτει προς εξαιρετέα ή Σάββατο αυτή δεν υπολογίζεται και η προθεσμία λήγει την ίδια ώρα, 7 μ.μ., της επόμενης εργάσιμης ημέρας (ΟλΑΠ 266/1985).
Τέτοια προπαρασκευαστική προθεσμία είναι και εκείνη των τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρων ημερών οι οποίες πρέπει να έχουν περάσει από την κατάθεση και επίδοση των πρόσθετων λόγων αναίρεσης μέχρι την ημέρα της συζήτησης της αναίρεσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, αν η τελευταία (30η) πριν από τη δικάσιμο ημέρα (με αφετηρία την επομένη της επίδοσης) συμπίπτει με εξαιρετέα ημέρα ή Σάββατο δεν υπάρχει εμπρόθεσμη άσκηση των λόγων αυτών, οι οποίοι απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 33/1996).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, με πράξη του Προέδρου του Α' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης της αναιρεσείουσας Χ ορίστηκε για τη δικάσιμο της 15-3-2010. Η αναιρεσείουσα κατέθεσε το με χρονολογία 11-2-2010 δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης στις 12-2-2010 σύμφωνα με την επισυναπτόμενη οικεία πράξη κατάθεσης, που συντάχθηκε από τον αρμόδιο γραμματέα.
Έτσι, έστω και αν την ίδια ημέρα επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους αντίγραφο του δικογράφου αυτού, η τριακοστή ημέρα, από την επομένη της κατάθεσής του και της επίδοσης του συμπίπτει με την 14-3-2010 ημέρα Κυριακή, όπως προκύπτει από το ημερολόγιο του παρόντος έτους, ώστε η πιο πάνω 30ήμερη προθεσμία, παρατεινόμενη αντιστοίχως, λήγει την 7η της επόμενης εργάσιμης ημέρας, δηλαδή στις 15-3-2010 η οποία είναι και η δικάσιμος της υπόθεσης, η συζήτηση της οποίας έχει οριστεί για την 9.30 π.μ.
ώρα, μέχρι την οποία όμως δεν θα έχει συμπληρωθεί η 30ήμερη προθεσμία. Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν εκπροθέσμως και ως εκ τούτου, είναι απαράδεκτοι.
Β) Επί της από 23-2-2009 αίτησης αναίρεσης.
Κατά τη διάταξη του αρθ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο, ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου, ή εφάρμοσε τέτοιο κανόνα εσφαλμένα, προσδίδοντας σ' αυτόν έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει. (Ολ. ΑΠ 7/2006). Η νομική δε αοριστία της αγωγής που ελέγχεται αυτεπάγγελτα, δηλαδή η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται αναιρετικά, ως παραβίαση από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 του ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια και πληρότητα της αγωγής και τη νομική βασιμότητά της σε αναφορά με συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που ορίζει ο κανόνας αυτός για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία ή διάφορα από αυτά (Ολ.Α.Π. 18/1998, ΑΠ 571/2004). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομακαι
υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα και 4) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).
Από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 386 του ΠΚ), προκύπτει ότι γενεσιουργό λόγο της υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απάτη σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης, από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενόμενη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται ή τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων αναγομένων στο παρόν, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε, (ΑΠ 1516/1999), χωρίς να είναι αναγκαίο η προκληθείσα από την απατηλή συμπεριφορά ζημία να συνδέεται αποκλειστικά με ωφέλεια αντίστοιχη, που επήλθε στο πρόσωπο του εξαπατήσαντος, αφού αυτή μπορεί να αφορά και τρίτο.
Εξάλλου, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ερμηνευομένης ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνον όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση ζημίας, αλλά και όταν αποδέχεται την πιθανότητα προκλήσεως της ίδιας ζημιάς, είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 298 εδ. β' του ΑΚ προκύπτει ότι η απαραίτητη για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρο 298 του ΑΚ) ήταν επαρκής, ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 468/2003).
Εφόσον οι πιο πάνω έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες, η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών, με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος στο ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας κρίνει το εάν τα, κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας, πραγματικά περιστατικά, επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 889/2000).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 6507/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Περί τον Οκτώβριο του 1990, οι ενάγοντες Ψ1 και Ψ2 ανέθεσαν στη Χ αρχιτέκτονα-πολιτικό μηχανικό, με την οποία συνδέονταν με στενή φιλία τη σύνταξη μελέτης για την ανέγερση διώροφης οικοδομής με πυλωτή επί ενός οικοπέδου στην ...
στη συμβολή των οδών ..., το οποίο ανήκε σ' αυτούς κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στον καθένα. Παράλληλα δε ανέθεσαν σε αυτήν και στο σύζυγο της Ω, επίσης στενό φίλο τους, την από κοινού επίβλεψη της καλής εκτέλεσης του όλου έργου έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής ανερχομένης σε ποσοστό 12%, ήτοι 6% για τον καθένα, επί του συνολικού κόστους της υπό ανέγερση οικοδομής.
Συγχρόνως οι ενάγοντες ζήτησαν από τους τελευταίους να τους συστήσουν εργολάβο-κατασκευαστή προκειμένου να του αναθέσουν την εκτέλεση του έργου της κατασκευής σκελετού εξ οπλισμένου σκυροδέματος της επίδικης οικοδομής. Το Μάρτιο του 1991 οι άνω εναγόμενοι συνέστησαν στους ενάγοντες τον εργολάβο οικοδομών Ε με τον οποίο είχαν συνεργασθεί και παλαιότερα για την ανέγερση άλλων οικοδομών.
Ο εργολάβος αυτός τους υπέβαλε έγγραφη προσφορά με τις τιμές για τις εργασίες οπλισμένου σκυροδέματος που επρόκειτο να εκτελεσθούν στην οικοδομή. Οι ενάγοντες αποδέχθηκαν την προσφορά και τον Απρίλιο του 1991 υπογράφηκε η σχετική σύμβαση έργου, με την οποία συμφωνήθηκε: α) κατασκευή από τον Ε, ξυλοτύπων εν γένει, καρφοβελόνες, μεταφορά ξυλείας και σιδηρών καλουπιών, καθαρισμός αυτών μετά το ξεκαλούπωμα και μεταφορά μετά το πέρας των εργασιών, β) προμήθεια και διάστρωση του μπετόν σε οποιοδήποτε ύψος και βάθος, δόνηση του μπετόν και χρήση πρέσας για τη διάστρωση του μπετόν, γ) προμήθεια κατασκευή και τοποθέτηση σιδηρού οπλισμού και όλες τις ειδικές εργασίες π.χ.
