Legislator Case Law & Legislation
1774/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring judgment, ruling appeal grounds legally unfounded.

Case Number 1774/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final judgment issued under the voluntary jurisdiction procedure for debt restructuring. The appellant argued that the lower court erred in rejecting claims of fraudulent inducement, but the court found no evidence of deception regarding the borrowers's creditworthiness. Consequently, the court held that the appeal lacked merit and ordered the return of the appeal bond.

Legislator headnote

AI generated

Articles 739-741 of the Code of Civil Procedure; Article 15 of Law 3869/2010; Article 14 of Law 3869/2010: A final judgment rendered in absentia under the special procedure of voluntary jurisdiction for debt restructuring does not require a prior annulment ruling before being subject to appeal, and an appeal based on unfounded allegations of fraud without proof is inadmissible.

Keywords

AI generated
voluntary jurisdiction debt restructuring annulment procedure fraudulent inducement final judgment in absentia appeal admissibility creditor protection

Cited Legislation

AI generated
Articles 739 to 741 of the Code of Civil Procedure
Article 15 of Law 3869/2010
Article 14 of Law 3869/2010
Article 1 paragraph 1 of Law 3869/2010
Article 330 of the Civil Code
Article 27 paragraph 1 of the Penal Code
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 8 paragraph 6 of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
AP 67/2020
Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring ruling, upholding lower court's factual assessment of insolvency. The court rejects the appellant's claim of fraudulent evasion of debt. The decision confirms that the lower court did not violate substantive law by rejecting the fraud argument. The appeal is inadmissible as it attacks the court's evaluation of evidence. The ruling emphasizes that the lower court's factual findings are not subject to appellate review. The court concludes that the appellant failed to prove the required elements for debt restructuring. The decision upholds the original judgment on debt restructuring matters. The appeal is dismissed due to lack of legal grounds. The court maintains the lower court's decision on the debt restructuring case.
AP 508/2020
Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, rejecting ground 5 of Art. 560 CPD in insolvency proceedings.
AP 59/2021
Supreme Court allows appeal against default judgment, remanding case for retrial due to insufficient evidence on debt impact.
AP 156/2018
Supreme Court dismisses appeal on debt restructuring law grounds, citing insufficient evidence of fraudulent insolvency.
AP 755/2018
Supreme Court allows appeal against debt restructuring decision, remanding case for further trial on insolvency grounds.
AP 634/2019
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-8-2012 αίτηση του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κρεστένων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26/2014 οριστική του Ειρηνοδικείου Πύργου και 332/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-1-2018 αίτησή της.
AP 65/2017
Supreme Court dismisses bank's appeal against debt restructuring court ruling due to procedural defects and lack of legal grounds.
AP 52/2019
Supreme Court dismisses appeal against final judgment in voluntary jurisdiction case due to procedural inadmissibility and lack of reviewable errors.
AP 1400/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1774 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1774/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Απριλίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και ήδη "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην ως άνω από 14-3-2022 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσείουσας.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. - Α. Χ. του Ι., 2) Ε. Α. του Χ., κατοίκων Αμαλιάδας, 3) ΟΤΑ (ΝΠΔΔ) με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΗΛΙΔΑΣ", που εδρεύει στην Αμαλιάδα και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 1ος και 2η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωκράτη Καλύβα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ ο 3ος και η 4η δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-12-2015 αίτηση των ήδη 1ου και 2ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αμαλιάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 39/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 69/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-9-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και οι 1ος και 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη, από 24-9-2019 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1/2019, αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 69/2019 απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδος, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην της τρίτης των εφεσιβλήτων και ήδη τρίτης των αναιρεσιβλήτων ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ".

Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται παραδεκτά και εναντίον αυτής, διότι, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακολούθως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 67/2020, ΑΠ 508/2020).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωσή προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ.

β` και γ` του ΚΠολΔ, η οποία, κατ` άρθρο 575 εδ. β` του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Κατά την έννοια της τελευταίας διάταξης η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ` αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση για τη μετ` αναβολή δικάσιμο του απολειπόμενου διαδίκου, όταν ο τελευταίος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή (ΑΠ 3/2021, ΑΠ 805/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τις με αριθμ. 5464Β/25-5-2020 και 10214Δ/1-6-2020 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών στα Εφετεία Πατρών και Πειραιά Γεωργίας Ζουλινάκη και Νικόλαου Κατσιβάρδα, αντίστοιχα, που προσκομίζει η αναιρεσείουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει ότι, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 24-9-2019 (αριθμ.

εκθ. καταθ. 1/2019) αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο της 5-3-2021, επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στην τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων "Δήμο 'Ηλιδας" και την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα Ελλάδος ΑΕ", αντίστοιχα.

Η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, ματαιώθηκε, λόγω της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των Δικαστηρίων στο πλαίσιο λήψης μέτρων για την αντιμετώπιση της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19[άρθρ. 83 παρ. 1 του ν. 4790/2021 (ΦΕΚ 48/Α/31-3-2021)] και επαναπροσδιορίστηκε, αυτεπαγγέλτως, για την δικάσιμο της 15-10-2021, με πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 83 παρ. 2 και 3 του ν. 4760/2021.

Κατά την ως άνω δικάσιμο, η συζήτηση της υποθέσεως ματαιώθηκε εκ νέου "λόγω των αιφνιδίων και εκτάκτων καιρικών φαινομένων της 15-10-2021", σύμφωνα με την με αριθμ. 45298/15-10-2021 απόφαση [ΦΕΚ Β'4762/15-10-2021] του Υπουργού Δικαιοσύνης περί αναστολής λειτουργίας Δικαστηρίων και Εισαγγελιών της Περιφέρειας Αττικής και επαναπροσδιορίστηκε, αυτεπαγγέλτως, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο [1-4-2022], με πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 39.

