Supreme Court dismisses appeal due to vague grounds and contradictory reasoning in administrative pension case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the National Bank's pension fund against the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued that the lower court contradicted itself regarding the retroactive application of pension decisions and violated substantive law, but failed to specify which substantive rules were breached or where the contradiction lay. The court rejected the appeal as inadmissible because the grounds for cassation were too vague and did not meet the strict requirements for challenging a judgment.
Legislator headnote
AI generatedArt. 31 of Law 1027/1980; Art. 559(19) of the Code of Civil Procedure: The grounds for cassation must be specific and clearly identify the violated substantive law and the contradictory parts of the lower court's reasoning; vague or abstract arguments are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 674 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 674/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΥΤΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Τσάκωνα, που κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αθανασία Γεωργοπούλου, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/12/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2795/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 1493/2013 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου με την από 2/10/2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Κοκοτίνη ανέγνωσε την από 25/1/2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Επειδή, με το άρθρο 31 του ν. 1027/1980 ορίζεται ότι: "1. Το δικαίωμα εις σύνταξιν και εφ` άπαξ παροχήν παρά των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφαλίσεως αρμοδιότητος του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών, είναι απαράγραπτον. 2. Αι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν εφαρμογήν και επί των μέχρι της ισχύος του παρόντος νόμου, παραγραφέντων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, έστω και αν εξεδόθη απορριπτική απόφασις, των οικονομικών αποτελεσμάτων επερχομένων από της υποβολής, μετά την ισχύ του παρόντος, της σχετικής αιτήσεως. 3.
Πάσα αντίθετος διάταξις καταργείται". Κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 31 του ν. 1027/1980, από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού καταργήθηκαν οι προϋφιστάμενες διατάξεις των κατ` ιδίαν ασφαλιστικών οργανισμών, οι οποίες έτασσαν χρονικούς περιορισμούς για την υποβολή αιτήσεως απονομής συντάξεως ή εφάπαξ παροχής και έτσι, στο εξής, η ενάσκηση του δικαιώματος για τη λήψη τέτοιων ασφαλιστικών παροχών δεν υπόκειται σε χρονικούς περιορισμούς.
Από τις διατάξεις, όμως, αυτές δεν συνάγεται ότι από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού θεσπίστηκε και το απαράγραπτο των αξιώσεων που απορρέουν από τα ανωτέρω δικαιώματα που δεν αποσβέσθηκαν, καθόσον ναι μεν το δικαίωμα για τη λήψη τέτοιων ασφαλιστικών παροχών μπορεί να ασκηθεί οποτεδήποτε, η απορρέουσα όμως από το δικαίωμα αυτό αξίωση, για την καταβολή της εφάπαξ παροχής, υπόκειται στην προβλεπόμενη από το νόμο παραγραφή.
Εφόσον δε, δεν θεσπίζεται βραχύτερη, από ειδική διάταξη του καταστατικού του ασφαλιστικού οργανισμού που παρέχει την εφάπαξ παροχή, παραγραφή, η σχετική αξίωση υπάγεται στη γενική εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ και όχι στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αρ. 17 ΑΚ, ούτε στην παραγραφή που θεσπίζεται με το άρθρο 48 ν.
δ. 496/1974 "Περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου", καθόσον, σύμφωνα με το άρθρο μόνο του π.δ. 437/1977, εξαιρούνται της εφαρμογής του ν.δ. 496/1974 οι Ασφαλιστικοί Οργανισμοί που εποπτεύονται από το (τότε) Υπουργείο Κοινωνικών Υπηρεσιών. Η εφάπαξ παροχή δεν υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αρ. 17 AK, καθόσον αυτή δεν είναι μέρος των αποδοχών των υπαλλήλων, ούτε "απολαβή", υπό την έννοια της αντιπαροχής που δίδεται ως αντάλλαγμα της προσφερόμενης εργασίας, ούτε αποτελεί αποζημίωση λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού, αλλά έχει χαρακτήρα έκτακτης, κατά την αποχώρηση ή απόλυση του υπαλλήλου, οικονομικής του ενίσχυσης από κεφάλαια που σχηματίζονται από κράτηση ποσοστού επί των αποδοχών των υπαλλήλων κατά τη διάρκεια του χρόνου της υπηρεσίας τους (Ολ.
ΑΠ 4/2001, ΑΠ 72/2016, 789/2014, 9/2014,), το δε γεγονός ότι η ως άνω εφάπαξ παροχή έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, όταν το ασφαλιστικό κεφάλαιο σχηματίζεται κατά κύριο λόγο από εισφορές (των υπαλλήλων και του Ασφαλιστικού Οργανισμού) και όχι από άλλους πόρους, δεν μεταβάλλει τη φύση της παροχής αυτής σε μισθό και γενικά σε περιοδική παροχή.
