Legislator Case Law & Legislation
776/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for lack of attorney's power of attorney at hearing and rejects inadmissible grounds.

Case Number 776/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by two anonymous companies against a final judgment from the Thessaloniki Court of Appeal. The companies argued for the annulment of the lower court's decision, but the Court found their appeal inadmissible because they failed to present a specific power of attorney at the hearing. Consequently, the Court ruled that the proceedings were invalid without this formal requirement and ordered the companies to pay the state's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 94, 96, 104 of the Code of Civil Procedure; The power of attorney for a civil court hearing must be explicitly granted; without it, all proceedings are void and the appeal is inadmissible.

Keywords

AI generated
power of attorney civil procedure inadmissible appeal hearing validity legal representation court costs annulment grounds

Cited Legislation

AI generated
Articles 94, 96, 104 of the Code of Civil Procedure
Articles 96, 104, 143, 159, 544 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 13/2008
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 776 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 776/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια, Μαρία Μουλιανιτάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δέσποινα Μελίδου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...." και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αναστάσιο Ράλλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-12-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 20-3-2012 ανταγωγή της ήδη α' αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3162/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 941/2016 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 18-4-2017 αίτησή τους και η α' αναιρεσείουσα με τους από 12-10-2020 προσθέτους λόγους της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 104 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Η, η προς αυτόν, πληρεξουσιότητα δίδεται είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά και παρέχει το δικαίωμα να εκπροσωπεί στο δικαστήριο εκείνον, που την έδωσε, να ενεργεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις, που αφορούν τη διεξαγωγή της δίκης, στις οποίες περιλαμβάνεται, πλην άλλων, και η άσκηση ενδίκων μέσων, καθώς και να παρίσταται στις αντίστοιχες δίκες, που δημιουργούνται από τις δίκες αυτές.

Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες, που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο, ελέγχει, αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη της πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της (ΟλΑΠ 13/2008).

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 96, 104, 143 παρ. 1, 159 παρ. 1, 544 παρ. 4 ΚΠολΔ, 211, 219 και 238ΑΚ, ο διάδικος, για λογαριασμό του οποίου παραστάθηκε, ως δικηγόρος, πρόσωπο που δεν είχε δικαστική πληρεξουσιότητα, δικαιούται να εγκρίνει μεταγενεστέρως τις πράξεις του δικηγόρου, που προηγήθηκαν.

Η έγκριση αυτή μπορεί να γίνει και σιωπηρώς, εξετάζεται δε η ύπαρξη εγκρίσεως και αυτεπαγγέλτως, καθόσον ανάγεται στην υπόσταση της πληρεξουσιότητας. Μια τέτοια έγκριση, που έχει αναδρομική ενέργεια (Ολομ. ΑΠ 1408/1984) συνάγεται, ιδίως, από τη νόμιμη παράσταση του διαδίκου σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας και παραδοχή των μέχρι τότε διαδικαστικών πράξεων ως ισχυρών, είναι δε αδιάφορο αν ο διάδικος παρίσταται στο ακροατήριο και διορίζει άλλο πληρεξούσιο δικηγόρο, καθόσον η έγκριση αφορά τις πράξεις και όχι το πρόσωπο.

Στην περίπτωση της εγκρίσεως, ακόμα και όταν είναι σιωπηρή δεν μπορεί ο διάδικος να εγκρίνει επιλεκτικά ορισμένες μόνο πράξεις που τον ωφελούν και να ζητήσει την ακύρωση των δυσμενών πράξεων (ΑΠ203/2003). Εξάλλου ,από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 495, 553 παρ. 1, 576 παρ. 2 και 577 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, επί ερημοδικίας του φερομένου ως ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου, χωρίς την απόδειξη της υπάρξεως πληρεξουσιότητας αυτού, προς τον υπογράψαντα αυτή (αναίρεση) δικηγόρο, η τελευταία απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 165/2020).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 76 παρ. 1α ΚΠολΔ "Όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνον ρύθμιση ή η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους ομοδίκους ή όταν οι ομόδικοι μόνο από κοινού μπορούν να ασκήσουν αγωγή ή να εναχθούν ή, εξαιτίας των περιστάσεων που συνοδεύουν την υπόθεση, δεν μπορούν να υπάρχουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους, οι πράξεις του καθενός ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους.

Οι ομόδικοι που μετέχουν νόμιμα στη δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται". Κατά την παρ. 4 δε του ίδιου άρθρου 76 ΚΠολΔ, η άσκηση ενδίκου μέσου από κάποιον από τους αναγκαίους ομοδίκους έχει αποτέλεσμα και για τους άλλους. Τούτο σημαίνει ότι, αν ένας αναγκαίος ομόδικος ασκήσει ένδικο μέσο, θεωρείται από το νόμο ότι αυτό το ασκούν και οι υπόλοιποι αναγκαίοι ομόδικοι, παρόλο ότι αδράνησαν (ΑΠ 1365/2019, ΑΠ 1683/2013).

Ακόμη, από τη γενική και χωρίς επιφύλαξη διατύπωση της άνω διάταξης προκύπτει ότι και στην περίπτωση που το ασκηθέν εκ μέρους ενός αναγκαίου ομοδίκου ένδικο μέσο απερρίφθη ως απαράδεκτο, η άσκηση ενδίκου μέσου από άλλον αναγκαίο ομόδικο έχει αποτέλεσμα και γι` αυτόν, καθόσον τον καθιστά διάδικο και αποκτά όλα τα δικαιώματα, που προκύπτουν από την ιδιότητα αυτή, πρέπει όμως αυτός να καλείται για να μετάσχει στη συζήτηση του ένδικου μέσου.

Αλλιώς, σε περίπτωση μη εμφάνισης τούτου, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της αναίρεσης, ως προς όλους, εφόσον δεν πρόκειται περί απλής ομοδικίας, κατ` εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 576 ίδιου Κώδικα (όπως το δεύτερο εδάφιο αυτής προστέθηκε με το άρθρο 62 Ν. 4139/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, από την, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι εισάγονται για συζήτηση η από 18/4/2017 αίτηση 1)της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και 2)της ανώνυμης εταιρίας, με την επωνυμία "...." με το διακριτικό τίτλο "..." και οι από 12/10/2020 πρόσθετοι λόγοι της πρώτης αναιρεσείουσας, που στρέφονται (αμφότερα τα δικόγραφα), κατά του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της 941/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Όμως, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται η πληρεξουσιότητα της δεύτερης αναιρεσείουσας προς τον υπογράφοντα την ένδικη αίτηση αναίρεσης, δικηγόρο Θεσσαλονίκης Δημήτριο Σταμάτη, ενώ από το προσκομιζόμενο .../20-3-2020 πληρεξούσιο ενώπιον της Συμ/φου Αθηνών Α. Ν. Μ. προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα αυτή έχει χορηγήσει γενική πληρεξουσιότητα στους δικηγόρους Μαρία Μελισσάκη, Αικατερίνη Μητσιμπούνα, Δημήτριο Παπαδημητρίου και Χαράλαμπο Ρέμπελη, οι τρεις πρώτοι δικηγόροι Αθηνών και ο τέταρτος Πειραιά, προκειμένου να την εκπροσωπούν Μολονότι δε η αναιρεσείουσα αυτή νομίμως και εμπροθέσμως κλητεύθηκε, από το επισπεύδον την παρούσα συζήτηση αναιρεσίβλητο, (βλ.

την προσκομιζόμενη 7981β/17-2-2020 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή της Περιφερείας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Χ. Φ.), κατά την εκφώνηση από το οικείο πινάκιο και συζήτηση της υπόθεσης δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά το άρθρο 242 ΚΠοΛΔ, πλην όμως το παραδεκτό ή μη της ένδικης αίτησης ως προς την πιο πάνω αναιρεσείουσας θα κριθεί, σύμφωνα με όσα θα εκτεθούν παρακάτω.

Ειδικότερα, κατά την ίδια αναφερόμενη στην παρούσα δικάσιμο, η πρώτη αναιρεσείουσα εκπροσωπήθηκε από τη δικηγόρο Θεσσαλονίκης Δέσποινα Μελίδου, δυνάμει του 21477/13-10-2020 πληρεξουσίου του Συμ/φου Θεσσαλονίκης Ν. Ν., με το οποίο, αφενός μεν της χορηγείται πληρεξουσιότητα να ασκήσει πρόσθετους λόγους αναίρεσης και να εκπροσωπήσει την πρώτη αναιρεσείουσα κατά τη συζήτηση της ένδικης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων της, παρέχοντας της παράλληλα και τη δυνατότητα να διορίζει και άλλους πληρεξουσίους δικηγόρους και, αφετέρου εγκρίνονται και αναγνωρίζονται όλες τις πράξεις των πληρεξουσίων της εταιρίας που ενήργησαν ή θα ενεργήσουν στο πλαίσιο των παρεχόμενων εντολών ως νόμιμες, έγκυρες, ισχυρές και απρόσβλητες, σαν να έγιναν από την ίδια και ότι το πληρεξούσιο αυτό ισχύει μέχρι να ανακληθεί και να γνωστοποιηθεί νόμιμα η ανάκλησή του.

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η άσκηση της ένδικης αναίρεσης από τον δικηγόρο Θεσσαλονίκης Δ Σταμάτη εγκρίθηκε εκ των υστέρων από την πρώτη αναιρεσείουσα, με αποτέλεσμα να είναι παραδεκτή η άσκηση αυτής από την τελευταία και να έχει αποτέλεσμα και ως προς τη δεύτερη αναιρεσείουσα, αφού συνδέονται, μεταξύ τους, με το δεσμό της αναγκαστικής ομοδικίας, διότι επί της υπό κρίση διαφοράς, που έχει αντικείμενο την αγωγή διόρθωσης της πρώτης κτηματολογικής εγγραφής, κατά το άρθρο άρθρο 6 παρ. 3 του νόμου 2664/1998, δημιουργείται περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, σε περίπτωση ειδικής διαδοχής στο δικαίωμα στο οποίο αφορά η πρώτη εγγραφή (ΑΠ 559/2019), όπως στην προκείμενη περίπτωση, διότι η δεύτερη αναιρεσείουσα είναι ειδική διάδοχος της πρώτης, ως περιγράφεται κατωτέρω.

Συνακόλουθα, η παραδεκτή άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, από την πρώτη αναιρεσείουσα έχει αποτέλεσμα και για τη δεύτερη, αναγκαία ομόδικό της, η οποία, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο απουσιάζει, πλην όμως, αντιπροσωπεύεται από την παριστάμενη πρώτη αναιρεσείουσα και, επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αναίρεσης, παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), αφού συνεκδικαστεί με τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης (αρθ.246, 573 παρ.1 ΚΠολΔ).

2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλομένης αποφάσεως και ως προς εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και αντίγραφο του δικογράφου αυτού, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους.

Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως ως χρόνος συζητήσεως της αναιρέσεως, πριν από τον οποίο πρέπει να ασκηθούν οι πρόσθετοι λόγοι της, θεωρείται η δικάσιμος που αρχικά ορίσθηκε κατά το άρθρο 568 παρ. 2 ΚΠολΔ και όχι η τυχόν μεταγενέστερη δικάσιμος, που ορίσθηκε ύστερα από ματαίωση ή αναβολή συζητήσεως της υποθέσεως, κατά το άρθρο 575 ΚΠολΔ, με συνέπεια, αν δεν τηρηθεί η πιο πάνω ως άνω θεσπισμένη προθεσμία ως προς την κατάθεση αλλά και ως προς την επίδοση του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, να απορρίπτονται αυτοί, κατά το άρθρο 577 ΚΠολΔ, ως απαράδεκτοι για έλλειψη προδικασίας (ΑΠ Ολομ.143/1984).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 558 ΚΠολΔ, "η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους. Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη".

Διάδικοι είναι εκείνοι, οι οποίοι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι δικάσθηκαν με αυτή. Εξάλλου, το άρθρο 76 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι, όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση, οι ομόδικοι που μετέχουν νόμιμα στη δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται και με τους οποίους συνδέονται με το δεσμό της αναγκαστικής ομοδικίας.