Κατά συνέπεια, αφού οι ως άνω τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ., που εφαρμόζεται, κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην διαδικασία της αναιρετικής δίκης και εφ' όσον για τη σημερινή δικάσιμο δεν ήταν απαραίτητη η ιδιαίτερη κλήτευσή τους, δεδομένου ότι η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο έγινε από το γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, κατ' άρθρο 226 παρ. 4 εδ.

β` και γ`του ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/ 2010, όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με τις παρ. 3 και 4 του άρθρου 2 του ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/14-8-2015, καθόσον η ένδικη αίτηση κατατέθηκε στις 30-12-2015, "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες), δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή".

Η προϋπόθεση της έλλειψης πτωχευτικής ικανότητας διατυπώνεται από τον νομοθέτη αρνητικά. Το σχετικό αρνητικό γεγονός δεν είναι κατ` αρχήν απαραίτητο να διαλαμβάνεται στην αίτηση ως στοιχείο της ενεργητικής νομιμοποίησης. Σύμφωνα με το σκοπό του νόμου, στη ρύθμιση αυτού υπάγονται μόνο φυσικά πρόσωπα και μάλιστα πρόσωπα που δεν ασκούν αυτοτελή οικονομική δραστηριότητα, η οποία να τους προσδίδει την ιδιότητα του εμπόρου.

Υπάγονται επίσης και όσοι ήταν έμποροι αλλά έπαυσαν την εμπορία ή την οικονομική τους δραστηριότητα χωρίς κατά την παύση αυτή να έχουν παύσει και τις πληρωμές τους (άρθρ. 2 παρ. 3 ΠτΚ), δηλαδή εντάσσονται στο ν. 3869/2010 αν έπαυσαν να έχουν εμπορική ιδιότητα, συνέχισαν τις πληρωμές και έπειτα περιήλθαν σε αδυναμία πληρωμών.

Ακόμη υπάγονται και οι "μικρέμποροι", για τους οποίους το κέρδος από την άσκηση εμπορικών πράξεων αποτελεί αμοιβή του σωματικού τους μόχθου και κόπου και όχι κερδοσκοπικής δραστηριότητας, όπως είναι π.χ. η μοδίστρα, ο μικροπωλητής σε υπαίθριες και λαικές αγορές, ο πλανόδιος λαχειοπώλης, οι κατασκευαστές-πωλητές ειδών τέχνης κλπ, καθόσον αυτοί είναι βιοπαλαιστές έτοιμοι να τραπούν σε άλλα βιοποριστικά επαγγέλματα από εποχή σε εποχή και επομένως δεν έχουν κατά τα ισχύοντα στον ΠτΚ πτωχευτική ικανότητα.

Στο πρόσωπο των χαρακτηριζόμενων ως μικρεμπόρων δεν συντρέχουν ανάληψη κινδύνου, σημαντικό επενδυμένο κεφάλαιο, τέτοια έκταση δραστηριότητας και δομή λειτουργίας που να παραπέμπουν σε εμπορική δραστηριότητα με σκοπό το κέρδος. Κριτήρια αποτελούν ως εκ τούτου ιδίως η έλλειψη καταστήματος ή εμπορικής επιχειρήσεως, η απουσία απασχολήσεως προσωπικού και η προσωπική ενασχόληση του οφειλέτη, η απουσία ιδιαίτερου εξοπλισμού και επενδύσεως κεφαλαίου σε εγκαταστάσεις και ο μικρός κύκλος εργασιών.

Τον χαρακτηρισμό του μικροεμπόρου μπορεί να τον επικαλεστεί και να τον αποδείξει ο ίδιος ο οφειλέτης. Αντιθέτως δεν υπάγονται στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 οι οφειλέτες, οι οποίοι, κατά το χρόνο της παύσης των πληρωμών, είχαν την εμπορική ιδιότητα (αν έπαυσαν τις πληρωμές όταν ήταν ακόμα έμποροι τότε απορρίπτεται η αίτηση).

Η εμπορική ιδιότητα, είτε υφιστάμενη είτε αναγόμενη στο παρελθόν, κατά το χρονικό όμως σημείο κατά το οποίο έπαυσαν οι πληρωμές, είναι η προϋπόθεση που προσδίδει πτωχευτική ικανότητα στο φυσικό πρόσωπο, αποκλείοντας την υπαγωγή του στο πεδίο εφαρμογής του ως άνω νόμου. Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠτΚ (ν. 3588/ 2007) πτωχευτική ικανότητα έχουν οι έμποροι.

Σύμφωνα με το άρθρο 1 του ΕμπΝ και τη διδασκαλία του εμπορικού δικαίου, έμπορος είναι ο κατά σύνηθες επάγγελμα ασκών εμπορικές πράξεις. Οι έμποροι επομένως, για τους οποίους μάλιστα βάσει του όρθρου 8 παρ. 2 του Διατάγματος 1835 περί της αρμοδιότητας των εμποροδικείων ισχύει το τεκμήριο της εμπορικότητας, σύμφωνα με το οποίο όλες οι συναλλαγές που γίνονται από τον έμπορο τεκμαίρεται ότι γίνονται χάριν της εμπορίας του, αποκλείονται από την εφαρμογή του ν. 3869/2010, στη ρύθμιση του οποίου, συνεπώς, δεν υπάγονται ούτε τα ιδιωτικά χρέη του εμπόρου.

