Legislator Case Law & Legislation
67/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring ruling, upholding lower court's factual assessment of insolvency. The court rejects the appellant's claim of fraudulent evasion of debt. The decision confirms that the lower court did not violate substantive law by rejecting the fraud argument. The appeal is inadmissible as it attacks the court's evaluation of evidence. The ruling emphasizes that the lower court's factual findings are not subject to appellate review. The court concludes that the appellant failed to prove the required elements for debt restructuring. The decision upholds the original judgment on debt restructuring matters. The appeal is dismissed due to lack of legal grounds. The court maintains the lower court's decision on the debt restructuring case.

Case Number 67/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the first-instance court's decision on debt restructuring. The appellant argued that the debtor fraudulently evaded debt through disproportionate loans, but the lower court found no evidence of such fraud. The Supreme Court held that the lower court did not violate substantive law by rejecting this claim and that the appeal was inadmissible as it attacked the court's evaluation of evidence. Consequently, the appeal was rejected and the original judgment was upheld.

Legislator headnote

AI generated

According to Article 3 of Law 3869/2010 and Article 576 § 2 of the Code of Civil Procedure, an appeal against a default judgment is admissible if no objection is legally permissible; however, the Supreme Court will not re-evaluate the factual findings of the lower court regarding the absence of fraudulent evasion of debt, thereby upholding the original judgment on debt restructuring.

Keywords

AI generated
debt restructuring fraudulent evasion default judgment appeal admissibility factual evaluation substantive law violation insolvency proceedings

Cited Legislation

AI generated
Article 3 of Law 3869/2010
566 § 1 και 577 § 3 ΚΠολΔ, αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της απόφασης.
Article 14 of Law 3869/2010
Article 576 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 8 § 6 of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
Case 156/2018
Case 286/2017
Case 153/2017
Case 65/2017
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 67 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 67/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Τζανακάκη, Ελένη Φραγκάκη, Ζαμπέτα Στράτα και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Μαρτίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, για την ίδια και ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, για την ίδια και ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" και 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Πασαγιάννη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η 4η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παρασκευή Χαριάτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 2η και 3η δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-6-2011 αίτηση του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σάμου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 79/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 183/2014 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σάμου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-10-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Θεόδωρο Μαντούβαλο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και οι 1ος και 4η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η οποία αφορά αίτηση του οφειλέτη πρώτου αναιρεσίβλητου για ρύθμιση των χρεών του έναντι των πιστωτριών αυτού Τραπεζών (λοιπών διαδίκων), κατά το Ν. 3869/2010 που εκδικάσθηκε κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας των άρθρ. 739 επ. ΚΠολΔ, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, εκδόθηκε ερήμην της δεύτερης και τέταρτης των ήδη αναιρεσιβλήτων και αντιμωλία των λοιπών.

Εφόσον, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 14 του Ν. 3869/2010, δεν είναι δεκτική κατά νόμο ανακοπής ερημοδικίας είναι δεκτική ασκήσεως κατ' αυτής αιτήσεως αναιρέσεως (ΚΠολΔ 552, 553), η οποία, όπως εν προκειμένω, πρέπει να απευθύνεται κατά των άλλων στην πρωτόδικη δίκη διαδίκων (ΚΠολΔ 762, 769). Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην εξεταζόμενη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από την αναιρεσείουσα υπ' αριθμ. .../29-10-2018 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Σ. Β. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων.

Κατά συνέπεια, εφόσον, σύμφωνα με τα πρακτικά, αυτές δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε κατέθεσαν δήλωση (ΚΠολΔ 242 § 2 και 573 § 1), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ.

Σύμφωνα με το άρθρο 1 § 1 Ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 85 § Α1 Ν. 3995/2011, "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για να επιτευχθεί η ρύθμιση των οφειλών του υπερχρεωμένου οφειλέτη προς τους πιστωτές του και η απαλλαγή του, πρέπει αυτός να μη περιήλθε σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των χρηματικών οφειλών του με δόλιο τρόπο. Ο Ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.

Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη 330 ΑΚ, με την οποία ορίζεται "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".

Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 § 1 ΠΚ. Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που θέλει την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το αποδέχεται. Ειδικότερα, από τη διατύπωση της §1 εδ. α' του άρθρ. 1 Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην περιέλευση του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών.

Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσο και σε χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας. Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο είτε είναι αρχικός είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε.

Στην περίπτωση της §1 του άρθρου 1 Ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.

