Supreme Court dismisses appeal due to inadmissibility from lack of attorney authorization and vague grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by two individuals against a final judgment from the Single-Member District Court of Edessa. The appellants appeared without a lawyer's power of attorney, and their grounds for appeal were deemed vague and insufficient to challenge the court's evidence evaluation. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 94, 96, 97, 104 of the Code of Civil Procedure; Article 560, paragraph 6; Article 561, number 1 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the appellant fails to prove the attorney's power of attorney and if the grounds for appeal are vague, as they cannot challenge the court's evaluation of evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1765 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1765/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Κ. του Α., 2) Ε. Κ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Εμμανουηλίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "I. K. - J. A. ΕΠΕ" και ήδη Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "NEA STAR FRUIT A.E.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λουκά Δρόσο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από .../2014 και .../2014 ανακοπές της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Σκύδρας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: .../2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και .../2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από .../2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 97 παρ. 1 και 104 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι (α) στα πολιτικά δικαστήρια και δη στον Άρειο Πάγο οι διάδικοι έχουν την υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο (β) η πληρεξουσιότητα παρέχεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά είτε με ιδιωτικό έγγραφο, εφόσον η υπογραφή εκείνου που παρέχει την πληρεξουσιότητα βεβαιώνεται από δημόσια, δημοτική ή άλλη αρχή, μπορεί δε να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει (γ) για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο ελέγχει, αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη της πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της (Ολ ΑΠ 13/2008).
Από τις ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό μ' αυτές των άρθρων 576 παρ. 2 και 577 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, στην περίπτωση των φερόμενων ως ασκησάντων την αναίρεση διαδίκων χωρίς την απόδειξη της ύπαρξης πληρεξουσιότητας αυτών προς τον υπογράφοντα αυτήν (αναίρεση) δικηγόρο, η τελευταία απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 120/2022, ΑΠ 776/2021, ΑΠ 220/2021, ΑΠ 165/2020, ΑΠ 1053/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, η επίσπευση της συζήτησης της, από ...-2020, ένδικης αίτησης αναίρεσης για την δικάσιμο της 19-9-2022 που ορίσθηκε αρχικά οπότε αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης από το πινάκιο για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (5-2-2024), έλαβε χώρα με επιμέλεια και των δύο αναιρεσειόντων, σύμφωνα με την σχετική έγγραφη παραγγελία προς επίδοση της αίτησης αναίρεσης κάτω από το αντίγραφο αυτής του Εμμανουήλ Εμμανουηλίδη, πληρεξουσίου δικηγόρου αυτών, όπως προκύπτει από την με αριθμό ...-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Έδεσσας, Η.
Κ., που προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς την αναιρεσίβλητη προς συζήτηση της για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 19ης Σεπτεμβρίου 2022. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης της παρούσας συζήτησης, κατά την εκφώνηση της αίτησης αναίρεσης από τη σειρά της στο πινάκιο, οι αναιρεσείοντες δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο, αλλά εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους, Εμμανουήλ Εμμανουηλίδη.
Ο εν λόγω πληρεξούσιος, όμως, που στην από 31-1-2024 έγγραφη δήλωσή του δήλωσε ότι εκπροσωπεί και την δεύτερη αναιρεσείουσα, Ε. Κ., δεν αποδεικνύει ότι είναι εφοδιασμένος με πληρεξουσιότητα και από αυτήν, καθόσον δεν προσκομίζει, , σχετικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, από το οποίο να προκύπτει ότι είναι νόμιμα διορισμένος πληρεξούσιος αυτής, τόσο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, όσο και για την εκπροσώπησή της ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου κατά την παραπάνω δικάσιμο.
Συνεπώς, ως προς την ανωτέρω δεύτερη αναιρεσείουσα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. 2. Με την κρινόμενη από ....2020 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. .../2018 απόφαση του δικάσαντος ως Εφετείο Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των πιστωτικών τίτλων(άρθρα 635 επ., 643 και 591 παρ. 1 περ.
