Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, rejecting claim that lower court ignored a specific court decision.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Third Instance Court's ruling regarding a motorcycle accident case. The appellants argued the lower court failed to consider a specific military court decision concerning a co-driver's helmet violation. The court rejected this claim, stating the lower court had explicitly noted all documents submitted by the parties and evaluated them as part of the overall evidence without needing separate mention.
Legislator headnote
AI generatedArticles 568(4) and 576(1)-(3) of the Code of Civil Procedure; The appellate court must examine whether a party expedited the hearing; if no party expedited it, the court of first instance must consider all evidence presented by the parties, provided the alleged fact has a substantial impact on the outcome, without requiring the lower court to specifically evaluate every document individually.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 60 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 60/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Κοινοπραξίας με την επωνυμία "...", τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Π. Σ. του Ε., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο, 3) Ε. χήρας Κ. Σ., κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος, αρχικά εναγομένου, Κ. Σ. του Δ., 4) Δ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος, αρχικά εναγομένου, Κ. Σ. του Δ., 5) Ε. Σ. του Κ., κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος, αρχικά εναγομένου Κ. Σ. του Δ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Βαβούρη και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Κ. του Α., 2) Ε. Κ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καραγκούνη, που ανακάλεσε την από 3/9/2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/12/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 20/12/2006 προσεπίκληση σε πρόσθετη παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32362/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 877/2015 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 31/3/2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 568 παρ.4 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση δεν εμφανισθεί κάποιος από τους διαδίκους, είτε αυτός είναι ο αναιρεσείων είτε ο αναιρεσίβλητος, εξετάζεται ποιος από αυτούς επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης. Και αν μεν η συζήτηση επισπεύδεται από το διάδικο που εμφανίστηκε και δεν εμφανισθεί ο αντίδικός του, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση το αποδεικτικό επιδόσεως της σχετικής κλήσης προς συζήτηση, αν δε η συζήτηση επισπεύδεται από τον αντίδικο του διαδίκου που εμφανίστηκε, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση η κλήση που του επιδόθηκε (είτε αυτοτελής είτε μετά της αιτήσεως αναιρέσεως και της πράξης ορισμού δικασίμου).
Αν δεν προκύπτει ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη (ΟλΑΠ 23/1996 και 4/1994,ΑΠ 1377/2019, ΑΠ 2273/2014,ΑΠ 1143/2014, ΑΠ 860/2006). Περαιτέρω το άρθρο 76 παρ. 1 ΚΠολΔ ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση ή η ισχύς της αποφάσεως που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους ομοδίκους, οι πράξεις του καθενός ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους, οι δε ομόδικοι που μετέχουν νόμιμα στη δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται, με τους οποίους συνδέονται με το δεσμό της αναγκαστικής ομοδικίας.
Αναγκαστική ομοδικία, κατά την τελευταία διάταξη, υπάρχει και τόσο μεταξύ των μελών της κοινοπραξίας, η οποία αναδείχθηκε ανάδοχος εκτελέσεως δημοσίου (κατά την έννοια του Ν.1418/1984)έργου, κατά τη ρητή σχετική πρόβλεψη της διάταξης του άρθρου 3 παρ.8 Ν.2940/2001, όσο και μεταξύ της κοινοπραξίας και των μελών αυτής σε περίπτωση κοινής εναγωγής, εφόσον το έναντι της πρώτης δεδικασμένο ισχύει και έναντι των αποτελούντων αυτή μελών, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 329 ΚΠολΔ(ΑΠ 1059/2019,ΑΠ 335/2015).Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 741 ΑΚ, 20 ΕμπΝ και 2 του Διατάγματος της 2/14.5.1835 "περί αρμοδιότητος των Εμποροδικείων" συνάγεται ότι η κοινοπραξία, που με ιδιαίτερη επωνυμία ή με τα ονόματα όλων των μελών της αναλαμβάνει ως ανάδοχος την εκτέλεση δημοσίου τεχνικού(δομικού) έργου επί ακινήτου έναντι αμοιβής, το οποίο κατά τα ουσιώδη στοιχεία του αποτελεί επιχείρηση χειροτεχνίας και επομένως αντικειμενικά εμπορική πράξη, εφόσον δεν προκύπτει κάτι άλλο, έχει, το χαρακτήρα ομόρρυθμης εμπορικής εταιρείας.
