Legislator Case Law & Legislation
576/2018 AI generated

Supreme Court partially allowed appeal against state's court costs award due to partial victory in first instance.

Case Number 576/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the State's appeal against a second-instance judgment ordering it to pay court costs. The State argued the lower court erred by imposing costs despite its partial victory in the first instance, while the defendant did not appear. The court ruled that the second-instance court violated mandatory law requiring cost allocation based on the first-instance outcome, thereby overturning the costs order against the State.

Legislator headnote

AI generated

Articles 22(2)(b) of Law 3693/1957 and 559(1)(4) of the Code of Civil Procedure; The second-instance court must allocate court costs according to the first-instance judgment's outcome, and an appeal against such allocation is admissible if the second-instance court failed to apply this rule.

Keywords

AI generated
court costs allocation partial victory second instance judgment mandatory cost rule appeal admissibility state liability civil procedure law

Cited Legislation

AI generated
Article 22(2)(b) of Law 3693/1957
Article 559(1)(4) of the Code of Civil Procedure
Article 576(2)(a) and (g) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3)(a) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 576 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 576/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Σοφία Διαμαντοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου - καθού η κλήση: Β. Τ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/6/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 84/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 3508/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 21/3/2016 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 601/2017 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία διέταξε την επανάληψη της συζήτησης.

Η υπόθεση επαναφέρεται με την από 11/7/2017 κλήση του καλούντος.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 11.7.2017 κλήση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση η από αυτό ασκηθείσα από 21.3.2016 και με αριθ. κατάθ. ....3.2016 αίτηση αναίρεσης της με αριθ. 3508/30.7.2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, μετά την έκδοση της υπ’ αριθ. 609/2017 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης αυτής, προκειμένου να προσκομισθούν τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της έγγραφα, σχετικά με το εάν η προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, που είχε εκδοθεί ερήμην του εκκαλούντος - εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσίβλητου επί αντιθέτων εφέσεων των διαδίκων, είχε κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης καταστεί αμετάκλητη και ειδικότερα ότι δεν υπέκειτο τότε σε ανακοπή ερημοδικίας.

Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 εδάφια α και γ του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση από την υπ’ αριθμό .../9.6.2016 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ε. Κ., την οποία επικαλέσθηκε με τις αρχικές από 2.2.2017 προτάσεις του και προσκομίζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 21.3.2016 και με αριθ. κατάθ. ....3.2016 αίτησης αναίρεσης αυτού με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 31ης Ιανουαρίου 2017, επιδόθηκε με την επιμέλεια αυτού νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τον αναιρεσίβλητο, στη δηλωθείσα από αυτόν στο δικόγραφο της έφεσης αυτού κατοικία του, με θυροκόλληση (με τις στη συνέχεια αυτής απόδειξη παραλαβής δικογράφου του αρμοδίου αστυνομικού υπαλλήλου και βεβαίωση αποστολής από το ταχυδρομείο έγγραφης ειδοποίησης με συστημένη επιστολή, κατ’ άρθρο 128 παρ.4 του ΚΠολΔ).

Κατά τη δικάσιμο αυτή η αίτηση αναίρεσης συζητήθηκε ερήμην του αναιρεσίβλητου και επ’ αυτής εκδόθηκε η άνω με αριθμό 609/2017 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου που διέταξε επανάληψη της συζήτησης. Περαιτέρω από την υπ’ αριθμό .../29.9.2017 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ε. Κ., την οποία επικαλείται με τις προτάσεις του και προσκομίζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 11.7.2017 κλήσης προς περαιτέρω συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, μετά την έκδοση της ως άνω υπ’ αριθ. 609/2017 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου την αναγραφομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 30ης Ιανουαρίου 2018, επιδόθηκε με την επιμέλεια αυτού νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τον αναιρεσίβλητο, στη δηλωθείσα από αυτόν στο δικόγραφο της έφεσης αυτού κατοικία του, με θυροκόλληση (με τις στη συνέχεια αυτής απόδειξη παραλαβής δικογράφου του αρμοδίου αστυνομικού υπαλλήλου και βεβαίωση αποστολής από το ταχυδρομείο έγγραφης ειδοποίησης με συστημένη επιστολή, κατ’ άρθρο 128 παρ.4 του ΚΠολΔ).

Εφόσον ο αναιρεσίβλητος - καθού η κλήση δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης κατά την ως άνω δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, πρέπει το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου να χωρήσει στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία αυτού.