α του ΚΠολΔ, σύμφωνα με το άρθρο 632 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 14 του Ν. 4055/2012 και πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, και το άρθρο 937 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε μετά την προσθήκη του με το άρθρο 19 παρ. 2 του Ν. 4055/2012 και πριν αντικατάστασή του με το άρθρο όγδοο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. .../2017 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Σκύδρας, με την οποία είχαν γίνει δεκτές οι από 15-9-2014 και 24-9-2014 ανακοπές του αρχικώς ανακόπτοντος, στη δικονομική θέση του οποίου υπεισήλθαν, λόγω του επισυμβάντος θανάτου του μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης, οι ήδη αναιρεσείοντες ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, κατά της υπ' αριθμ. .../2013 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Ειρηνοδικείου Σκύδρας, της από ...-2014 επιταγής προς πληρωμή και του από ...-2014 κατασχετηρίου εις χείρας τρίτου και είχαν ακυρωθεί η προσβαλλόμενη με αυτές διαταγή πληρωμής, καθώς και οι ως άνω πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα. Σημειώνεται, ότι στη δικονομική θέση της αναιρεσίβλητης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης υπεισήλθε και παρίσταται στο Δικαστήριο τούτο η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΝΕΑ STAR FRUIT ΑΕ", ως καθολική διάδοχος αυτής(αναιρεσίβλητης) λόγω μετατροπής που καταχωρήθηκε νόμιμα στο Γ.Ε.Μ.Η.
με ΚΑΚ ... 2023. 2. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 εδ. α' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, συνάγεται, ότι ο λόγος αυτός προϋποθέτει, ότι το δικαστήριο ερεύνησε την συνδρομή των προϋποθέσεων του δεδικασμένου και, ακολούθως, δέχθηκε την ύπαρξη ή μη ύπαρξη αυτού.
Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι δεδικασμένο παράγεται από την τελεσιδικία της αποφάσεως, ανεξάρτητα από το είδος της παρεχόμενης έννομης προστασίας. Η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτει από το περιεχόμενο της αποφάσεως, έστω και αν το δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενο της αγωγής ή το υπερέβη ή απομακρύνθηκε από αυτό, αφού δεδικασμένο παράγεται και από εσφαλμένη απόφαση (ΟλΑΠ 1/2005).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 324 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι το δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, προκύπτει, ότι το δεδικασμένο προϋποθέτει ταυτότητα αντικειμένου, στο οποίο αναφέρεται το κριθέν και υπό κρίση δικαίωμα, καθώς και ταυτότητα της ιστορικής και νομικής αιτίας.
Κατά την έννοια των εν λόγω διατάξεων, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της αποφάσεώς του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1.1.2016 ένδικα μέσα ορίζεται ότι: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Οι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά, αντιστοιχούν δε ως προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως προς τους οποίους όμως δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ 967/2018, ΑΠ 894/2018). Οι διατάξεις του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι ειδικές ως προς τους λόγους αναιρέσεως των αναφερομένων στο άρθρο αυτό αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αναφέρονται στους λόγους αναιρέσεως των αποφάσεων των υπολοίπων δικαστηρίων.
Συνεπώς, στην περίπτωση που προσβάλλεται απόφαση του ειρηνοδικείου ή πρωτοδικείου που δίκασε ως εφετείο επί εφέσεως κατά αποφάσεως του ειρηνοδικείου, είναι απαράδεκτοι λόγοι αναιρέσεως ερειδόμενοι στις λοιπές προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 45/1987, ΑΠ 1321/2020, ΑΠ 74/2019), όπως είναι ειδικότερα η εσφαλμένη ερμηνεία ή η κακή εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 του ίδιου Κώδικα σε σχέση με όσα έγιναν ανελέγκτως δεκτά και συγκεκριμένα αν αυτά συγκροτούν την έννοια του δεδικασμένου και αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η προσβαλλόμενη απόφαση (ΟλΑΠ 7/2013, ΑΠ 1578/2021), καθόσον στο άρθρο 560 ΚΠολΔ δεν περιελήφθη αναιρετικός λόγος αντίστοιχος του αριθμού 16 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 1578/2021, ΑΠ 366/2019).
Επιπροσθέτως, με τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ ελέγχεται η παραβίαση κανόνων ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου, όπως είναι οι διατάξεις των άρθρων 321, 322 και 324 του ίδιου Κώδικα, η παραβίαση των οποίων δεν ιδρύει τον αναιρετικό αυτό λόγο (ΑΠ 218/2023, ΑΠ 1578/2021, ΑΠ 1148/2020, ΑΠ 1082/2020, ΑΠ 366/2019). Επίσης, βάσει των ανωτέρω, κατά των αποφάσεων των ως άνω δικαστηρίων δεν επιτρέπεται αναίρεση για τον αναφερόμενο στο άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγο του αριθμού 11, που ιδρύεται "αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά τον νόμο έλαβε αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν"(ΑΠ 1032/2019). 3.