Αν, όμως, δεν υποβλήθηκε στις διατυπώσεις δημοσιότητας που προβλέπει το άρθρο 42 του ΕμπΝ για τις ομόρρυθμες εταιρείες, λειτουργεί ως ομόρρυθμη εμπορική εταιρεία "εν τοις πράγμασι" (ΟλΑΠ 22/1998, ΑΠ 581/2004, ΑΠ 936/2002). Επομένως και στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 329 και 920 ΚΠολΔ, επί κοινής εναγωγής ομόρρυθμης εταιρείας και των ομορρύθμων μελών της ατομικώς, συντρέχουν οι προϋποθέσεις της αναγκαστικής ομοδικίας, λόγω της αλληλέγγυας και εις ολόκληρον ευθύνης τους (άρθρο 22 ΕμΝ) και διότι, έτσι, αποτρέπεται ο κίνδυνος δημιουργίας αντιφατικών δεδικασμένων, εφόσον στην περίπτωση αυτή δεν είναι νοητή η έκδοση αντίθετων αποφάσεων απέναντι στους ομοδίκους αυτούς (ΑΠ 679/2020,ΑΠ 970/2019, ΑΠ 1103/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, φέρεται για συζήτηση η από 31.03.2018 αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 877/2015 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία, δικάζοντας επί της από 26.03.2009 εφέσεως των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων κατά της υπ' αριθμ. 32362/2008 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε την αγωγή τους αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, από ατύχημα, που επισυνέβη σε σημείο που η εναγομένη κοινοπραξία, μέλη της οποίας αποτελούσαν οι λοιποί εναγόμενοι, εκτελούσε δημόσιο έργο, οφειλόμενο σε αποκλειστική υπαιτιότητα της εναγομένης κοινοπραξίας, με συνέπεια τον τραυματισμό αμφοτέρων των παθόντων εναγόντων, έκανε δεκτή την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, και επαναδικάζοντας την αγωγή δέχθηκε εν μέρει αυτήν και υποχρέωσε τους εναγόμενους, εις ολόκληρον και αλληλεγγύως έκαστον, να καταβάλουν στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 66.911,06 ευρώ και στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 2.000,00 ευρώ.
Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στο ακροατήριο από τη σειρά του πινακίου, κατά την αναφερομένη στην αρχή δικάσιμο(06.09.2021), παραστάθηκαν οι αναιρεσίβλητοι και οι τρίτη, τέταρτος και πέμπτος των αναιρεσειόντων, ως καθολικοί διάδοχοι του αποβιώσαντος την 06.10.2013 αρχικού διαδίκου και εναγομένου μέλους της κοινοπραξίας Κ.
Σ. του Δ., ενώ δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, η πρώτη των αναιρεσειόντων κοινοπραξία με την επωνυμία "..." και ο δεύτερος αναιρεσείων, μέλος της κοινοπραξίας, Π. Σ. του Ε., αν και αυτοί νομίμως και εμπροθέσμως κλητεύθηκαν από τους επισπεύδοντες αυτή (συζήτηση) αναιρεσίβλητους για τη νέα ορισθείσα αυτεπαγγέλτως δικάσιμο της 15ης Φεβρουαρίου 2021 (βλ.