Με την από 21.3.2016 και με αριθ. κατάθεσης ....3.2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, ερήμην του εκκαλούντος - εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσίβλητου, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας υπ’ αριθ. 3058/30.7.2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε κατά ένα μέρος δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η από 11.6.2012 και με αριθ.

κατάθ. .../11.6.2012 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, εξαφανίσθηκε η κατ’ αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ’ αριθ. 84/5.4.2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε δεχθεί κατά ένα μέρος την από 18.6.2010 και υπ’ αριθ. κατάθ. .../22.6.2010 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, και δικάζοντας την άνω αγωγή έγινε αυτή δεκτή ως βάσιμη κατ’ ουσία για μικρότερο ποσό, αναγνωρίζοντας οφειλή του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος προς τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο ύψους 19.500 ευρώ, νομιμοτόκως και καταδικάζοντας αυτό στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας ύψους 1.000 ευρώ.

Με την ίδια απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως ανυποστήρικτη την από 19.6.2012 και με αριθ. κατάθ. .../21.6.2012 αντίθετη έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, λόγω της ερημοδικίας του. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα αφού, όπως προκύπτει από σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Θ.

Π. επί αντιγράφου της προσβαλλομένης απόφασης, η επίδοση αυτής έλαβε χώρα στις 22 Φεβρουαρίου 2016 και η κατάθεσή της αναίρεσης στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου έλαβε χώρα στις 22 Μαρτίου 2016, ενώ, όπως προκύπτει από το από 11.7.2017 πιστοποιητικό του αρμοδίου γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, κατά της προσβαλλομένης απόφασης δεν ασκήθηκε εντός της κατά νόμο προθεσμίας των δέκα πέντε ημερών από την πιο πάνω επίδοση ανακοπή ερημοδικίας (άρθ. 501, 503 παρ.1, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).

Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 76/2016, ΑΠ 139/2014, 1720/2013, 232/2009).

Ωσαύτως δεν συνιστούν "πράγματα" υπό την προδιαληφθείσα έννοια οι νομικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που αναφέρονται στην ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων δικαίου ή τα νομικά επιχειρήματα που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους σε σχέση με νομικά ζητήματα (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 2264/2014, ΑΠ 1090/2014, ΑΠ 69/2013, ΑΠ 1492/2011).

Ειδικότερα, πράγματα συνιστούν μεν οι επί μέρους λόγοι έφεσης, υπό την προϋπόθεση όμως ότι οι λόγοι αυτοί αφορούν παράπονα σχετικά με αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς και όχι παράπονα σχετικά με νομικούς ισχυρισμούς ή νομικά επιχειρήματα, που αντλούνται από το νόμο (ΑΠ 1506/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν με τις πρωτόδικες προτάσεις αυτού και επαναφέρθηκαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της έφεσης αυτού, αναφορικά:

α) με την μη απόρριψη της αγωγής, ως απαράδεκτης, για το λόγο ότι αυτή ασκήθηκε μόνο από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο και όχι από κοινού με τον έτερο διορισθέντα πραγματογνώμονα Δ. Α., με τον οποίο ο ενάγων συνδεόταν με σχέση αναγκαστικής ομοδικίας και ως εκ τούτου η αγωγή έπρεπε να ασκηθεί από κοινού από τους ως άνω ορισθέντες δύο (2) πραγματογνώμονες και β) με την έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης του Ελληνικού Δημοσίου, εφόσον δεν ήταν το Ελληνικό Δημόσιο που επιμελήθηκε για την όρκιση του αναιρεσίβλητου, ως πραγματογνώμονα, αλλά οι αντίδικοί του στην δίκη καθορισμού οριστικής μονάδας αποζημίωσης από απαλλοτρίωση, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 4700/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, με συνέπεια κατά τις διατάξεις του ΚΠολΔ να νομιμοποιούνται παθητικά στην καταβολή της οφειλομένης στον πραγματογνώμονα αμοιβής και των εξόδων αυτού οι ως άνω αντίδικοί του αναιρεσείοντος, επί των οποίων (λόγων έφεσης) το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ουδέν διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση.

Ο λόγος αυτός, ως ερειδόμενος στον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι οι ισχυρισμοί αυτοί είναι νομικοί ισχυρισμοί και δεν συνιστούν "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια, με συνέπεια να μην ιδρύεται ο σχετικός αναιρετικός λόγος. Υπό δε την εκδοχή ότι με τον λόγο αυτό, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 14 [ως προς το υπό στοιχείο (α) σκέλος του σχετικού ισχυρισμού] και 1 [ως προς το υπό στοιχείο (β) σκέλος του σχετικού ισχυρισμού] του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.