σκάλες. Για τις παραπάνω εργασίες ο άνω εργολάβος πρότεινε στους ενάγοντες και αυτοί αποδέχθηκαν τις εξής τιμές, στις οποίες περιλαμβάνονταν η αξία των υλικών, οι αμοιβές εργατοτεχνικού προσωπικού που αυτός θα χρησιμοποι-ούσε καθώς και το εργολαβικό του κέρδος: 1) 15.000δρχ. ανά μ3 για το μπετόν καθαριότητας (Β 120), 2) 18.000 δρχ.
ανά μ3, για το γκρο μπετόν με πλέγμα Τ92 (Β160), 3) 38.000 δρχ. ανά μ3 για το οπλισμένο μπετόν όπως τα σχέδια της μελέτης (Β 225), 4) 3.000 δρχ. ανά μ.μ. για τις βαθμίδες (σκάλα), 5) 4.000 δρχ. ανά μ.μ. για το στηθαίο 0,50 - 1.00 δρχ. 6) δρχ. 1500 ανά μμ για τις φαλτσόπηχες-σκωτίες, 7) 5.000 δρχ. ανά μ2 για το εμφανές μπετόν με κόντρα πλακέ, 8) 40.000 δρχ.
τη φορά η έξτρα χρέωση της πρέσας για ποσότητα σκυροδέματος μικρότερη των 35 μ3, 9) 20.000 δρχ. ανά μ.μ. για τις ζαρντινιέρες και 10) 1500 δρχ./μ3 για τις εκσκαφές. Ακόμη συμφωνήθηκε ότι οι τιμές αυτές θα μπορούσαν να αυξηθούν μόνο στην περίπτωση που θα υπήρχε ανατίμηση των υλικών και μόνο κατά το ποσοστό της ανατίμησης.
Οι ενάγοντες προκειμένου να προλάβουν ενδεχόμενη αύξηση των τιμών στα υλικά, πριν την έναρξη των εργασιών στην οικοδομή, προκατέβαλαν στον άνω εργολάβο το συνολικό ποσόν των 5.500.000 δρχ. Το Φεβρουάριο του 1992 και ενώ υπολειπόταν η κατασκευή του σκελετού από οπλισμένο σκυρόδεμα του 2ου ορόφου της οικοδομής, οι ενάγοντες ζήτησαν από τους δεύτερη και τρίτο των εναγομένων να τους προσκομίσουν εγγράφως τις πιστοποιήσεις των εργασιών που είχαν ήδη εκτελεσθεί και γενικά λεπτομερή λογαριασμό για όλες τις δαπάνες στις οποίες είχαν υποβληθεί μέχρι τότε.
Είχε προηγηθεί προτροπή του πολιτικού μηχανικού ..., μάρτυρα των εναγόντων προς αυτούς, ο οποίος τους πληροφόρησε ότι το ποσόν των 43.000.000 δρχ. περίπου (ήτοι για εργολαβικό αντάλλαγμα 33.719.000 δρχ., για εισφορές στο ΙΚΑ 6.359.565 δρχ. και για αμοιβή επιβλέποντος μηχανικού 3.156.700 δρχ.) που είχαν ήδη αυτοί δαπανήσει, ήταν υπερβολικό για τα τότε κρατούντα οικονομικά δεδομένα.
Σαφής και πειστική για όλα τα ανωτέρω είναι η κατάθεση του εν λόγω μάρτυρα, ο οποίος μεταξύ άλλων αυτολεξεί ανέφερε: "μου είπαν ότι μέχρι τότε τους είχε στοιχίσει 43.000.000 δρχ., η αντίδρασή μου στο άκουσμα του ποσού αυτού ήταν ότι έμεινα κατάπληκτος, θεώρησα το ποσόν αυτό εξωφρενικό για τα τότε κρατούντα οικονομικά δεδομένα" και επανέλαβε "το ποσόν αυτό μου φάνηκε όχι απλώς υψηλό και υπερβολικό, αλλά εξωπραγματικό με τα ισχύοντα οικονομικά δεδομένα" (βλ.
σχ. κατάθεση του άνω μάρτυρα στη σελίδα 2 φύλλο 23 της εισηγητικής έκθεσης). Εν τέλει ύστερα από επανειλημμένες οχλήσεις, ο Ε παρέδωσε στους ενάγοντες αναλυτικό κατάλογο με τις εργασίες που είχε εκτελέσει και το κόστος για κάθε μία από αυτές, το οποίο κόστος ανερχόταν συνολικά στο ποσόν των 32.380.000 δραχμών.
Στο σχετικό κατάλογο επισυναπτόταν και αντίγραφο επιμέτρησης που είχε κάνει ο ίδιος, στην οποία εμφανιζόταν ότι στην οικοδομή είχαν χρησιμοποιηθεί μέχρι την 14η/2/1992 συνολικά 559 μ3 οπλισμένου σκυροδέματος. Την επιμέτρηση επιβεβαίωσε λίγο αργότερα ο επιβλέπων του έργου Ω. Ακολούθως οι ενάγοντες κατήγγειλαν με την ...
εξώδικη πρόσκληση-δήλωσή τους τόσο τη σύμβαση έργου που είχαν συνάψει με τον Ε, όσο και τη σύμβαση ανάθεσης της επίβλεψης των εργασιών της οικοδομής στη δεύτερη εναγομένη και το Ω. Παράλληλα, καθ' υπόδειξη πάλι του Γ, οι ενάγοντες με αίτησή τους προς το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος (Τ.Ε.Ε) ζήτησαν να οριστεί πραγματογνώμονας πολιτικός μηχανικός, για να διενεργήσει επιμέτρηση των σκυροδεμάτων του σκελετού που εκτέλεσε ο υπεργολάβος Ε στην άνω οικοδομή τους.