Όπως δε προκύπτει από το άρθρο 6 παρ. 3 του νόμου 2664/1998, περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας υπάρχει και στην αγωγή διόρθωσης πρώτης κτηματολογικής εγγραφής, η οποία, σε περίπτωση ειδικής διαδοχής στο δικαίωμα στο οποίο αφορά η πρώτη εγγραφή, πρέπει να απευθύνεται τόσο κατά του φερόμενου με την πρώτη εγγραφή ως δικαιούχου ή των καθολικών του διαδόχων, όσο και κατά των ειδικών διαδόχων αυτού, μεταξύ των οποίων υπάρχει δεσμός αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας κατά το άρθρο 76 παρ. 1γ ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, στην παρ. 4 του άρθρου 76 ΚΠολΔ ορίζεται, ότι η άσκηση ενδίκων μέσων από κάποιον από τους ομοδίκους της παρ. 1 έχει αποτελέσματα και για τους άλλους. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, αν κάποιος αναγκαίος ομόδικος άσκησε ένδικο μέσο, θεωρούνται από το νόμο, ότι έχουν ασκήσει αυτό και οι ομόδικοί του, αν και αδρανούν.

Συνεπώς, το ένδικο μέσο, που ασκεί ο αναγκαίος ομόδικος, δεν νομιμοποιείται, να το ασκήσει και κατά των ομοδίκων του, αφού θεωρείται, ότι έχει ασκηθεί και απ` αυτούς, εκτός αν, εξαιτίας της φύσης της δίκης, μπορεί να δημιουργηθεί αντιδικία και μεταξύ των ομοδίκων ή περιέχει η προσβαλλόμενη απόφαση διάταξη επωφελή για τον ένα ομόδικο και βλαπτική για τον άλλο. Πλην, όμως, στην παραπάνω περίπτωση της πλασματικής άσκησης του ενδίκου μέσου, πρέπει οι αναγκαίοι ομόδικοι που δεν το άσκησαν, να καλούνται σε όλες τις συζητήσεις του (άρθρα 76 παρ. 3 και 110 παρ. 2ΚΠολΔ). Διαφορετικά, η συζήτησή του κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους (ΑΠ559/2019).

Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561παρ 2 ΚΠοΛΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης έχει ως εξής :Ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης το ενάγον και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την, από 5-12-2011, αγωγή του, στρεφόμενο κατά των ήδη αναιρεσειουσών ανωνύμων εταιριών με την επωνυμία "..." και ...", αντίστοιχα, και ισχυρίστηκε, ότι περιήλθε στην κυριότητά του, ως ανταλλάξιμο κτήμα, το περιγραφόμενο επαρκώς σ' αυτήν επίδικο, κείμενο στην ..., ακίνητο, το οποίο εγκαταλείφθηκε από ανταλλαγέντα μουσουλμάνο κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών που έγινε με τις αναφερόμενες διεθνείς συμβάσεις και συμφωνίες, όπως ειδικότερα, αναλύεται στην αγωγή.

Ότι το ακίνητο αυτό έχει καταχωρηθεί στα οικεία κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου ..., ως τμήμα του ευρύτερου με αριθμό ΚΑΕΚ ... ακινήτου, επί του οποίου μάλιστα (ευρύτερου ακίνητου) υφίστανται και οι αναφερόμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες με ΚΑΕΚ ... έως ..., με φερόμενη κυρία των άνω ακινήτων την πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα, τη δε δεύτερη αυτών και ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα φερόμενη ως ειδική διάδοχο, μετά τις αρχικές εγγραφές, της πρώτης εναγομένης, επί της περιγραφόμενης με ΚΑΕΚ ...

οριζόντιας ιδιοκτησίας. Κατόπιν αυτών ζήτησε: α) να αναγνωρισθεί ότι ανήκει στην αποκλειστική του κυριότητα το επίδικο ανταλλάξιμο ακίνητο και β) να διαταχθεί η διόρθωση των αρχικών εγγραφών των κτηματολογικών βιβλίων του Κτηματολογικού Γραφείου ..., κατά τρόπο ώστε ι) να αποτυπωθεί το επίδικο ακίνητο ως αυτοτελές γεωτεμάχιο και να δημιουργηθεί γι' αυτό αυτοτελές κτηματολογικά φύλλο με ξεχωριστό ΚΑΕΚ, στο οποίο θα αναγράφεται η αποκλειστική επ' αυτού κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου και ιι) να διορθωθεί το κτηματολογικό φύλλο του με αριθμό ΚΑΕΚ ...

ευρύτερου ακινήτου, με την αφαίρεση από την έκταση αυτού της εκτάσεως του επίδικου ακινήτου από το εσφαλμένο 6.410 τ.μ. στο ορθό (6.410 - 697,14 ") 5.712 τ.μ., καθώς και ανάλογη διόρθωση να γίνει και επί των ακινήτων (οριζόντιων ιδιοκτησιών) με ΚΑΕΚ ... έως .... Περαιτέρω, η πρώτη εναγομένη της άνω αγωγής, ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...", με την, από 20.03.2012, αγωγή της, την οποία έστρεψε κατά του αντιδίκου της Ελληνικού Δημοσίου, επικαλέστηκε ότι έγινε η ίδια αποκλειστική κυρία του επίδικου ακινήτου έναντι του Δημοσίου, σύμφωνα με τις διατάξεις και τις προϋποθέσεις του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003, διότι το νεμόταν η ίδια αδιατάρακτα με νόμιμο τίτλο και με καλή πίστη, από το έτος 1957, δοθέντος ότι με το υπ' αριθμ. .../18-1-1957 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών, Ε.

Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, το περιγραφόμενο ευρύτερο ακίνητο, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο, εισφέρθηκε από τον τότε νόμιμο εκπρόσωπό της σ' αυτήν, έκτοτε δε ασκούσε, δια των εκπροσώπων της και των οργάνων της, τις επαρκώς αναφερόμενες στην αγωγή προσιδιάζουσες στη φύση και τη θέση αυτού διακατοχικές πράξεις, συνεχώς μέχρι και την έναρξη ισχύος του ν. 3127/2003 (19-3-2003), δηλαδή, για τουλάχιστον επί 10ετία, άλλως τουλάχιστον επί 30εντία, χωρίς να ενοχληθεί από το Ελληνικό Δημόσιο, με αποτέλεσμα, το αντιδικό της να έχει απολέσει οποιαδήποτε δικαιώματα προέβαλε επ' αυτού.

Ζήτησε, δε, να αναγνωρισθεί ότι έγινε η ίδια κυρία - κατά τον προαναφερόμενο τρόπο - του επίδικου ακινήτου και να αποτυπωθεί αυτό στα κτηματολογικά φύλλα του οικείου Κτηματολογικού Γραφείου ..., ως αυτοτελές γεωτεμάχιο με ξεχωριστό ΚΑΕΚ, εάν τούτο κριθεί αναγκαίο από το Δικαστήριο, καθώς και να αναγραφεί ότι αποκλειστική κυρία αυτού κατέστη η ίδια, κατά τις διατάξεις και υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003.

Επί των πιο πάνω αγωγών, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, η 3162/2014 απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη η αγωγή του Ελληνικού Δημοσίου και έγινε δεκτή ως βάσιμη από ουσιαστική άποψη η αγωγή της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", αναγνωρίσθηκε ότι η τελευταία είχε καταστεί κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του Κτηματολογίου στην περιοχή ...

κυρία του επίδικου ακινήτου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003 και διατάχθηκε η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου ..., ώστε στο κτηματολογικά φύλλο με ΚΑΕΚ ..., να συμπληρωθεί υπό την ένδειξη αιτία κτήσης και η χρησικτησία κατ' άρθρο 4 του Ν. 3127/2003.

Κατά της άνω απόφασης το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θεσ/κης την από 1-10-2014 έφεσή του. Επί της άνω εφέσεως εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η προσβαλλόμενη 941/2016 απόφαση, η οποία, αφού δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση, εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κράτησε και δίκασε τις άνω αγωγές, απέρριψε την δεύτερη αγωγή και δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή του Ελληνικού Δημοσίου, αναγνωρίζοντας αυτό ως κύριο του περιγραφόμενου ακινήτου, έκτασης 697,14 τμ, που φέρεται κατά τις αρχικές εγγραφές ότι αποτελεί τμήμα του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ..., συνολικού εμβαδού 6410τμ, και διέταξε την διόρθωση των αρχικών εγγραφών:

α)του κτηματολογικού φύλλου με ΚΑΕΚ ..., ως προς την έκτασή του, από το εσφαλμένο 6410τμ στο ορθό 5712,86τμ και β)των ΚΑΕΚ ... έως ΚΑΕΚ ... που αφορά τις οριζόντιες ιδιοκτησίες.

Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή κατ'άρθρο 561παρ 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των εγγράφων, της δικογραφίας προκύπτει ότι αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, που ασκούνται μόνο από την πρώτη αναιρεσείουσα, και στρέφονται κατά του Ελληνικού Δημοσίου δεν επιδόθηκαν στην δεύτερη αναιρεσείουσα, μολονότι αυτή ως ειδική διάδοχος και αναγκαία ομόδικος της, ασκούσας τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης, πρώτης αναιρεσείουσας, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην παραπάνω μείζονα πρόταση, έπρεπε να είχε κλητευθεί. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση των προσθέτων λόγων αναίρεσης, ως προς όλους τους διαδίκους.

3. Με τη διάταξη του άρθρου 4 του ν. 3127/2003(ΦΕΚ Α 135/05.06.2003) ορίζεται ότι: "1. Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του δημοσίου, εφόσον: α) νέμεται μέχρι την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23.02.1946, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη...Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας.

εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042ΑΚ.2. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ. ...". Με τη ρύθμιση αυτή εισάγεται μία σημαντική τομή στις διατάξεις για την προστασία των δημοσίων κτημάτων, καθώς υπό τους εκεί ειδικά προβλεπόμενους όρους θεσπίζεται ένα είδος χρησικτησίας σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου σε αστικά ακίνητα, προκειμένου να αρθούν οι αμφισβητήσεις που είχαν προκύψει κατά τη σύνταξη του κτηματολογίου των διαφορών κυριότητας μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και των ιδιωτών σε ακίνητα που κατείχαν από πολλών ετών και αμφισβητούσε την κυριότητα τους το Ελληνικό Δημόσιο και αναγνωρίζεται πλέον σε ιδιώτες το δικαίωμα να επικαλεστούν τρόπο κτήσης κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία σε βάρος του Δημοσίου, υπό τους ειδικούς όρους του ως άνω άρθρου, με διαφοροποίηση όμως, από το άρθρο 1045 ΑΚ ότι πρέπει να συντρέχει κατά την κτήση της νομής το στοιχείο της καλής πίστης (ΑΠ 721/2015).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 984 ΑΚ η νομή προσβάλλεται είτε με διατάραξη είτε με αποβολή του νομέα. Διατάραξη της νομής, η έννοια της οποίας δεν είναι νομοθετικά καθορισμένη, υπάρχει όταν δεν αποβάλλεται ο νομέας από το πράγμα, αλλά εξακολουθεί να διατηρεί τη νομή του σ` αυτό, συνιστά δε διατάραξη της νομής κάθε θετική πράξη ή παράλειψη που αποτελεί παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του.

Θετικά εκδηλώνεται η διατάραξη είτε με πράξη του προσβολέα στο πράγμα είτε με παρεμπόδιση πράξης του νομέα, ενώ αρνητικά, με παράλειψη, όταν ο προσβολέας δεν προβαίνει στην επιβαλλόμενη ενέργεια προς αποτροπή ή παύση της διατάραξης. Δεν συνιστά διατάραξη η απλή προφορική αμφισβήτηση του δικαιώματος του νομέα, η οποία αντιμετωπίζεται με την αναγνωριστική αγωγή (άρθρο 70 ΚΠολΔ).