Και τούτο διότι α) οι διορισθέντες με την ίδια δικαστική απόφαση πραγματογνώμονες τελούν μεταξύ τους σε σχέση απλής (άρθρ. 74 του ΚΠολΔ) και όχι αναγκαστικής (άρθρ. 76 του ΚΠολΔ) ομοδικίας, αναφορικά με την αξίωση καταβολής της οφειλομένης αμοιβής και των εξόδων του καθένα από αυτούς από την από κοινού διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, εφόσον πρόκειται περί διαιρετής ενεργητικά παροχής (άρθρ. 480 του ΑΚ) και β) η διάταξη του άρθρου 173 παρ.3 του ΚΠολΔ περί προκαταβολής των εξόδων και τελών από τον διάδικο που προκαλεί διαδικαστική πράξη, περιλαμβανομένων επομένως της αμοιβής και των εξόδων του πραγματογνώμονα (άρθ. 189 παρ 1 περ.

δ του ΚΠολΔ), του οποίου η όρκιση προκλήθηκε από το διάδικο αυτό, ως επιμελέστερο, δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής στις δίκες καθορισμού τιμής μονάδας αποζημίωσης από απαλλοτρίωση, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ενόψει της ρύθμισης του άρθρου 18 παρ. 4 εδ.α του Ν. 2882/2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων" που ορίζει ότι η δικαστική δαπάνη βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση και επιδικάζεται από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τον παρόντα νόμο (παρόμοια και η ρύθμιση του άρθρου 17 παρ.4 του προηγούμενου Ν.

Δ/τος 797/1971), ρύθμιση που αποβλέπει στη μη φαλκίδευση της οφειλομένης στον καθού η απαλλοτρίωση πλήρους κατά το Σύνταγμα αποζημίωσης από την επιβάρυνση αυτού, έστω και με μέρος των εξόδων της διεξαχθείσας δίκης. Κατά συνέπεια η αμοιβή εκείνου που διορίσθηκε πραγματογνώμονας για τον προσδιορισμό της κατά τον κρίσιμο χρόνο αξίας των αναγκαστικώς απαλλοτριωθέντων ακινήτων, εφόσον ο διορισμός αυτός έγινε από το αρμόδιο δικαστήριο στο πλαίσιο της δίκης καθορισμού της τιμής μονάδας αποζημίωσης, πρέπει, ως μέρος της δικαστικής δαπάνης, να καταβληθεί ολόκληρη και ανεξαρτήτως έκβασης της δίκης από τον υπόχρεο για την καταβολή της αποζημίωσης διάδικο και άρα κατά του τελευταίου δικαιούται και οφείλει να απευθύνει την αγωγή του ο ενεργήσας την πραγματογνωμοσύνη προς λήψη της αμοιβής και των εξόδων αυτού, ανεξαρτήτως του εάν την όρκιση αυτού επιμελήθηκε ο αντίδικος του υποχρέου, ιδιοκτήτης του απαλλοτριουμένου ακινήτου (ΟλΑΠ 9/1996).

Κατ’ ακολουθία, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, ως υπόχρεο στην προκειμένη περίπτωση για την καταβολή της αποζημίωσης από απαλλοτρίωση ακινήτων, νομιμοποιείτο παθητικά στην κατ’ αυτού άσκηση της ένδικης αγωγής του αναιρεσίβλητου πραγματογνώμονα προς λήψη της αμοιβής και των εξόδων αυτού, ο οποίος διορίσθηκε στο πλαίσιο της ανοιγείσας δίκης για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης με την υπ’ αριθ. 4700/2007 μη οριστική απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου, είναι δε αδιάφορο, εάν την όρκιση αυτού επιμελήθηκαν οι τότε αντίδικοι του αναιρεσείοντος, ιδιοκτήτες της απαλλοτριωθείσας έκτασης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 1.1.2002 μετά την απάλειψη της φράσης "ή δεν διέταξε απόδειξη γι’ αυτά" με το άρθρο 17 παρ.2 του Ν. 2915/2001, λόγω της κατάργησης του κατά τα άρθρα 341 επόμ. του ΚΠολΔ συστήματος της διεξαγωγής των αποδείξεων με την έκδοση παρεμπίπτουσας (προδικαστικής) περί αποδείξεων απόφασης, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.

Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώληση δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι’ αυτά.