Γι`αυτούς, σε περίπτωση αδυναμίας εκπλήρωσης των ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεών τους κατά τρόπο γενικό και μόνιμο (παύση πληρωμών), ισχύουν οι ρυθμίσεις του ν. 3588/2007 (ΠτΚ) και όχι εκείνες του ν. 3869/2010. Άρα, κρίσιμο ζήτημα ως προς την εφαρμογή του Ν. 3869/2010 αποτελεί η ιδιότητα του αιτούντος οφειλέτη ως εμπόρου ή μη, κυρίως κατά το χρόνο υποβολής της σχετικής αιτήσεως, και όχι η εμπορικότητα ή μη του επίμαχου χρέους (ΑΠ 3/2021, ΑΠ 611/2020, ΑΠ 804/2019, ΑΠ 550/2019, ΑΠ 1215/2018, ΑΠ 1208/2017).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010 οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει όμως εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 3/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 550/ 2019).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 5 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης.

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ 3/2021, ΑΠ 550/2020, ΑΠ 989/2018). Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδος, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη 69/2019 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 του ν. 3869/2010, 739 ΚΠολΔ), δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ''.......

οι αιτούντες, σύζυγοι, ηλίκιας 41 και 39 ετών, διαμένουν στην πόλη της ... σε ακίνητο ιδιοκτησίας του πρώτου των αιτούντων, το οποίο αποτελεί την κύρια οικογενειακή τους κατοικία. Έχουν αποκτήσει ένα ανήλικο αβάπτιστο άρρεν τέκνο, ηλικίας 17 μηνών, η δε δευτέρα αιτούσα διανύει τον πέμπτο μήνα κύησης, στο δεύτερο τέκνο τους.

Ο πρώτος των αιτούντων, είναι άνεργος και περιστασιακά εργάζεται, όπου βρει, αποκερδαίνοντας το ποσό των 300 ευρώ, το οποίο, όμως, δεν αποτελεί σταθερό και μόνιμο μηνιαίο εισόδημα. Συντηρεί την οικογένειά του, με την οικονομική βοήθεια που του παρέχει ο ξάδελφος του Ι. Γ. του Α., ο οποίος κατέθεσε ενόρκως ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ο οποίος τον συνδράμει οικονομικά, καταβάλοντάς του ποσά ύψους 300-400 ευρώ, σε τακτά χρονικά διαστήματα.

Ο πρώτος των αιτούντων διατηρούσε επιχείρηση εμπορίας ποτών μέχρι το έτος 2012, οπότε και διεκόπη η λειτουργία της επιχείρησης, αφενός λόγω της οικονομικής κρίσης που πλήττει τη χώρα και αφετέρου λόγω του θανάτου του πατέρα του Ι. Χ., που έλαβε χώρα στις 27.4.2012, όπως προκύπτει από το ακριβές φωτοαντίγραφο της υπ' αριθμ. ...

ληξιαρχικής πράξης θανάτου. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ουσιαστικά, την ανωτέρω επιχείρηση λειτουργούσε ο θανών ανωτέρω πατέρας του αιτούντος, η δε ως άνω επιχείρηση, αν και απέφερε, αρχικώς, κατά την έναρξη της λειτουργίας της περί το έτος 1990, ικανοποιητικά κέρδη, τα τελευταία έτη και ιδίως πριν το έτος 2012 εμφάνισε ζημίες.

Μάλιστα, δεν επρόκειτο περί οργανωμένης επιχείρησης με σοβαρή επένδυση κεφαλαίου και απασχόληση προσωπικού, αλλά ουσιαστικώς επρόκειτο για οικογενειακή επιχείρηση, στην οποία απασχολούντο ο αιτών και ο πατέρας του, τα δε εισοδήματα που αποκέρδαινε ο αιτών, αποτελούσαν περισσότερο αμοιβή του σωματικού του μόχθου, με τη διανομή ποτών σε διάφορες επιχειρήσεις και όχι κερδοσκοπική δραστηριότητα με ανάληψη ιδιαιτέρων επιχειρηματικών κινδύνων.

Συνεπώς, ο πρώτος των εκκαλούντων ανήκει στην κατηγορία των μικροεμπόρων και σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, δεν έχει πτωχευτική ικανότητα και μπορεί να υπαχθεί στις ευεργετικές διατάξεις του νόμου 3869/2010. Άλλωστε σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι ήταν έμπορος, κατά το χρόνο λειτουργίας της επιχείρησής του, ήτοι μέχρι το έτος 2012, εντούτοις αυτός δεν είχε προβεί σε παύση των πληρωμών του, καθόσον εξακολουθούσε να εκπληρώνει τις οικονομικές του υποχρεώσεις προς τις πιστώτριες τράπεζες, όπως προκύπτει από την από 2.1.2013 βεβαίωση ετησίων καταβολών στεγαστικού δανείου με καταβληθείσες δόσεις 5.891 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1.1.2012 έως 31.12.2012 της δευτέρας των καθών πιστώτριας τράπεζας.

Συνεπώς, εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι ο πρώτος των αιτούντων μπορεί να υπαχθεί στις ευεργετικές διατάξεις του νόμου 3869/2010, καθόσον κατά το χρόνο κατάθεσης της υπό κρίση αίτησης δεν διέθετε την πτωχευτική ικανότητα, γενομένου δεκτού του λόγου έφεσης. Η δευτέρα των αιτούντων δεν εργάζεται, καθόσον αδυνατεί να εργασθεί λόγω της ανωτέρω αναφερόμενης εγκυμοσύνης της και συνεπώς τα μόνα εισοδήματα που εισφέρονται στην οικογένεια των αιτούντων προέρχονται είτε από την οικονομική βοήθεια του εξαδέλφου του πρώτου των αιτούντων, ύψους 300-400 ευρώ, είτε από διάφορες εποχιακές εργασίες, του ενάγοντος (όποτε βρίσκει εργασία), ύψους 300 περίπου ευρώ.

