Supreme Court quashes appeal decision for procedural errors regarding necessary co-litigant's rights and appeal content.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece quashed the First Instance Court of Appeal's decision regarding the appellant's appeal. The court found the lower court erred by considering an invalid argument about restoring the previous state while ignoring the appellant's valid claim that the appeal notice was void. Consequently, the appeal was declared admissible, the lower decision set aside, and the case remitted for retrial with the appellant awarded costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 576, 76, 110, 518, 495 of the Code of Civil Procedure; The court must examine all arguments presented by necessary co-litigants and cannot declare an appeal inadmissible based on procedural defects if it fails to address substantive grounds raised by the appellant.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1762 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1762/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Ελένη Θεοδωρακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Μ. του Ά. , κατοίκου ... . Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σπηλιόπουλο. Της αναιρεσιβλήτου: εταιρείας με την επωνυμία "EMFI Α.Ε." (πρώην "EΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ ΚΑΙ ΑΛΕΥΡΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ"), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Λινάρδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Με προσεπίκληση: της αναγκαστικής ομοδίκου του αναιρεσείοντος, ήτοι της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΩΝ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα, εκπροσωπείται νόμιμα και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11164/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 5238/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-11-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 76 παρ. 4 ΚΠολΔ η άσκηση των ενδίκων μέσων από κάποιον από τους αναγκαίους ομοδίκους έχει αποτέλεσμα και για τους άλλους. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, αν κάποιος αναγκαίος ομόδικος άσκησε ένδικο μέσο, θεωρούνται από το νόμο ως ασκήσαντες αυτό και οι ομόδικοί του παρόλο που αδράνησαν, έστω και αν έχει παρέλθει ως προς αυτούς η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου (Ολ.Α.Π. 63/1981).
Στην περίπτωση αυτή (της πλασματικής ασκήσεως του ενδίκου μέσου) πρέπει οι μη ασκήσαντες αυτό ομόδικοι να καλούνται σε όλες τις συζητήσεις του ενδίκου μέσου (άρθρα 76 παρ.3 και 110 παρ.2 ΚΠολΔ), αλλιώς η συζήτηση αυτού κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 3 ΚΠολΔ (ΑΠ 601/2015, ΑΠ 1433/2012, ΑΠ 1108/2010).
Αναγκαστική ομοδικία υπάρχει τόσο μεταξύ των μελών της κοινοπραξίας, όσο και μεταξύ της κοινοπραξίας και των μελών αυτής σε περίπτωση κοινής εναγωγής, εφόσον το έναντι της πρώτης δεδικασμένο ισχύει και έναντι των αποτελούντων αυτή μελών, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 329 ΚΠολΔ (ΑΠ 60/2022, ΑΠ 415/2020, ΑΠ 1424/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 20-12-2010 αγωγή της η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία κατά του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος Δ. Μ. και της συνεναγομένης Κοινοπραξίας με την επωνυμία ''Κοινοπραξία Δ.Α.
Higt Level ΑΕΒΕ'', νομίμως εκπροσωπουμένης, εξέθετε ότι στο πλαίσιο της εμπορικής της δραστηριότητας, συνεργάστηκε με την εναγομένη Κοινοπραξία και εν τοις πράγμασι ομόρρυθμη εταιρία, με την οποία συνήψε την από 5-1-2008 συμφωνία συνεργασίας, σύμφωνα με την οποία η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση αποκλειστικής διάθεσης των παγωτών αυτής από τα τρία αναψυκτήρια που λειτουργούσε στην περιοχή της ...
και της Βουλιαγμένης. Ότι στο πλαίσιο της συμφωνίας τους, η ενάγουσα παρέδωσε στην ως άνω εναγομένη τρεις επιταγές ύψους 16.100, 5.600 και 13.300 ευρώ αντίστοιχα, εκδόσεώς της, τις οποίες η εναγομένη εισέπραξε, καθώς και παγωτά αξίας 900 ευρώ, που συνιστούσαν τις συμφωνηθείσες προκαταβαλλόμενες εκ μέρους της εκπτώσεις προς την εναγομένη Κοινοπραξία.