Δεν απαιτείται όμως η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 237/2016, ΑΠ 360/2016, ΑΠ 1935/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 273/1011, ΑΠ 1700/2009, ΑΠ 259/2007).

Περαιτέρω ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή όπου υπό την επίφαση αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της προσβαλλομένης απόφασης, απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο κατά το πρώτο αυτού σκέλος από τους αριθμούς 10 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι δέχθηκε χωρίς απόδειξη ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος για την διενέργεια της παρ’ αυτού διεξαχθείσας πραγματογνωμοσύνης απασχολήθηκε για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι ημερών, το οποίο απαιτούνταν σύμφωνα και με το υπ’ αριθ.

πρωτοκ. ...6.10.2009 έγγραφο της διεύθυνσης απαλλοτριώσεων, και προσδιόρισε το χρόνο απασχόλησης αυτού σε εβδομήντα ημέρες, χωρίς όμως ο χρόνος αυτός να αποδεικνύεται από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο και ιδίως από την κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρος απόδειξης και χωρίς ως προς το σημείο αυτό το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να αιτιολογεί ειδικότερα την κρίση του αυτή.

Επίσης με τον τρίτο, ωσαύτως από τους αριθμούς 10 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι προσδιόρισε χωρίς απόδειξη τις δαπάνες μετακίνησης του αναιρεσίβλητου με το ιδιωτικής χρήσης αυτοκίνητό του για τη διαδρομή Αθήνα - Παλλήνη, Πικέρμι [όπου τα απαλλοτριούμενα ακίνητα] και αντιστρόφως στο ποσό των 2.000 ευρώ, αν και ο τελευταίος δεν προσκόμισε αποδείξεις εφοδιασμού με βενζίνη από πρατήρια της περιοχής ή αποδείξεις διοδίων, ενώ ο ίδιος ζήτησε με την αγωγή του την καταβολή εξόδων για τις επί τόπου μεταβάσεις του στην περιοχή μόνο για 46 ημέρες και όχι για 70 συνολικά ημέρες.

Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ), το τελευταίο έλαβε υπόψη του τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν νόμιμα είτε προς πλήρη απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, προκειμένου να καταλήξει στην ουσιαστική του κρίση (βλ. 4ο φύλλο αυτής).

Μάλιστα στην προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνεται ειδικότερα και το περιεχόμενο των επί μέρους αποδεικτικών στοιχείων που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, περιλαμβανομένου και του πιο πάνω εγγράφου της διεύθυνσης απαλλοτριώσεων (βλ. φύλλα 6ο, 7ο) ως και οι επί μέρους σκέψεις του δικαστηρίου, βάσει των οποίων διαμόρφωσε την κρίση του ως προς το χρόνο απασχόλησης του αναιρεσίβλητου πραγματογνώμονα σε εβδομήντα ημέρες.

Επομένως δεν στοιχειοθετείται αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Ούτε ιδρύεται αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα ως προς το συνολικό χρόνο απασχόλησης του αναιρεσίβλητου και τις δαπάνες στις οποίες αυτός υποβλήθηκε για τις μετακινήσεις του με το ΙΧΕ αυτοκίνητό του στην περιοχή, όπου τα προς απαλλοτρίωση ακίνητα, εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα στην προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον τυχόν ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογίας.

Σημειώνεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση σε κανένα σημείο αυτής δεν δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος μετέβη επιτοπίως στην περιοχή, όπου βρίσκονται τα απαλλοτριούμενα ακίνητα όλες τις ημέρες, κατά τις οποίες αυτός απασχολήθηκε για τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης και τη σύνταξη του σχετικού πορίσματος, ως αβασίμως εκτίθεται στον σχετικό αναιρετικό λόγο.

Οι ίδιοι λόγοι, όπου υπό την επίφαση αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Περαιτέρω με τον δεύτερο κατά το δεύτερο αυτού σκέλος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι διαλαμβάνει αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον τρόπο υπολογισμού της οφειλομένης στον αναιρεσίβλητο πραγματογνώμονα αμοιβής σε 17.500 ευρώ (70 ημέρες εργασίας Χ 500 ευρώ ημερησίως = 35.000 ευρώ : 2 = 17.500 ευρώ), εφόσον δεν διευκρινίζεται σε αυτήν εάν ο επιμερισμός της αμοιβής σε καθένα από τους δύο (2) ορισθέντες πραγματογνώμονες αφορά τη χρονική διάρκεια απασχόλησης του αναιρεσίβλητου και του ετέρου ορισθέντος πραγματογνώμονα Δ.