Επιπλέον, από τα εκκαθαριστικά σημειώματα των ετών 2014, 2015 και 2016, προκύπτει ότι οι αιτούντες έχουν δηλώσει μηδενικά ετήσια εισοδήματα, γεγονός που αποδεικνύει την δυσμενέστατη οικονομική κατάσταση, στην οποία βρίσκονται. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης οι αιτούντες είχαν αναλάβει από τους πιστωτές τους τα κάτωθι αναφερόμενα χρέη, τα οποία θεωρούνται, κατά πλάσμα του νόμου σύμφωνα με το άρθ. 6 παρ. 3 ν. 3869/2010, με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης, με εξαίρεση το εμπραγμάτως ασφαλισμένο δάνειο, του οποίου ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της απόφασης (άρθ. 6 παρ. 3 ν. 3869/10).

Ειδικότερα, ο πρώτος των αιτούντων οφείλει: α) στο πρώτο των καθών, το ποσό των 12.260 ευρώ για δημοτικούς φόρους και β) στην δευτέρα των πιστωτριών εφεσίβλητη: ί) το ποσό των 40.674,48 ευρώ, από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου και ii) το ποσό των 53.741,02 ευρώ, από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση δανείου, για την οποία έχει εγγραφεί προσημείωση υπέρ της δευτέρας των καθών πιστώτρια τράπεζα.

Αναφορικά, όμως, για τα χρέη του αιτούντος προς το πρώτο των καθών λεκτέα είναι τα ακόλουθα: Στο πεδίο εφαρμογής του νόμου 3869/2010 εμπίπτουν όλα τα χρέη έναντι οποιουδήποτε δανειστή. Τα μόνα χρέη που εξαιρούνται ορίζονται στο άρθρο 1 παρ. 2 του νόμου αυτού, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 15 του άρθρου 20 του ν.4019/2011, απαρίθμηση η οποία είναι περιοριστική.

Πρόκειται συγκεκριμένα για τέσσερις κατηγορίες χρεών, μεταξύ των οποίων τα χρέη από δάνεια που χορηγήθηκαν από φορείς κοινωνικής ασφάλισης σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 15 και 16 του ν.3586/2007, καθώς και τα χρέη από διοικητικά πρόστιμα, χρηματικές ποινές, φόρους και τέλη προς το Δημόσιο και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού, τέλη προς Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου και εισφορές προς οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης.

Συνεπώς, η απαίτηση του τρίτου των καθών Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Δήμος Ήλιδας" δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του νόμου 3869/2010 και πρέπει η αίτηση των αιτούντων να απορριφθεί ως αβάσιμη, αναφορικά με το τρίτο των καθ ων. Η δευτέρα των αιτούντων οφείλει: α) στην τρίτη των καθών πιστώτρια τράπεζα i) το ποσό των 4.698,70 ευρώ από την υπ' αριθμ. ...

σύμβαση πιστωτικής κάρτας, ii) το ποσό των 4.668,49 ευρώ, από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας, iii)το ποσό των 0,30 λεπτών, από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας και β)στην δευτέρα των καθών πιστώτρια τράπεζα: iν) το ποσό των 20.088,03 ευρώ, από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου, ν) το ποσό των 64,63 ευρώ, από την υπ' αριθμ....

σύμβαση πιστωτικής κάρτας και νΐ)το ποσό των 619,95 ευρώ, από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας. Συνολικά οι οφειλές του πρώτου των αιτούντων ανέρχονται στο ποσό των 94.415,5 ευρώ και της δευτέρας των αιτούντων στο ποσό των 30.139,74. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι αιτούντες τα τελευταία έτη, έχουν περιέλθει σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία να εκπληρώσουν τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές τους, οι οποίες απορρέουν από τις ανωτέρω συμβάσεις με τις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες, η αδυναμία τους δε αυτή δεν οφείλεται σε δόλο, αλλά στη δραστική μείωση των εισοδημάτων τους που επήλθε λόγω της διακοπής των εργασιών της οικογενειακής επιχείρησης εμπορίας ποτών και του θανάτου του πατέρα του πρώτου των αιτούντων λόγω καρκίνου, ο οποίος ουσιαστικά λειτουργούσε την ανωτέρω επιχείρηση, που είχε ως επακόλουθο την ανεργία τους σε συνδυασμό με την κύηση της δευτέρας των αιτούντων, την αντιστρόφως ανάλογη αύξηση του κόστους ζωής και τα φοροεισπρακτικά και λοιπά δημοσιονομικά μέτρα των τελευταίων ετών.

Ως εκ τούτου, η σχέση ρευστότητας των αιτούντων προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές τους, αφού ληφθούν υπόψη και οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών τους (οι οποίες δαπάνες διαβίωσης ανέρχονται για αμφότερους τους αιτούντες συνολικά στο ποσό των 700 ευρώ) είναι αρνητική, υπό την έννοια ότι η ρευστότητά τους δεν τους επιτρέπει να ανταποκριθούν στον όγκο των οφειλών τους και συνάμα στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών τους, η δε αρνητική αυτή σχέση μεταξύ της ρευστότητας και των οφειλών τους δεν αναμένεται να βελτιωθεί στο εγγύς μέλλον, καθόσον οι μηνιαίες βιοτικές ανάγκες τους δεν προβλέπεται να περιοριστούν, αντιθέτως θα αυξηθούν με τη γέννηση του δεύτερου τέκνου τους, ενώ παράλληλα οι δανειακές τους υποχρεώσεις αυξάνονται συνεχώς λόγω της επιβάρυνσης των δανειακών συμβάσεων με τόκους υπερημερίας, απορριπτομένης ως ουσία αβάσιμης της σχετικής ένστασης των εφεσίβλητων πιστωτριών, περί δόλιας περιέλευσης σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών των ληξιπροθέσμων υποχρεώσεων τους.

