Supreme Court partially allows appeal against labor dispute award, ordering partial payment of postgraduate stipend.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the State's appeal against a labor tribunal award regarding a postgraduate stipend. The plaintiff claimed the stipend for 2010-2012, while the State argued the 2011-2012 portion was erroneous. The court found the 2010-2011 claim valid but rejected the 2011-2012 claim, ordering the State to pay only the 990 euros for the first period.
Legislator headnote
AI generatedArticles 535 para. 1 and 22 para. 2 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially annul a lower court decision in labor disputes when specific periods of claimed benefits are found erroneous, while upholding the remainder of the claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 177 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 177/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών και τον Υπουργό Ανάπτυξης και Επενδύσεων, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Νικόλαο Αμιραλή, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Μ. Χ. του Ν., κατοίκου Αθηνών, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Τσαμανδούρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-11-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1052/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 2945/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 3-12-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 3 Δεκεμβρίου 2020 και με αριθ. κατάθεσης 1936/2/14.1.2021 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της αναιρεσίβλητης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 2945/12.3.2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατόπιν άσκησης της από 1.10.2014 με αριθ.
καταθ. 1860/6.10.2014 έφεσης του εναγομένου -εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία με αριθ. 1052/2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Η ως άνω απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου εκδόθηκε επί της από 11.11.2011 με αριθ. καταθ. 2335/14.11.2011 αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος.
Με την ως άνω αγωγή της, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η ενάγουσα εξέθετε ότι προσλήφθηκε από την Ανεξάρτητη Αρχή με την επωνυμία "Συνήγορος του Καταναλωτή" με την υπ'αριθμ. 416/7-2-2007 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης ως βοηθός ειδικός επιστήμονας αυτής με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ότι στις 12.2.2007 ανέλαβε υπηρεσία με την ως άνω ειδικότητα.
Ότι από το έτος 1992 είναι πτυχιούχος της Νομικής Σχολής και ότι στις 18.4.2007 έλαβε δίπλωμα μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών, μετά από διετή φοίτηση στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών με θέμα "Η ευρωπαϊκή προστασία των καταναλωτών στη διαδικτυακή τραπεζική και στην εξ αποστάσεως εμπορία χρηματοπιστωτικών εργασιών" και ότι υπέβαλε αυτό στις 20.4.2007 στην υπηρεσία της, ζητώντας να της καταβληθεί το επίδομα μεταπτυχιακών σπουδών ύψους 45 ευρώ μηνιαίως.
Ότι δικαιούται το ως άνω επίδομα, εφόσον ο τίτλος που κατέχει είναι συναφής με το αντικείμενο απασχόλησής της, ότι αυτό ανέρχεται για το επίδικο χρονικό διάστημα από την 1.1.2010 έως και τις 30.9.2012 στο συνολικό ποσό των 1.485 ευρώ (45 ευρώ Χ 33 μήνες) και ότι το εναγόμενο αρνείται να το καταβάλει, παρόλες τις οχλήσεις της.
Ζητούσε, δε, με βάση τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εργασίας και επικουρικά από τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει σε αυτή για την ως άνω αιτία το ποσό των 1.485 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ'αριθμ. 1052/2014 απόφασή του, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε την αγωγή ως προς την κυρία βάση της ως κατ'ουσία βάσιμη και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 1.485 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.
Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δικάζοντας, αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσία την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Με το άρθρο 1 παρ.1 του ν. 3297/2004 "Συνήγορος του Καταναλωτή - Ρύθμιση θεμάτων του Υπουργείου Ανάπτυξης και άλλες διατάξεις" (Α 259) ορίζεται ότι "Συνιστάται ανεξάρτητη αρχή με την επωνυμία ''Συνήγορος του Καταναλωτή'', ως εξωδικαστικό όργανο συναινετικής επίλυσης των καταναλωτικών διαφορών". Με την παρ.1 του άρθρου 5 του ιδίου νόμου ορίζεται ότι "Συνιστώνται δεκαπέντε (15) θέσεις ειδικών επιστημόνων και πέντε (5) θέσεις βοηθών ειδικών επιστημόνων, μονίμων ή με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, δέκα (10) τακτικού προσωπικού, κατηγορίας ΠΕ Διοικητικού - Οικονομικού για τη διοικητική υποστήριξη της Αρχής, τρεις (3) θέσεις ΔΕ Διοικητικού - Οικονομικού για τη διοικητική υποστήριξη της Γραμματείας της Αρχής, μία (1) θέση ΥΕ κλητήρα και μια (1) θέση ΔΕ οδηγού" ενώ με την παρ.4 του ως άνω άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 26 του ν. 3419/2005 (Α 297) ορίζεται ότι "Με την επιφύλαξη της παραγράφου 4 του άρθρου 4 του ν. 3051/2002 (ΦΕΚ 220 Α), οι αποδοχές των ειδικών επιστημόνων και των βοηθών ειδικών επιστημόνων καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Ανάπτυξης, που εκδίδεται μετά από πρόταση του Συνηγόρου του Καταναλωτή".