Α., ήτοι τριάντα πέντε (35) ημέρες απασχόλησης του καθένα από αυτούς, ή αφορά στο ποσό της οφειλομένης στον καθένα πραγματογνώμονα ημερήσιας αποζημίωσης ύψους 250 (500 : 2) ευρώ. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, εφόσον υπό οιαδήποτε εκδοχή το προκύπτον οφειλόμενο στον αναιρεσίβλητο ποσό της αμοιβής αυτού για τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης είναι το ίδιο.

Ανεξαρτήτως των ανωτέρω, η προσβαλλομένη απόφαση ρητώς προσδιόρισε το χρόνο απασχόλησης του αναιρεσίβλητου σε εβδομήντα ημέρες, δεχθείσα στο φύλλο 6ο αυτής οπισθία σελίδα αυτής ότι "αποδείχθηκε ότι ο ενάγων [ήδη αναιρεσίβλητος] για τη διεκπεραίωση και ολοκλήρωση της πραγματογνωμοσύνης αφιέρωσε συνολικό χρονικό διάστημα 70 εργασίμων ημερών, στο οποίο εργάσθηκε κατανέμοντας τον χρόνο, κατά την κρίση του, αρχίζοντας από τις 15-1-2008, ημερομηνία της όρκισής του, μέχρι την κατάθεση της πραγματογνωμοσύνης 12-5-2009".

Με τη διάταξη του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ, ορίζεται ότι "Επί δικών μετά του Δημοσίου η περιλαμβανομένη εις τας αποδοτέας προς το νικώντα διάδικο δαπάνας αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του μειούται μέχρι του ημίσεως του ελαχίστου ορίου διατιμήσεως εκάστης ενεργείας, μη δυναμένης πάντως να υπερβή δι’ όλας τας καθ’ έκαστον βαθμόν δικαιοδοσίας πράξεις τας δώδεκα χιλιάδας χαρτίνας δραχμάς (παρ.1).

Εις τας δίκας μετά του Δημοσίου τα δικαστικά έξοδα συμψηφίζονται όλα α) όταν αμφότεροι διάδικοι είναι υπαίτιοι και β) όταν έκαστος διάδικος εν μέρει νικήσει και εν μέρει ηττηθεί (παρ.2). Αι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται και εις δίκας, εν αις διάδικος είναι Υπουργός ή Νομάρχης ή πρόσωπον του οποίου η νομική υπηρεσία διεξάγεται δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (παρ.3)".

Με το άρθρο 5 παρ.12 του Ν.1738/1987 ορίσθηκε ότι με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως αναπροσαρμόζονται τα χρηματικά ποσά, για τα οποία διαλαμβάνει (μεταξύ άλλων) και η παράγραφος 1 του άρθρου 31 του Ν. 427/1945 "περί κώδικος των περί Νομικού Συμβουλίου διατάξεων", όπως κωδικοποιήθηκε από το Β.Δ.

της 7/20 Ιουν. 1957 (άρθρο 22 Ν. 3693/1957). Κατ’ εξουσιοδότηση της τελευταίας αυτής διάταξης εκδόθηκε η υπ’ αριθμό 134423/8.12.1992/20.1.1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β 11/20.1.1993) με την οποία η αποδοτέα στον διάδικο αμοιβή του πληρεξουσίου του δικηγόρου αναπροσαρμόσθηκε με την παρ.2 του άρθρου μόνου αυτής στο ποσό των 100.000 δραχμών.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι στην περίπτωση άσκησης αγωγής με διάδικο το Ελληνικό Δημόσιο, η δικαστική δαπάνη συμψηφίζεται υποχρεωτικά, εάν η αγωγή αυτή γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν κατά ένα μόνο μέρος και απορριφθεί κατά τα λοιπά, οπότε έκαστος των διαδίκων νικά και ηττάται εν μέρει, σύμφωνα με την παρ, 2 εδ, β του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957.

Επιδίκαση δικαστικής δαπάνης μέχρι του ποσού των 100.000 δραχμών (ήδη 293 ευρώ κατά τα άρθρα 3 παρ.1, 4 και 5 παρ. 4 του Ν. 2943/2001) σύμφωνα με την παρ. 1 του ιδίου άρθρου επιτρέπεται μόνο στην περίπτωση ολικής νίκης του διαδίκου ή του Ελληνικού Δημοσίου σε βάρος του ηττηθέντος αντιδίκου του. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ.