Άλλωστε, οι καθών πιστώτριες, τις οποίες βαρύνει η απόδειξη του ανωτέρω ισχυρισμού τους, δεν επικαλούνται ούτε αποδεικνύουν ότι οι αιτούντες τους εξαπάτησαν ή τους παραπλάνησαν αναφορικά με την πιστοληπτική τους ικανότητα, κατά τη σύναψη των ανωτέρω δανειακών συμβάσεων. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος των αιτούντων έχει στην πλήρη κυριότητα του ένα διαμέρισμα (Δ4+Δ5 81 τ.μ.+31 τ.μ.

ενοποιημένο) στον 4° όροφο οικοδομής που βρίσκεται στην πόλη της ..., επί της οδού .... Το ανωτέρω ακίνητο κείται εντός οικοπέδου επιφανείας 1.319 τ.μ., σύμφωνα με το από Οκτωβρίου 1983 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Γεωργίου Μανωλόπουλου, το οποίο είναι προσαρτημένο στο υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Αμαλιάδας Ιωάννας Αιώση - Πασσά και συνορεύει γύρωθεν, ανατολικά επί πλευράς Ε-Ζ μήκους 21.90 τ.μ.

με ιδιοκτησία Κ. Κ. εν μέρει και εν μέρει επί πλευράς Γ-Δ μήκους 17.90 τ.μ. με ιδιοκτησία Ε. Μ., δυτικά επί πλευράς Α-Β μήκους 28,60 τ.μ. με τη δημοτική οδό ..., βόρεια εν μέρει και επί της πλευράς Β-Γμήκους 28,20 τ.μ. με ιδιοκτησία Κ. και ιδιοκτησία Δ. Ν. και εν μέρει επί πλευράς Δ-Ε μέτρων 17,25 τ.μ. με ιδιοκτησία Ε. Μ. και νότια επί πλευράς Α-Ε-Ζ μέτρων 52,10 τ.μ.

με την δημοτική οδό .... Ο πρώτος των αιτούντων απέκτησε το ανωτέρω ακίνητο δυνάμει των υπ' αριθμ. ... και ... συμβολαίων γονικής παροχής του Συμβολαιογράφου Αμαλιάδας Πέτρου Τσάγκα, η δε αντικειμενική αξία αυτού ανέρχεται στο ποσό των 46.368 ευρώ. Περαιτέρω, δεν αποκλείεται η εμφάνιση στην πράξη ακραίων ή εξαιρετικών περιπτώσεων οφειλετών, οι οποίοι έχουν πραγματική αδυναμία καταβολών και ελάχιστου ακόμη ποσού.

Τούτο ενδεικτικά μπορεί να συμβεί σε περίπτωση χρόνιας χωρίς υπαιτιότητα του οφειλέτη ανεργίας, σοβαρών προβλημάτων υγείας του ίδιου ή άλλου μέλους της οικογένειάς του, ανεπαρκούς εισοδήματος για την κάλυψη στοιχειωδών βιοτικών αναγκών ή άλλων λόγων ισοδύναμης βαρύτητας. Τέτοιες περιπτώσεις λαμβάνει υπ' όψιν ο νομοθέτης και επιχειρεί ειδική ρύθμιση στην παρ. 5 του άρθ. 8 του Ν. 3869/2010.

Σε αυτές τις περιπτώσεις δεν τηρείται ο κανόνας που επιβάλλεται με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, αλλά επιτρέπεται στο δικαστήριο να καθορίζει μηνιαίες καταβολές μικρού ύψους ή και μηδενικές ακόμη καταβολές κατά τη διατύπωση του νόμου. Το δικαστήριο προβαίνοντας σε εφαρμογή της διάταξης του εδ. α' της παρ. 5 του άρθρ. 8 του άνω νόμου, ορίζει με την ίδια απόφαση νέα δικάσιμο που απέχει από την προηγούμενη όχι λιγότερο από πέντε (5) μήνες για επαναπροσδιορισμό των μηνιαίων καταβολών.

Στη νέα αυτή δικάσιμο είτε επαναλαμβάνει την προηγούμενη απόφασή του είτε προσδιορίζει εκ νέου τις καταβολές προς τα πάνω ή προς τα κάτω, αν συντρέχει περίπτωση. Για τη νέα δικάσιμο οι διάδικοι (οφειλέτης-πιστωτές) ενημερώνονται με δική τους επιμέλεια. Από τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρ. 8 του άνω νόμου, δηλαδή προκύπτει ότι με τον καθορισμό μηδενικών ή μικρού ύψους καταβολών από το δικαστήριο δεν εκκαθαρίζεται οριστικά το θέμα της απαλλαγής του οφειλέτη από τα χρέη, αλλά αναμένεται η παρέλευση του ορισθέντος διαστήματος των τριών (3) ετών (ν. 4336/2015) και έλεγχος μήπως μέσα στο διάστημα αυτό αλλάξουν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη και τα τυχόν εισοδήματά του, που θα δικαιολογήσουν νέο προσδιορισμό του ύψους των καταβολών (........).