Κατ'εφαρμογή της παρ.4 του άρθρου 5 του ως άνω νόμου εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 2/8926/002/17.4.2006 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών-Ανάπτυξης "Καθορισμός αποδοχών και ειδικών πρόσθετων αμοιβών των Ειδικών Επιστημόνων και Βοηθών Ειδικών Επιστημόνων και λοιπού προσωπικού της παρ. 8 του άρθρου 26 του ν. 3419/2005 οι οποίες αντικατέστησαν τις παρ. 1,2 και 4 του άρθρου 5 του ν. 3279/2004, που υπηρετούν στην Ανεξάρτητη Αρχή "Συνήγορος του Καταναλωτή"". (ΦΕΚ Β 550) με την παρ. 1 του άρθρου μόνου της οποίας ορίζεται ότι "1.Οι αποδοχές των Ειδικών Επιστημόνων και Βοηθών Ειδικών Επιστημόνων της παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 3297/2004, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του από την παρ.8 του άρθρου 26 του 3419/2005, που υπηρετούν στην Ανεξάρτητη Αρχή "Συνήγορος του Καταναλωτή", ορίζονται ίσες με τις αποδοχές του αντίστοιχου προσωπικού που υπηρετεί στον "Συνήγορο του Πολίτη", σύμφωνα με την υπ`αριθμ. 2049787/5231/0022/23.7.1998 κοινή απόφαση (ΦΕΚ Β 836), όπως ισχύει εκάστοτε....".
Με το άρθρο 2 παρ.1 της υπ'αριθμ. 2/43741/0022/2-8-2007 ΚΥΑ των Υπουργών Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικονομικών "Καθορισμός αποδοχών του Ειδικού και Βοηθητικού Επιστημονικού Προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, της ειδικής πρόσθετης αμοιβής και της υπερωριακής απασχόλησης του προσωπικού της Ανεξάρτητης Αρχής "Συνήγορος του Πολίτη"" (ΦΕΚ Β 1673) ορίζεται ότι "1.
Οι μηνιαίες αποδοχές του Ειδικού Επιστημονικού Προσωπικού (Ε.Ε.Π.) με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου της Ανεξάρτητης Αρχής "Συνήγορος του Πολίτη" αποτελούνται από το βασικό μισθό του μισθολογικού κλιμακίου (Μ.Κ.), τα επιδόματα και τις παροχές που χορηγούνται κατά τους όρους της παρούσας απόφασης, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις καταβολής τους" και με την παρ. 6 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι "Στα μέλη του Ε.Ε.Π.
της Ανεξάρτητης Αρχής "Συνήγορος του Πολίτη" χορηγείται επίδομα μεταπτυχιακών σπουδών και οικογενειακή παροχή, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο ν. 3205/2003, όπως ισχύει". Εξάλλου, με τις διατάξεις του άρθρου 8 περ. Α.1 του ν. 3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ κλπ" (ΦΕΚ Α 297) ορίζεται ότι "Εκτός από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, όπως αυτός ορίζεται στο προηγούμενο άρθρο, χορηγούνται και τα εξής επιδόματα, κατά μήνα :
Α.1.Μεταπτυχιακών σπουδών, οριζόμενο ως εξής: α. Για κατόχους διδακτορικού διπλώματος σε εβδομήντα πέντε ευρώ (75 ε). β. Για κατόχους μεταπτυxιακού διπλώματος ετήσιας, τουλάχιστον, φοίτησης σε σαράντα πέντε ευρώ (45 ε). Το επίδομα αυτό παρέχεται για τίτλους που έχουν χορηγηθεί με ξεχωριστές σπουδές, μετά τη λήψη του πτυχίου ανώτατης εκπαίδευσης...
Το επίδομα μεταπτυχιακών σπουδών χορηγείται μόνο στην περίπτωση που το περιεχόμενο των μεταπτυχιακών σπουδών είναι συναφές με το αντικείμενο απασχόλησης του υπαλλήλου, όπως προκύπτει από την προκήρυξη της θέσεως κατά την πλήρωση και την περιγραφή της εργασίας, από τον οργανισμό της Υπηρεσίας. Για τη συνδρομή ή μη της προϋπόθεσης αυτής αποφαίνεται το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο.
Η καταβολή του επιδόματος ανατρέχει στο χρόνο κατάθεσης των σχετικών τίτλων στον αρμόδιο όργανο για την αναγνώριση ή συνάφεια τους...". Στη συνέχεια, στο Κεφάλαιο Δεύτερο του ν. 4024/2011 "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015" (Α 226), υπό τον τίτλο του Κεφαλαίου "Σύστημα βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων του Κράτους, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α` και Β` βαθμού και άλλων φορέων του δημόσιου τομέα και συναφείς διατάξεις", και ειδικότερα στο άρθρο 4 ορίζονται τα εξής: "1.