Επομένως, η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.

Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου (ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017).

Εξάλλου, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδ. της §1 του πιο πάνω άρθρου 1 Ν. 3869/2010, κατά την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (πρβλ.

ΚΠολΔ 262 § 1), και να τον αποδείξει (ΑΠ 515/2018, ΑΠ 156/2018). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία (άρθρ. 14 Ν. 3869/2010), αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007). Τέλος, στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες ή επικουρικές αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μία μόνο από αυτές, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι, κατ' άρθρ. 566 § 1 και 577 § 3 ΚΠολΔ, αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της απόφασης.

Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μίας από αυτές δεν τελεσφορεί. Αλυσιτελείς είναι, επίσης, και οι λόγοι της αναίρεσης που πλήττουν πλεοναστικές αιτιολογίες (ΟλομΑΠ 25/2003, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 154/2018).

Στην εξεταζόμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Σάμου που δίκασε ως Εφετείο, με την πληττόμενη 183/2014 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του (ΚΠολΔ 561 § 1), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην προκείμενη δίκη: "...Με την υπό στοιχείο Α' έφεση η εκκαλούσα Τράπεζα Eurobank Ergasias και συγκεκριμένα με τον πρώτο λόγο αυτής ισχυρίζεται ότι ο πρώτος εφεσίβλητος (ήδη 1ος αναιρεσίβλητος) προέβη στην κατάθεση ανειλικρινούς δηλώσεως προς την εκκαλούσα και εμφάνισε το ακίνητο ιδιοκτησίας του ως μία ενιαία οικία ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για τρεις διαφορετικές οριζόντιες ιδιοκτησίες, αποκρύπτοντας με δόλο την πραγματική του περιουσιακή κατάσταση.

Ο συγκεκριμένος λόγος εφέσεως, όμως θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος δεδομένου ότι σύμφωνα και με όσα προαναφέρθηκαν, ο δανειολήπτης μόνο αν δολίως απέκρυψε περιουσιακά του στοιχεία ή αλλοίωσε αυτά, τότε μόνο θεωρείται ότι έχει εξαπατήσει την Τράπεζα κατά την σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως.

Κατά τα λοιπά το πιστωτικό ίδρυμα έχει την δυνατότητα να ελέγξει την οικονομική επιφάνεια του δανειολήπτη, είτε ως προς την φερεγγυότητα αυτού, με την διερεύνηση της πιστοληπτικής του ικανότητας μέσω των διατραπεζικών συστημάτων (ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ κλπ), είτε την περιουσιακή του κατάσταση με την έρευνα των μερίδων του στο αρμόδιο Υποθηκοφυλακείο και την άμεση διασταύρωση των στοιχείων που αφορούν τους τίτλους ιδιοκτησίας του.

Στην προκειμένη περίπτωση ο πρώτος εφεσίβλητος στην υπό στοιχείο Α' έφεση, δήλωσε με την υπό κρίση αίτησή του ότι είναι κύριος νομέας και κάτοχος μιας διώροφης οικοδομής με πυλωτή της οποίας ο πρώτος όροφος αποτελείται από 3 υπνοδωμάτια και κουζίνα ενώ ο δεύτερος όροφος αποτελείται από έναν ενιαίο χώρο, λουτρό και σκεπαστή βεράντα, οι οποίοι όροφοι επικοινωνούν με εσωτερική σκάλα, συνολικού εμβαδού 145 τ.μ., ενώ η πυλωτή, εμβαδού 90 τ.μ.

έχει μετατραπεί από τον αιτούντα, κατά παράβαση της οικοδομικής άδειας, σε κατοικία (βλ. την από 8.6.2012 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Ρ. Γ. που προσκομίστηκε και πρωτοδίκως). Η ανωτέρω οικοδομή βρίσκεται στη διασταύρωση των οδών ..., στο Ο.Τ…. του Δήμου Σάμου. Για την οικία αυτή ο πρώτος των εφεσίβλητων έχει προβεί ήδη από το έτος 1987 και συγκεκριμένα με την υπ' αριθ. .../1987 πράξη του Συμβολαιογράφου Σάμου Θ.