Σύμφωνα με τα προλεχθέντα, συντρέχουν στο πρόσωπο των αιτούντων οι προϋποθέσεις για την ένταξή τους στις ρυθμίσεις του νόμου 3869/2010. Έτσι η ρύθμιση των χρεών τους θα γίνει κατά πρώτο λόγο με μηνιαίες καταβολές επί τρία χρόνια, που θα αρχίζουν αμέσως από τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης (άρθ. 8 παρ. 2 ν. 3869/2010, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το ν. 4336/2015).

Όσον αφορά το ειδικότερο περιεχόμενο της ρύθμισης αυτής, όπως προαναφέρθηκε, συντρέχουν στο πρόσωπο των αιτούντων εξαιρετικές περιστάσεις και συγκεκριμένα χρόνια ανεργία και ανεπάρκεια εισοδήματος για την κάλυψη των βασικών βιοτικών αναγκών τους, γι' αυτό θα πρέπει, εφόσον διατυπώνεται με την υπό κρίση αίτηση και σχετικό αίτημα, κατ' εφαρμογήν της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 5 του ν. 3869/2010, να οριστούν μηδενικές καταβολές συγχρόνως δε να οριστεί νέα δικάσιμος η 18 Νοεμβρίου 2019, προκειμένου να ελεγχθεί η τυχόν μεταβολή της περιουσιακής τους κατάστασης και των εισοδημάτων τους και να προσδιοριστούν ενδεχομένως μηνιαίες καταβολές.

Σημειώνεται ότι με την υπ' αριθμ. ... προσωρινή διαταγή της Ειρηνοδίκου Μυρτουντίων ορίστηκαν μηδενικές προσωρινές μηνιαίες καταβολές των αιτούντων προς τις πιστώτριές τους μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της κρινόμενης αίτησης, οι οποίες θα πρέπει να συνυπολογιστούν ως προς το χρόνο και το ποσό τους στη ρύθμιση του άρθ. 8 παρ. 2 (άρθ. 5 παρ. 3 και 9 παρ. 5 μετά το ν. 4336/2015).

Έτσι μετά το συνυπολογισμό του χρόνου των 5 μηνών των προσωρινών καταβολών, ο χρόνος της οριστικής ρύθμισης περιορίζεται σε 2 χρόνια και 7 μήνες. Η επανεξέταση της υπόθεσης στα πλαίσια της ρύθμισης του άρθρου 8 παρ. 2 και 5 και ο τυχόν ορισμός μεγαλύτερων μηνιαίων καταβολών δεν πρόκειται να επηρεάσει τη ρύθμιση για εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας, λόγω του ύψους του χρέους του πρώτου των αιτούντων από το οποίο μέρος του ικανοποιείται στα πλαίσια της ρύθμισης του άρθ. 9 παρ. 2, σε βαθμό που καθιστά αδύνατη την πλήρη ικανοποίηση των μετεχουσών πιστωτριών σε περίπτωση ορισμού καταβολών στα πλαίσια της ρύθμισης του άρθ. 8 παρ. 2 του νόμου κατά την επανεξέταση της υπόθεσης.

Για το λόγο αυτό το δικαστήριο θα πρέπει να προχωρήσει στη ρύθμιση της διάσωσης της κατοικίας του, του άρθ. 9 παρ. 2 και στον ορισμό μηνιαίων καταβολών, με ταυτόχρονο ορισμό περιόδου χάριτος. Έτσι ο πρώτος των αιτούντων θα πρέπει να ενταχθεί στη ρύθμιση του άρθ. 9 παρ. 2 για μηνιαίες καταβολές προκειμένου να εξαιρεθεί από την εκποίηση η ως άνω περιγραφόμενη κύρια κατοικία του, με την καταβολή ποσού ίσου με το 80% της αντικειμενικής της αξίας, η καταβολή του οποίου είναι υποχρεωτική από το νόμο (......).

Η αντικειμενική της αξία ανέρχεται, όπως προαναφέρθηκε, στο ποσό των 46.368 ευρώ. Στα πλαίσια λοιπόν της ρύθμισης αυτής του άρθ. 9 παρ. 2 ν. 3869/2010, θα πρέπει να οριστούν μηνιαίες καταβολές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του αιτούντος, συνολικού ποσού ίσου με το 80% της αντικειμενικής της αξίας, δηλαδή ποσού 37.094,4 ευρώ (46.368 Χ 80%).

Όσον αφορά το χρόνο αποπληρωμής του ποσού αυτού των 37.094,4 ευρώ, θα πρέπει να οριστεί σε 20 χρόνια, λαμβανομένων υπόψη, του ύψους του χρέους που πρέπει να πληρώσει ο αιτών για τη διάσωση της κατοικίας του, της οικονομικής του δυνατότητας και της ηλικίας του. Έτσι το ποσό κάθε μηνιαίας δόσης ανέρχεται σε 154,56 ευρώ.

Το εν λόγω ποσό πρέπει να διανεμηθεί συμμέτρως στις πιστώτριές του (άρθ. 2 παρ. 2 ν. 3869/2010, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το ν. 4336/2015) ...........''. Mε τις παραδοχές αυτές, το, ως Εφετείο, δίκασαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδος, αφού δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση των εκκαλούντων-αιτούντων ήδη πρώτου και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την 39/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αμαλιάδος, που είχε κρίνει διαφορετικά και δικάζοντας επί της ουσίας την από 30-12-2015 αίτηση των ανωτέρω, δέχθηκε αυτήν για ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του ν. 3869/2010, απορρίπτοντας ως αβάσιμη και την προβληθείσα από τις καθών η αίτηση πιστώτριες τράπεζες ένσταση περί δόλιας περιέλευσης των αιτούντων σε αδυναμία πληρωμών και ρύθμισε τα χρέη τους με τις αναφερόμενες σ' αυτή (απόφαση) μηδενικές μηνιαίες καταβολές, ενώ εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία τους.