Ότι με τον όρο ''5'' της συμβάσεως συμφωνήθηκε ότι η ενάγουσα, σε περίπτωση παραβίασης εκ μέρους της εναγομένης Κοινοπραξίας των όρων της παραπάνω σύμβασης, δικαιούται να αξιώσει τα προκαταβληθέντα ποσά που αντιστοιχούν στις ως άνω δοθείσες εκπτώσεις, ήτοι το συνολικό ποσό των 35.900 ευρώ ( 35.000 ευρώ η συνολική αξία των επιταγών + 900 ευρώ η αξία των παγωτών) καθώς και το ποσό 17.950 ευρώ ως ποινική ρήτρα.
Ότι η εναγομένη Κοινοπραξία δεν υπήρξε συνεπής στις συμβατικές της υποχρεώσεις καθώς τον μήνα Ιούλιο του έτους 2010 διέκοψε αιφνίδια και αναίτια την μεταξύ τους συνεργασία, ενώ συγχρόνως συνεργάστηκε με ανταγωνίστρια εταιρία παραγωγής ομοειδών προϊόντων. Με βάση το ιστορικό αυτό η ενάγουσα, ισχυριζόμενη ότι ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων ευθύνεται, ως ομόρρυθμος εταίρος, απεριόριστα και εις ολόκληρον για τα χρέη της εναγομένης κοινοπραξίας, καθώς αυτή λειτουργεί ως ομόρρυθμη εμπορική εταιρία ''εν τοις πράγμασι'', ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 35.900 ευρώ, ήτοι την προκαταβολικά εισπραχθείσα έκπτωση, καθώς και το ποσό των 17.950 ευρώ που αντιστοιχεί στην καταπεσούσα ποινική ρήτρα , ήτοι το συνολικό ποσό των 53.850 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εξέδωσε, ερήμην των εναγομένων, και κατά την τακτική διαδικασία την με αριθμό 11164/2017 οριστική απόφασή του, με την οποία, αφού έκρινε την αγωγή πλήρως ορισμένη και νόμιμη, δέχθηκε αυτήν ως κατ` ουσίαν βάσιμη, κατ'εφαρμογή του άρθρου 271 παρ. 3 ΚΠολΔ και υποχρέωσε τους εναγόμενους να καταβάλουν στην ενάγουσα, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 53.850 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Κατά της απόφασης του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου, οι εναγόμενοι άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την από 15-6-2018 έφεσή τους, με την οποία ζήτησαν, για τους αναφερόμενους σ` αυτή λόγους, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, ώστε να απορριφθεί στο σύνολό της η αγωγή της αντιδίκου τους, εκδόθηκε δε επ' αυτής η με αριθμό 5238/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη, ως εκπροθέσμως ασκηθείσα.
Την τελευταία αυτή απόφαση προσβάλλει με την κρινόμενη αίτηση ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων Δ. Μ. . Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), δεδομένου ότι ενόψει της υφισταμένης, μεταξύ του αναιρεσείοντος και της ως άνω συνεναγομένης Κοινοπραξίας, σχέσης αναγκαστικής ομοδικίας, αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και στην πιο πάνω αναγκαία ομόδικο (βλ.