Το Τ.Ε.Ε με το από ... έγγραφο του ανέθεσε στον τοπογράφο-μηχανικό Ξ τη σύνταξη της σχετικής πραγματο-γνωμοσύνης, ο οποίος πράγματι συνέταξε την από ... νομίμως προσκομιζόμενη έκθεση του, όπου επισημαίνονται τα ακόλουθα: 1) ότι στις 19-5-1992 πραγματοποίησε αυτοψία στην οικοδομή παρουσία των ιδιοκτητών του υπεργολάβου Ε του επιβλέποντα Ω και του Πολ.
Μηχανικού Μ, τεχνικού Συμβούλου των ιδιοκτητών. Κατόπιν ενημέρωσής του από τους ενδιαφερομένους σχετικά με το αντικείμενο της διαφωνίας τους, προχώρησε στη λήψη ορισμένων επιμετρητικών στοιχείων για την αναλυτική επιμέτρηση των σκυροδεμάτων, ενώ ζήτησε από αυτούς να προβούν σε αποκάλυψη των θεμελίων της οικοδομής σε δύο σημεία για να καταλήξει στο βάθος της θεμελίωσής της και αναλυτική επιμέτρηση από τον επιβλέποντα Ω.
Ότι μετά από μερικές ημέρες έγιναν οι ενδεικτικές εκσκαφές στην οικοδομή από τους ιδιοκτήτες και τον υπεργολάβο και την 22α/6/1992 διενήργησε δεύτερη αυτοψία στην οικοδομή, παρουσία μόνον των ιδιοκτητών και του Μ, αφού προηγουμένως είχε ενημερώσει και τον υπεργολάβο για την επί τόπου μετάβαση του και για το βάθος της θεμελίωσης, έλαβε δε συμπληρωματικά επιμετρητικά στοιχεία για τα εμφανή σκυροδέματα, τις σκωτίες και τις φαλτσόπηχες της οικοδομής. 2) Ότι μέχρι τη διενέργεια της αυτοψίας είχε κατασκευαστεί το υπόγειο (σε επιφάνεια σημαντικά μεγαλύτερη σε σχέση με την εγκεκριμένη τεχνική μελέτη), η πυλωτή, ο Α όροφος εκτός από τις ζαρντινιέρες που ήταν καλουπωμένες και από το Β όροφο είχαν σκυροδετηθεί τα υποστυλώματα και η σκάλα, ενώ τα υπόλοιπα τμήματα είχαν καλουπωθεί και είχε γίνει η τοποθέτηση του σιδηρού οπλισμού. 3) Ότι σε δύο διαδοχικές επιμετρήσεις του ίδιου επιβλέποντος, Ω παρατηρείτο μεγάλη απόκλιση στις μετρηθείσες ποσότητες για παράδειγμα στο σκυρόδεμα υπήρχε διαφορά περίπου 55 μ3 επί έλαττον 1η επιμέτρηση 559 μ3, 2η επιμέτρηση 505 με και 4) ότι οι απόψεις του Ε όσον αφορά τις ποσότητες των σκυροδεμάτων της οικοδομής, συμβάδιζαν με τις ποσότητες που προέκυπταν από την αναλυτική επιμέτρηση του επιβλέποντος Ω και ήταν οι εξής:
a)Beton καθαριότητας Β120= 45,00 μ3 β) Beton Β160 (gross beton)= 44,00 μ3 γ)Βεΐοη 225 (σκελετός)=428,50μ3 δ)Εμφανές Beton= 557,66μ2 ε)Φαλτσόπηχες= 563,5 5 μ. μ.
στ)Σκωτίες= 194,66μ.μ.
Ο εν λόγω πραγματογνώμονας μετά από προσεκτική μελέτη όλων των προαναφερθέντων στοιχείων και απόψεων προχώρησε στην επιμέτρηση των σκυροδεμάτων της οικοδομής καταλήγοντας στο ακόλουθο συμπέρασμα, αναφορικά δε με τις ποσότητες του σκυροδέματος της θεμελίωσης ότι εξήχθησαν από τα σχέδια και τις μετρήσεις μετά την αποκάλυψη των θεμελίων από τις δύο ενδεικτικές τομές που έγιναν από τους ενδιαφερομένους σε δύο σημεία του περιγράμματος της οικοδομής, με τη ρητή επισήμανση ότι σε αυτές περιλαμβάνεται και το πρόσθετο τμήμα του υπογείου που δεν προβλεπόταν από τη τεχνική μελέτη. Ακόμη ανέφερε ότι η επιμέτρηση εκ' μέρους του Ω του παραδόθηκε ύστερα και από εξώδικη πρόσκληση (8-6-92) των ιδιοκτητών. Ειδικότερα σύμφωνα με το πόρισμα αυτό οι ποσότητες είχαν ως εξής:
1 .Σκυρόδεμα οπλισμένο Β225= 344,97μ3 2.Σκυρόδεμα οπλισμένο Β160= 26,25 μ3 3.Σκυρόδεμα άοπλο Β120= 20,00 μ3 4.Εμφανή σκυρόδεμα= 324,00μ2 5.Σκάλες=65 τεμχ.
δ.Σκωτίες= 282,20μ.μ.
7. Φαλτσόπηχες= 706,00μ.μ.
δ.Στηθαία= 40,00 μ.μ.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι και ο διορισθείς με την προαναφερόμενη 9800/1994 προδικαστική απόφαση πραγματογνώμονας Β, πολιτικός μηχανικός, στη νομίμως με επίκληση από τους διαδίκους προσαγομένη με αριθμό ... από ... έκθεση πραγματογνωμοσύνης επισημαίνει ότι, ήλθε σε επαφή με τη δεύτερη εναγομένη και τον Ω, οι οποίοι τον ενημέρωσαν, παρέλαβε από αυτούς στοιχεία, έγγραφα, σχέδια, διενήργησε αυτοψία και καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα αναφορικά με τις επίδικες ποσότητες σκυροδέματος, με μικρές αποκλίσεις προς τα πάνω σε σχέση με το πόρισμα του μηχανικού Ξ. Ειδικότερα σύμφωνα με την έκθεση αυτή οι ποσότητες του σκυροδέματος είχαν ως εξής:
1 .Σκυρόδεμα οπλισμένο Β225= 362,84 μ3 2.Σκυρόδεμα οπλισμένο Β160=29,21 μ3 3.Σκυρόδεμα άοπλο Β120= 20,00 μ3 4.Εμφανή σκυρόδεμα= 324,00μ2 5.Σκάλες= 65τεμχ.