Τέλος, οι ως άνω διατάξεις του άρθρου 31 του ν. 1027/1980, εφαρμόζονται, ενόψει του επιδιωκόμενου με αυτές σκοπού, σε όλους γενικώς τους ασφαλισμένους Οργανισμών Κοινωνικής Ασφαλίσεως, έστω και αν η παρ.1 του άρθρου 31 του ν. 1027/1980 αναφέρεται σε Ασφαλιστικούς Οργανισμούς αρμοδιότητας του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών, η μνεία του οποίου οφείλεται στο γεγονός ότι κατά το χρόνο θεσπίσεως των διατάξεων αυτών οι Οργανισμοί αυτοί υπάγονταν, κατά κανόνα, στο τότε Υπουργείο Κοινωνικών Υπηρεσιών.
Επομένως, το άρθρο 31 του ν. 1027/1980 έχει εφαρμογή και στους ασφαλισμένους του Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΥΤΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ" (ΑΠ 9/2014). Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2014, 2/2013, 7/2006, 4/2005).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ’ επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
2. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, εκτός των άλλων, και τα ακόλουθα: Ότι το εναγόμενο ταμείο με την επωνυμία ‘ ‘ Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος’ ‘ είναι ΝΠΙΔ και καθολικός διάδοχος του ΝΠΔΔ με την επωνυμία ‘ ‘ Ειδικό Ταμείο Αυτασφάλειας του Προσωπικού της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος’ ‘ , η μετατροπή δε αυτή έγινε με το άρθρο 6 παρ. 20 του ν.3029/2002.
Ότι ο ενάγων, υπάλληλος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας, αποχώρησε από την υπηρεσία του λόγω συνταξιοδότησης στις 14-8-2002, έχοντας συμπληρώσει υπηρεσία 31 ετών, 7 μηνών και 14 ημερών. Ότι το εναγόμενο χορήγησε στον ενάγοντα, λαμβάνοντας υπόψη το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992 ανώτατο όριο, εφάπαξ βοήθημα ύψους αρχικά 12.585 ευρώ και στη συνέχεια, στις 4-2-2003, συμπληρωματική εφάπαξ παροχή ύψους 34.019,65 ευρώ.
Ότι, χωρίς την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992, ο ενάγων εδικαιούτο εφάπαξ βοηθήματος κατά την αποχώρησή του από την υπηρεσία, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2, 6 και 7 του Κανονισμού του Ταμείου, ύψους 62.635 ευρώ. Ότι, μετά την συμπληρωματική ως άνω χρηματική παροχή, το εφάπαξ βοήθημα του ενάγοντος υπολείπονταν του δικαιούμενου ποσού κατά 16.030,35 ευρώ, εφόσον ο περιορισμός αυτός κρίθηκε αντισυνταγματικός με τις υπ’ αριθμ. 3, 4 και 5/2007 αποφάσεις του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις οποίες η επιβολή από το άρθρο 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992 ανωτάτου ορίου επί των εφάπαξ παροχών, αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος.
Ότι, επομένως, η παροχή προς τον ενάγοντα δεν ήταν η προσήκουσα, αφού υπολείπονταν κατά το ποσό των 16.030,35 ευρώ. Δέχεται ακολούθως το Εφετείο ότι η αξίωση αυτή του ενάγοντος, ο οποίος έλαβε ως εφάπαξ το έτος 2003 το ποσό των 46.604,65 ευρώ, μέχρι τις 23/12/2008, που επιδόθηκε στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον η ένδικη αγωγή, δεν είχε υποπέσει σε παραγραφή.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας τον σχετικό (πρώτο) λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, η οποία είχε απορρίψει με όμοια αιτιολογία την ένσταση παραγραφής που παραδεκτά πρόβαλε ενώπιόν του το αναιρεσίβλητο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, οι δε αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που προβάλλονται με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι στην ένδικη υπόθεση δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 31 του ν. 1027/1980 και ότι η αξίωση του ενάγοντος- αναιρεσείοντος υπάγεται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αρ. 17 ΑΚ και όχι στην εικοσαετή του άρθρου 249 ΑΚ, γιατί το αξιούμενο εφάπαξ- βοήθημα αποτελεί μισθό, είναι αβάσιμες.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ο οποίος είναι σαφής και ορισμένος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. 3. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 21 και 51 παρ. 1 του ν. 345/1976, που ορίζουν ότι : α) οι αποφάσεις του Ειδικού Δικαστηρίου είναι, κατά το άρθρο 100 του Συντάγματος, αμετάκλητες και αποκλείεται η άσκηση κατ’ αυτών τριτανακοπής, ισχύουν δε από της επ’ ακροατηρίου δημοσιεύσεώς τους έναντι όλων, εκτός αν με ειδική διάταξη ορίζεται διαφορετικά (άρθρο 21) και β) ότι η απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου, με την οποία έχει αρθεί αμφισβήτηση σχετικά με την ουσιαστική αντισυνταγματικότητα τυπικού νόμου ισχύει έναντι όλων από τη δημοσίευσή της σε δημόσια συνεδρίαση (άρθρο 51παρ. 1), προκύπτει ότι η απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου δεσμεύει και τα δικαστήρια όλων των βαθμίδων και δικαιοδοσιών της Ελληνικής Επικράτειας, ακόμη και τις εκκρεμείς ενώπιον του Εφετείου ή του Αρείου Πάγου υποθέσεις για το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας του νόμου το οποίο έλυσε, ότι όταν κηρύσσουν νόμο ως αντισυνταγματικό αποτελούν λόγο αναψηλαφήσεως κάθε αποφάσεως, έστω και αμετάκλητης, που εκδόθηκε εντός του χρόνου της αναδρομής και ότι ισοδυναμούν με νομοθετική μεταβολή και επάγονται κατάργηση του δεδικασμένου και της εκτελεστότητας (Ολ ΑΠ 10/2001, ΑΠ 72/2016, 275/2015, 789/2014, 9/2014, 1595/2002, ΣΤΕ 2202/2015, 3028/2014, 2727/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε περαιτέρω ότι η έκδοση των αποφάσεων του ΑΕΔ, με τις οποίες δεν ορίζεται προγενέστερος χρόνος ισχύος τους, κατ’ εναρμόνιση με την πάγια αρχή της μη αναδρομικότητας των νόμων, ισοδυναμεί με νομοθετική μεταβολή, οι συνέπειες της οποίας δεν μπορεί παρά να επέρχονται εφεξής (ex nunk) και να εφαρμόζονται σε όσες έννομες σχέσεις αναπτύσσονται και τελειούνται μετά τη νομοθετική αυτή μεταβολή.
Ότι χωρίς την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992 ο ενάγων εδικαιούτο εφάπαξ βοηθήματος, κατά την αποχώρησή του από την υπηρεσία, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2, 6 και 7 του Κανονισμού του εναγομένου, το οποίο ανερχόταν στο ποσό των 62.635 ευρώ. Ότι το εφάπαξ βοήθημα του ενάγοντος περιορίσθηκε από το πλήρες δικαιούμενο ποσό, κατά το ποσό των 16.030, 35 ευρώ.
Ότι ο περιορισμός αυτός κρίθηκε αντισυνταγματικός με τις 3, 4 και 5/2007 αποφάσεις του ΑΕΔ, σύμφωνα με τις οποίες η επιβολή από το άρθρο 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992 ανώτατου ορίου επί των εφάπαξ βοηθημάτων, αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος. Ότι, επομένως, η παροχή προς τον ενάγοντα δεν ήταν η προσήκουσα, αλλά υπολείπεται κατά το ποσό των 16.030, 35 ευρώ.
Ότι η ένδικη αξίωση του ενάγοντος ασκήθηκε μετά την έκδοση των ως άνω αποφάσεων του ΑΕΔ, συνεπώς αυτές, που ισοδυναμούν με νομοθετική μεταβολή, ισχύουν και στην κρινόμενη υπόθεση. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και δεχόμενο ότι με τη δημοσίευση των αποφάσεων αυτών επήλθε νομοθετική μεταβολή ως προς το ύψος της οφειλόμενης εφάπαξ παροχής, για την οποία ο ενάγων, έχοντας σχετική αξίωση, άσκησε την ένδικη αγωγή, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, οι δε αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι με τις ως άνω αποφάσεις του το ΑΕΔ έκρινε μόνο αν είναι συνταγματική ή όχι η διάταξη του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992 για τον περιορισμό του ανώτατου ορίου του εφάπαξ βοηθήματος, το οποίο χορηγείται στους ασφαλισμένους του αναιρεσείοντος Ταμείου μετά την 1-1-1993 και έως την πλήρη κατάργηση της καταβαλλόμενης στον Κλάδο Πρόνοιας του Ταμείου εργοδοτικής εισφοράς και όχι για το σύννομο ή μη των αξιώσεων του ενάγοντος σε σχέση με το χρόνο ασκήσεως αυτών και ότι οι αποφάσεις αυτές καταλαμβάνουν μόνο τις περιπτώσεις των ασφαλισμένων που αποχώρησαν από την υπηρεσία τους μετά τη δημοσίευση των αποφάσεων του ΑΕΔ (Φεβρουάριο του 2007), όχι δε και τους ασφαλισμένους που αποχώρησαν πριν από τη δημοσίευση αυτών, όπως ο ενάγων, είναι αβάσιμες.