Ο πρώτος αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των αριθμών 5 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αιτιώμενος ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας, που δίκασε ως Εφετείο, εσφαλμένα δέχθηκε ότι δεν υφίσταται δεδικασμένο από την υπ' αριθμ. .../2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Σκύδρας, με την οποία απορρίφθηκε ως αόριστη η αρχική ανακοπή της αναιρεσίβλητης, εξαιτίας της επικλήσεως τριών διαφορετικών ημερομηνιών ως ημερομηνία δήθεν εξοφλήσεως.
Η επικαλούμενη στο λόγο αυτό αναιρετική πλημμέλεια προβλέπεται στον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Όμως αντίστοιχος αναιρετικός λόγος δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναγραφόμενους στο άρθρο 560 του ίδιου Κώδικα λόγους αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, όπως συμβαίνει στην ένδικη περίπτωση που προσβάλλεται η .../2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, που δίκασε ως Εφετείο επί εφέσεως κατά της .../2017 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Σκύδρας.
Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος. Οι λοιπές αιτιάσεις που περιέχονται στον ίδιο ως άνω λόγο αναφέρονται αποκλειστικά στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και στην αξιολόγηση των αποδείξεων και δεν ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το αντίστοιχο μέρος του, είναι απαράδεκτος. 4. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο πρώτος αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των αριθμών 5 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αιτιώμενος ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας, που δίκασε ως Εφετείο, έλαβε υπόψη για το ουσιώδες ζήτημα της φερομένης εξόφλησης της απαιτήσεως του αρχικώς καθ' ου η ανακοπή κατά της ανακόπτουσας, πλαστή εξοφλητική απόδειξη.
Ο λόγος αυτός, ο οποίος εμπίπτει στη ρύθμιση του άρθρου 559 αρ. 11α' ΚΠολΔ (και όχι των αριθμών 5 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες), είναι απαράδεκτος, διότι ο λόγος αυτός δεν περιλαμβάνεται στην περιοριστική απαρίθμηση των αναιρετικών λόγων του άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα. 5. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΟλΑΠ 1/1999). Έλλειψη νόμιμης βάσης, εξάλλου, δεν υπάρχει, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.
Για την πληρότητα του άνω από τον αριθμό 6 λόγου πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ 593/2020, ΑΠ 353/2020), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 621/2020, ΑΠ 1040/2010, ΑΠ 651/2010), 2) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005), έστω και κατά τρόπο συνοπτικό ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, ενώ δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 1373/2019), 3) ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και η σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και 4) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ ΑΠ 20/2005, ΑΠ 121/2014).
Τέλος, η αοριστία του λόγου αυτού δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 57/1990, ΑΠ 568/2021, ΑΠ 1265/2017, ΑΠ 674/2016). 6. Με τους τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο, έβδομο και όγδοο λόγους αναίρεσης ο πρώτος αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις από τους αριθ. 5 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, με ανεπαρκείς και ελλιπείς αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της εξόφλησης της απαίτησης της ανακόπτουσας, δέχτηκε εσφαλμένα ότι:
α)η υπογραφή στην επίμαχη εξοφλητική απόδειξη είναι του πρώτου αναιρεσείοντος, β) υφίστατο άτυπη εντολή μεταξύ του τετραπληγικού αρχικώς καθ' ου η ανακοπή και του πρώτου αναιρεσείοντος, αδελφού του, για την είσπραξη χρημάτων, γ) δεν υπήρχε υποχρέωση εξόφλησης κάθε τιμολογίου ξεχωριστά και όχι στο σύνολο τους, δ) εξαιτίας της πολύχρονης συνεργασίας των διαδίκων ο πρώτος αναιρεσείων δέχτηκε να υπογράψει εικονική εξοφλητική απόδειξη προκειμένου η ανακόπτουσα να αποφύγει την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής δυνάμει του ν. 3955/2011, ε) η ανωτέρω πρακτική, της υπογραφής εικονικών εξοφλητικών αποδείξεων ακολουθείται στις αγροτικές συναλλαγές.
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, από τον αριθμό 6 και όχι και τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι προεχόντως αόριστοι, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει η προσβαλλόμενη απόφαση, ο πραγματικός ισχυρισμός και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και δεν εκτίθενται οι παραδοχές του δικαστηρίου, υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση.
Σε κάθε περίπτωση, οι περιεχόμενες στους ανωτέρω λόγους αιτιάσεις απαραδέκτως προβάλλονται, διότι, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αριθ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πλήττεται η εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία είναι κατ' άρθρο 561 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη. 7. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, από τους αναιρεσείοντες, παραβόλου, κατά το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, οι οποίοι (αναιρεσείοντες), λόγω της ήττας τους, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 αριθ. 1, 191 αριθ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-09-2020 αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. .../2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιουλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Νοεμβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