τις προσκομιζόμενες υπ' αριθμ. 1243/16.12.2020 και 1242/16.12.2020 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Συμεών Αρχιμήδη Μωϋσίδη προς τον υπογράφοντα την ένδικη αίτηση αναιρέσεως δικηγόρο Θεσσαλονίκης Νικόλαο Βαβούρη), ημερομηνία, ωστόσο, που ενέπεσε στην περίοδο αναστολής συζητήσεως των υποθέσεων, λόγω ειδικών συνθηκών (αντιμετώπισης του ιού COVID-19), και η συζήτηση της οποίας (υπόθεσης) επαναπροσδιορίστηκε, αυτεπαγγέλτως, από την Πρόεδρο του Α1 Πολιτικού Τμήματος, με τη με αριθμό 39/12.04.2021 πράξη της, για την αναφερομένη στην αρχή δικάσιμο (06.09.2021), στο οικείο πινάκιο της οποίας η εγγραφή της υπόθεσης από το γραμματέα ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρο 83 παρ.2,3 Ν.4790/2021).
Ωστόσο, παρά την απουσία των παραπάνω πρώτης και δεύτερου των αναιρεσειόντων και αναγκαίων ομοδίκων, σύμφωνα και με τις προεκτεθείσες στην αρχή σκέψεις, και ανεξάρτητα από την έλλειψη από τους ανωτέρω απόντες διαδίκους πληρεξουσίου για την άσκηση από αυτούς του ενδίκου μέσου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, αφού κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 76 παρ.4 ΚΠολΔ η παραδεκτή άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως από ένα αναγκαίο ομόδικο επιφέρει αποτελέσματα και για τους λοιπούς αναγκαίους ομοδίκους του, που αδράνησαν ή και για οποιοδήποτε λόγο απώλεσαν το δικαίωμα προσβολής της απόφασης (ΟλΑΠ 63/1981, ΑΠ 44/2020),η διαδικασία θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτοί οι διάδικοι παρόντες, αφού μετέχουν νόμιμα στη δίκη και θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από τους λοιπούς αναγκαίους τους ομοδίκους που παρίστανται (άρθρ.76 παρ.1 εδ.
β' ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 576 παρ. 2 εδ. α' και γ' ΚΠολΔ). Η αίτηση δε αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ.552, 553, 556, 558, 564 παρ.3 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 ΑΚ, συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/2013).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005).
Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β' του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 79/2018, ΑΠ 1333/2018, ΑΠ 1512/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 208/2011, ΑΠ 1662/2010).Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 30-12-2000 και περί ώρα 3:30 το πρωί, ο πρώτος των εναγόντων, Ε. Κ., οδηγώντας την με αριθμό κυκλοφορίας ...
δίκυκλη μοτοσυκλέτα του, εκινείτο επί της επαρχιακής οδού ..., δρόμο διπλής κυκλοφορίας, με κατεύθυνση προς τη …, έχοντας συνοδηγό του, το δεύτερο ενάγοντα αδερφό του, Ε. Κ., φορώντας (ο οδηγός) το κράνος του. Στο δεύτερο χιλιόμετρο περίπου της ανωτέρω οδού, η πρώτη εναγόμενη κοινοπραξία ... είχε αναλάβει την εκτέλεση έργου, που αφορούσε στην διαπλάτυνση της ανωτέρω οδού, συγκεκριμένα δε είχε αποξέσει μέρος της υφισταμένης ασφάλτου στη λωρίδα κυκλοφορίας όπου εκινείτο, με την μοτοσυκλέτα του, ο πρώτος ενάγων, και δη στην δεξιά πλευρά της οδού και είχε ήδη διαπλατύνει το δρόμο αλλά δεν είχε ακόμη προβεί σε ασφαλτόστρωση(της υπό διαπλάτυνση οδού), και έτσι το τμήμα της διαπλατυνθείσας οδού παρέμενε με χώμα και χαλίκια.