6.Σκωτίες= 282,20μ.μ.
7. Φαλτσόπηχες= 706,00μ.μ.
8.Στηθαία= 40,00 μ.μ.
Ο ανωτέρω διορισθείς από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο πραγματογνώμονας Β, όπως αναφέρει στην έκθεσή του, για τη σύνταξή της, πέραν των μετρήσεων που διενήργησε επί τόπου στην οικοδομή, έλαβε υπ' όψη του τόσο τα αρχικά σχέδια της οικοδομής, όσο και τα τροποποιημένα, το σχέδιο κατασκευής Cour anglaise και εξωτερικού κλιμακοστασίου, τα δελτία αποστολής ετοίμου σκυροδέματος της εταιρείας ΑΛΦΑ-ΜΠΕΤΟΝ, χρησιμοποίησε και στοιχεία από τις επιμετρήσεις τόσο του Ξ όσο και του επιβλέποντος Ω, καθώς και στοιχεία αξιολόγησης από προσωπική του εκτίμηση βάσει της εμπειρίας του και των κανόνων της επιστήμης και της τεχνικής, καθόσον όταν του ανατέθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης η οικοδομή είχε ήδη ως επί το πλείστον, αποπερατωθεί από άλλο εργολάβο (απέμεναν κάποια τελειώματα στην πυλωτή και στον περιβάλλοντα χώρο) και ως εκ τούτου ήταν αδύνατο να μετρηθούν επί τόπου αφανείς εργασίες και ποσότητες, όπως πέδιλα, συνδετήρες, δοκοί, βάθος θεμελίωσης, αλλά και εργασίες και ποσότητες που έχουν επικαλυφθεί από επιχρίσματα, επενδύσεις κ.λ.π. (βλ.
σχ.σελ.2 της 579/1995 έκθεση πραγ/νης). Κοινός τόπος αμφοτέρων των ειδικών (πραγματογνώμονα που ορίστηκε από Τ.Ε.Ε. και πραγματογνώμονα που ορίστηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο), αποτελεί η διαπίστωση ότι κατά την κατασκευή της οικοδομής των εναγόντων η ποσότητα του οπλισμένου σκυροδέματος που χρησιμοποιήθηκε υπολείπεται από την αναφερομένη στην επιμέτρηση του Ω και Ε.
Κατ' αυτόν τον τρόπο ο εργολάβος Ε και ο επιβλέπων Ω με πρόθεση παρουσίασαν στους ιδιοκτήτες έργο που δεν είχε εκτελεσθεί και ειδικότερα παρουσίασαν σε αυτούς ότι σύμφωνα με την επιμέτρηση που είχαν πραγματοποιήσει μέχρι το Φεβρουάριο του 1992, είχαν χρησιμοποιηθεί στην οικοδομή συνολικά 559 μ3 οπλισμένου σκυροδέματος, ενώ στην πραγματικότητα η ποσότητα οπλισμένου σκυροδέματος ήταν πολύ μικρότερη.
Στις προαναφερόμενες εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης με μικρές μεταξύ τους αποκλίσεις οι δύο πραγματογνώμονες δέχονται ότι τα κυβικά όλων των τύπων οπλισμένου σκυροδέματος που χρησιμοποιήθηκαν ήταν πολύ ολιγότερα από αυτά που ο τρίτος εναγόμενος εμφάνισε στη δική του επιμέτρηση: Ειδικότερα: α) η ποσότητα του Β225 στην επιμέτρηση του Ω είναι 428 μ3, στην επιμέτρηση του Ξ είναι 344,97 μ3 και στην επιμέτρηση του Β είναι 362,84 μ3, β) η ποσότητα του Β160 στην επιμέτρηση του Ω ανέρχεται σε 44 μ3, στην επιμέτρηση τουΞ είναι 26,53 μ3 και στην επιμέτρηση του Β είναι 29,21 μ3, γ) η ποσότητα του Β120 στην επιμέτρηση του Ω είναι 45 μ3, στην επιμέτρηση του Ξ είναι 20 μ3 και στην επιμέτρηση του Β επίσης είναι 20 μ3, δ) η ποσότητα των εμφανών σκυροδεμάτων στην επιμέτρηση του Ω είναι 557,66 μ3, στην επιμέτρηση του Ξ είναι 324 μ3 και στην επιμέτρηση του Β είναι 324 μ3.
Συνεπώς ο λόγος εφέσεως, με τον οποίο η άνω εκκαλούσα αποδίδει πλημμέλειες στην προσβαλλομένη απόφαση που δέχθηκε πως ο Ε, εργολάβος σε συνεργασία με τον Ω παρουσίασαν με πρόθεση στους ενάγοντες έργο που δεν είχε εκτελεσθεί ως εκτελεσθέν, ισχυριζόμενη ότι οι άνω διαφορές σε σχέση με την ποσότητα του σκυροδέματος που χρησιμοποιήθηκε οφείλονται στις επιπλέον εργασίες που έγιναν στην οικοδομή καθ' υπέρβαση της οικοδομικής αδείας, ύστερα από εντολή των εναγόντων και αφορούσαν την επέκταση του υπογείου, ενίσχυση της θεμελίωσης και αύξηση του εμβαδού των ορόφων, κρίνεται απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος και τούτο διότι η επικαλούμενη υπέρβαση των τ.μ.