Στις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ): α) του Δημοσίου, β) των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), πρώτου και δεύτερου βαθμού, γ) των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ), συμπεριλαμβανομένου του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων (Ο.Γ.Α).
Επίσης υπάγονται: α)... β) ...., γ) "δ)..., ε) οι διοικητικοί υπάλληλοι των Ανεξάρτητων Αρχών, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων, ζ) ... 2. Υπάλληλοι και λειτουργοί που δεν εμπίπτουν ευθέως στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, το προσωπικό της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, καθώς και οι κατηγορίες υπαλλήλων ή λειτουργών που υπάγονται στο Πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Μέρους Β` του ν. 3205/2003 (Α` 297) εξαιρούνται από το Πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 17".
Με την παρ.1 του άρθρου 6 του ιδίου νόμου με τίτλο άρθρου "Σύστημα βαθμολογικής κατάταξης" ορίζεται ότι " Οι θέσεις όλων των κατηγοριών εκπαίδευσης - Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΠΕ), Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΤΕ), Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΔΕ) και Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης (ΥΕ) - κατατάσσονται σε έξι (6) συνολικά βαθμούς, κατά φθίνουσα σειρά, ως εξής:
Βαθμός Α Βαθμός Β Βαθμός Γ Βαθμός Δ Βαθμός Ε Βαθμός ΣΤ" και με την παρ.4 του ιδίου άρθρου, όπως ισχύει μετά την προθήκη εδαφίων με την παρ. 5 του άρθρου 1 του Ν. 4038/2012 ( Α 14) που ανατρέχουν στο χρόνο έναρξης ισχύος του ν. 4024/2011 ορίζεται ότι "Οι κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος συναφούς με τα αντικείμενα, στα οποία είναι δυνατόν, κατά τις οργανικές διατάξεις της υπηρεσίας τους, να απασχοληθούν, κατατάσσονται, ως δόκιμοι στο Βαθμό Δ.
Οι κάτοχοι αναγνωρισμένου μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών, ετήσιας τουλάχιστον διάρκειας, συναφούς με τα αντικείμενα, στα οποία είναι δυνατόν, κατά τις οργανικές διατάξεις της υπηρεσίας τους, να απασχοληθούν, κατατάσσονται, ως δόκιμοι στο Βαθμό Ε. Για υπαλλήλους οι οποίοι αποκτούν αναγνωρισμένο και συναφές διδακτορικό δίπλωμα ή μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών μετά το διορισμό τους, ο χρόνος που απαιτείται για τη βαθμολογική τους εξέλιξη μειώνεται συνολικά κατά έξι (6) και δύο (2) έτη αντίστοιχα.....".
Ακόμη, με το άρθρο 30 παρ. 1 του ιδίου νόμου ορίζεται ότι, "πέραν των επιδομάτων και παροχών του παρόντος Κεφαλαίου, όλα τα λοιπά επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις, που καταβάλλονται στους υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου, μέχρι την έναρξη της ισχύος του, με οποιαδήποτε ονομασία, συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων κίνησης, εφόσον τα έξοδα αυτά προβλέπεται με τις ισχύουσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάξεις να καταβάλλονται ανεξαρτήτως της μετακίνησης του υπαλλήλου, καταργούνται εφόσον δεν προβλέπεται ρητά η χορήγησή τους από τις διατάξεις του κεφαλαίου αυτού..." και με το άρθρο 32 παρ.1 του ιδίου νόμου ορίζεται ότι "1.
Από την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη κατά το μέρος που ρυθμίζει θέματα που διέπονται από τις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου. Όπου σε διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή άλλων κανονιστικών πράξεων, γίνεται παραπομπή σε διατάξεις που καταργούνται σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο νοείται ως παραπομπή στις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου που ρυθμίζουν το αντίστοιχο θέμα.
Επιδόματα ή παροχές που προβλέπονται από τις καταργούμενες διατάξεις και τα οποία, κατά παραπομπή άλλων διατάξεων, χορηγούνται σε λειτουργούς ή υπαλλήλους, που δεν υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, εξακολουθούν να καταβάλλονται με τους όρους και τις προϋποθέσεις που ορίζουν οι παραπεμπόμενες διατάξεις με εξαίρεση την οικογενειακή παροχή, η οποία υπολογίζεται και καταβάλλεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17".
Ακόμη, κατά το άρθρο 22 του ιδίου νόμου (4024/2011) ορίζεται, ότι "1.Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθορίζονται οι αποδοχές για τους δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής στους φορείς της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του παρόντος νόμου. 2.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης καθορίζονται ανάλογα οι αποδοχές του προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. 3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης καθορίζονται οι αποδοχές του ειδικού επιστημονικού προσωπικού και των δικηγόρων με σχέση έμμισθης εντολής των Ανεξάρτητων Διοικητικών ή Ρυθμιστικών Αρχών, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων, οι αποδοχές του επιστημονικού προσωπικού του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής και κάθε αναγκαίο θέμα. 4.