υπ' αριθ. 7729Η/6-6-2023 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Π. Γ. ). Σύμφωνα με τα άρθρα 124 παρ. 2 και 126 παρ. 1 ΚΠολΔ, η επίδοση γίνεται προσωπικά σε εκείνον στον οποίο απευθύνεται το έγγραφο και στον τόπο όπου είναι η κατοικία του. Ως κατοικία του παραλήπτη, στην οποία μπορεί να γίνει η επίδοση, κατά το άρθρο 128 του ΚΠολΔ, θεωρείται το σπίτι ή το διαμέρισμα που είναι προορισμένο για διημέρευση ή διανυκτέρευση του παραλήπτη, σύνοικοι δε θεωρούνται εκείνοι που διαμένουν στο ίδιο διαμέρισμα, προς τους οποίους εγκύρως γίνεται η επίδοση του εγγράφου, αν ο παραλήπτης δεν βρεθεί από τον δικαστικό επιμελητή στην κατοικία του.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 117, 139, 438 και 440 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η έκθεση επίδοσης που συντάσσει ο αρμόδιος δικαστικός επιμελητής συνιστά δημόσιο έγγραφο, το οποίο παρέχει πλήρη απόδειξη ως προς όσα βεβαιώνονται σ` αυτήν ότι έγιναν από τον δικαστικό επιμελητή ή ενώπιόν του.
Ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με την προσβολή της ως πλαστής. Αντίθετα, η βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στην έκθεση επιδόσεως ότι στη συγκεκριμένη διεύθυνση, όπου έγινε η επίδοση του εγγράφου, είναι η κατοικία του παραλήπτη, είναι περιστατικό που δεν υποπίπτει από τη φύση του στην άμεση αντίληψη του, καθότι την αλήθεια αυτού οφείλει να διαπιστώσει ο δικαστικός επιμελητής και συνεπώς κατά τούτο η βεβαίωση αυτή δεν παρέχει πλήρη απόδειξη, επιδεχόμενη ανταπόδειξη (ΑΠ 1553/2008, ΑΠ 236/2006, ΑΠ 361/2004).
Συνεπώς, η αναγραφόμενη στο προς επίδοση έγγραφο διεύθυνση του προσώπου, στο οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση, δεν δεσμεύει τον δικαστικό επιμελητή, που οφείλει εξ επαγγέλματος να ερευνήσει αν πράγματι αυτός προς τον οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση κατοικεί στη διεύθυνση αυτή και, αν διαπιστώσει ότι δεν κατοικεί εκεί αλλά σε άλλη διεύθυνση, να κάνει την επίδοση στην πραγματική κατοικία του και όχι στην αναφερομένη στο επιδοτέο έγγραφο.
Με παντελή έλλειψη επίδοσης ισοδυναμεί και η επίδοσή του σε διεύθυνση άσχετη με την πραγματική κατοικία του απολιπόμενου διαδίκου, αφού στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται πράγματι για επίδοση προς αυτόν (πρβλ. ΟλομΑΠ 3/2007, ΑΠ 477/2019, ΑΠ 1081/2014). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 518 παρ.1 ΚΠολΔ, αν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της εφέσεως είναι τριάντα ημέρες, αρχίζει δε από την επίδοση της αποφάσεως που περατώνει τη δίκη.
Εξάλλου κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 495 παρ.1 ΚΠολΔ, το ένδικο μέσο της εφέσεως ασκείται με δικόγραφο που κατατίθεται στο πρωτότυπο στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την εκκαλούμενη απόφαση, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 532 του ίδιου κώδικα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, με βάση τα προαποδεικτικώς προσκομιζόμενα έγγραφα, το εμπρόθεσμο της ασκήσεως εφέσεως που είναι προϋπόθεση του παραδεκτού της και, αν διαπιστώσει ότι η έφεση ασκήθηκε εκπρόθεσμα, την απορρίπτει ως απαράδεκτη (Α.Π. 118/2011).
Τέλος, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας εσφαλμένως τα διαδικαστικά έγγραφα [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ] είτε έλαβε υπ` όψη πράγματα, τα οποία δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (εδ. α) είτε δεν έλαβε υπ` όψη πράγματα, τα οποία προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (εδ.