Η διατάραξη της νομής κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 984 του ΑΚ αναφέρεται σε προσβολή της νομής και σε προστασία της νομής από την προσβολή της με διατάραξη κατά το άρθρο 989 ΑΚ. Η έννοια όμως του "νέμεται αδιαταράκτως" στην ως άνω διάταξη του άρθρου 4 του ν.3127/2003 δεν αναφέρεται σε προσβολή και προστασία της νομής του νεμόμενου το δημόσιο κτήμα από τον κατά πλάσμα του νόμου αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος που είναι το Δημόσιο, σύμφωνα με τις διατάξεις των νόμων περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων, αλλά αναφέρεται σε μη παρενόχληση του νεμόμενου το δημόσιο κτήμα από τον κατά τον νόμο αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος που είναι το Ελληνικό Δημόσιο.

Η παρενόχληση αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο μπορεί να προστατεύσει τη νομή του επί του δημοσίου κτήματος το Ελληνικό Δημόσιο (ΟλΑΠ 11/2015), ακόμη και με την εκδήλωση της βούλησής του να διατηρήσει το δικαίωμα κυριότητας, και, συνακόλουθα, και της νομής του στο επίδικο ακίνητο (ΑΠ 721/2015).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται, δε, ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Κατά, δε, το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992).

Οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναίρεσης θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠοΛΔ διότι πλήττουν την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.

Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (αρθ.561 παρ.2 ΚοΛΔ) προκύπτει, ότι το Εφετείο που την εξέδωσε, δέχτηκε μ'αυτή, κατά την ανέλεγκτη, επειδή αφορά πραγματικά γεγονότα, κρίση του (αρθ.561 παρ.1 ΚΠοΛΔ), ότι από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει, αποδείχθηκαν τα εξής: "Το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στον Δήμο ...

… και συγκεκριμένα στο Ο.Τ. που περικλείεται από τις ... και ..., έχει εμβαδόν 697,14 τ.μ. και εμφαίνεται στο από 25.07.2011 τοπογραφικό διάγραμμα των υπαλλήλων της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. .., Δ. Β. - αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού και Δ. Τ. - πολιτικού μηχανικού με στοιχεία Α (...) - Β (...) - Γ (...) - Δ (...) - Ε (...) - Ζ (...), που είναι (το διάγραμμα) συνημμένο στην αγωγή του Ελληνικού Δημοσίου, καθώς και στο από 16.02.2012 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Α.

Π., που είναι συνημμένο στην αγωγή της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", με τα ίδια πιο πάνω στοιχεία. .Το ακίνητο αυτό αποτελεί τμήμα του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ..., εμβαδού ,6440 τ.μ., που φέρεται, με βάση τις αρχικές εγγραφές στα κτηματολογικά φύλλα του Κτηματολογικού Γραφείου ... να ανήκει στην πρώτη εφεσίβλητη, επί του οποίου (όλου οικοπέδου) και ειδικότερα στο βόρειο τμήμα του, έχει ανεγερθεί οικοδομή, επί της οποίας έχουν συσταθεί, με το υπ' αριθμ. .../15.12.2005 συμβολαιογραφικό έγγραφο σύστασης οριζόντιων ιδιοκτησιών της συμβολαιογράφου …, Ε.

Φ. - Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα, δεκαεννέα (19) οριζόντιες ιδιοκτησίες, με ΚΑΕΚ ... έως ..., εκ των οποίων δεκαοκτώ φέρονται κατά τις ίδιες ως άνω αρχικές εγγραφές στα κτηματολογικά φύλλα του Κτηματολογικού Γραφείου ... να ανήκουν στην πρώτη εφεσίβλητη, ενώ εκείνη με ΚΑΕΚ ..., με βάση τις ίδιες εγγραφές φέρεται να ανήκει στην ίδια πρώτη εφεσίβλητη και ακολούθως στη δεύτερη εφεσίβλητη, ως ειδικής διαδόχου της πρώτης, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../28.02.2006 συμβολαίου της συμβολαιογράφου … Ι.

Μ. Χ., που μεταγράφηκε νόμιμα. Οι άνω οριζόντιες ιδιοκτησίες βρίσκονται στο βόρειο τμήμα του όλου ακινήτου, ενώ το επίδικο στο νότια τμήμα αυτού και συνορεύει (το επίδικο ακίνητο) βορειοδυτικά επί πλευράς Α-Β με ακίνητο με ΚΑΕΚ ..., δυτικά επί πλευράς Β-Γ με ακίνητο με ΚΑΕΚ ..., βόρεια και ανατολικά επί πλευρών Γ-Δ και Δ-Ε αντίστοιχα με ακίνητο με ΚΑΕΚ ..., νότια επί πλευράς Ε-Ζ με ακίνητο με ΚΑΕΚ ...

και με ακίνητο με ΚΑΕΚ ... και ανατολικά επί πλευράς Ζ-Α με ακίνητα με ΚΑΕΚ ... και .... Το επίδικο ακίνητο ενέπιπτε εντός του αρχικού πολύ ευρύτερου υπ' αριθμ' ΑΚ ... (αρχικού ανταλλάξιμου κτήματος. το οποίο είχε συνολική έκταση 440.000 τ.μ. και αποτελείτο από διάφορα επιμέρους ακίνητα, που ανήκαν σε ανταλλαγέντες μουσουλμάνους και εγκαταλήφθηκαν από αυτούς κατά την ανταλλαγή των Ελληνοτουρκικών πληθυσμών, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 και 7 Ν. 4793/1930 περί κύρωσης της από 10.06.1930 σύμβασης της Άγκυρας, του από 23/25.08.1923 Ν.Δ.

περί κύρωσης της από 30.01.1923 Σύμβασης της Λωζάνης, του άρθρου 1 παρ. 1 Β.Δ. της 24.31.10.1940 "περί τροποποιήσεως ... διαχειρίσεως και εκκαθαρίσεως των ανταλλάξιμων μουσουλμανικών κτημάτων" και των άρθρων 1, 7 Α.Ν. 1909/1939 "περί αναλήψεως υπό του Κράτους της διαχειρίσεως των εν Ελλάδι κτημάτων των ανταλλαγέντων Μουσουλμάνων".

Το εν λόγω ανταλλάξιμο ακίνητο με αριθμό ... (αρχικό) καταχωρήθηκε στο Κτηματολόγιο που τηρούσε η Υπηρεσία Διαχειρίσεως Ανταλλαξίμων Κτημάτων (ημερομηνία πρωτοκόλλου παραλαβής η 4η Φεβρουάριου 1927 από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, που ήταν τότε η διαχειρίστρια των ανταλλάξιμων κτημάτων, μετά την κατάληψή του με το από 13.11.1926 πρωτόκολλο κατάληψης του Κεντρικού Γραφείου Ανταλλαγής, με το οποίο καταλήφθηκε από το Δημόσιο ακόμη ευρύτερη έκταση, εμβαδού 202.000 τ.μ., ως οικόπεδο εκτάσεως 140.000 τ.μ., ευρισκόμενο στη θέση ... ..., συνορευόμενο προς Ανατολάς με οδό προς την ..., προς Δυσμάς με την οδό ..., προς Βορρά με ...

και προς νότο με .... Στη συνέχεια, με την υπ' αριθμ. .../13-7-1966 απόφαση της ΕΔΑΠ διαχωρίστηκε το άνω ανταλλάξιμο (ΑΚ ... αρχικό) ακίνητο σε δύο (2) τμήματα, μεταξύ των οποίων και το πρώτο τμήμα με αριθμ. ΑΚ ..., εκτάσεως 128.000 τμ. Με την .../04.05.1979-απόφαση της ΕΔΑΠ το ΑΚ ... διαχωρίστηκε σε τέσσερα (4) τμήματα, ήτοι τα ΑΚ ..., ...

και .... Το ως άνω ΑΚ ... είχε πλέον, μετά τον διαχωρισμό, έκταση 125.741 τ.μ. και όρια Ανατολικά την οδό προς ... και ΑΚ ... και ..., Δυτικά την οδό ..., Βόρεια το ... και ΑΚ ... και ... και Νότια τους ... και ΑΚ ... και .... Με την .../08.12.1982 απόφαση της ΕΔΑΠ διαχωρίστηκε εκ νέου το ως άνω ΑΚ ... σε τρία (3) τμήματα, με αριθμούς ΑΚ ..., ... και ....

Το εν λόγω ΑΚ ... είχε πλέον, μετά τον διαχωρισμό, έκταση 125.229,77 τ.μ. και όρια Ανατολικά την οδό προς ... και ΑΚ ..., ... και ..., Δυτικά την οδό ... και ΑΚ ... και ..., Βόρεια το ... και ΑΚ ..., ..., ... και ... και Νότια τους ... και ΑΚ ..., ...,... και.... Με την22430/612/18.06.1985 απόφαση της ΕΔΑΠ το υπ' αριθμ. ΑΚ ...ανταλλάξιμο κτήμα διαχωρίστηκε εκ νέου σε δύο κτήματα, ήτοι το υπ' αριθμ. ...

και το υπ' αριθμ. .... Το νέο ΑΚ ..., είχε πλέον, μετά τον διαχωρισμό , έκταση 118.309,77 τ μ, και όρια Ανατολικά την οδό προς I ..., Δυτικά την οδό ... (νυν ...), Βόρεια ... (τέως ...) και Νότια τους .... Με την 22584/612/17.10.1985 απόφαση της ΕΔΑΠ το υπ' αριθμ. ΑΚ ... ανταλλάξιμο κτήμα διαχωρίστηκε εκ νέου σε δύο κτήματα, ήτοι το υπ' αριθμ. ...

και το υπ' αριθμ. .... Το νέο ΑΚ ..., είχε πλέον, μετά τον διαχωρισμό, έκταση 98949,77 τ.μ, και όρια Ανατολικά την οδό προς ..., Δυτικά την οδο ... (νυν ...), Βόρεια ... (τέως ...) και ΑΚ ... και Νότια τους .... Τέλος, με την .../18.12.1986 απόφαση της ΕΔΑΠ διαχωρίστηκε το ΑΚ ... σε τρία (3) τμήματα, ήτοι τα με αριθμούς ΑΚ ..., ΑΚ ... (στο οποίο εμπίπτει εξολοκλήρου το επίδικο, (όπως, ειδικότερα κατωτέρω θα αναπτυχθεί) και ΑΚ ....

Με την ίδια απόφαση, το προκύψαν ... κτήμα διαχωρίζεται σε δύο (2) τμήματα, ήτοι το ΑΚ ... και ΑΚ .... Το πρώτο (ΑΚ ..., που εδώ ενδιαφέρει) έχει έκταση 8.001,50 τ.μ. και συνορεύει, Ανατολικώς με το τεμάχιο 39 (ΑΚ ...)/Δυτικώς με το τεμάχιο 47 (ΑΚ ...) και το τεμάχιο 46, Βορείως με το τεμάχιο 36 και Νοτίως με την οδό .... Όλα τα ως άνω στοιχεία (καθώς και η κατωτέρω αναφερόμενη απαλλοτρίωση του κτήματος για την ανέγερση του Αστικού Προσφυγικού Συνεταιρισμού Ποντίων) έχουν καταγραφεί στο προαναφερθέν Κτηματολόγιο που τηρείτο για το ως άνω ΑΚ ...

ανταλλάξιμο κτήμα, αλλά και στο αντίστοιχο τηρούμενο από, 18.12•1986 από τη 16η ΔΑΜΚ του Υπουργείου Οικονομικών (Περιφέρεια Γραφείου Θεσσαλονίκης) Κτηματολόγιο (Πίνακας Περιγραφής Κτήματος) για το υπ' αριθμ. ... κτήμα. Στον τελευταίο αυτό πίνακα περιγραφής κτήματος της άνω Υπηρεσίας έχει καταγραφεί και το γεγονός ότι, με την υπ' αριθμ. .../01.07.1994 απόφαση της Επιτροπής Δημοσίων Κτημάτων, μειώθηκε η έκταση του ΑΚ ...