Κρίνοντας έτσι, το, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και δεχόμενο, με επάλληλη αιτιολογία, ότι ο πρώτος των αιτούντων ήταν έμπορος, κατά το χρόνο λειτουργίας της επιχείρησής του, δηλ. μέχρι το έτος 2012, όταν και διεκόπη η λειτουργία της, εντούτοις όμως δεν είχε προβεί σε παύση των πληρωμών του, καθόσον εξακολουθούσε να εκπληρώνει τις οικονομικές του υποχρεώσεις προς τις πιστώτριες τράπεζες και επομένως μπορεί να υπαχθεί στις ευεργετικές διατάξεις του νόμου 3869/2010, καθόσον κατά το χρόνο κατάθεσης της υπό κρίση αίτησης δεν διέθετε την πτωχευτική ικανότητα, διέλαβε στην απόφασή του, επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το πιο πάνω ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ότι δηλ.

ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων μπορούσε να υπαχθεί στις ευεργετικές διατάξεις του νόμου 3869/2010, ο οποίος προϋποθέτει την έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας για την άσκηση της αίτησης του δανειολήπτη, καθόσον κατά το χρόνο κατάθεσης της υπό κρίση αίτησης δεν διέθετε την πτωχευτική ικανότητα και δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση.

Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο, διαλαμβάνει τους συγκεκριμένους λόγους για τους οποίους ο πρώτος αναιρεσίβλητος, ως μη έχων πτωχευτική ικανότητα μπορούσε να υπαχθεί στις ευεργετικές διατάξεις του νόμου 3869/2010, αφού ήταν μεν έμπορος, κατά το χρόνο λειτουργίας της επιχείρησής του, δηλαδή μέχρι το έτος 2012, εντούτοις δεν είχε προβεί σε παύση των πληρωμών του, καθόσον εξακολουθούσε να εκπληρώνει τις οικονομικές του υποχρεώσεις προς τις πιστώτριες τράπεζες, όπως προκύπτει από την από 2-1-2013 βεβαίωση ετησίων καταβολών στεγαστικού δανείου με καταβληθείσες δόσεις 5.891 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2012 έως 31-12-2012 της δευτέρας των καθών πιστώτριας τράπεζας.

Επομένως, ο τρίτος αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ με τον οποίο πλήττεται η κύρια αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος μπορεί να υπαχθεί στις ευεργετικές διατάξεις του νόμου 3869/2010, ως μικρέμπορος, κρίνεται απορριπτέος, καθόσον και χωρίς την αιτιολογία αυτή, στηρίζεται με την υπόλοιπη επάλληλη αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης επαρκώς το διατακτικό της, ως προς την προεκτεθείσα αιτιολογία, η οποία δεν πλήττεται επιτυχώς, μετά την απόρριψη ως αβάσιμου του συναφούς τρίτου λόγου αναίρεσης.

Οι περαιτέρω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι δεν εκτίθενται στην προσβαλλομένη απόφαση: α] η νομική μορφή της επιχείρησης που διατηρούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος, β] του είδους και της αξίας του κεφαλαίου της επιχείρησης, γ] του μέσου όγκου πωλήσεων, κερδών και ζημιών κατά την τελευταία, πριν το κλείσιμό της, πενταετία και δ] των αιτιών των ζημιών, ανάγονται σε επιχειρήματα αυτής προς υποστήριξη του ως άνω ισχυρισμού της, ο οποίος δεν έγινε δεκτός από το Εφετείο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό η αναιρεσείουσα.

Σε κάθε περίπτωση, οι παραπάνω αναφερόμενες αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα (ΑΠ 518/2020).

Τέλος, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αριθμ. 5 εδ. β`του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα τον ισχυρισμό της ότι "το επαγγελματικό δάνειο κεφαλαίου 53.000 ευρώ, που έλαβε από αυτήν δεν προσιδιάζει σε δήθεν μικρέμπορο αλλά κανονικό έμπορο".

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος γιατί ο ως άνω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας καθόσον στις οφειλές του πρώτου των αναιρεσιβλήτων αναφέρεται και το ποσό των 53.741,02 ευρώ, από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση δανείου, για την οποία έχει εγγραφεί προσημείωση υπέρ της αναιρεσείουσας πιστώτριας τράπεζας και, εκ του πράγματος, απορρίφθηκε, αφού η απόφασή του περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό αυτό.

Με την προαναφερόμενη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων ..."), ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με την διάταξη αυτή, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.

Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του". Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια.

Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης.

Επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και τα αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής.

Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή. Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών.

Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας. Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο είτε είναι αρχικός είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε.

Στην περίπτωση της πιο πάνω διάταξης, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.

Συνεπώς, η εξαιτίας του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και όμως αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό.

Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος ή η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.

Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεσή του και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς να είναι ανάγκη προσθήκης και άλλων, κατά τα ανωτέρω, αντικειμενικών στοιχείων. Τέλος, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του πιο πάνω άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι` αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (ΑΠ 640/2020, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 951/2015, ΑΠ 1226/2014).

Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α` ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 3/2021, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 804/2019, ΑΠ 92/2019). Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμ. 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδος, με το να απορρίψει τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, για δόλια περιέλευση των αιτούντων οφειλετών-πρώτου και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των δανειακών υποχρεώσεών τους, οφειλόμενη, ειδικότερα, σε ενδεχόμενο δόλο τους, τον οποίο (ισχυρισμό) είχε παραδεκτά προτείνει, με τις προτάσεις της κατά την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια δίκη, παραβίασε, ευθέως, την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 εδάφ.