β). Νοούνται, ως "πράγματα", οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, εάν τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση [άρθρα 338, 362 ΚΠολΔ], ήτοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους στο δικαστήριο της ουσίας [άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ], συγκροτούν την ιστορική βάση (και, συνεπώς, θεμελιώνουν, ιστορικώς, το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και, κατά νόμο, διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της αποφάσεως, που προσβάλλεται.
Αποτελούν "πράγματα" και οι λόγοι (κύριοι ή τυχόν πρόσθετοι) εφέσεως, οι οποίοι αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και διατυπώνουν παράπονο κατά της κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας, δηλ. οι λόγοι των οποίων η λήψη υπ` όψη και παραδοχή θα είχε, ως συνέπεια, την κατά το άρθρο 535 παρ.1 ΚΠολΔ εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως (ΑΠ 617/2022 ).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της την έφεση του αναιρεσείοντος Δ. Μ. κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την ακόλουθη αιτιολογία: ''...H υπό κρίση από 15.6.2018 με Γ.Α.Κ. 58155/15.6.2018 και Ε.Α.Κ. 3902/15.6.2018 έφεση, στρεφομένη κατά της υπ' αριθ. 11164/2017 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας κατά την τακτική διαδικασία ερήμην των εναγομένων, έχει ασκηθεί εκπροθέσμως, καθ' όσον αποδεικνύεται ότι ακριβές κεκυρωμένο αντίγραφο της ως άνω οριστικής αποφάσεως με επιμέλεια της εφεσιβλήτου ανωνύμου εταιρίας επιδόθηκε νομοτύπως στους εκκαλούντες την 11.1.2018 (σχετ.
οι υπ' αριθ. 6787Α'/ 11.1.2018 και 6788Α' / 11.1.2018 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Χ. Π. , αντιστοίχως) και η υπό κρίση έφεση κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου την 15.6.2018 (σχετ. η προαναφερομένη με Γ.Α.Κ. 58155/15.6.2018 και Ε.Α.Κ. 3902/15.6.2018 έκθεση καταθέσεως δικογράφου εφέσεως του αρμοδίου Τμήματος της Γραμματείας του Πρωτοδικείου Αθηνών), ήτοι μετά τη συμπλήρωση της προβλεπομένης από τη διάταξη του άρθρου 518 παρ. 1 ΚΠολΔ προθεσμίας των τριάντα ήμερων.
Οι εκκαλούντες ισχυρίζονται με το δικόγραφο της εφέσεως ότι αυτή ουδέποτε τους κοινοποιήθηκε νομίμως, με συνέπεια να λάβουν γνώση αυτής είκοσι πέντε ημέρες προ της καταθέσεως αυτής, ενώ με τις νομίμως κατατεθείσες ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προτάσεις τους διευκρινίζουν περαιτέρω ότι αμφότεροι ευλόγως θεωρούσαν ότι ο ορισθείς διαχειριστής της πρώτης αυτών κοινοπραξίας και πατέρας του δευτέρου αυτών Ά.
Μ. του Δ. επρόκειτο να επιμεληθεί της διεξαγωγής της προκειμένης δίκης, πλην όμως αυτός απεβίωσε την 20.1.2017 (ήτοι δύο περίπου μήνες προ της 22.3.2017, ότε και συζητήθηκε η αγωγή ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου), με συνέπεια να συζητηθεί η υπόθεση ερήμην τους και να μην λάβουν γνώση της εκδοθείσας εκκαλουμένης αποφάσεως, η οποία κοινοποιήθηκε εις αμφοτέρους δια θυροκολλήσεως στην οδό ... , όπου ευρίσκετο τόσο η έδρα της πρώτης αυτών κοινοπραξίας, όσο και η κατοικία του θανόντος διαχειριστή αυτής και πατέρα του δευτέρου εκκαλούντος Ά.