κτήματος σε 2.155,64 τ.μ., το οποίο συνορεύει, Ανατολικώς με πρώην ιδιοκτησία Δ. Δ., Δυτικώς με το τεμάχιο 47 (ΑΚ ...), το τεμάχιο 46 και το ΑΚ ..., Βορείως με το τεμάχιο 36 και Νοτίως με την οδό .... Σύμφωνα με την από 16.08.1940 έκθεση του μηχανικού Ε. Σ., Προϊσταμένου του Γραφείου της Τοπογραφικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Γεωργίας, "Επί της συντάξεως του σχεδιαγράμματος και εφαρμογής των τίτλων, της απαλλοτριωθείσας εκτάσεως δι' ανέγερσιν του αστικού Προσφυγικού Συνοικισμού Ποντίων ...", στην απαλλοτριωθείσα με το Ν. 3146/1925 (Φ.Ε.Κ.

Α' 187/1925) για την ανέγερση του Προσφυγικού Συνοικισμού Ποντίων ..., έκταση, περιλαμβανόταν και το κτήμα, στο οποίο δόθηκε με την άνω έκθεση ο αριθμός 45, το οποίο ανήκε: α) Στον Δ. Δ. ,με βάση τους υπ' αριθμ. … και … Σεπτεμβρίου 1323 οθωμανικούς τίτλους, τμήμα αυτού (ενδιάμεσο μεταξύ των άλλων δύο που αναφέρονται κατωτέρω), εκτάσεως 2.574 πήχεων (αμπελότοπος) και 1262 πήχεων (αγρός) και συνολικά 3.836 πήχεων, β) στον Π.

Μ. Ε. του Α., με βάση τους 152, 153 και 154 Δεκεμβρίου 1322 οθωμανικούς τίτλους, τμήμα αυτού (προς Ανατολάς), εκτάσεως 3.678 πήχεων (αμπελότοπος) και 1262,96 πήχεων (αγρός) και συνολικά 4.941 πήχεων και γ) στον Σ. Μ., με βάση τους υπ' αριθμ. ... και ... Ιουνίου 1325 οθωμανικούς τίτλους, τμήμα αυτού (προς Δυσμάς), εκτάσεως 2.574 πήχεων (αμπελότοπος) και 1262 πήχεων (αγρός) και συνολικά 3.836 πήχεων, και συνόρευε προς Βορρά με κληρονόμους Α.

Α. ... (κτήμα 36), προς Νότο με την οδό ..., προς Ανατολάς με κτήμα Ν. Ε. (κτήμα 39) και προς Δυσμάς με Ο. Α. (κτήμα 47) και Α. Ά. (κτήμα 46). Κατά την ίδια έκθεση, από το ως άνω υπ' αριθμ. 45 κτήμα, με έκταση 8.120 τ.μ., που βρισκόταν ολόκληρο εντός της απαλλοτριωθείσας εκτάσεως, 7.980 τ.μ. κατέχονταν ως φυτεία από τον εκ των συνιδιοκτητών Δ.

Δ.. Ακολούθως, με την υπ' αριθμ. 216/1942 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, αναγνωρίστηκε η ιδιοκτησία του Δημοσίου επί του άνω τμήματος του 45 κτήματος που ανήκε αρχικά στον Σ. Μ., ως ανταλλαγέντος μουσουλμάνου, ομοίως του Ελληνικού Δημοσίου επί του τμήματος του 45 κτήματος που ανήκε αρχικά στον Π.

Μ. Ε. του Α., ως αδέσποτου, ενώ έγινε δεκτό ότι το έτερο τμήμα του ίδιου 45 ακινήτου ανήκε στον Δ. Δ.. Μάλιστα, στην κρίση αυτή προχώρησε το Δικαστήριο, διότι, παρότι υποστηρίχθηκε κατά τη συζήτηση ότι το ακίνητο αυτό (45) εξαιρέθηκε της απαλλοτρίωσης, δεν προσήχθη κάποιο βεβαιωτικό του εν λόγω ισχυρισμού στοιχείο.

Το άνω περιελθόν στο Ελληνικό Δημόσιο ως ανταλλάξιμο τμήμα του υπ' αριθμ. 45 κτήματος (αυτό δηλαδή που ανήκε αρχικά στον ανταλλαγέντα μουσουλμάνο Σ. Μ.), εμπίπτει στο πιο πάνω (αρχικό) υπ' .αριθμ. ΑΚ ... ανταλλάξιμο κτήμα του Δημοσίου (κατάγραφέν στο Κτηματολόγιο της Υπηρεσίας Διαχειρίσεως Ανταλλαξίμων Κτημάτων με τον αριθμό αυτό, ως τμήμα του αρχικού ΑΚ ...

ακινήτου, με την .../18.12.1986 απόφαση της ΕΔΑΠ). Τούτο, μάλιστα ρητώς αναφέρεται και στον άνω πίνακα περιγραφής του υπ' αριθμ. ... κτήματος της 16ης ΔΑΜΚ …. Σημειώνεται, πάντως ,ότι η αναφερόμενη ως άνω απαλλοτρίωση ουδέποτε υλοποιήθηκε ως προς το ως άνω ακίνητο (αριθμ.45 με βάση την πιο πάνω έκθεση του μηχανικού Ε.

Σ.) και συναφώς και ως προς το ΑΚ... ανταλλάξιμο ακίνητο. Περαιτέρω, με το υπ' αριθμ. .../18.01.1957 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, κατά τη σύσταση της πρώτης εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας, εισφέρθηκε από τον τότε νόμιμο εκπρόσωπο αυτής, Ι. Σ. του Π., ως εισφορά σε είδος προς την εν λόγω ανώνυμη εταιρία, προς κάλυψη της αξίας16.850μετοχώντης εταιρίας αυτής που περιήλθαν σε αυτόν (I.

Σ.), κατά κυριότητα ,ένα ακίνητο εμβαδού 5.383 τ.μ με τον εντός αυτού οικίσκο, κείμενο στην πόλη της Θεσσαλονίκης και εντός του εγκεκριμένου σχεδίου αυτής, στην περιοχή των διώροφων οικίσκων του συνοικισμού ..., της περιφέρειας "...", αποτελούμενο από δύο ξεχωριστά τμήματα και δη του ενός εκτάσεως 5.278 τ.μ. περίπου, συνορευόμενο γύρωθεν προς Νότο με παλαιό οδό διερχόμενη προ των διώροφων οικίσκων του συνοικισμού ...

που οδηγεί προς τους στρατώνες του Ιππικού, προς Ανατολάς με Α. Σ. και εν μέρει με διανοιγόμενη ως άνω οδό, προς Βορρά με διανοιγόμενη οδό νέα πλατεία και προς Δυσμάς με γήπεδα κληρονόμων Μ. και Σ. Κ., και του άλλου εκτάσεως 104τμ περίπου, συνορευόμενο γύρωθεν προς Ανατολάς με Α. Σ. και εν μέρει με την διανοιγόμενη ως άνω οδό, προς Δυσμάς με γήπεδα κληρονόμων Μ.

και Σ. Κ. και Βορείως με διανοιγόμενη νέα πλατεία. Το εν λόγω ακίνητο φερόταν ως και περιελθόν στην κυριότητα του I. Σ., με το υπ' αριθμ. .../22.12.1956 συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου Αθηνών που μεταγράφηκε νόμιμα, σε συνδυασμό και με την υπ' αριθμ..../28.12.1956 συμβολαιογραφική πράξη καταβολής του τιμήματος του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ..., που μεταγράφηκε μαζί με την αρχική συμβολαιογραφική πράξη, μετά από αγορά από τον Δ.

Δ.. Κατά τον τελευταίο αυτόν τίτλο (.../1956 συμβόλαιο), το όλο ακίνητο φέρεται να περιήλθε στον πωλητή Δ. Δ., από αγορά από τους κληρονόμους του Μ. Α., δυνάμει των υπ' αριθμ. 210, 211 και 213 του μηνός Σεπτεμβρίου 1323 (τουρκικού έτους, αντιστοιχούντος στο έτος 1907) τίτλων ιδιοκτησίας (ταπίων) του Οθωμανικού Κτηματολογίου.

Με το εν λόγω συμβόλαιο φέρεται να μεταβιβάζεται (και) το άνω τμήμα εκτάσεως 5.278,72 τ.μ., το οποίο φέρεται να συνορεύει προς Νότο με παλαιό οδό προς τους στρατώνες του Ιππικού, προς Ανατολάς με κτήμα κατεχόμενο από τον Α. Σ. και εν μέρει με διανοιγόμενη ως άνω οδό, προς Βορρά με διανοιγόμενη οδό νέα πλατεία και προς Δυσμάς με γήπεδα κληρονόμων Μ.

και Σ. Κ.. Επισημαίνεται στο σημείο τούτο, ότι οι τίτλοι με τους οποίους φέρεται να "μεταβίβασε ο άνω Μ. προς τον Δ. Δ. το άνω ακίνητο δεν προσκομίζονται από την πρώτη εφεσίβλητη. Πρέπει, ακόμη να τονιστεί, ότι το επίδικο ακίνητο εμπίπτει στο ευρύτερο ακίνητο που περιγράφεται στους επικαλούμενους από την πρώτη εφεσίβλητη ως άνω τίτλους (.../22.12.1956 και .../18.01.1957 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αθηνών Ε.

Κ.). Με την .../1957 πράξη τακτοποίησης του Πολεοδομικού Γραφείου Θεσσαλονίκης, που κυρώθηκε με την υπ' αριθμ. .../1957 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, προσκυρώθηκαν στο άνω ευρύτερο ακίνητο, που περιγράφεται στους παραπάνω τίτλους και στη βορειοδυτική του πλευρά, τμήματα γειτονικών ιδιοκτησιών, συνολικής επιφάνειας 833 τ.μ., ενώ ένα τμήμα του (που δεν εμπίπτει στο επίδικο ακίνητο, όπως περιγράφηκε ανωτέρω), εκτάσεως 118,50 τ.μ., προσκυρώθηκε στην όμορη ιδιοκτησία της Π.

Κ.. Η πρώτη εφεσίβλητη έχοντας στην κατοχή της το άνω ευρύτερο ακίνητο, μετά από την εισφορά του στην εταιρία από τον τότε νόμιμο εκπρόσωπό της, στο οποίο εμπεριέχεται και το επίδικο ανταλλάξιμο κτήμα, εκτάσεως 697, 14 τ.μ. (και το οποίο, επίδικο, κατά τα ανωτέρω, παρέμεινε αμετάβλητο κατ' έκταση και δεν επηρεάστηκε από τις άνω προσκυρώσεις), περιέφραξε αυτό (το ευρύτερο ακίνητο), μετά δε από την παρακατάθεση από την ίδια στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων της αποζημίωσης που καθορίστηκε (για τα προσκυρωθέντα τμήματα) με την 12/1958 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, λειτούργησε επ' αυτού και συγκεκριμένα επί του βόρειου τμήματος του όλου ακινήτου, όπως συνομολογείται από τους διαδίκους εκτός του επιδίκου, που βρίσκεται στο νότιο τμήμα του όλου ακινήτου και παραμένει ακάλυπτο, επιχείρηση καπνεργοστασίου, επί οικοδομήματος που ανήγειρε στο εν λόγω βόρειο τμήμα του όλου ακινήτου, δυνάμει της υπ' αριθμ. ...1958 οικοδομικής άδειας.

Τη δραστηριότητα αυτή συνέχισε (η πρώτη εφεσίβλητη) μέχρι το έτος 1990, οπότε εκμίσθωσε το κτίριο (χώρο) επεξεργασίας καπνών και την αποθήκη σε τρίτες καπνεμπορικές επιχειρήσεις, από τις οποίες χρησιμοποιήθηκαν ως αποθήκες φύλαξης καπνού.... Την 18-05-1995, η πρώτη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρία, υπέβαλε την με ίδια ημερομηνία αίτησή της προς το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο Ανταλλαξίμων Κτημάτων διά της Κτηματικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης (η αίτηση αυτή δεν προσκομίζεται από τους διαδίκους), με την οποία ζητούσε, να αναγνωριστεί, ότι (διάφορο του επιδίκου) τμήμα του υπ' αριθμ. ...