Ο πρώτος ενάγων εκινείτο, με τη δίκυκλη μοτοσυκλέτα του, επί της δεξιάς πλευράς της παλαιάς επαρχιακής οδού στο ύψος του 2ου χιλιομέτρου, βαίνοντας ακριβώς εκεί που τελείωνε η άσφαλτος (της παλαιάς επαρχιακής οδού) και άρχιζε η διαπλάτυνση, όπου στο σημείο αυτό ο δρόμος είχε κλίση, ήτοι στροφή, οι δε ρόδες του δικύκλου οχήματος του ήταν επί του λεγόμενου(στην τεχνική ορολογία) "νυχιού", ήτοι στο σημείο εκείνο όπου η παλαιά επαρχιακή οδός συναντούσε την υπό διαπλάτυνση, υπήρχε δε, "υψομετρική διαφορά" αρκετών εκατοστών μεταξύ της υφιστάμενης και της υπό διαπλάτυνση οδού στο σημείο επαφής τους, μη αντιληφθείς όμως την κατάσταση της οδού όπου εκινείτο, λόγω του σχεδόν ανύπαρκτου φωτισμού, αλλά και της ελλείψεως σημάνσεως, με κώνους, προστατευτικά κιγκλιδώματα, προειδοποιητικές πινακίδες, το δε όχημά του, λόγω της διελεύσεως των ροδών του πάνω στο νύχι, αφετέρου δε λόγω προϋφισταμένων ανωμαλιών του οδοστρώματος (λακκούβες-εξογκώματα), οι οποίες είχαν χειροτερέψει λόγω ακριβώς της αποξέσεως της οδού που είχε προηγηθεί εξαιτίας των εργασιών της πρώτης εναγομένης κοινοπραξίας, εξαιτίας δε της απότομης και αιφνίδιας μετακίνησης των τροχών της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, ο πρώτος ενάγων έχασε τον έλεγχο του οχήματός του το οποίο και εκτροχιάστηκε με αποτέλεσμα να συρθεί στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και τελικά να προσκρούσει σε παρακείμενη περίφραξη καταστήματος που βρισκόταν στην αριστερή πλευρά επί της παλαιάς επαρχιακής οδού, ο δε πρώτος ενάγων εκτινάχθηκε στα κάγκελα της περίφραξης και ο δεύτερος ενάγων εντός προαυλίου χώρου του παραπάνω καταστήματος.
Το ότι κατά την ώρα που έλαβε χώρα το εν λόγω ατύχημα δεν υπήρχε στο σημείο εκείνο του οδοστρώματος, στο οποίο εκτελούνταν έργα κανένας προειδοποιητικός κώνος, καμιά άλλη προειδοποιητική σήμανση, ούτε φωτεινός σηματοδότης, κανένα προστατευτικό κιγκλίδωμα, καμία προειδοποιητική πινακίδα, που να προειδοποιούν τον κάθε διερχόμενο οδηγό για την εκτέλεση των έργων οδοποιΐας που λάμβαναν χώρα εκεί και ποια ήταν η κατάσταση της οδού, αποδεικνύεται από....
Υπό τα ανωτέρω δεδομένα υπαίτια του ενδίκου ατυχήματος είναι η πρώτη εναγομένη κοινοπραξία, της οποίας μέλη ήταν ο δεύτερος και ο τρίτος των εναγομένων, η οποία, έχοντας αναλάβει, έπειτα από ανάθεση σε αυτήν από τη Νομαρχία …, την εκτέλεση του ανωτέρω έργου, παρέλειψε να σημάνει την εν λόγω υπό διαπλάτυνση οδό..., είτε αυτή αφορούσε στην εγκατάσταση ή προστατευτικών και φωτεινών σηματοδοτών, είτε αφορούσε στην εγκατάσταση προειδοποιητικών πινακίδων για τους διερχόμενους οδηγούς κ.τ.λ., καθώς και να αποκαταστήσει οποιαδήποτε ανωμαλία και υψομετρική διαφορά μεταξύ της παλαιάς οδού και του υπό διαπλάτυνση τμήματος αυτής, με αποτέλεσμα ο πρώτος ενάγων, οδηγώντας τη δίκυκλη μοτοσυκλέτα του, να μην αντιληφθεί την κατάσταση της οδού, επί της οποίας εκτελούνταν έργα, να χάσει τον έλεγχό της και να προκληθεί το ένδικο ατύχημα.