τελευταίο του ν. 3869/2010, 330 του ΑΚ και 27 παρ. 1 του ΠΚ, αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για να τους αποδοθεί ενδεχόμενος δόλος. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των με αριθμ. 39/2018 πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των προτάσεών της ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε, για τη θεμελίωση του ισχυρισμού αυτού, κατά λέξη, τα εξής: "......

η επικαλούμενη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών των αιτούντων οφείλεται σε δολιότητα των ιδίων ..... Στους αιτούντες υπήρχε εξ αρχής πρόθεση, άλλως ενδεχόμενος δόλος όσον αφορά στη γνώση τους περί αδυναμίας αποπληρωμής ...... Ειδικά η δεύτερη των αιτούντων έλαβε δάνεια χωρίς να έχει ποτέ κανένα εισόδημα.

Είναι προφανές ότι στο δικό της πρόσωπο πληρούται πλήρως το στοιχείο της δολιότητας .... ''. Το ως άνω δικαστήριο, απέρριψε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, τον ισχυρισμό αυτόν, ως ουσιαστικά αβάσιμο, με την ακόλουθη αιτιολογία: " ....... αποδείχθηκε ότι οι αιτούντες τα τελευταία έτη, έχουν περιέλθει σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία να εκπληρώσουν τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές τους, οι οποίες απορρέουν από τις ανωτέρω συμβάσεις με τις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες, η αδυναμία τους δε αυτή δεν οφείλεται σε δόλο, αλλά στη δραστική μείωση των εισοδημάτων τους που επήλθε λόγω της διακοπής των εργασιών της οικογενειακής επιχείρησης εμπορίας ποτών και του θανάτου του πατέρα του πρώτου των αιτούντων λόγω καρκίνου, ο οποίος ουσιαστικά λειτουργούσε την ανωτέρω επιχείρηση, που είχε ως επακόλουθο την ανεργία τους σε συνδυασμό με την κύηση της δεύτερης των αιτούντων, την αντιστρόφως ανάλογη αύξηση του κόστους ζωής και τα φοροεισπρακτικά και λοιπά δημοσιονομικά μέτρα των τελευταίων ετών.

Ως εκ τούτου, η σχέση ρευστότητας των αιτούντων προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές τους, αφού ληφθούν υπόψη και οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών τους (οι οποίες δαπάνες διαβίωσης ανέρχονται για αμφότερους τους αιτούντες συνολικά στο ποσό των 700 ευρώ) είναι αρνητική, υπό την έννοια ότι η ρευστότητά τους δεν τους επιτρέπει να ανταποκριθούν στον όγκο των οφειλών τους και συνάμα στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών τους, η δε αρνητική αυτή σχέση μεταξύ της ρευστότητας και των οφειλών τους δεν αναμένεται να βελτιωθεί στο εγγύς μέλλον, καθόσον οι μηνιαίες βιοτικές ανάγκες τους δεν προβλέπεται να περιοριστούν, αντιθέτως θα αυξηθούν με τη γέννηση του δεύτερου τέκνου τους, ενώ παράλληλα οι δανειακές τους υποχρεώσεις αυξάνονται συνεχώς λόγω της επιβάρυνσης των δανειακών συμβάσεων με τόκους υπερημερίας, απορριπτομένης ως ουσία αβάσιμης της σχετικής ένστασης των εφεσίβλητων πιστωτριών, περί δόλιας περιέλευσης σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών των ληξιπροθέσμων υποχρεώσεών τους.

Άλλωστε, οι καθών πιστώτριες, τις οποίες βαρύνει η απόδειξη του ανωτέρω ισχυρισμού τους, δεν επικαλούνται ούτε αποδεικνύουν ότι οι αιτούντες τους εξαπάτησαν ή τους παραπλάνησαν αναφορικά με την πιστοληπτική τους ικανότητα, κατά τη σύναψη των ανωτέρω δανειακών συμβάσεων ''. Επομένως, αφού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, δεν αποδείχθηκε δόλος των οφειλετών-πρώτου και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, το δικαστήριο της ουσίας, απορρίπτοντας, ανεξάρτητα από την αοριστία του (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 755/2018), τον επίμαχο ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ως ουσιαστικά αβάσιμο, δεν παραβίασε, ευθέως, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 και αυτές των άρθρων 330 του ΑΚ και 27 παρ. 1 του ΠΚ, με εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτές των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν.

Η παράθεση της πλεοναστικής και, ταυτόχρονα, εσφαλμένης αιτιολογίας, κατά την οποία δεν αποδείχθηκε ότι οι αιτούντες εξαπάτησαν ή παραπλάνησαν τις πιστώτριες τράπεζες αναφορικά με την πιστοληπτική τους ικανότητα, κατά τη σύναψη των ανωτέρω δανειακών συμβάσεων, που διατυπώθηκε κατά την πορεία του δικανικού συλλογισμού του δικαστηρίου προς άντληση επιχειρήματος υπέρ της κύριας αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν ιδρύει τον παρόντα λόγο αναίρεσης, αφού δεν επιδρά στη διαμόρφωση του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως (ΑΠ 634/2019, ΑΠ 65/2017).

Συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου για να ερευνηθεί, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016). Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β` του ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β` του ν 3869/2010, κατά την οποία "δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 1400/2019 ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-9-2019 (αριθμ. καταθ. 1/2019) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 69/2019 αποφάσεως του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδος, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Σεπτεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Οκτωβρίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