ανταλλάξιμου ακινήτου, εμβαδού 981,35 τ.μ., στο οποίο, δηλαδή (τμήμα), δεν περιλαμβάνεται το επίδικο ακίνητο, όπως περιγράφεται ανωτέρω (ήτοι δεν περιλαμβάνεται το επίδικο τμήμα του ΑΚ ... ανταλλάξιμου ακινήτου, εκτάσεως 697,14 τ.μ.), δεν είχε τον χαρακτήρα ανταλλάξιμου κτήματος, δοθέντος ότι ο Σ. Μ. το είχε ήδη, από το έτος 1914, πωλήσει και μεταβιβάσει,-με-το υπ' αριθμ. .../1914 συμβόλαιό, στην ημεδαπή Φ.

Σ.. Στα πλαίσια διερεύνησης της βασιμότητας της αίτησης αυτής, οι υπάλληλοι της Κτηματικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης Ε. Τ. και Ε. Μ., κατόπιν της (αναφερόμενης στην κατωτέρω μνημονευόμενη από 15.01.1997 τεχνική έκθεση) υπ' αριθμ. .../31.05.1995 εντολής του Προϊσταμένου της ίδιας υπηρεσίας (Κτηματικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης), και, αφού έλαβαν υπόψη, μεταξύ άλλων, και τα στοιχεία που προσκόμισε η εκεί αιτούσα, μεταξύ των οποίων και η από 17.03.1995 τεχνική έκθεση εφαρμογής τίτλων (και η άνω αίτησή της), συνέταξαν την από 15.01.1997 "τεχνική έκθεση έρευνας, σχετικά με το ΑΚ ..., που βρίσκεται στο Συνοικισμό Ποντίων ...

του Δήμου ...". Στην εν λόγω έκθεση, στην οποία γίνεται αναλυτική αναφορά στο προπαρατεθέν ιστορικό του ΑΚ ... ανταλλάξιμου κτήματος, μνημονεύεται, ότι, στο εν λόγω ΑΚ... κτήμα, που αποτελούσε τμήμα του 45 τεμαχίου, με έκταση 2.157τ.μ., σαν ιδιοκτησία του ανταλλαγέντα μουσουλμάνου Σ. υιού Μ., βάσει των οθωμανικών τίτλων ...

και ... μηνός Ιουνίου 1325 (1909), θα έπρεπε να περιλαμβάνεται μόνο το τμήμα εκτάσεως 744,15 τ.μ (στο οποίο περιλαμβάνεται και εμπίπτει πλήρως ολόκληρο το επίδικο ακίνητο των 697,14 τ.μ.). που αντιστοιχούν στο τμήμα του υπ'αριθμ.45 τεμαχίου, εκτάσεως 1262 πήχεων, που είχε περιέλθει στον Σ. Μ., με τον ως άνω ... τίτλο και όχι και το έτερο τμήμα εκτάσεως 2.574 πήχεων, που είχε περιέλθει στο ίδιο Σ.

Μ., με τον ως άνω ... τίτλο, διότι, "ο Σ. υιός Μ. Ε. με το αριθμ. .../01.06.1914 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Π. Κ. πούλησε στην Φ. Γ. Σ. ένα οικόπεδο, πρώην αμπελότοπο, έκτασης 2.570 πήχεων, στη θέση ... με όρια, Ανατολικά κτηματα Α. Ε. και δικηγόρου Δ., Δυτικά Φ. Α. και Ο. Α., Βορείως Α. Α., Νοτίως ιδίου ιδιοκτήτη, βάσει του τουρκικού τίτλου ...

έτους 1325". Επισημαίνεται, μάλιστα, στην ίδια τεχνική έκθεση, ότι το τμήμα αυτό που είχε αποκτήσει ο Σ. υιός Μ., με τον ... τίτλο (μη επίδικο τμήμα του ΑΚ ...) καταλήφθηκε από το Δημόσιο δύο φορές και συγκεκριμένα: α)σαν τμήμα του ΑΚ ..., εντός του τμήματος 45 του διαγράμματος Σ. και σημερινό ΑΚ ... και β) σαν ΑΚ ..., το οποίο στη συνέχεια αποδόθηκε στην Π.

σύζυγο Σ. Κ. (θυγατέρα της προαναφερθείσας Φ. Γ. Σ.), κατόπιν αιτήσεώς της, βάσει του άρθρου 10 παρ. 3 του Ν. 3713/1957, με την .../97/21.12.1961 Απόφαση της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Γραφείου ΔΑΠ Θεσσαλονίκης. Στην εν λόγω, όμως, Π. Κ., στην πραγματικότητα δεν αποδόθηκε το ως άνω (μη επίδικο) τμήμα του ΑΚ ΠΡΗΘ. ... ακινήτου, αλλά άλλο (ομοίως μη επίδικο) σε παράπλευρη θέση.

Στην ίδια ως άνω τεχνική έκθεση αναφέρονται ακόμη και τα εξής: Α) Ότι στην ως άνω (από 17.03.1995) τεχνική έκθεση εφαρμογής τίτλων ιδιοκτησίας, που προσκόμισε η εκεί αιτούσα (πρώτη εφεσίβλητη), γίνεται πλήρης ανάλυση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του τεμαχίου 45 και καταλήγει η εν λόγω έκθεση εφαρμογής τίτλων στα ίδια συμπεράσματα με την προαναφερθείσα εφαρμογή τίτλων του Ε.

Σ. (από 16.08.1940) για τον Αστικό Προσφυγικό Συνεταιρισμό Ποντίων ..., που αποδέχεται και η Κτηματική Υπηρεσία Θεσσαλονίκης, καθώς και με την 216/1942 Απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, δηλαδή ότι το τεμάχιο 45 ανήκει:1) τμήμα α τίτλου ... Ιουνίου 1325, εκτάσεως 2.574 πήχεων και τμήμα β τίτλου ... Ιουνίου 1325, εκτάσεως 1.262 πήχεων, στον Σ.

Μ., 2) τμήμα β τίτλου 211 Σεπτεμβρίου 1323, εκτάσεως 2.574πήχεων και τμήμα γ τίτλου 212 Σεπτεμβρίου 1323, εκτάσεως 1.262 πήχεων,στον Δ. Δ. και 3)τμήμα ε τίτλου 153 Δεκεμβρίου 1322, εκτάσεως 3.678 πήχεων και τμήμα στ τίτλου 154 Δεκεμβρίου 1322, εκτάσεως 1.262 πήχεων,στον Π. Μ. Ε. Α.. Επίσης στην ίδια τεχνική έκθεση (της Κτηματικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης) αναφέρεται, ότι, στην ίδια τεχνική έκθεση εφαρμογής τίτλων ιδιοκτησίας, η πρώτη εφεσίβλητη εταιρία αποδέχεται:

α) ότι το τμήμα δ, έκτασης 744,14 τ.μ. (στο οποίο κατά τα ανωτέρω εμπίπτει εξ ολοκλήρου το επίδικο ακίνητο) εμπίπτει στο συμβόλαιο .../1956, από το οποίο έλκει τα δικαιώματά της, παρόλο που το τμήμα αυτό δεν ανήκε ποτέ στον Δ. Δ., που ήταν δικαιοπάροχός της, αλλά στον Σ. Μ. και γι' αυτό πρέπει να ανήκει στην ανταλλάξιμη περιουσία, β) ότι το τμήμα έκτασης 981,35 τ.μ. (μη επίδικο), αφού ο Σ.

υιός Μ. το πώλησε στη Φ. Γ. Σ. με το .../1914 συμβόλαιο, έχασε πλέον την ιδιότητά του ως ανταλλάξιμο κτήμα και γι' αυτό θα πρέπει να διαγράφει απ' τα Κτηματολόγια της Κτηματικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης. Με την υπ' αριθμ. πρωτ. .../ 10.03.1998 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, έγινε δεκτή σχετική γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου και αποφασίστηκε η διαγραφή του ως άνω (μη επίδικου) τμήματος, έκτασης 981,35 τ.μ.

από το ΑΚ ... ανταλλάξιμο κτήμα. Έτσι, με την υπ' αριθμ. .../14.05.1998 απόφαση της Επιτροπής Δημοσίων Κτημάτων, αποφασίστηκε, σε εκτέλεση της άνω Υπουργικής Αποφάσεως, ο διαχωρισμός του ΑΚ ... ακινήτου (συνολικής έκτασης τότε, κατά τα ανωτέρω, 2.155,64 τ.μ.), σε τρία (3) τμήματα με αριθμούς κτηματολογίου ...(εκτάσεως 697,14 τ.μ), ... (981,35 τ.μ.) και 10308/Α (477,15 τ.μ.), και η διαγραφή του ΑΚ ...

ακινήτου, εκτάσεως 981,35 τ.μ., από τα Κτηματολόγια της Κτηματικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης, με βάση την εν λόγω Υπουργική Απόφαση, που εκδόθηκε επί της αιτήσεως της πρώτης εφεσίβλητης. Το δε ως άνω εναπομείναν ΑΚ ..., εκτάσεως 697,14 τ.μ., με όρια Ανατολικώς την ιδιοκτησία Δ., Δυτικώς το ΑΚ ... (πρώην ΑΚ ...), Βορείως ...

ιδιοκτησία Δ. και Νοτίως το πρώην ΑΚ ..., ΑΚ ..., παλαιά οδό ..., αποτελεί το επίδικο ακίνητο. Ο διαχωρισμός αυτός, δυνάμει της άνω αποφάσεως, καταγράφηκε και στο κτηματολόγιο της Κτηματικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης (ως άνω πίνακας περιγραφής κτήματος με αριθμό ...). Περαιτέρω, η πρώτη εφεσίβλητη, με αίτησή της (μη προσκομιζόμενη, αλλά μνημονευόμενη στο κατωτέρω έγγραφο της ΚΕΔ) προς την Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου ζήτησε την απευθείας μίσθωση τμήματος του ΑΚ ...

ανταλλάξιμου κτήματος, στο οποίο περιλαμβάνεται εξ ολοκλήρου το επίδικο ακίνητο, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει σαν υπαίθριο χώρο στάθμευσης αυτοκινήτων. Για τον λόγο αυτό, η ΚΕΔ απέστειλε προς την Κτηματική Υπηρεσία Θεσσαλονίκης το υπ' αριθμ. πρωτ. ...14.01.1997 έγγραφό της, με το οποίο μνημονεύοντας την άνω αίτηση της πρώτης εφεσίβλητης, ζήτησε, να της γνωρίσει η Κτηματική Υπηρεσία Θεσσαλονίκης, "εάν το ζητούμενο τμήμα του ΑΚ ...

είναι ελεύθερο, κατέχεται ή διεκδικείται από τρίτους". Η Κτηματική Υπηρεσία Θεσσαλονίκης απάντησε προς την ΚΕΔ, με το υπ' αριθμ. πρωτ. …/20.01.1997 έγγραφό της, με το οποίο γνωστοποιεί στην ΚΕΔ, ότι το ως άνω τμήμα του ΑΚ ... ανταλλάξιμου ακινήτου (στο οποίο περιλαμβάνεται, κατά τα ανωτέρω, το επίδικο) κατέχεται ήδη από την πρώτη εφεσίβλητη, καθώς και ότι το έτερο τμήμα αυτού (ήτοι το προμνησθέν εκτάσεως 981,35 τ.μ., που εν τέλει διαγράφηκε, κατά τα ανωτέρω από την ανταλλάξιμη περιουσία του Δημοσίου), κατέχεται και διεκδικείται στο Γνωμοδοτικό Συμβούλιο Δημοσίων Κτημάτων από την πρώτη εφεσίβλητη.