α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013, Ολ.ΑΠ 7/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα που επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την με αριθμό 84/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αναγνώρισε ότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο το συνολικό ποσό των 53.000 ευρώ [50.000 ευρώ ως αμοιβή αυτού και 3.000 ευρώ για δαπάνες μετακίνησης] για την διενεργηθείσα από τον τελευταίο πραγματογνωμοσύνη, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, πλέον 10.070 ευρώ για αναλογούντα ΦΠΑ, υπό την προϋπόθεση έκδοσης του σχετικού φορολογικού παραστατικού, κατά μερική παραδοχή ως κατ’ ουσία βάσιμης της από 18.6.2010 και με αριθμό κατάθεσης .../2010 αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, με την οποία ζητείτο η επιδίκαση ποσού 232.777,46 ευρώ (περιλαμβανομένου του ΦΠΑ) ως αμοιβή για τη διενεργηθείσα από αυτόν πραγματογνωμοσύνη, πλέον 5.331,20 ευρώ για δαπάνες μετακίνησης, με το νόμιμο τόκο από την κατάθεση της πραγματογνωμοσύνης, άλλως από την επίδοση της αγωγής.

Με την ίδια απόφαση το πρωτοβάθμιο δικαστήριο συμψήφισε τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων. Κατά της απόφασης αυτής το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 11.6.2012 και με αριθ. κατάθ. .../2012 έφεση αυτού, με την οποία ζήτησε την απόρριψη της αγωγής στο σύνολό της. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του, η οποία εκδόθηκε ερήμην του ενάγοντος και τότε εφεσίβλητου [ήδη αναιρεσίβλητου], κατά μερική παραδοχή της ανωτέρω έφεσης ως βάσιμης κατ’ ουσία, εξαφάνισε την εκκαλουμένη με αριθμό 84/2012 απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου [κατά το μέρος που αυτή είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή], κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας στην ουσία της την ως άνω από 18.6.2010 αγωγή δέχθηκε αυτήν κατά ένα (μικρότερο) μέρος και αναγνώρισε ότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο το συνολικό ποσό των 19.500 ευρώ [17.500 ευρώ ως αμοιβή αυτού και 2.000 ευρώ για δαπάνες μετακίνησης] για την διενεργηθείσα από τον τελευταίο πραγματογνωμοσύνη, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Με την ίδια απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο επέβαλε σε βάρος του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, τα οποία καθόρισε στο ποσό των 1.000 ευρώ, λόγω της μερικής ήττας και νίκης του εκκαλούντος. Με την κρίση του αυτή αναφορικά με την καταδίκη του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου σε μέρος των δικαστικών εξόδων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε την διάταξη του άρθρου 22 παρ.2 εδ.

β του Ν. 3693/1957, την οποία δεν εφάρμοσε, αν και ήταν εφαρμοστέα στην κρινόμενη περίπτωση, εφόσον ο συμψηφισμός των δικαστικών εξόδων ήταν υποχρεωτικός, λόγω της μερικής ήττας και νίκης των διαδίκων, που αμφότεροι παρέστησαν κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό. Επομένως ο περί τούτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τέταρτος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει, κατά μερική παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, απορριπτομένης αυτής κατά τα λοιπά, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση μόνο ως προς τη διάταξη αυτής περί επιβολής μέρους των δικαστικών εξόδων ύψους 1.000 ευρώ σε βάρος του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου. Ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, πρέπει κατ’ εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδ.

α του ΚΠολΔ να κρατηθεί αυτή και δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα, στη συνέχεια δε να συμψηφισθεί στο σύνολό της η δικαστική δαπάνη και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας. Ζήτημα επιβολής δικαστικών εξόδων σε βάρος του απολιπομένου αναιρεσίβλητου ως προς την ανοιγείσα με την αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου δίκη, λόγω μερικής παραδοχής αυτής, δεν γεννάται στην προκειμένη περίπτωση, ενόψει της ως άνω ρύθμισης του άρθρου 22 παρ.2 του Ν. 3693/1957.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθ. 3508/30.7.2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών μόνο κατά τη διάταξη αυτής περί επιβολής μέρους των δικαστικών εξόδων σε βάρος του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της μερικής νίκης και ήττας αυτού, και απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 21.3.2016 και με αριθμό ... αίτηση αναίρεσης κατά της εν λόγω απόφασης.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό.

Συμψηφίζει στο σύνολό της την δικαστική δαπάνη και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