Οι αποφάσεις του παρόντος άρθρου εκδίδονται εντός διαστήματος ενός μηνός από την ημερομηνία έναρξης ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου και ισχύουν από την ημερομηνία αυτή. 5. Οι κάθε είδους αποδοχές και επιδόματα των Γενικών και Ειδικών Γραμματέων Υπουργείων και Αποκεντρωμένων Διοικήσεων καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.
Μέχρι την έκδοση της ανωτέρω απόφασης εξακολουθούν να καταβάλλονται οι αποδοχές στο ύψος που είχαν διαμορφωθεί". Κατ' εφαρμογή της εξουσιοδοτικής διάταξης της ανωτέρω παραγράφου 3 του άρθρου 22 του ν. 4024/2011 εκδόθηκε η υπ' αριθμ. οικ. 2/17127/0022/28.2.2012 ΚΥΑ των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών (Β` 498), με την οποία ορίστηκαν τα εξής: "1.
Με την παρούσα απόφαση καθορίζονται οι αποδοχές του ειδικού επιστημονικού προσωπικού και των δικηγόρων με σχέση έμμισθης εντολής των Ανεξάρτητων Διοικητικών ή Ρυθμιστικών Αρχών, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων. Οι ρυθμίσεις της παρούσας απόφασης καταλαμβάνουν όλους, όσοι, μετά από πρόσληψη, απόσπαση ή μετάταξη, κατέχουν, με δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου σχέση, οργανική θέση ειδικού επιστημονικού προσωπικού καθώς και όσους απασχολούνται ως δικηγόροι με σχέση έμμισθης εντολής, στους φορείς του πρώτου εδαφίου. 2.
Στο προσωπικό της παραγράφου 1 καταβάλλεται ως βασικός μισθός, ο μισθός του Α` βαθμού. 3...4... 5. Οι διατάξεις των άρθρων 16, 17, 18 και 20 του ν.4024/2011, εφαρμόζονται και σε ότι αφορά τις αποδοχές του προσωπικού της παραγράφου 1 (όπως η διάταξη της παρ.5 ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο και πριν την αντικατάστασή της με την ΚΥΑ 2/55709/0022/6.6.2013, Β` 1398/7.6.2013). 6.... 7.... 8.
Η παρούσα απόφαση ισχύει από την 1.11.2011 και από την ημερομηνία αυτή καταργείται κάθε υπουργική απόφαση αντίθετη στις διατάξεις της παρούσας". Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι α) με τις προαναφερθείσες διατάξεις των υπ'αριθμ. 2/8926/002/17.4.2006 και υπ'αριθμ. 2/43741/0022/21-8-2007 Κοινών Υπουργικών Αποφάσεων (ΚΥΑ), χορηγείτο στο ειδικό επιστημονικό προσωπικό της Ανεξάρτητης Αρχής "Συνήγορος του Καταναλωτή", το επίδομα μεταπτυχιακών σπουδών, εφόσον συνέτρεχαν οι οριζόμενες στο άρθρο 8 του ν. 3205/2003 προϋποθέσεις, β) το επίδομα μεταπτυχιακών σπουδών, καταργήθηκε από 1.11.2011 για τους υπαλλήλους που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρο 4 παρ.1 του ν. 4024/2011 (Δημοσίου ΝΠΔΔ, ΟΤΑ κλπ) καθότι, αφενός μεν με τις διατάξεις των άρθρων 12 έως 32 του νόμου αυτού που ρυθμίζουν τη μισθολογική εξέλιξη του ως άνω προσωπικού δεν προβλέφθηκε η χορήγηση επιδόματος μεταπτυχιακών σπουδών (ως προς δε τους υπαλλήλους, κατόχους αντίστοιχου πτυχίου, με το άρθρο 6 παρ.4 του ως άνω νόμου ορίσθηκε ότι αυτό λαμβάνεται υπόψη για τη κατάταξή τους και τη βαθμολογική τους εξέλιξη), αφετέρου, δε, με τη διάταξη του άρθρου 30 του ιδίου νόμου ορίσθηκε ότι καταργείται κάθε άλλο επίδομα που δεν προβλέπεται ρητά η διατήρησή του, γ) ως προς το ειδικό επιστημονικό προσωπικό των ανεξάρτητων αρχών, που εξαιρείτο, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 4 του ν. 4024/2011, από την εφαρμογή των διατάξεων του Κεφαλαίου Δεύτερου του ως άνω νόμου, το ως άνω επίδομα μεταπτυχιακών σπουδών, επίσης, καταργήθηκε από 1.11.2011, εφόσον στην εκδοθείσα, κατ'εξουσιοδότηση του άρθρου 22 παρ.3 του ν. 4024/2011, υπ'αριθμ.