Μετά, μάλιστα, την ως άνω ενέργεια της πρώτης εφεσίβλητης (υποβολή αίτησης προς απευθείας μίσθωση τμήματος του ΑΚ ... ανταλλάξιμου ακινήτου), η τελευταία, με το από 14.04.1997 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, εκμίσθωσε προς την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...": τμήμα του ισογείου ορόφου του καπνεργοστασίου (καπναποθήκης), τμήμα του υπόγειου ορόφου του καπνεργοστασίου, μέρος του οποίου θα χρησιμοποιείτο ως χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων (ΡΑRKING), τμήμα του πρώτου ορόφου του ίδιου κτιρίου, για να χρησιμοποιηθούν από τη μισθώτρια ως πολυκατάστημα - υπεραγορά πώλησης τροφίμων και οποιωνδήποτε άλλων ειδών βιοτικών αναγκών, και τέλος το δικαίωμα σύγχρησης με την εκμισθώτρια ενός ακάλυπτου χώρου πλάτους 17 μέτρων από την πλευρά της καπναποθήκης, που βλέπει προς την οδό ...

και μήκους 52 γραμμικών μέτρων από την οδό ... μέχρι την οδό .... Εξάλλου, ο Δήμος ... (Γραφείο Πολεοδομίας), με του υπ'αριθμ. πρωτ. ΔΤΥ .../12.01.1998 έγγραφό του, που απέστειλε προς την Κτηματική Υπηρεσία Θεσσαλονίκης, ενημέρωσε αυτήν, ότι η πρώτη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρία υπέβαλε (προς την Πολεοδομία ...) φάκελο για χορήγηση άδειας αλλαγής χρήσης και εργασιών συντήρησης και εσωτερικών διαρρυθμίσεων στο κτίριο που βρίσκεται στο ...

Ο.Τ. και έχει ανεγερθεί δυνάμει της υπ' αριθμ. ...1958 οικοδομικής άδειας ως καπναποθήκη. Τούτο δε διότι, όπως αναφέρεται στο ίδιο έγγραφο από την υπάρχουσα παρατήρηση του τοπογραφικού και από πληροφορίες της ίδιας της ως άνω εταιρίας (πρώτης εφεσίβλητης), "προβάλλονται δικαιώματα της ανταλλάξιμης περιουσίας που διαχειρίζεται η Υπηρεσία σας".

Η Κτηματική Υπηρεσία Θεσσαλονίκης απάντησε με το υπ' αριθμ. .../16.01.1998 έγγραφό της προς το Γραφείο Πολεοδομίας του Δήμου ... ,στο οποίο αναφέρει, μεταξύ άλλων, για την αιτούμενη άδεια, ότι την Κτηματική Υπηρεσία δεν την απασχολεί το θέμα της αλλαγής χρήσης και διαρρυθμίσεων του υφιστάμενου κτιρίου, γνωστοποιεί, όμως, ότι δεν συμφωνεί (η Κτηματική Υπηρεσία) σε καμία περίπτωση στην έκδοση αδείας για εργασίες που θα έχουν σαν αποτέλεσμα τη διαφοροποίηση της υφιστάμενης κατάστασης από πλευράς κάλυψης και ύψους για το συγκεκριμένο τμήμα που εμπίπτει στο ΑΚ ...

ανταλλάξιμο κτήμα. Το συγκεκριμένο έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης θεωρήθηκε από την Πολεοδομία ..., ότι επείχε θέση δήλωσης συναίνεσης ιδιοκτήτη στην έκδοση (οικοδομικής) αδείας υπό προϋποθέσεις... και έτσι, κατόπιν και της σχετικής δήλωσης ιδιοκτήτη, που υποβλήθηκε από την πρώτη εφεσίβλητη προς την Πολεοδομία ..., στην οποία μάλιστα ρητά μνημονεύεται ως σχετικό και το πιο πάνω .../16.01.1998 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης, εκδόθηκε, αφού λήφθηκαν υπόψη οι πιο πάνω παρατηρήσεις και ενστάσεις της Κτηματικής Υπηρεσίας, η υπ' αριθμ .../04.06.1998 οικοδομική άδεια του Τμήματος Πολεοδομίας του Δήμου ..., για "αλλαγή χρήσης, εργασίες συντήρησης, εσωτερικές διαρρυθμίσεις, ενισχύσεις φέροντα οργανισμού και νομιμοποίηση τμήματος υπογείου" στο υφιστάμενο ως άνω κτίριο (καπναποθήκη).

Το Ελληνικό Δημόσιο, με την ένταξη της περιοχής στο Κτηματολόγιο, δήλωσε το επίδικο ΑΚ ..., όπως διαμορφώθηκε μετά τον τελευταίο ως άνω διαχωρισμό, στις 05.10.1999,ενώ, σε αντίστοιχη δήλωση προέβη και η πρώτη εφεσίβλητη. Σύμφωνα με όσα κατέθεσε η μάρτυρας Δ. Τ., κατά τους πίνακες της πρώτης ανάρτησης εγγράφηκε το δικαίωμα του Δημοσίου, όπως δε γίνεται δεκτό και από την ίδια την πρώτη εφεσίβλητη, μετά την υποβολή σχετικών ενστάσεων, την ισχύ του Ν. 3127/2003 και την επανάκριση των ενστάσεων, που είχαν υποβληθεί, θεωρήθηκε, ότι η πρώτη εφεσίβλητη είχε ισχυρότερο δικαίωμα από εκείνο του Δημοσίου, κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 3127/2003.

Έτσι, με βάση τις αρχικές εγγραφές στα κτηματολογικά φύλλα του Κτηματολογικού Γραφείου ..., το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται, όπως προαναφέρθηκε, στο ευρύτερο γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ..., εμβαδού 6.410 τ.μ., που φέρεται, να ανήκει αποκλειστικά στην πρώτη εφεσίβλητη. Συνοψίζοντας όσα ανωτέρω αναφέρονται, προκύπτουν τα ακόλουθα κρίσιμα εν προκειμένω πραγματικά περιστατικά:

Το επίδικο ακίνητο ταυτίζεται πλήρως με το υπ' αριθμ. ΑΚ ... ανταλλάξιμο κτήμα, όπως διαμορφώθηκε οριστικά ως προς την έκτασή του, σε 697,14 τ.μ., μετά τον διαχωρισμό του προγενέστερου σε τρία τμήματα, με την .../14.05.1998 Απόφαση της Επιτροπής Δημοσίων Κτημάτων, που αντιστοιχούν (τα επίδικα 697,14 τ.μ.) στο τμήμα του υπ' αριθμ. 45 τεμαχίου, εκτάσεως 1262 πήχεων, που είχε περιέλθει στον ανταλλαγέντα μουσουλμάνο Σ.

Μ., με τον ως άνω ... τίτλο, κατά τα όσα αναλυτικά μνημονεύονται ανωτέρω. Το κτήμα αυτό προήλθε από τον διαχωρισμό του αρχικού ΑΚ ... ανταλλάξιμου κτήματος και αποτελεί τμήμα του υπ' αριθμ. 45 τεμαχίου του τοπογραφικού διαγράμματος που συνοδεύει την εφαρμογή τίτλων Σ. για τον Αστικό Προσφυγικό Συνοικισμό Ποντίων ....

Το κτήμα αυτό (επίδικο), αντίθετα δεν περιλαμβανόταν στους προαναφερόμενους τίτλους με τους οποίους ο άνω Μ. φέρεται να μεταβίβασε στον Δ. Δ. άλλο (μη επίδικο) ακίνητο. Ωστόσο, επειδή ο εν λόγω Δ. Δ.ς επεκτάθηκε και κατέλαβε και εκτάσεις που δεν του ανήκαν, κατά τα αναφερόμενα και στην προαναφερθείσα από 16.08.1940 εφαρμογή του Ε.

Σ., κατά τη μεταβίβαση των προαναφερθέντων ακινήτων από τον Δ. Δ. προς τον I. Σ. και από τον τελευταίο προς την πρώτη εφεσίβλητη, με τα πιο πάνω .../22.12.1956 και .../18.01.1957 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Κ., περιελήφθη στα τελευταία και το επίδικο ακίνητο ως τμήμα του ευρύτερου ακινήτου που φέρεται με αυτά να μεταβιβάζεται.

Περαιτέρω, σε κάθε περίπτωση, η πρώτη εφεσίβλητη, γνώριζε, με βάση όσα προεκτέθηκαν, τουλάχιστον από 17.03.1995, ότι το επίδικο ακίνητο εμπίπτει εξ ολοκλήρου στο ΑΚ ... ανταλλάξιμο κτήμα, που ανήκε στο Ελληνικό Δημόσιο και ότι δεν είχε περιέλθει στην κυριότητά της με το άνω .../18.01.1957 συμβόλαιο, αφού δεν ανήκε στην κυριότητα των δικαιοπαρόχων της, I.

Σ. και Δ. Δ.. Γι' αυτό, άλλωστε, η πρώτη εφεσίβλητη, με την άνω από 18.05.1995 αίτησή της, ζήτησε τη διαγραφή από το ΑΚ ... του μη επίδικου τμήματος αυτού, εκτάσεως 981,35 τ.μ., και όχι και του επιδίκου, εκτάσεως 697,14 τ.μ., για το οποίο γνώριζε πλέον αναλυτικά ολόκληρο το προπαρατεθέν ιστορικό του και ότι επομένως ενέπιπτε στο αρχικό ΑΚ ...

ανταλλάξιμο κτήμα και στη συνέχεια στο ΑΚ ..., λαμβανομένου υπόψη και του ότι στην από 17.03.1995 τεχνική έκθεση εφαρμογής τίτλων ιδιοκτησίας, που προσκόμισε η ίδια η πρώτη εφεσίβλητη μαζί με την άνω από 18.05.1995 αίτησή της, γίνεται πλήρης ανάλυση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του τεμαχίου 45, στο οποίο εμπίπτει εξ ολοκλήρου το επίδικο, και καταλήγει η εν λόγω έκθεση εφαρμογής τίτλων στα ίδια συμπεράσματα με την προαναφερθείσα εφαρμογή τίτλων του Ε.

Σ. (από 16.08.1940) για τον Αστικό Προσφυγικό Συνεταιρισμό Ποντίων ..., που αποδέχεται και η Κτηματική Υπηρεσία Θεσσαλονίκης. Επίσης, για τον ίδιο λόγο αιτήθηκε προς την ΚΕΔ την απευθείας μίσθωση του επιδίκου. για να χρησιμοποιηθεί ως χώρος σταθμεύσεως αυτοκινήτων, ενώ, κατά τα ανωτέρω, στην προαναφερθείσα δήλωσή της προς την Πολεοδομία ...

αναφέρεται και στο .../16.01.1998 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης προς το Γραφείο Πολεοδομίας του Δήμου ..., που επέχει, κατά τα ανωτέρω, θέση δήλωσης συναίνεσης ιδιοκτήτη (της Κτηματικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης) στην έκδοση της (οικοδομικής) αδείας υπό τις αναφερόμενες προϋποθέσεις. Ακόμη, όμως, και εάν γίνει δεκτό, και μάλιστα παρόλο που, όπως προαναφέρθηκε, στους άνω τίτλους του απώτερου δικαιοπαρόχου της πρώτης εφεσίβλητης Δ.

Δ. δεν περιλαμβανόταν το επίδικο και παρά τα όσα πιο πάνω αναλυτικά διαλαμβάνονται στην από 16.08.1940 έκθεση του μηχανικού Ε. Σ. και την υπ' αριθμ. 216/1942 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, απ' όπου προκύπτει αδιαμφισβήτητα, ότι το επίδικο ακίνητο εμπίπτει στο ανταλλάξιμο κτήμα με ΑΚ ..., ότι η πρώτη εφεσίβλητη, διά των νομίμων εκπροσώπων της, αγνοούσε τα ανωτέρω, κατά το χρόνο κατάρτισης του προαναφερθέντος .../18.01.1957 συμβολαίου και την περιέλευση - έκτοτε - στη νομή της του ευρύτερου ακινήτου στο οποίο περιλαμβάνεται και το επίδικο και ότι, συναφώς, είχε την πεποίθηση, κατά την κτήση της νομής που ενδιαφέρει (αφού τυχόν μεταγενέστερη κακή πίστη δεν βλάπτει), χωρίς βαριά αμέλεια ότι είχε αγοράσει από αληθινό κύριο και ότι δεν προσβάλλει το δικαίωμα κυριότητος κανενός και δη ούτε και του Δημοσίου, και πάλι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 3127/2003, για την κτήση κυριότητας του επιδίκου από την πρώτη εφεσίβλητη.