Στην πρόκληση όμως του ατυχήματος, και δη κατά ποσοστό 60%, συντέλεσε και η αμελής συμπεριφορά του πρώτου ενάγοντος, ο οποίος οδηγούσε τη δίκυκλη μοτοσυκλέτα του όχι με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του... ώστε να είναι ανά πάσα στιγμή σε θέση να κάμει τους απαιτούμενους ελιγμούς, έτρεχε δε με ταχύτητα υπερβολική για τις συνθήκες της οδού, ενώ δεν υπήρχε επαρκής φωτισμός επί της οδού, παραπάνω από την επιτρεπόμενη των 50 χλμ την ώρα..., με αποτέλεσμα όταν συνάντησε, με τη δίκυκλη μοτοσυκλέτα του, τις ανωμαλίες του οδοστρώματος και πάτησε, με τις ρόδες της επί του "νυχιού", ήτοι στο σημείο εκείνο όπου η παλαιά επαρχιακή οδός συναντούσε την υπό διαπλάτυνση, και μετακινήθηκαν οι τροχοί της μοτοσυκλέτας του, λόγω της υπερβολικής ταχύτητας να μη μπορέσει να κάμει κανένα ελιγμό, να χάσει τον έλεγχο του οχήματος που οδηγούσε, να εκτροχιαστεί αυτό και έτσι να επισυμβεί το ένδικο ατύχημα γενομένης δεκτής και της σχετικής ενστάσεως των εναγομένων....
Περαιτέρω..., οι ενάγοντες, εξαιτίας του ενδίκου ατυχήματος τραυματίσθηκαν σοβαρά και διακομίσθηκαν με ασθενοφόρο σε εφημερεύον νοσοκομείο. Ο πρώτος ενάγων μετά το ατύχημα, έχασε τις αισθήσεις του... εισήχθη στο χειρουργείο, υπέστη δε ακρωτηριασμό του αριστερού κάτω άκρου του πάνω από το γόνατο, καθώς και ακρωτηριασμό του φάλαγγος του αντίχειρος του αριστερού άνω και περαιτέρω διαγνώσθηκε βαθύ τραύμα της αριστερής ωμικής χώρας και κάταγμα Α2-Α3 (τόξου και πετάλου) χωρίς παρεκτόπιση συνεπεία του οποίου (τραύματος) ήταν η ολοσχερής αποκοπή των νεύρων που αφορούν στην ομαλή λειτουργία και κίνηση του αριστερού χεριού, το οποίο έκτοτε βρίσκεται σε συνεχή παράλυση και ατροφία...
Επιπλέον εξαιτίας του ατυχήματος, το δίκυκλο όχημα του πρώτου ενάγοντος... καταστράφηκε ολοσχερώς... Έτσι, ο πρώτος ενάγων, από το ένδικο ατύχημα, υπέστη ζημία, συνολικού ποσού....17.277,67 ευρώ. Η αποκαταστατέα, όμως, από τους εναγόμενους ζημία, ανέρχεται στο ποσό των... 6.911,06 ευρώ, αφού αφαιρεθεί η ζημία που αντιστοιχεί στο ποσοστό συνυπαιτιότητας του ιδίου του ενάγοντα στο ένδικο ατύχημα και στις ζημίες που επήλθαν από αυτό.