οικ. 2/17127/0022/28.2.2012 ΚΥΑ, με την οποία καθορίστηκαν, αναδρομικά από 1.11.2011 μεταξύ των άλλων και οι αποδοχές του ειδικού επιστημονικού προσωπικού των Ανεξάρτητων Αρχών και συνακόλουθα και της Ανεξάρτητης Αρχής "Συνήγορος του Καταναλωτή", στο οποίο ανήκε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και η αναιρεσείουσα, [στις οποίες (αποδοχές) πέραν του βασικού μισθού περιλαμβάνονται τα επιδόματα και οι παροχές των άρθρων 16 (επιδόματα εορτών και αδείας), 17 (οικογενειακή παροχή), 18 (επίδομα θέσης ευθύνης) και 20 (υπερωριακή εργασία) του ν. 4024/2011], δεν περιελήφθηκε διάταξη περί χορήγησης στο ως άνω προσωπικό επιδόματος μεταπτυχιακών σπουδών και δεδομένου ότι με την ως άνω ΚΥΑ, καταργήθηκε από 1.11.2011 κάθε υπουργική απόφαση αντίθετη στις διατάξεις της και συνεπώς και οι διατάξεις των υπ'αριθμ. 2/8926/002/17.4.2005 και 2/43741/0022/2-8-2007 ΚΥΑ, βάση των οποίων χορηγείτο μέχρι 31.10.2011 στο ειδικό επιστημονικό προσωπικό της ως άνω Ανεξάρτητης Αρχής, το επίδομα μεταπτυχιακών σπουδών, υπό τις καθοριζόμενες στο άρθρο 8 του ν. 3205/2003 προϋποθέσεις.
Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον το αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής : [...Με την υπ' αριθμόν 416/07.02.2007 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης με θέμα "Πρόσληψη προσωπικού σε θέσεις Βοηθών Ειδικών Επιστημόνων στην Ανεξάρτητη Αρχή Συνήγορος του Καταναλωτή", η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσίβλητη) προσλήφθηκε από τις 12 Φεβρουάριου 2007 ως βοηθός ειδικός επιστήμονας στην ανεξάρτητη αρχή με την επωνυμία "Συνήγορος του Καταναλωτή" με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.
Ακολούθως, στις 20 Απριλίου 2007 η ίδια κατέθεσε στην υπηρεσία της την υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου 916/20.04.2007 αίτησή της, με την οποία ζητούσε να της καταβληθεί το επίδομα μεταπτυχιακών σπουδών του άρθρου 8 του νόμου 3205/2003 ποσού σαράντα πέντε ευρώ μηνιαίως. Προς τούτο, η ίδια προσκόμισε επικυρωμένο αντίγραφο του μεταπτυχιακού διπλώματος ειδίκευσης, το οποίο έλαβε από το Γενικό Τμήμα Δικαίου του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών και το οποίο είχε ως τίτλο "Δίκαιο και Ευρωπαϊκή Ενοποίηση" και ως θέμα διπλωματικής εργασίας "Η ευρωπαϊκή προστασία των καταναλωτών στη δικτυακή τραπεζική και στην εξ αποστάσεως εμπορία χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών", λόγω συνάφειας αυτού με το αντικείμενο απασχόλησής της στην προρρηθείσα Ανεξάρτητη Αρχή.
Ο εν λόγω τίτλος σπουδών χορηγήθηκε στην ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη με ξεχωριστές σπουδές διετούς διάρκειας φοίτησης. Προσθέτως, το περιεχόμενο των μεταπτυχιακών σπουδών της είναι απολύτως συναφές με το αντικείμενο της απασχόλησής της. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμόν 2/2006 προκήρυξη της θέσης εργασίας της, την υπ' αριθμόν 416/07.02.2007 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης κατά την πλήρωση και την περιγραφή της εργασίας από την εν λόγω ανεξάρτητη αρχή, την υπ' αριθμόν 25/07.01.2009 απόφαση του Συνηγόρου του Καταναλωτή, σε συνδυασμό με τα διδασκόμενα μαθήματα στο εν λόγω πρόγραμμα μεταπτυχιακών σπουδών και τη διπλωματική της εργασία, το περιεχόμενο των μεταπτυχιακών σπουδών της είναι απολύτως συναφές με το αντικείμενο απασχόλησής της ως υπαλλήλου, δοθέντος ότι ως ειδικά προσόντα πρόσληψης των πτυχιούχων της Νομικής Σχολής για την πλήρωση της θέσης εργασίας της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης αναφέρονται η εξειδίκευση στο Δίκαιο του Καταναλωτή, στο Εμπορικό Δίκαιο και στο Τραπεζικό Δίκαιο, όπερ αποτελούσε το αντικείμενο των μεταπτυχιακών σπουδών της.