του υπογείου λήφθηκε υπόψη στην επιμέτρηση του πραγματογνώμονα Ξ, όπως ρητά αναφέρεται στην άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης που αυτός συνέταξε, αφετέρου διότι από κανένα αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο προέκυψαν άλλες υπερβάσεις που να δικαιολογούν την τόσο μεγάλη διαφορά στις ποσότητες των προαναφερόμενων τύπων σκυροδέματος.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες κατέβαλαν στον Ε ως αμοιβή για τις πιο πάνω εργασίες το συνολικό ποσόν των 33.719.000 δραχμών και δη 5.500.000 δρχ. ως προκαταβολή, όπως προκύπτει από τη συνημμένη στο ως άνω συμφωνητικό βεβαίωση του τελευταίου, όπου αναφέρεται ότι το ποσόν αυτό δίνεται για την αγορά των ως άνω υλικών, την 18/9/1-991 ποσόν 4.819.000 δρχ., την 3/10/1991 ποσόν 1.000.00.0 δρχ., την 11/10/1991 ποσόν 2.000.000 δρχ., την 17/10/1991 ποσόν 600.000 δρχ., την 8/11/1991 ποσόν 2.000.000 δρχ., την 17/11/1991 ποσόν 2.500.000 δρχ., την 2/11/1991 ποσόν 1.500.000 δρχ., την 16/12/1991 ποσόν 1.500.000 δρχ., την 20/12/1991 ποσόν 1.200.000 δρχ., την 10/1/1992 ποσόν 600.000 δρχ., την 31/1/1992 ποσόν 700.000 δρχ., την 11/2/1992 ποσόν 1.500.000 δρχ., την 20/2/1992 ποσόν 1.500.000 δρχ., 14/2/1992 ποσόν 800.000 δρχ., την 16/2/1992 ποσόν 1.000.000 δρχ., την 27/2/1992 ποσόν 900.000 δρχ., την 28/2/1992 ποσόν 1.100.000 δρχ., την 5/3/1992 ποσόν 2.000.000 δρχ., την 20/3/1992 ποσόν 300.000 δρχ.
και την 28/3/1992 ποσόν 700.000 δρχ. (βλ. σχ. τις προσαγόμενες με επίκληση από τους ενάγοντες αποδείξεις είσπραξης και κατάθεσης σε λογαριασμούς του Ε στην Εμπορική και Εθνική Τράπεζα). Σύμφωνα όμως με το έργο που αποδείχθηκε ότι είχε εκτελεστεί μέχρι την καταγγελία της επίδικης σύμβασης (7/4/1992) και τις τιμές της μονάδος, όπως είχε συμφωνηθεί στο προαναφερόμενο τιμολόγιο-προσφοράς του Ε, οι ενάγοντες έπρεπε να του καταβάλουν α) για - οπλισμένο σκυρόδεμα Β225 ποσόν 13.787.920 δρχ. (362,84 μ3Χ 38.000 δρχ.,) β) για οπλισμένο σκυρόδεμα Β160 ποσόν 525.780 (29,21 μ3Χ18.000δρχ.), γ) για σκυρόδεμα άοπλο Β120 ποσόν 300.000 δρχ.(20μ3Χ15.000 δρχ.), δ) για εμφανή σκυροδέματα το ποσόν 1.620.000 δρχ. (324 μ2 Χ 5.000 δρχ.), ε) για σκάλες 195.000 δρχ.(65τεμ.Χ3.000 δρχ.), στ) για σκωτίες ποσόν 423.300 δρχ.(282,20 μ.μ.Χ 1.500 δρχ.), η) για φαλτσόπηχες ποσόν 1.059.000 δρχ.(706μ.μ.Χ 1.500 δρχ.) και ζ) για στηθαία ποσόν 160.000 δρχ.(40 μ.μ.Χ 4.000 δρχ.) ήτοι συνολικά 18.071.000 δρχ.
και συνεπώς του κατέβαλαν επιπλέον ποσόν 15.648.000 (ήτοι 33.719.000 δρχ.-18.071.000 δρχ.). Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η άνω διαφορά αμοιβής οφείλεται στην αύξηση της τιμής υλικών, για την αγορά των οποίων άλλωστε ο εναγόμενος εργολάβος είχε ήδη λάβει πριν την έναρξη των εργασιών από τους ενάγοντες το ποσόν των 5.500.000 δρχ.
και ο αντίθετος λόγος από 13/4/2007 εφέσεως πρέπει ν' απορριφθεί ομοίως ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Περαιτέρω αποδείχθηκε πως οι ενάγοντες είχαν αναθέσει στο Ω να συντάσσει και να υποβάλλει στο Ι.Κ.Α τις μηνιαίες καταστάσεις των απασχολουμένων στο έργο εργατοτεχνιτών. Με βάση τις καταστάσεις αυτές οι ενάγοντες κατέβαλαν στο Ι.Κ.Α από τον Οκτώβριο του 1991 έως τον Μάρτιο του 1992 συνολικά το ποσόν των 6.359.565 δρχ.
για τις από το νόμο ασφαλιστικές εισφορές, όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες με επίκληση ανακεφαλαιωτικές καταστάσεις εντολών ασφαλίσεως οικοδομικών και τεχνικών εργασιών τα ακόλουθα ποσά :1) τον Οκτώβριο του 1991 ποσό δρχ.659.529 για ΙΚΑ και δρχ.305.294 για ΕΛΔΕΟ, τα οποία αφορούσαν τις εισφορές 23 εργατών που εργάσθηκαν συνολικά στην επίδικη οικοδομή για 174 ημέρες, 2) τον Νοέμβριο του 1991 ποσόν 687.434 δρχ.
για Ι.Κ.Α και 311.959 δρχ. για ΕΛΔΕΟ που αφορούσαν τις εισφορές 23 εργατών που εργάσθηκαν συνολικά στην οικοδομή 165 ημέρες, 3) το Δεκέμβριο του 1991 ποσόν 1.078.657 δρχ. για Ι.Κ.Α και 489.500 δρχ. για ΕΛΔΕΟ, τα οποία αφορούσαν τις εισφορές 23 εργατών που εργάσθηκαν συνολικά 254 ημέρες, 4) τον Ιανουάριο του 1992 ποσόν 472.674 δρχ. για Ι.Κ.Α και 214.000 δρχ.