Δ. σε σύσταση αυτοτελών οριζοντίων ιδιοκτησιών, η οποία, στη συνέχεια μεταβλήθηκε άλλες δύο φορές, ουδέποτε, όμως, εφαρμόστηκε τελικά στην πράξη δεδομένου ότι, όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχτηκε, ο χαρακτήρας της οικοδομής αυτής είναι αυτός μίας ενιαίας οικίας και όχι τριών διαφορετικών αυτοτελών ιδιοκτησιών, με συνέπεια να μην είναι δυνατόν πλέον να πωληθούν ή καθ' οιονδήποτε τρόπο εκποιηθούν αυτοτελώς οι ιδιοκτησίας αυτές, ήτοι η κάθε μία ξεχωριστά.

Σε οιαδήποτε περίπτωση η πιστώτρια Τράπεζα είχε τη δυνατότητα να ελέγχει ανά πάσα στιγμή την περιουσιακή κατάσταση του δανειολήπτη και σε περίπτωση που διέκρινε την οιαδήποτε δόλια συμπεριφορά του να σταματήσει την δανειοδότηση προκειμένου να διασφαλίσει τα συμφέροντά της. Εν τούτοις η πιστώτρια Τράπεζα συνέχισε κανονικά την δανειοδότηση του πρώτου των εφεσίβλητων και μόνο όταν έφτασε η στιγμή που ο ίδιος ζήτησε την ρύθμιση των οφειλών του, τότε η πιστώτρια Τράπεζα επέλεξε να επικαλεστεί για πρώτη φορά την δήθεν δολιότητα αυτού.

Για τους παραπάνω λόγους ο πρώτος λόγος της υπό στοιχείο Α' έφεσης είναι αβάσιμος και θα πρέπει να απορριφθεί. Με τον δεύτερο λόγο της έφεσής της η πιστώτρια Τράπεζα ισχυρίζεται πως ο αιτών και πρώτος εφεσίβλητος περιήλθε δόλια σε αδυναμία πληρωμής διότι αυτός προέβη σε δανεισμό δυσανάλογο των δυνατοτήτων του.

Δόλος όμως, εκ μέρους του οφειλέτη δεν αποδείχθηκε, ούτε και στον πρώτο βαθμό, καθόσον μόνο η ανάληψη δανειακών υποχρεώσεων, η εξυπηρέτηση των οποίων είναι επισφαλής, δεν αποτελεί στοιχείο δόλου. Ο υπερβολικός δανεισμός, ο οφειλόμενος σε κακό υπολογισμό των οικονομικών δυνατοτήτων του πιστούχου, είναι από τις κυριότερες αιτίες της θεσμοθέτησης του Ν.3869/2010.

Εξάλλου, σε κάθε δε περίπτωση οι τράπεζες, όπως προαναφέρθηκε, έχουν τη δυνατότητα να πληροφορούνται προηγουμένως μέσω των διατραπεζικών συστημάτων και της μηχανογραφικής μεταξύ τους επικοινωνίας που έχουν καθιερώσει, αλλά και από στοιχεία που ζητούν από τον επίδοξο πιστούχο, τις δυνατότητες των δανειστών προς αποπληρωμή των δανείων.

Επομένως και ο δεύτερος λόγος της υπό στοιχείο Α' έφεσης θα πρέπει να απορριφθεί...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το παραπάνω δικαστήριο απέρριψε την ένσταση της αναιρεσείουσας περί δόλιας περιέλευσης του πρώτου αναιρεσίβλητου σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών, υπό την οιαδήποτε μορφή δόλου (άμεσος ή ενδεχόμενος, αρχικός ή επιγενόμενος), την οποία προέβαλε πρωτοδίκως και επανέφερε με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της εφέσεώς της και στη συνέχεια κρίνοντας όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που είχε δεχθεί εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη, από 27-6-2011, αίτηση του πρώτου αναιρεσίβλητου για ρύθμιση των οφειλών του κατά τις διατάξεις του Ν. 3869/2010, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας.

Ήδη, η αναιρεσείουσα πιστώτρια τράπεζα, με το μοναδικό λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις, από τον αρ. 1 εδ. α' του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που συνίστανται στο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρίνοντας ως άνω και ειδικότερα α) με το να περιορίσει χρονικά την ύπαρξη του δόλου μόνο κατά το χρονικό σημείο ανάληψης των δανειακών υποχρεώσεων του οφειλέτη και β) με το να απαιτήσει για την συνδρομή δόλιας περιέλευσης του υπερχρεωμένου οφειλέτη σε αδυναμία πληρωμών άμεσο δόλο αυτού, παραβίασε, μέσω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής, το άρθρο 1 § 1 του Ν. 3869/2010, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, η οποία προσδιορίζει την αόριστη νομική έννοια του δόλου και διακρίνει αυτόν σε άμεσο και ενδεχόμενο, καθόσον αξίωσε πρόσθετα στοιχεία από όσα απαιτούνται από το νόμο για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη, αφού αρκούσε ο ενδεχόμενος δόλος και δεν απαιτείτο ο άμεσος και έτσι εσφαλμένα απέρριψε, κατά τα ανωτέρω, την ένσταση αυτής περί δόλιας περιέλευσης του πρώτου αναιρεσίβλητου σε αδυναμία πληρωμών.