Επομένως, η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη δικαιούται του επίμαχου επιδόματος σύμφωνα με τα εκτεθέντα στον ανωτέρω νομικό συλλογισμό Ωστόσο, το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν (ήδη αναιρεσείον) ουδόλως κατέβαλε σε αυτήν το επίμαχο επίδομα για το επίδικο χρονικό διάστημα από την 01.01.2010 μέχρι τις 30.09.2012. Προσέτι, για το προειρημένο χρονικό διάστημα η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη δικαιούται το συνολικό ποσό των 1.485 ευρώ [= (για το έτος 2010: 12 μήνες X 45 ευρώ = 540 ευρώ) + (για το έτος 2011:12 μήνες X 45 ευρώ = 540 ευρώ) + (για το διάστημα από την 01.01.2012 έως τις 30.09.2012, ήτοι 9 μήνες X 45 ευρώ = 405 ευρώ)].
Ως εκ τούτου, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο ομοίως έκρινε και δη έκρινε ότι η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη δικαιούται του επίδικου επιδόματος λόγω συνάφειας των μεταπτυχιακών σπουδών της με το αντικείμενο της απασχόλησής της, ορθώς τον νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και ορθώς τις αποδείξεις εκτίμησε, απορριπτόμενου του περί του αντιθέτου πρώτου λόγου της κρινόμενης έφεσης ως αβάσιμου κατ' ουσίαν.
Η ειδικότερη αιτίαση, δε, του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης έφεσης ότι το Δικαστήριο, με το να επιδικάσει το επίδομα, δίχως να δεχθεί ότι υφίσταται και η προβλεπόμενη από τον νόμο απόφαση του οικείου Υπηρεσιακού Συμβουλίου, για την ύπαρξη ή μη συνάφειας του περιεχομένου του μεταπτυχιακού της τίτλου με το αντικείμενο της απασχόλησής της στην ως άνω Ανεξάρτητη Αρχή, παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 3205/2003, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, ενόψει του ότι η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη υπέβαλε την ως άνω σχετική αίτηση, προκειμένου να της χορηγηθεί το σχετικό επίδομα.
Ειδικότερα, η εν λόγω αιτίαση είναι αβάσιμη ως ερειδόμενη επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, διότι σύμφωνα με τις διατάξεις, που εκτέθηκαν στον ανωτέρω νομικό συλλογισμό, η απόφαση του αρμοδίου υπηρεσιακού συμβουλίου, σχετικά με την κατάφαση της συνάφειας των μεταπτυχιακών σπουδών προς το αντικείμενο εργασίας του υπαλλήλου που ζητεί το επίδομα, αφορά στην εκούσια, δια της διοικητικής οδού, χορήγησή του και όχι στην αναγκαστική, με την άσκηση αγωγής εκ μέρους του εμφανιζόμενου ως δικαιούχου στην περίπτωση που ο εργοδότης αρνείται την καταβολή (....).
Προσθέτως, με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης έφεσης το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης εκθέτοντας ότι με βάση τις διατάξεις του άρθρου 30 του Ν. 4024/2011 καταργήθηκε από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του την 01.11.2011 η χορήγηση του επιδόματος μεταπτυχιακών σπουδών και ότι η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη δεν δικαιούται τούτου.
Ο λόγος αυτός της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον το προβλεπόμενο από το άρθρο 8 του Ν. 3205/2003 επίμαχο επίδομα μεταπτυχιακών σπουδών δεν καταργήθηκε από τον Ν. 4024/2011, δεδομένου ότι στο άρθρο 4 παρ. 2 του προρρηθέντος νόμου, που ορίζει το πεδίο εφαρμογής του νόμου αυτού, στο οποίο δεν περιλαμβάνεται το ειδικό επιστημονικό προσωπικό των Ανεξάρτητων Αρχών, προβλέπεται ότι: "2.
Υπάλληλοι και λειτουργοί που δεν εμπίπτουν ευθέως στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, το προσωπικό της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, καθώς και οι κατηγορίες υπαλλήλων ή λειτουργών που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Μέρους Β' του Ν. 3205/2003 (Α' 297) εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 17" (περί της οικογενειακής παροχής).
Ως εκ τούτου, η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη δικαιούται για το επίδικο χρονικό διάστημα του επίμαχου επιδόματος (....). Κατ' ακολουθίαν των εκτεθέντων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη δικαιούται το ένδικο επίδομα, ακολούθως δε δέχθηκε την αγωγή και επιδίκασε το ανωτέρω χρηματικό ποσό με τον νόμιμο τόκο, όπως ανωτέρω ειδικότερα εκτέθηκε, ορθά τον νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς εξέταση, πρέπει η κρινομένη έφεση να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη (...)].