για ΕΛΔΕΟ, τα οποία αφορούσαν τις εισφορές 14 εργατών που εργάσθηκαν συνολικά 110 ημέρες, 5) το Φεβρουάριο του 1992 ποσόν 806.522 δρχ. για Ι.Κ.Α. και 366.000 δρχ. για ΕΛΔΕΟ, τα οποία αφορούσαν τις εισφορές 16 εργατών που εργάσθηκαν συνολικά 187 ημέρες και 6) το Μάρτιο του 1992 ποσόν 665.496 δρχ. για Ι.Κ.Α και 302.000 δρχ. για ΕΛΔΕΟ, τα οποία αφορούσαν τις εισφορές 15 εργατών που εργάσθηκαν συνολικά στην επίδικη οικοδομή 154 ημέρες ήτοι κατέβαλαν συνολικά για την πιο πάνω αιτία ποσόν 6.359.565 δρχ., που αντιστοιχεί σε 1044 ημερομίσθια.
Όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ορισθέντος από το Τ.Ε.Ε μηχανικού Ξ για την κατασκευή κατοικιών παρόμοιας μορφής με την επίδικη, οι ασφαλιστικές εισφορές για την κατασκευή σκυροδεμάτων αναλογούν περίπου 1 ημερομίσθιο για κάθε ένα 1 μ3 σκυροδέματος. Η δραχμική δε εισφορά αντιστοιχεί στο 85% του τεκμαρτού ημερομισθίου το οποίο κατά την επίδικη χρονική περίοδο (1991-1992), ήταν 7.000 δρχ.
και επομένως η εισφορά που έπρεπε να καταβληθεί στο Ι.Κ.Α και το επικουρικό ταμείο ήταν 0,85 Χ 7.000 δρχ.=6.000 δρχ./ημερομίσθιο. Οι ενάγοντες έπρεπε να καταβάλουν στο Ι.Κ.Α, με βάση την ποσότητα οπλισμένου σκυροδέματος που χρησιμοποιήθηκε στην οικοδομή τους 362,84μ3 Χ6.000 δρχ./ημερομίσθιο ποσόν 2.178.000 δρχ. και ως εκ τούτου κατέβαλαν επιπλέον ποσόν 4.181.565 δρχ.
ήτοι 6.359.565 δρχ.-2.178.000 δρχ. Κατά το ποσόν αυτό της διαφοράς ζημιώθηκαν οι ενάγοντες εξαιτίας της άνω ψευδούς καταμέτρησης, η ζημία δε αυτή πρέπει να αποκατασταθεί. Μάλιστα στις καταστάσεις αυτές που υπέβαλε στο Ι.Κ.Α ο Ω αναληθώς δηλώθηκαν ως απασχοληθέντες στο έργο εργατοτεχνίτες, οι οποίοι όμως στην πραγματικότητα στην ίδια χρονική περίοδο απασχολούνταν στην οικοδομή του...
στην ..., εργολάβος στην οποία ήταν ο Ε. Για τα ανωτέρω πειστική κρίνεται η κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων Δ, ο οποίος επιβεβαίωσε πως οι εισφορές στο Ι.Κ.Α ήταν υπέρογκες και ότι οι ενάγοντες προσέφυγαν στις υπηρεσίες ιδιωτικού ντετέκτιβ που ανακάλυψε ότι την ίδια εποχή ο Ε έκτιζε δική του κατοικία στη ...
και ότι χρησιμοποιούσε εργάτες που το πρωί ήταν στην οικοδομή των εναγόντων και κατόπιν πήγαιναν στη ... να εργασθούν και ότι τα ένσημα τους και τα εργατικά τα πλήρωναν οι ενάγοντες (βλ.σχ. κατάθεση του άνω μάρτυρα φύλλο 12 σελ.2 και φύλλο 13 της 759/1995 Εισηγητικής Έκθεσης).
Τα αναφερόμενα στην από 13/4/2007 έφεση ότι ο ρόλος του Ω στο θέμα των εισφορών ήταν καθαρά διεκπεραιωτικός, καθόσον χωρίς καμία υποχρέωση και αμοιβή ανέλαβε να υποβάλει καταστάσεις στο Ι.Κ.Α ως εκπρόσωπος των ιδιοκτητών να πληρώνει κατ' εντολή και για λογαριασμό αυτών με βάση τις καταστάσεις του Ε ύστερα από προηγούμενο έλεγχο των ιδιοκτητών και του Δ, πιστεύοντας, έστω και πεπλανημένα, ότι οι καταστάσεις των ημερομισθίων ήταν πραγματικές και αληθινές τυγχάνουν απορριπτέα ως ουσία αβάσιμα.
Και τούτο διότι λόγω της ιδιότητας του πρώτου ως επιβλέποντος μηχανικού, ο οποίος μάλιστα πρωτοδίκως παραδέχθηκε πως τα μεροκάματα που δηλώθηκαν είναι τα αληθινά, όπως τουλάχιστον δειγματολειπτικά επαλήθευσε κατά τη συμφωνία τους με τους αντιδίκους (βλ.σχ.σελ.18 των από 22/9/1994 προτάσεων του Β που περιλαμβάνονται στις πρωτόδικες προτάσεις της εφεσίβλητης) και προφανώς γνώριζε τον αριθμό των ατόμων που απασχολούνταν ημερησίως στην οικοδομή για το συγκεκριμένο έργο και είχε τη δυνατότητα να διαπιστώσει αν τα στοιχεία που του έδινε κάθε μήνα ο άνω εργολάβος αναφορικά με τα άτομα που δήθεν είχαν απασχοληθεί στις εργασίες οπλισμένου σκυροδέματος, ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα ή όχι.
Εξάλλου με την 491/1993 απόφαση της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής του Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α ..., με την οποία ομόφωνα έγινε δεκτή η ένσταση των εργοδοτών Ψ2 και Ψ1 και ακυρώθηκαν οι πράξεις επιβολής πρόσθετων εισφορών, με τις οποίες είχαν επιβληθεί στους ενάγοντες επιπλέον εισφορές ύψους 1.903.024 δρχ. δεχόμενη στο σκεπτικό της ότι τα 1044 ημερομίσθια που είχαν ήδη καταβληθεί από αυτούς υπερκάλυπταν τις εργασίες που είχαν ήδη εκτελεσθεί στην επίδικη οικοδομή (βλ.σχ.