Μ. . Περαιτέρω, ο δεύτερος εκκαλών ισχυρίζεται ότι ναι μεν κατοικεί στη ... Αττικής, αλλά όχι στη διεύθυνση της οδού ... , αλλά στη διεύθυνση της οδού ... , όπως αποδεικνύεται από τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος αυτού από του έτους 2008 έως σήμερα, εν πάση δε περιπτώσει ουδέποτε ειδοποιήθηκε από τα ΕΛΤΑ για τη γενόμενη θυροκόλληση, για την οποία ενημερώθηκε τελικώς από γνωστό του αστυνομικό υπάλληλο υπηρετούντα στο ΑΤ ...
περί τις 20-5-2018, μετά δε την ενημέρωση αυτή αμφότεροι οι εκκκαλούντες κινήθηκαν αμέσως για την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, η οποία κατατέθηκε εν τέλει είκοσι πέντε ημέρες αργότερα (την 15.6.2018). Ωστόσο, ακόμη και εάν ήθελε υποτεθεί ότι οι ως άνω ισχυρισμοί συγκροτούν αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ασκουμένη δια των προτάσεων και διαλαμβάνουσα σιωπηρό αίτημα περί κηρύξεως παραδεκτής της εκπρόθεσμης διαδικαστικής πράξεως της ασκήσεως της εφέσεως (άρθρα 151 επ.
ΚΠολΔ ...), αυτή τυγχάνει απορριπτέα ως εκπροθέσμως ασκηθείσα, καθ' όσον, κατά τα εκτιθέμενα στις προτάσεις των εκκαλούντων, αυτοί έλαβαν γνώση της εκδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως την 20.5.2018 στο πλαίσιο τυχαίας επικοινωνίας τους με αστυνομικό υπάλληλο υπηρετούντα στο Α.Τ. ... , πλην όμως οι διαλαμβάνουσες το κρινόμενο σιωπηρό αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση προτάσεις έχουν κατατεθεί την 9.5.2019, ήτοι μετά τη συμπλήρωση τριάντα ημερών από τότε που έλαβαν γνώση της εκκαλουμένης αποφάσεως και είχαν αντικειμενικώς τη δυνατότητα να ασκήσουν κατ' αυτής τα προβλεπόμενα από το νόμο ένδικα μέσα.
Σημειωτέον, περαιτέρω, ότι η διαλαμβανομένη στο δικόγραφο της εφέσεως (πράγματι ασκηθείσας εντός τριάντα ημερών από την 20.5.2018, ήτοι την ημέρα, κατά την οποία, κατά τους ισχυρισμούς των εκκαλούντων, έλαβαν το πρώτον γνώση της εκδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως) αναφορά ότι "... η ως άνω προσβαλλόμενη με την παρούσα Έφεση υπ' αριθμόν 11164/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τακτική Διαδικασία - Τμήμα Εμπορικό) εκδόθηκε ερήμην ημών των τότε εναγομένων και νυν εκκαλούντων, ουδέποτε δε κοινοποιήθηκε νόμιμα σε εμάς, γνώση δε της ύπαρξης αυτής λάβαμε προ 25νθημέρου περίπου ... ", έστω και εάν υποτεθεί ότι εμπεριέχει σιωπηρό αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην πρότερα κατάσταση, κατά τα προεκτιθέμενα, αυτό τυγχάνει απορριπτέο προεχόντως ως ανεπίδεκτο δικαστικής εκτιμήσεως και εντεύθεν ως αόριστο, διότι δεν αναφέρει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο εις τι συνίσταται η μη νόμιμη σε αυτούς επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, ποια είναι τα θεμελιωτικά λόγου "ανωτέρας βίας συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, αλλά ούτε και τα προς απόδειξη του σχετικού ισχυρισμού αποδεικτικά στοιχεία.
Μετά ταύτα η υπό κρίση έφεση τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως αυτής (άρθρο 532 ΚΠολΔ)...'' . Σύμφωνα με τα παραπάνω, το Εφετείο έκρινε, ότι νομοτύπως επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα, στις 11-1-2018, αντίγραφο της υπ' αριθ. 11164/2017 εκκαλουμένης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με θυροκόλληση, στη ...