Με βάση τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με το να κρίνει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη δικαιούται το επίδομα μεταπτυχιακών σπουδών ύψους 45 ευρώ το μήνα για το επίδικο χρονικό διάστημα από 1.1.2010 έως 30.9.2012 και να υποχρεώσει το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει σ'αυτή το συνολικό ποσό των 1.485 ευρώ (33 μήνες Χ 45 ευρώ) α) για μεν το επί μέρους χρονικό διάστημα από 1.1.2010 έως 31.10.2011 ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 4 του ν. 3297/2004, 8 παρ.3 του ν. 3205/2003 και των Κοινών Υπουργικών Αποφάσεων αα) υπ'αριθμ. 2/8926/002/17.4.2006 των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών-Ανάπτυξης και ββ) υπ'αριθμ. 2/43741/0022/21-8-2007 των Υπουργών Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικονομικών, που για το ως άνω χρονικό διάστημα (από 1.1.2010 έως 31.10.2011) ήταν εφαρμοστέες, εφόσον με βάση τις ανέλεγκτες ως προς τα πράγματα παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, το περιεχόµενο των μεταπτυχιακών σπουδών της αναιρεσίβλητης είναι συναφές µε το αντικείμενο απασχόλησης της, και συνεπώς για το διάστημα αυτό δεν υπέπεσε στην εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων που εφάρμοσε, και β) για, δε, το χρονικό διάστημα από 1.11.2011 έως 30.9.2012, για το οποίο, επίσης, έκρινε ότι η αναιρεσίβλητη δικαιούται το ως άνω επίδομα, εσφαλμένα εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 4 του ν. 3207/2004, 8 παρ.3 του ν. 3205/2003 και των υπ'αριθμ. 2/8926/002/17.4.2006 και υπ'αριθμ. 2/43741/0022/21-8-2007 ΚΥΑ, που, για το ως άνω χρονικό διάστημα, δεν ήταν εφαρμοστέες και εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τις, προεκτεθείσες, ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 21 παρ.3 του ν. 3024/2011 και της κατ'εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσας υπ'αριθμ. 2/17127/0022/28.2.2012 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών, που ήταν εφαρμοστέες, και συνεπώς για το διάστημα αυτό υπέπεσε στην εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.
Και τούτο διότι, με τις προεκτεθείσες διατάξεις της υπ'αριθμ. 2/17127/0022/28.2.2012 ΚΥΑ, με τις οποίες καθορίσθηκαν, από την ημερομηνία έναρξη ισχύος της (1.11.2011) οι αποδοχές του ειδικού επιστημονικού προσωπικού των ανεξάρτητων αρχών, δεν προβλέφθηκε η χορήγηση του επιδόματος μεταπτυχιακών σπουδών στο ως άνω προσωπικό και συνακόλουθα και σ'αυτό της Ανεξάρτητης Αρχής "Συνήγορος του Καταναλωτή", στο οποίο ανήκει και η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, από, δε, την ως άνω ημερομηνία (1.11.2011) καταργήθηκε κάθε υπουργική απόφαση αντίθετη με τις διατάξεις της ως άνω ΚΥΑ και επομένως καταργήθηκαν και οι διατάξεις των υπ'αριθμ. 2/8926/002/17.4.2006 και 2/43741/0022/2-8-2007 ΚΥΑ, βάσει των οποίων εχορηγείτο μέχρι 31.10.2011 το επίδομα αυτό στο ειδικό επιστημονικό προσωπικό της ως άνω Ανεξάρτητης Αρχής, με συνέπεια να μη δικαιούται η ενάγουσα το επίδομα αυτό για το ως άνω χρονικό διάστημα (από 1.11.2011 έως 30-9-2012).
Επομένως ο μοναδικός εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι, με το να δεχθεί ότι η αναιρεσίβλητη δικαιούται το επίδομα μεταπτυχιακών σπουδών για ολόκληρο το επίδικο χρονικό διάστημα από 1.1.2010 έως 30.9.2012, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 21 παρ.3 και 30 του ν. 3024/2011 και της υπ' αριθμ. 2/17127/0022/28.2.2012 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών, πρέπει α) να απορριφθεί ως αβάσιμος ως προς το επιμέρους χρονικό διάστημα από 1.1.2010 έως 31.10.2011 για το οποίο οι ως άνω διατάξεις δεν ήταν εφαρμοστέες, και β) να γίνει δεκτός ως βάσιμος ως προς το επιμέρους χρονικό διάστημα από 1.11.2011 έως 30.9.2012, για το οποίο οι ως άνω διατάξεις ήταν εφαρμοστέες.
Με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α' και β' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση στο τμήμα που ορίζεται από τον κανονισμό και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παρ. 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν, συνάγεται, ότι όταν μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικά έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση το περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης και την έκταση της αναίρεσης αυτής, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική απόφαση για την υπόθεση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 42/2005, ΟλΑΠ 41/2002, ΟλΑΠ 25/2001, ΑΠ 1043/2020, ΑΠ 836/2019).