Ειδικότερα, δεν πληρούται η προϋπόθεση της αδιατάρακτης νομής του επιδίκου από την πρώτη εφεσίβλητη για δέκα, πολύ δε περισσότερο, για τριάντα έτη, που να φθάνουν χρονικά μέχρι την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου, δηλαδή μέχρι την 19.03.2003, δοθέντος, ότι, όπως διαλαμβάνεται στη νομική σκέψη που παρατίθεται στη θέση "4" της παρούσας ,δεν αρκεί η αδιατάρακτη νομή επί δεκαετία ή τριακονταετία, αντίστοιχα, οποτεδήποτε πριν από την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου.

Τούτο, διότι, το εκκαλούν, με τις προαναφερθείσες πράξεις του εκδήλωσε με τρόπο σαφή και κατηγορηματικό τη βούλησή του να διατηρήσει το δικαίωμα κυριότητας επί του επιδίκου, ως ανταλλάξιμου κτήματος, και συνακόλουθα και της νομής του επ' αυτού, με τις ίδιες δε ενέργειές του έπαυσε να είναι συνεχής και αδιατάρακτη η νομή της πρώτης εφεσίβλητης και μάλιστα κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα της δεκαετίας μέχρι την 19.03.2003, πολύ δε περισσότερο της τριακονταετίας μέχρι την ίδια ημερομηνία (19.03.2003).

Ειδικότερα, με τις πράξεις αυτές του εκκαλούντος, που περιήλθαν σε γνώση της πρώτης εφεσίβλητης, η τελευταία έπαυσε να νέμεται αδιαταράκτως από το Ελληνικό Δημόσιο το επίδικο ακίνητό, αφού παρενοχλήθηκε και διαταράχθηκε από το τελευταίο, που είναι ex lege αληθής νομέας του εν λόγω δημοσίου κτήματος. Τούτο, δε ανεξαρτήτως του ότι οι πράξεις αυτές του εκκαλούντος, αποτελούσαν συγχρόνως και πράξεις ασκήσεως της κατά τον νόμο νομής του επί του δημοσίου αυτού κτήματος και ως εκ τούτου και θετική διατάραξη της νομής της πρώτης εφεσίβλητης.

Οι πράξεις δε αυτές του εκκαλούντος, που συνιστούν διατάραξη της νομής της πρώτης εφεσίβλητης, είναι ιδίως, α)ή καταγραφή του ως άνω ακινήτου ως ανταλλάξιμου και δη αρχικά του ευρύτερου με ΑΚ ..., ιδιαίτερα, όμως, από την 18.12.1986 ως (αρχικού) ΑΚ ... ανταλλάξιμου κτήματος, με τις μεταγενέστερες μεταβολές του και ιδίως τον διαχωρισμό του, με την .../14.03.1998 απόφαση της Επιτροπής Δημοσίων Κτημάτων σε τρία τμήματα, μεταξύ των οποίων, και το επίδικο, εκτάσεως 697,14 τ.μ., που ήταν γνωστές στην πρώτη εφεσίβλητη οι μεν πρώτες, κατά τα ανωτέρω λεχθέντα, τουλάχιστον, από την 17.03.1995, η δε τελευταία από τον χρόνο της καταγραφής της (14.03.1998), ενόψει του ότι ήταν το αποτέλεσμα δικής της ενεργείας και δη της προαναφερθείσας από 18.05.1995 αιτήσεώς της, β) η από 15.01.1997 "τεχνική έκθεση έρευνας, σχετικά με το ΑΚ ...

που βρίσκεται στο Συνοικισμό Ποντίων ... του Δήμου ..." (και εν γένει οι πράξεις στις οποίες προέβη η Κτηματική Υπηρεσία για τη διερεύνηση της αιτήσεώς της πρώτης εφεσίβλητης), που, επίσης, έγινε άμεσα (από της καταρτίσεώς της) γνωστή στην πρώτη εφεσίβλητη, αφού επρόκειτο για ενέργεια του Δημοσίου, με την οποία εξετάστηκε και μάλιστα εν τέλει έγινε δεκτή η ως άνω υποβληθείσα από την ίδια την ενδιαφερόμενη - πρώτη εφεσίβλητη από 18.05.1995 αίτησή, γ) το γεγονός ότι στα πλαίσια σχετικής αιτήσεώς της ίδιας της πρώτης εφεσίβλητης προς την ΚΕΔ, με την οποία ζήτησε την απευθείας μίσθωση τμήματος του ΑΚ ...

ανταλλάξιμου κτήματος, στο οποίο περιλαμβάνεται εξ ολοκλήρου το επίδικο ακίνητο, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει σαν υπαίθριο χώρο στάθμευσης αυτοκινήτων, εκδόθηκε από την Κτηματική Υπηρεσία Θεσσαλονίκης το υπ' αριθμ. πρωτ. .../20.01.1997 έγγραφό της, με το οποίο γνωστοποιούσε, ότι το ακίνητο αυτό ενέπιπτε στο ΑΚ ...

ανταλλάξιμο ακίνητο του Δημοσίου (στο οποίο περιλαμβανόταν, κατά τα ανωτέρω, το επίδικο) και κατεχόταν ήδη από την πρώτη εφεσίβλητη, εγγράφου του οποίου ασφαλώς έλαβε γνώση η τελευταία, αφού επρόκειτο για απάντηση προς την ΚΕΔ, κατόπιν σχετικής αιτήσεώς που υπέβαλε η ίδια η ενδιαφερόμενη πρώτη εφεσίβλητή, δ) η έκδοση από την Κτηματική Υπηρεσία Θεσσαλονίκης του υπ' αριθμ. .../16.01.1998 εγγράφου της προς το Γραφείο Πολεοδομίας του Δήμου ..., στο οποίο γνωστοποιεί, ότι δεν συμφωνεί σε καμία περίπτωση στην έκδοση αδείας για εργασίες που θα έχουν σαν αποτέλεσμα τη διαφοροποίηση της υφιστάμενης κατάστασης από πλευράς κάλυψης και ύψους για το συγκεκριμένο τμήμα που εμπίπτει στο ΑΚ ...

ανταλλάξιμο κτήμα, επαναλαμβάνοντας κατά τον τρόπο αυτό (όπως και με τους λοιπούς ως άνω αναφερθέντες) για πολλοστή φορά το Δημόσιο την πεποίθησή του ότι το ΑΚ ... ανταλλάξιμο κτήμα ανήκε στην κυριότητά του και ότι το σχετικό δικαίωμά του, όπως και αυτό της νομής επί του επιδίκου δεν επρόκειτο να το απεμπολήσει και ότι υπό την ιδιότητά του αυτή του κυρίου του ΑΚ ... (και συνεπώς και του επιδίκου) συναινούσε υπό τις στο έγγραφο αυτό αναφερόμενες προϋποθέσεις και όρους στην έκδοση της άνω άδειας.

Το συγκεκριμένο δε έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης ήταν γνωστό στην πρώτη εφεσίβλητη, καθόσον στη σχετική δήλωση ιδιοκτήτη, που αυτή υπέβαλε προς την Πολεοδομία ..., ρητά μνημονεύεται ως σχετικό και αυτό (.../16.01.1998 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης). Το γεγονός ότι το εκκαλούν το πρώτον μετά την ισχύ του Ν. 3127/2003 κοινοποίησε την υπ' αριθμ. ...

απόφαση της Κτηματικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης, που λήφθηκε κατά την 135/23.01.2004 συνεδρίαση της Επιτροπής Δημοσίων Κτημάτων Θεσσαλονίκης, με την οποία καθορίστηκε αποζημίωση αυθαίρετης χρήσης σε βάρος της εταιρίας "...", ως αυθαιρέτου κατόχου του επίδικου ΑΚ ... ανταλλάξιμου οικοπέδου, έκτασης 697,14 τ.μ., για το χρονικό διάστημα από 01.11.1998 έως 31.12.2003, συνολικού ποσού 87.351,64 ευρώ, δεν μπορεί να διαφοροποιήσει την άνω κρίση του Δικαστηρίου, δοθέντος ότι πράξη διατάραξης της νομής δεν συνιστά μόνον η κοινοποίηση-πρωτοκόλλου αποζημίωσης χρήσης, αλλά και οι λοιπές ως άνω προαναφερθείσες ενέργειες του Ελληνικού Δημοσίου που έλαβαν χώρα προ της 19.03.2003.-Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, η υπ' αριθμ.

έκθεσης κατάθεσης 49517/2011 αγωγή του Ελληνικού Δημοσίου αποδεικνύεται βάσιμη και κατ' ουσίαν, αφού το επίδικο ακίνητο είναι ανταλλάξιμο, ως ανήκον στον ανταλλαγέντα μουσουλμάνο Σ. Μ. και επομένως, με βάση την από 30.01.1923 Σύμβαση της Λωζάνης περί ανταλλαγής των Ελληνοτουρκικών πληθυσμών, που κυρώθηκε με το από 23/25.08.1923 Ν.

Διάταγμα και τα άρθρα 1 και 7 της με τον Ν. 4793/1930 κυρωθείσας από 10.06.1930 σύμβασης της Άγκυρας μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, εφόσον εγκαταλήφθηκε στην Ελλάδα από αυτόν, υπό την προαναφερθείσα ιδιότητά του, περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, ερειδόμενη στις διατάξεις των άνω συμβάσεων, της από 05.05.1925 συμβάσεως "περί διαχειρίσεως των εν Ελλάδι κτημάτων των ανταλλαγέντων μουσουλμάνων", 1 και 7 του Α.Ν. 1909/1939"περίαναλήψεως υπό του Κράτους της διαχειρίσεως των εν Ελλάδι κτημάτων των ανταλλαγέντων μουσουλμάνων", 1 παρ. 1 του Β.Δ.

της 24/31.10.1940 "περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και κωδικοποιήσεως των περί διοικήσεως, διαχειρίσεως και εκκαθαρίσεως των ανταλλαξίμων μουσουλμανικών κτημάτων διατάξεων", 70 ΚΠολΔ, 1 παρ. 2 εδάφιο α' και 3, 6 παρ. 1 και 2, 7, 12 και 13 παρ. 1 και 2 του Ν. 2664/1998, ενώ απορριπτέα τυγχάνει η ένσταση των εναγομένων, ότι η πρώτη αυτών κατέστη κυρία του επίδικου ακινήτου, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 3127/2003,ενόψει του ότι αποδεικνύεται ότι δεν υπήρξε αδιατάρακτη δεκαετής (πολύ δε περισσότερο τριακονταετής) νομή αυτής μέχρι την ισχύ του εν λόγω νόμου (19.03.2003), κατ' αποδοχή και του σχετικού ισχυρισμού του Ελληνικού Δημοσίου.

Αντίθετα, κατ' αποδοχή του εν λόγω ισχυρισμού του Ελληνικού Δημοσίου, περί διαταράξεως από το ίδιο της νομής της πρώτης εφεσίβλητης, με αποτέλεσμα τη μη συμπλήρωση εκ μέρους της αδιατάρακτης νομής δέκα ,πολύ δε περισσότερο τριάντα, χρόνων μέχρι την 19.03.2003, απορριπτέα τυγχάνει ως ουσία αβάσιμη η υπ' αριθμ. 9773/2012 αγωγή της πρώτης εφεσίβλητης.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε αντιθέτως και απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την υπ' αριθμ. Έκθεσης κατάθεσης 49517/2011 αγωγή του Ελληνικού Δημοσίου, κατ' αποδοχή της προβληθείσας ενστάσεως ιδίας κυριότητας της πρώτης εναγομένης και δέχθηκε την υπ' αριθμ. 9773/2012 αγωγή της πρώτης εφεσίβλητης, ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, κατ' αποδοχή ως ουσία βάσιμου του σχετικού λόγου της εφέσεως.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση και ως ουσία βάσιμη και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη υπ'αριθμ. 3162/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Στη συνέχεια, πρέπει, αφού διακρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο και δικαστούν εκ νέου οι άνω υπ' αριθμ. έκθεσης κατάθεσης 49517/2011 και 9773/2012 αγωγές..., να γίνει δεκτή και ως ουσία βάσιμη υπ' αριθμ.