Αττικής και επί της οδού ... , όπου είναι η έδρα της συνεναγομένης Κοινοπραξίας, οπότε άρχισε η τριακονθήμερη προθεσμία ασκήσεως εφέσεως κατ' αυτής, δεχόμενο περαιτέρω ότι η τελευταία ασκήθηκε εκπρόθεσμα στις 15-6-2018, και ως τέτοια την απέρριψε. Όμως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης του αναιρεσείοντος, ο τελευταίος προέβαλε ότι η επίδοση της πρωτοδίκου αποφάσεως σε αυτόν πάσχει ακυρότητα, με αποτέλεσμα να μην έχει αρχίσει ως προς αυτόν η τριακονθήμερη προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, αφού η επίδοση της πρωτόδικης απόφασης έγινε με θυροκόλληση στην οδό ... , όπου βρισκόταν η έδρα της πρώτης αυτών κοινοπραξίας, ενώ ο ίδιος από το έτος 2008 και εντεύθεν είναι κάτοικος ...
και επί της οδού ... και ο ίδιος ουδέποτε είχε σχέση ως ''εν τοις πράγμασι ομόρρυθμος εταίρος'' με τη συνεναγομένη Κοινοπραξία, αφού δεν ήταν μέλος αλλά μόνο διαχειριστής αυτής μέχρι 10-6-2011, οπότε και αντικαταστάθηκε στη διαχείριση αυτής από τον πατέρα του Ά. Μ. . Το Εφετείο, ωστόσο, όπως προκύπτει από το ως άνω εκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν απάντησε στον ανωτέρω λόγο έφεσης - ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, αλλά, αντιθέτως, εκτίμησε ότι οι ως άνω ισχυρισμοί αυτού (με την έφεση και τις προτάσεις) συγκροτούν αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, την οποία και απέρριψε ως εκπρόθεσμη και, σε κάθε περίπτωση, ως αόριστη.
Ακολούθως δε, όπως ήδη εκτέθηκε, θεωρώντας έγκυρη την επικαλούμενη από την αναιρεσίβλητη επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, κήρυξε απαράδεκτη την έφεση του αναιρεσείοντος ως εκπρόθεσμη. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.8 εδ. α' και αρ.8 εδ. β' Κ.Πολ.Δ. και ειδικότερα: α) παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι έλαβε υπόψη και ερεύνησε ανύπαρκτο λόγο έφεσης, ήτοι τον μη περιεχόμενο στην έφεση ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, και β) παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα παρείδε και δεν ερεύνησε τον πράγματι προβληθέντα και περιεχόμενο στην έφεση ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι η προς αυτόν επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης ήταν άκυρη και, ως εκ τούτου, δεν εκκίνησε την κατ' άρθρο 518 παρ.1 ΚΠολΔ τριακονθήμερη προθεσμία προς άσκηση έφεσης κατ' αυτής.
Επομένως, ο πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο, κατά τη νοηματική εκτίμηση του περιεχομένου του, ο αναιρεσείων προβάλλει τις ανωτέρω πλημμέλειες, είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, κατά παραδοχή του ανωτέρω γενομένου δεκτού ως βασίμου λόγου αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τον αναιρεσείοντα, να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου ο οποίος εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Αναιρουμένης δε στο σύνολό της της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει περαιτέρω να διαταχθεί, συμφώνως προς το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα αυτό αναιρεσείοντα και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου της λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Αναιρεί την υπ' αριθ. 5238/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τον αναιρεσείοντα Δ. Μ. του Ά. .
-
Παραπέμπει την υπόθεση ως προς αυτόν, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.
-
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Και -Διατάζει να επιστραφεί στον αναιρεσείοντα το καταβληθέν από αυτόν παράβολο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