την προσκομιζόμενη με επίκληση από τους εκκαλούντες-ενάγοντες 491/1993 απόφαση του άνω υποκαταστήματος Ι.Κ.Α). Ακόμη αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες κατέβαλαν από κοινού στους δεύτερη εναγομένη και το Ω ως αμοιβή για την επίβλεψη του εν λόγω έργου με βάση τις ψευδείς επιμετρήσεις που εμφάνισε του τελευταίου και του Ε το συνολικό ποσόν των 3.156.700 δρχ.
και ειδικότερα στις 12/4/1991 ποσόν 550.000 δρχ., στις 27/6/1991 ποσόν 250.000 δρχ., στις 10/7/1991 ποσόν 50.000δρχ., στις 29/8/1991 ποσόν 306.700 δρχ., στις 9/12/1991 ποσόν 750.000 δρχ., στις 9/12/1991 ποσόν 750.000 δρχ. και στις 7/3/1992 ποσόν 500.000 δρχ. Η καταβολή του ποσού αυτού (αμοιβής) έγινε με βάση το συνολικό κόστος της οικοδομής, ήτοι 12%επί του συνολικού κόστους, στο οποίο δεν συμπεριλαμβάνονταν οι ασφαλιστικές εισφορές προς το Ι.Κ.Α.
Ενόψει δε του ότι το κόστος της οικοδομής, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα ανερχόταν μέχρι την καταγγελία της επίδικης συμβάσεως εκ μέρους των εναγόντων στο ποσόν των 18.071.000 δρχ., η αμοιβή που έπρεπε να τους καταβληθεί ήταν 2.168.520 δρχ.(18.071.000 Χ 12%) δρχ. και συνεπώς τους κατέβαλαν επί πλέον για την πιο πάνω αιτία το ποσόν των 988.180 δρχ.
που συνιστά τη ζημία που υπέστησαν συνεπεία των ως άνω ψευδών επιμετρήσεων".
Α. Από τις προαναφερθείσες επί της ουσίας παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και από την κατ' άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ επισκόπηση από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου του δικογράφου της από 5-3-1993 ένδικης αγωγής των αναιρεσιβλήτων όπου εκτίθενται κατά νομικά ορισμένο τρόπο όλα τα πιο πάνω κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, προκύπτει ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια και πληρότητα της αγωγής και τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά της σε αναφορά προς τους προαναφερθέντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 932, 297, 298, 330 του ΑΚ, 27 και 366 του ΠΚ, δεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που ορίζουν οι κανόνες αυτοί για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων ούτε αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία ή διάφορα από αυτά. Επομένως ο αντίθετος πρώτος λόγος του αναιρετηρίου με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνεται αβάσιμος γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη κατά νόμο προϋπόθεση.
Β) Με τις πιο πάνω παραδοχές του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασής του το Εφετείο, με τις οποίες απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας με την ιδιότητα που παρίσταται κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά του Ω παραβίασε εκ πλαγίου τις ίδιες πιο πάνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 330, 914 του ΑΚ, 27, 385 του ΠΚ με αιτιολογίες ελλιπείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές, ώστε δεν καθίσταται εφικτός ο έλεγχος από το Δικαστήριο τούτο ως προς το εάν εφαρμόστηκαν ορθά οι πιο πάνω διατάξεις κατά την έννοια που προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ως προς την έννοια της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της διαγνωσθείσας αδικοπρακτικής-απατηλής συμπεριφοράς του αρχικού εναγομένου και δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας Ω που τελέσθηκε με την παροχή ψευδών επιμετρητικών στοιχείων του εκτελεσθέντος έργου στους αναιρεσίβλητους εργοδότες και της προκληθείσας εντεύθεν στους αναιρεσίβλητους θετικής ζημίας από το γεγονός ότι εξ αφορμής της ίδιας απατηλής συμπεριφοράς, παρασύρθηκαν και κατέβαλαν:
α) στον εργολάβο Ε ως εργολαβικό αντάλλαγμα (αμοιβή) επί πλέον για μη εκτελεσθέν έργο το ποσό των 15.648.000 δρχ. β) στο ΙΚΑ επί πλέον το ποσό των 4.181.565 δρχ. για ασφαλιστικές εισφορές μη εκτελεσθέντος έργου και γ) στον πιο πάνω αρχικά εναγόμενο Ω επί πλέον το ποσό των 998.180 δρ. για αμοιβή επίβλεψης μη εκτελεσθέντος έργου.
Ειδικότερα, με βάση τις ίδιες παραδοχές δεν καθίσταται σαφές και αναμφίβολο εάν χρονικά υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της διαγνωσθείσας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας μέσω της παροχής ψευδών επιμετρητικών στοιχείων, που τοποθετείται χρονικά κατά τις ίδιες παραδοχές τουλάχιστον στο δεύτερο δεκαπενθήμερο του Μαρτίου 1992 και των καταβολών των αναιρεσίβλητων, από τις οποίες προέκυψαν κατά τα προαναφερθέντα οι ένδικες (στις τρεις περιπτώσεις) αδικοπρακτικές ζημιογόνες συνέπειες, που τοποθε-τούνται κατά τις ίδιες παραδοχές σε προγενέστερο χρονικό διάστημα σε σχέση με τις ίδιες ψευδείς και απατηλές επιμετρήσεις.
Συγκεκριμένα, κατά τις ίδιες παραδοχές: 1) Το Φεβρουάριου του 1992 οι αναιρεσίβλητοι ζητούν από τον εναγόμενο δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας Ω ως επιβλέποντα μηχανικό και τον άλλο συνεναγόμενο Ε, ως εργολάβο, έγγραφες πιστοποιήσεις των εργασιών που ήδη είχαν μέχρι τότε εκτελεσθεί, ύστερα από προτροπή του γνωστού της Πολιτικού Μηχανικού Γ, ο οποίος τους πληροφόρησε για πρώτη φορά τότε ότι το ποσό των 43.000.000 δρχ.