έκθεσης κατάθεσης 49517/2011 αγωγή, ν' αναγνωριστεί, ότι ανήκει στην αποκλειστική κυριότητα του ενάγοντος αυτής ,Ελληνικού Δημοσίου, το επίδικο ακίνητο, ήτοι το ΑΚ ... ανταλλάξιμο ακίνητο, όπως περιγράφεται ανωτέρω, και να διαταχθεί η διόρθωση των αρχικών εγγραφών των κτηματολογικών βιβλίων του Κτηματολογικού Γραφείου ..., κατά τέτοιο τρόπο, ώστε:

α) να αποτυπωθεί το ως άνω επίδικο ανταλλάξιμο κτήμα με αριθμό ..., εκτάσεως 697,14 τ.μ., ως αυτοτελές γεωτεμάχιο και να δημιουργηθεί γι' αυτό αυτοτελές κτηματολογικό φύλλο, με ξεχωριστό ΚΑΕΚ, στο οποίο θα αναγράφεται η αποκλειστική κυριότητα επ' αυτού του ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, ως ανταλλάξιμου ακινήτου, κατά 10.06.1930 σύμβασης της Άγκυρας, του από 23/25.08.1923 Ν.Δ.

περί κύρωσης της από 30.01.1923 Σύμβασης της Λωζάνης, του άρθρου 1 παρ. 1 Β.Δ. της 24.31.10.1940 "περί τροποποιήσεως ... διαχειρίσεως και εκκαθαρίσεως των ανταλλάξιμων μουσουλμανικών κτημάτων" και των άρθρων 1, 7 Α.Ν. 1909/1939 "περί αναλήψεως υπό του Κράτους της διαχειρίσεως των εν Ελλάδι κτημάτων των ανταλλαγέντων Μουσουλμάνων" και β) να διορθωθούν:

ι) το κτηματολογικό φύλλο του με ΚΑΕΚ ... ακινήτου, ως προς την έκτασή του από το εσφαλμένο 6.410 τ.μ. στο ορθό 5.712,86 τ.μ. και ιι) ανάλογη διόρθωση να γίνει και ως προς τις οριζόντιες ιδιοκτησίες με ΚΑΕΚ ... έως και ΚΑΕΚ ..., ν' απορριφθεί δε ως ουσία αβάσιμη η υπ' αριθμ. έκθεσης κατάθεσης 9773/2012 αγωγή".

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 4τουν3127/2003 και δεν στέρησε νόμιμης βάσης την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού διέλαβε σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με την έννοια "της αδιατάρακτης νομής" . Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι η έννοια της αδιατάρακτης νομής επί 10ετία ή 30ετία, προκειμένου να αποκτηθεί κυριότητα επί ακινήτου που συνιστά δημόσιο κτήμα, σύμφωνα με το άνω άρθρο, δεν αναφέρεται σε προσβολή και προστασία της νομής του νεμόμενου το δημόσιο κτήμα από τον κατά πλάσμα του νόμου αληθή νομέα αυτού που είναι το Δημόσιο, αλλά αναφέρεται σε μη παρενόχληση του νεμόμενου το δημόσιο κτήμα από τον κατά το νόμο αληθή νομέα αυτού, η οποία (παρενόχληση) αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο μπορεί να προστατεύσει τη νομή του επί δημοσίου κτήματος το Δημόσιο.

Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η παρενόχληση εκ μέρους του Δημοσίου έλαβε χώρα α)με την καταγραφή του επίδικου ακινήτου ως ανταλλαξίμου, της οποίας έλαβε γνώση η πρώτη αναιρεσείουσα τουλάχιστον από την καταγραφή του ως τέτοιου την 14-3-1998, β)με την από 15-1-1997 τεχνική έκθεση έρευνας σχετικά με το ΑΚ...

ακίνητο που βρίσκεται στο Συνοικισμό Ποντίων ... του Δήμου ... που συντάχθηκε από την Κτηματική Υπηρεσία Θεσσαλονίκης προκειμένου να διερευνήσει την από 18-5-1995 αίτησή της πρώτης αναιρεσείουσας, από την οποία προκύπτει πως δημιουργήθηκε το επίδικο ακίνητο καθώς και ότι αυτό δεν περιέχεται στους τίτλους του Δ Δ.

δικαιοπαρόχου της πρώτης αναιρεσείουσας, αλλά αποτελεί ανταλλάξιμο κτήμα ανήκον στο Δημόσιο, γ)με την απάντησή της ΚΕΔ στα πλαίσια αίτησης μίσθωσης τμήματος του κτήματος αυτού της πρώτης αναιρεσείουσας προς αυτήν, με την οποία της γνωστοποιούσε ότι το τμήμα αυτό ενέπιπτε στο ΑΚ... ανταλλάξιμο κτήμα του Δημοσίου, που κατεχόταν από την αιτούσα και δ)με το .../16-1-1998 έγγραφο της ΚΕΔ προς το Πολεοδομικό γραφείο του Δήμου ...

με το οποίο γνωστοποιεί ότι δεν συμφωνεί σε έκδοση αδείας για εργασίες που θα έχουν ως αποτέλεσμα τη διαφοροποίηση της υφιστάμενης κατάστασης από πλευράς κάλυψης και ύψους στο συγκεκριμένο επίδικο τμήμα του οποίου (εγγράφου) έλαβε γνώση η πρώτη αναιρεσείουσα αφού το αναφέρει στην σχετική αίτηση της στην Πολεοδομία.

Η παρενόχληση δε του Ελληνικού Δημοσίου προς την πρώτη αναιρεσείουσα, με την διενέργεια των άνω εμφανών πράξεων προστασίας της κυριότητάς του στο επίδικο είχε σαν αποτέλεσμα την μη αδιατάρακτη νομή της τελευταίας επί 10ετία ή 30ετία μέχρι την 19-3-2003. Επομένως, οι πρώτος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι αβάσιμοι.

4. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 388, 339 και 346 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει ότι τα έγγραφα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λαμβάνονται υπόψη όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά από επίκληση, η οποία αποδεικνύεται από τις έγγραφες προτάσεις που κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είτε από το διάδικο που τα προσκομίζει για να κάνει χρήση αυτών κατά του αντιδίκου του, είτε από τον τελευταίο.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β', 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Αν το δικαστήριο λάβει υπόψη του για τη μόρφωση της κρίσης του έγγραφο χωρίς την παραπάνω επίκληση δημιουργείται λόγος αναίρεσης από το ως άνω άρθρο 559 αρ. 11 περ. β' ΚΠολΔ. Εξάλλου, ναι μεν η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας αποδεικτικών μέσων, των οποίων δεν έγινε νόμιμη επίκληση, ιδρύει τον από τον αριθμό 11 περ.

β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, πλην όμως ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν τα αποδεικτικά αυτά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη, παρόλο ότι δεν έγινε νόμιμη επίκλησή τους, αναφέρονται σε άλλο αποδεικτικό μέσο του οποίου έγινε νόμιμη επίκληση και προσκομιδή (ΑΠ 649/2012). Για να είναι ορισμένος ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, πρέπει, μεταξύ άλλων, να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο:

α) οι αποδείξεις που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να έχουν νόμιμα προσκομιστεί με επίκληση, β) ο ισχυρισμός, για τον οποίο το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τις εν λόγω αποδείξεις και γ) η επίδραση που είχε ο ισχυρισμός αυτός στο διατακτικό της απόφασης, δεδομένου ότι η λήψη υπόψη των ως άνω αποδείξεων πρέπει να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αφορά σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, που να επιδρά στο διατακτικό της απόφασης, ενώ δεν χωρεί αναίρεση, αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε κυρίως σε άλλα νόμιμα αποδεικτικά μέσα και μόνο επικουρικά σε κάποια αποδεικτικά μέσα, των οποίων δεν είχε γίνει νόμιμη επίκληση και προσκόμιση (ΑΠ305/2019).

Με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου οι αναιρεσείουσες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια του άρθρου 559αριθ 11β ΚΠοΛΔ. Ειδικότερα ,υποστηρίζουν ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, τα εξής έγγραφα τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στη δίκη και των οποίων δεν έγινε επίκληση στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου:

α) την από 18.05.1995 αίτησή της πρώτης αναιρεσείουσας προς το Γνωμοδοτικό συμβούλιο Ανταλλαξίμων Κτημάτων, η οποία όμως αφορούσε τον αποχαρακτηρισμό ως ανταλλαξίμου κτήματος εμβαδού 981,35 τ.μ. και δεν είχε καμία σχέση με το επίδικο, αλλά αναφέρεται στην από 15.01.1997 τεχνική έκθεση των υπαλλήλων της Κτηματικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης Ε.

Τ. και Ε. Μ., (β) την από 17.03.1995 έκθεση εφαρμογής τίτλων, χωρίς να αναφέρεται ο συντάκτης της, όπου δήθεν η πρώτη αναιρεσείουσα συνομολογούσε πως το επίδικο ανήκει στην ανταλλάξιμη περιουσία, αν και το τμήμα αυτό περιλαμβάνεται στο τμήμα δ' έκτασης 744,14 τ.μ. και εμπίπτει στο συμβόλαιο .../1956, από όπου έλκει τα δικαιώματά της, ήτις αναφέρεται στην ίδια ως άνω τεχνική έκθεση των υπαλλήλων της ΚΥΘ Ε.

Τ. και Ε. Μ. και γ) αίτησή της πρώτης αναιρεσείουσας (αχρονολόγητη) προς την Κτηματική Υπηρεσία Θεσσαλονίκης, (ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΡΟΣΚΟΜΙΖΕΤΑΙ), με την οποία ζητούσε την απευθείας μίσθωση τμήματος του ΑΚ ... ανταλλαξίμου Κτήματος , στο οποίο περιλαμβάνεται εξ ολοκλήρου το επίδικο ακίνητο, η οποία αναφέρεται στο υπό αρ. ...14/01.1997 έγγραφο της ΚΕΔ προς την Κτηματική Υπηρεσία Θεσσαλονίκης.

Από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων των διαδίκων ενώπιον του Εφετείου καθώς και την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτουν τα εξής: Όσον αφορά την από 18-5-1995 αίτηση της πρώτης αναιρεσείουσας και την από 17-3-1995 έκθεση εφαρμογής τίτλων από την επισκόπηση των προτάσεων του Ελληνικού Δημοσίου προκύπτει ότι γίνεται επίκληση ενώπιον του Εφετείου της από 15-01-1997 έκθεσης στην οποία εμπεριέχονται τόσο η άνω αίτηση όσο και η από17-3-1995 έκθεση εφαρμογής τίτλων, όπως αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Τέλος, όσον αφορά την αχρονολόγητη αίτησή της πρώτης αναιρεσείουσας προς την ΚΕΔ όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και συνομολογεί και η πρώτη αναιρεσείουσα περιέχεται στο ...14/1/1997 έγγραφο της ΚΕΔ προς την Κτηματική Υπηρεσία Θεσσαλονίκης, έγγραφο του οποίου γίνεται επίκληση με τις προτάσεις του Δημοσίου ενώπιον του Εφετείου. Επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Κατόπιν τούτων πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης,να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθ 495παρ 3ΚΠοΛΔ)και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου λόγω της ήττας τους (αρθ 176, 183, 191 παρ 2 ΚΠοΛΔ) μειωμένα σύμφωνα με το άρθρο 22 ν.3693/1957.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση των από 12-10-2020 προσθέτων λόγων αναίρεσης.

Απορρίπτει την από 18-4-2017 αίτηση αναίρεσης των ανώνυμων εταιριών με τις επωνυμίες "..." και "... " κατά της 941/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Ιουνίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και ταύτης αποχωρησάσης και των αρχαιοτέρων της συνθέσεως Αρεοπαγιτών από την υπηρεσία, η αμέσως αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