Η μη πρόσδοση αναδρομικότητας στην ισχύ των πιο πάνω αποφάσεων του ΑΕΔ, οι οποίες, ωστόσο, ισοδυναμούν με νομοθετική μεταβολή και συνεπάγονται κατάργηση του δεδικασμένου και της εκτελεστότητας, δεν εμποδίζει τη δικαστική διεκδίκηση και προστασία των αξιώσεων του ενάγοντος περί καταβολής (συμπλήρωσης) του εφάπαξ βοηθήματος που δικαιούται, το οποίο έχει γεννηθεί σε προγενέστερο της δημοσίευσης των εν λόγω αποφάσεων διάστημα, υπό την προϋπόθεση της μη παραγραφής αυτών, διότι, υπό αντίθετη ερμηνεία, η προστασία της σχετικής αξιώσεως του ασφαλισμένου θα συναρτάτο αποκλειστικώς με ξένη προς αυτόν (δικαιούχο) προϋπόθεση, δηλαδή το χρόνο δημοσίευσης της απόφασης του ΑΕΔ, πράγμα το οποίο έρχεται σε αντίθεση και με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, στην έννοια της οποίας εμπίπτουν και οι απαιτήσεις (ενοχικά δικαιώματα) του εργατικού δικαίου.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. 4. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι όταν η αγωγή κρίθηκε ως κατ’ ουσία βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υπόθεσης, η έννοια που αποδίδει ο αναιρεσείων στη διάταξη που φέρεται ότι παραβιάσθηκε και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει, επιπλέον, να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής.
Διότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως, η παράθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεχθεί, με βάση το περιεχόμενό του, αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό ή αν τα δεκτά γενόμενα από το δικαστήριο πραγματικά γεγονότα, που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις στην απόφαση, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και συνακόλουθα ο έλεγχος του διατακτικού της απόφασης (Ολ ΑΠ 20/2005, ΑΠ 683/2015, 1819/2014, 1697/2012).
Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής αυτών , που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 30/1997, 28/1997).
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο της ουσίας προβαίνει ανελέγκτως, κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 529/2014, 780/2014, 739/2011).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τη διάταξη αυτή πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή ή τη μνεία ότι σ’ αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά ή, αν προβάλλονται αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντικρουόμενα μέρη των αιτιολογιών αυτή προκύπτει (Ολ ΑΠ 20/2005, ΑΠ 790/2015, 1086/2014, 121/2014).
Τέλος, η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ ΑΠ 57/1990, ΑΠ 1086/2014, 121/2014). Στην προκείμενη περίπτωση, με το πρώτο μέρος του τρίτου λόγου αναίρεσης, το αναιρεσείον επιχειρεί να θεμελιώσει λόγο αναίρεσης, κατά τη νοηματική του απόδοση, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση αποδέχεται ότι οι αποφάσεις του ΑΕΔ ισοδυναμούν με νομοθετική μεταβολή και αυτές με τις οποίες δεν ορίζεται προγενέστερος χρόνος ισχύος τους, δεν έχουν αναδρομική ισχύ, κατ’ εναρμόνιση με την πάγια αρχή της μη αναδρομικότητας των νόμων, στη συνέχεια αντιφατικά δέχεται ότι οι ως άνω αποφάσεις του ΑΕΔ έχουν εφαρμογή και στην κρινόμενη υπόθεση, παρότι η υπό κρίση αγωγή αφορά απαίτηση προγενέστερη της νομοθετικής αυτής μεταβολής.
Εξάλλου, με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου αναίρεσης, το αναιρεσείον πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία παραβίαση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, κρίνοντας ότι έχει εφαρμογή στην ένδικη περίπτωση η κηρυχθείσα ως αντισυνταγματική με τις αποφάσεις 3, 4 και 5/2007 του ΑΕΔ διάταξη του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992, εφόσον οι αποφάσεις αυτές δεν είχαν αναδρομική ισχύ και η αξίωση του ενάγοντος γεννήθηκε πριν τη δημοσίευσή τους.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας και ως προς τα δύο σκέλη του, καθόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο :α) ποια ή ποιες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου παραβιάσθηκαν, εκτός αυτής του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992, που αφορά το δεύτερο σκέλος, β) οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, με πληρότητα και σαφήνεια, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο, με βάση τα οποία κατέληξε στη νομική του κρίση για τη συνδρομή των όρων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν και γ) από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει η επικαλούμενη αντίφαση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται οι ανωτέρω αιτιάσεις, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-10-2013 αίτηση για αναίρεση της 1493/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Νοεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