Στην εξεταζόμενη υπόθεση, που σύμφωνα με τα παραπάνω, κρίνεται ότι η ένδικη αξίωση της αγωγής της ενάγουσας-εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης για επιδίκαση επιδόματος μεταπτυχιακών σπουδών ύψους 45 ευρώ το μήνα ως προς το χρονικό διάστημα από 1.1.2010 έως 31.10.2011 είναι νόμιμη και κατ'ουσία βάσιμη ως προς την κυρία βάση της, ενώ για το χρονικό διάστημα από 1.11.2011 έως 30.9.2012 είναι μη νόμιμη τόσο ως προς την κύρια βάση της όσο και ως προς την επικουρική εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της, τέτοιο δικονομικό έδαφος για επανεκδίκαση της υπόθεσης στην ουσία της από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, που δίκασε την έφεση του εναγομένου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, μετά την κατά τα άνω μερική αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασής του, δεν υφίσταται, καθότι το μόνο που απομένει στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο είναι η αφαίρεση του επιδικασθέντος ποσού της μη νόμιμης αξίωσης (επιδόματος μεταπτυχιακών σπουδών) της ενάγουσας για το χρονικό διάστημα από 1.11.2011 έως 30.9.2012 που ανέρχεται στο ύψος των 495 ευρώ (45 ευρώ Χ 11 μήνες) από το συνολικώς επιδικασθέν στην ενάγουσα από το Δικαστήριο της ουσίας για το χρονικό διάστημα από 1.1.2010 έως 30.9.2012 χρηματικό ποσό των 1.485 ευρώ (45 ευρώ Χ 33 μήνες), απομένοντος υπολοίπου κονδυλίου, μη καταλαμβανόμενου από το περιεχόμενο και την έκταση της παρούσας αναιρετικής απόφασης, ύψους 990 ευρώ (1.485 ευρώ - 495 ευρώ) που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα από 1.1.2010 έως 31.10.2011 (45 ευρώ Χ 22 μήνες).
Μετά απ' αυτά, πρέπει να επαναδιατυπωθεί το διατακτικό της απόφασης με βάση το περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης και την έκταση αυτής (ΑΠ 836/2019) και συνακόλουθα, δεκτής γενομένης της από 1.10.2014 έφεσης του εκκαλούντος, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου τόσο κατά το μέρος που επιδίκασε το επίδομα μεταπτυχιακών σπουδών ύψους 495 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1.11.2011 έως 30.9.2012, ως προς το οποίο έσφαλε, όσο και κατά το μέρος που επιδίκασε το επίδομα μεταπτυχιακών σπουδών ύψους 990 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1.1.2010 έως 31.10.2011, ως προς το οποίο δεν έσφαλε, για την ενότητα της εκτέλεσης (πρβλ.
ΑΠ 2187/2014) και στη συνέχεια, αφού ερευνηθεί κατά το άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ η από 11.11.2011 αγωγή, πρέπει να απορριφθεί αυτή ως μη νόμιμη ως προς το αίτημα επιδίκασης του επιδόματος μεταπτυχιακών σπουδών για το χρονικό διάστημα από 1.11.2011 έως 30.9.2012 και να γίνει δεκτή εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσία ως προς το αίτημα επιδίκασης του επιδόματος μεταπτυχιακών σπουδών για το χρονικό διάστημα από 1.1.2010 έως 31.10.2011, υποχρεωθεί δε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 990 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Η δικαστική δαπάνη της παρούσας αναιρετικής δίκης και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων της ουσίας πρέπει να συμψηφιστεί στο σύνολό της λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 2 εδ.β' του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ (ΑΠ 353/2021, ΑΠ 576/2018).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί κατά ένα μέρος, την υπ' αριθμ. 2945/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, και ειδικότερα κατά το διαλαμβανόμενο στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαιο καταβολής επιδόματος μεταπτυχιακών σπουδών για το χρονικό διάστημα από 1.11.2011 έως 30.9.2012 και απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης κατά το ίδιο ως άνω κεφάλαιο καταβολής του επιδόματος για το χρονικό διάστημα από 1.1.2010 έως 31.10.2011.
Κρατεί και δικάζει την από 1.10.2014 έφεση του εναγομένου-εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου.
Δέχεται κατ'ουσία την από 1.10.2014 έφεση. Εξαφανίζει στο σύνολό της την εκκαλουμένη υπ'αριθμ. 1052/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
Κρατεί και δικάζει κατ'ουσία την από 11.11.2011 αγωγή.
Απορρίπτει ότι έκρινε απορριπτέο. Δέχεται εν μέρει την από 11.11.2011 αγωγή.
Υποχρεώνει το εναγόμενο να καταβάλλει στην ενάγουσα το ποσό των εννιακοσίων ενενήντα (990) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Συμψηφίζει στο σύνολό της τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων της παρούσας αναιρετικής δίκης και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