περίπου που είχαν ήδη καταβάλει δηλαδή 33.719.000 δρχ. για εργολαβικό αντάλλαγμα, 6.359.565 δρχ. για εισφορές ΙΚΑ και 31.560.790 δρχ. για αμοιβή επιβλέποντος μηχανικού ήταν υπερβολικά.2) Ύστερα από επανειλημμένες οχλήσεις ο Ε παρέδωσε στους ενάγοντες αναλυτικό κατάλογο με τις εργασίες που είχε εκτελέσει και το κόστος τους, που ανερχόταν συνολικά σε 32.360.000 δρχ., ο κατάλογος δε αυτός συνοδευόταν από αντίγραφο επιμέτρησης που είχε κάνει ο ίδιος, στον οποίο εμφανιζόταν ότι μέχρι την 14-2-1992 συνολικά είχαν χρησιμοποιηθεί 559 μ3 οπλισμού σκυροδέματος. 3) Ότι την επιμέτρηση αυτή επιβεβαίωσε λίγο αργότερα ο επιβλέπων του έργου Ω, 4) Ότι σε δύο διαδοχικές επιμετρήσεις του ίδιου επιβλέποντος Ω, του ζητήθηκαν από τον πραγματογνώμονα του Τ.Ε.Ε.
Ξ παρατηρείται μεγάλη απόκλιση στις μετρηθείσες ποσότητες, αφού υπήρχε διαφορά 53 μ3 επί έλαττον δηλαδή 1η επιμέτρηση 559 μ3 και 2η επιμέτρηση 505 μ3. 5) ότι οι απόψεις του εργολάβου Ε ως προς τις ποσότητες σκυροδεμάτων της οικοδομής συμβάδιζαν με την αναλυτική επιμέτρηση του Ω, που παραδόθηκε ύστερα από εξώδικη πρόσκληση των αναιρεσιβλήτων στις 6-5-1992, 6) Ότι από την έκθεση του πραγματογνώμονα του Τ.Ε.Ε.
και του δικαστικού πραγματογνώμονα Β προκύπτει ότι η ποσότητα του οπλισμένου σκυροδέματος που χρησιμοποιήθηκε στην οικοδομή των αναιρεσιβλήτων υπολείπεται από την αναφερόμενη στην επιμέτρηση του Ω και Ε, 7) Ότι κατ' αυτόν τον τρόπο ο εργολάβος Ε και ο επιβλέπων Ω με πρόθεση παρουσίασαν στους αναιρεσίβλητους ιδιοκτήτες έργο που δεν είχε εκτελεσθεί και ειδικότερα παρουσίασαν σ' αυτούς ότι σύμφωνα με την επιμέτρηση που είχαν πραγματοποιήσει μέχρι το Φεβρουάριο του 1992 είχαν χρησιμοποιηθεί στην οικοδομή συνολικά 559 μ3 οπλισμού σκυροδέματος ενώ στην πραγματικότητα η ποσότητα οπλισμένου σκυροδέματος ήταν πολύ μικρότερη 8) Ότι με βάση τις επί μέρους καταβολές των αναιρεσιβλήτων, από τις οποίες η τελευταία χρονικά τοποθετείται στις 28-3-1992, οι αναιρεσίβλητοι κατέβαλαν συνολικά το ποσό των 33.719.000 δρχ.
για εκτελεσθέν έργο αξίας 18.071.000 δρχ. και ζημιώθηκαν την επί πλέον διαφορά των 15.648.000 δρχ. 9) Ότι εξ αιτίας της ψευδούς επιμέτρησης των εναγομένων οι αναιρεσίβλητοι ιδιοκτήτες κατέβαλαν τμηματικά μέχρι το Μάρτιο 1992 στο ΙΚΑ το συνολικό ποσό των 6.359.565 δρχ. δια χειρός των αρχικά εναγομένων Ω αντί του ποσού των 2.178.000 δρχ.
που πραγματικά όφειλαν, με αποτέλεσμα να ζημιωθούν την προκύπτουσα διαφορά των 4.181.565 δρχ. και 10) Ότι με βάση τις ψευδείς επιμετρήσεις του Ω και του Ε οι αναιρεσίβλητοι κατέβαλαν στον πρώτο ως αμοιβή επίβλεψης μέχρι την 7-3-1992 το συνολικό ποσό των 3.156.700 δρχ. αντί του πράγματι οφειλομένου των 2.168.580 δρχ. με βάση το πράγματι εκτελεσθέν έργο και ζημιώθηκαν την προκύπτουσα διαφορά των 998.180 δρχ.
Με βάση τις πιο πάνω παραδοχές, από τις οποίες απουσιάζει η σαφής και αναμφίβολη παραδοχή ότι πριν από τις προαναφερθείσες ζημιογόνες καταβολές των αναιρεσιβλήτων ιδιοκτήτων μεσολάβησαν απατηλές παραστάσεις των αρχικά εναγομένων και ιδιαίτερα του δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας Ω που είχαν σχέση με την παροχή προς τους αναιρεσίβλητους ψευδών επιμετρητικών στοιχείων, που δικαιολογούσαν αιτιωδώς τις ίδιες καταβολές, η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες ουσιαστικά διατάξεις, γιατί δεν καθίσταται εφικτός ο έλεγχος ως προς τη συνδρομή της έννοιας της αναγκαίας αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της διαγνωσθείσας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του Ω και της σε προγενέστερο χρόνο (κατά τις ίδιες παραδοχές) επελθούσας ζημιογόνου συνέπειας στο πρόσωπο των αναιρεσιβλήτων.
Επομένως ο τρίτος λόγος κατά το ένα μέρος του και ο τέταρτος λόγος κατά το ένα μέρος του, του αναιρετηρίου με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνονται βάσιμοι. Αντίθετα οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης κατά το άλλο μέρος τους όπως και ο δεύτερος λόγος με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον ίδιο αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ως προς την ποσότητα του εκτελεσθέντος έργου, που πράγματι δέχεται η προσβαλλόμενη ως εκτελεσθέν, κρίνονται αβάσιμοι αφού ως εκτελεσθέν έργο έχει υπολογισθεί εκείνο που προκύπτει από την έκθεση του πραγματογνώμονα Β, με τις αντίστοιχες δε ποσότητες του έργου της ίδιας έκθεσης υπολογίστηκε τελικά κατά σαφή και αναμφίβολο τρόπο και το συνολικό κόστος του εκτελεσθέντος έργου.
Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος της μόνο που απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, κατά το αναιρούμενο μέρος της, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει το από 11-2-2010 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναίρεσης.
Αναιρεί την 6507/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το εις το σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 19 Μαίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