Σύμφωνα με τα παραπάνω που δέχθηκε το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, στην οποία γίνεται λόγος για "δήθεν δολιότητα" του πρώτου των αναιρεσιβλήτων και ότι "Δόλος όμως, εκ μέρους του οφειλέτη δεν αποδείχτηκε" η ένσταση της αναιρεσείουσας περί δόλιας περιέλευσης του πρώτου αναιρεσίβλητου σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη γιατί δεν αποδείχθηκε δόλος αυτού και ειδικότερα δεν αποδείχθηκε (όπως είχε ισχυριστεί η αναιρεσείουσα στην ένστασή της), ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος δολίως προέβη στην κατάθεση ανειλικρινούς δηλώσεως προς την αναιρεσείουσα και εμφάνισε το ακίνητο ιδιοκτησίας του ως ενιαία οικία ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για τρεις διαφορετικές οριζόντιες ιδιοκτησίες και ότι δολίως αυτός προέβη σε δανεισμό δυσανάλογο των δυνατοτήτων του.

Επομένως, αφού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, δεν αποδείχθηκε δόλος του οφειλέτη - πρώτου αναιρεσιβλήτου, το δικαστήριο της ουσίας, απορρίπτοντας, ανεξάρτητα από την αοριστία του, τον επίμαχο ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ως ουσιαστικά αβάσιμο, δεν παραβίασε, ευθέως, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 § 1 Ν. 3869/2010, με εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτή των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν.

Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης καθό μέρος αναφέρεται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης για την απόρριψη της πιο πάνω ένστασης ως ουσιαστικά αβάσιμης, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι με το πρόσχημα της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στις προαναφερόμενες διατάξεις πλήττεται η, αναιρετικά ανέλεγκτη, ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το δικαστήριο της ουσίας.

Τέλος, η παράθεση της πλεοναστικής και, συνάμα, εσφαλμένης αιτιολογίας (ΑΠ 156/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017), [κατά την οποία απαιτείται, για τη δόλια περιέλευση του υπερχρεωμένου οφειλέτη σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών, άμεσος δόλος αυτού και, ειδικότερα, εξαπάτηση εκ μέρους του, ως δανειολήπτη, των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος από το οποίο δανειοδοτήθηκε με την προσκόμιση πλαστών στοιχείων ή απόκρυψη των υποχρεώσεών του, που δεν έχουν καταχωριστεί στις βάσεις δεδομένων που αξιοποιούν οι τράπεζες για την οικονομική συμπεριφορά των πελατών τους, αποκλείοντας ότι συντρέχει κάτι τέτοιο (δόλια περιέλευση σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών) σε περίπτωση ενδεχόμενου δόλου ή παράλειψης των υπαλλήλων των πιστωτικών ιδρυμάτων να ενεργήσουν έρευνα της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη πριν από τη χορήγηση της πίστωσης], που διατυπώθηκε κατά την πορεία του δικανικού συλλογισμού του Μονομελούς Πρωτοδικείου προς άντληση επιχειρήματος υπέρ της ουσιαστικής απόρριψης της περί δόλου ενστάσεως της αναιρεσείουσας, δεν ιδρύει τον παρόντα λόγο αναίρεσης, ο οποίος ούτω είναι προεχόντως απαράδεκτος ως αλυσιτελής, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, διότι αναφέρεται σε πλεοναστική αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης που, σύμφωνα με τα περιστατικά που εκτίθενται σ' αυτήν, δεν στηρίζει αυτοτελώς, έστω και επικουρικά, το διατακτικό της.

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 3). Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν θα περιληφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 8 § 6 εδ. β' Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-10-2017 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 21/31-10-2017 αίτηση για αναίρεση της 183/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σάμου, που δίκασε ως Εφετείο.

Και Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιανουαρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