Περαιτέρω, κατόπιν των ανωτέρω, το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, την συνυπαιτιότητα του πρώτου ενάγοντος, οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, στην οποία επέβαινε ως συνοδηγός ο δεύτερος ενάγων, τις συνθήκες και τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες συνέβη το ένδικο ατύχημα, την ηλικία των εναγόντων σε σχέση με των εναγομένων, το είδος και τη φύση των σωματικών κακώσεων και την αναπηρία του πρώτου ενάγοντος, το χρόνο της νοσηλείας και της αποθεραπείας τους, τη στεναχώρια που δοκίμασαν, την ταλαιπωρία στην οποία υποβλήθηκαν, κρίνει ότι οι προαναφερθέντες παθόντες-ενάγοντες, υπέστησαν ηθική βλάβη προς αποκατάσταση της οποίας πρέπει να τους επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση, η οποία, κατά την κρίση του δικαστηρίου, ανέρχεται στο ποσό των 60.000 ευρώ για τον πρώτο ενάγοντα και στο ποσό των 2.000 ευρώ για το δεύτερο ενάγοντα, όπως κρίνει εύλογο...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχτηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει την αγωγή τους, και την εξαφάνισε, δέχθηκε εν μέρει στη συνέχεια την αγωγή αυτή ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε τους εναγομένους και ήδη αναιρεσείοντες, εις ολόκληρον και αλληλεγγύως έκαστος, να καταβάλουν στον πρώτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 66.911,06 ευρώ και στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 2.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 932 και 300 ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα ότι η αναιρεσείουσα κοινοπραξία, της οποίας μέλη ήταν ο δεύτερος των αναιρεσειόντων και ο καθολικός δικαιοπάροχος των λοιπών αναιρεσειόντων, έπειτα από ανάθεση σ' αυτήν από τη Νομαρχία …, της εκτέλεσης του έργου, που αφορούσε στη διαπλάτυνση της επαρχιακής οδού ..., στο ύψος του δευτέρου χιλιομέτρου αυτής, παρέλειψε να σημάνει την εν λόγω οδό με την εγκατάσταση προστατευτικών ή και φωτεινών σηματοδοτών είτε τοποθέτηση κώνων και προειδοποιητικών πινακίδων για τους διερχόμενους οδηγούς, καθώς και να αποκαταστήσει την υπάρχουσα ανωμαλία και υψομετρική διαφορά μεταξύ της παλαιάς οδού και του υπό διαπλάτυνση τμήματος αυτής, με αποτέλεσμα ο πρώτος αναιρεσίβλητος, οδηγώντας τη δίκυκλη μοτοσυκλέτα του, με συνεπιβάτη τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, να μην αντιληφθεί την κατάσταση της οδού, επί της οποίας εκτελούνταν έργα, να χάσει τον έλεγχό της, να ανατραπεί και να προκληθεί το ένδικο ατύχημα, θεμελιώνουν υπαίτια αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσείουσας κοινοπραξίας σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, που συνεπάγεται την υποχρέωσή της να αποκαταστήσει την περιουσιακή και ηθική βλάβη τους, να τους αποζημιώσει κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητάς της που δέχθηκε ότι την βάρυνε και να τους καταβάλει, επιπλέον, χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης, και για την προαναφερθείσα παράνομη, αμελή και ζημιογόνο συμπεριφορά της πρώτης αναιρεσείουσας, ευθύνονται σε ολόκληρο με αυτή, ως μέλη της, και οι δεύτερος αναιρεσείων, και ο καθολικός δικαιοπάροχος των λοιπών αναιρεσειόντων, δικαιολογούν την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, στις οποίες ορθά υπήχθησαν, από το Εφετείο τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά.
Επομένως τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με το πρώτο σκέλος του τέταρτου λόγου του αναιρετηρίου, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα. Περαιτέρω με βάση τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που δικαιολογούν το ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 932 και 300 ΑΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, κρίνεται αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά τις λοιπές αιτιάσεις του και ειδικότερα ότι για τις ανωμαλίες επί του οδοστρώματος, λόγω της φύσεως του έργου που είχε αναλάβει η πρώτη αναιρεσείουσα, δεν είναι η ίδια υπαίτια ούτε και ευθύνεται αυτή, είναι απαράδεκτος, καθόσον με αυτές πλήττεται η ουσιαστική κρίση του Εφετείου, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Τέλος, με το δεύτερο σκέλος του τέταρτου λόγου αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ.1 εδάφ. β` του ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της τα διδάγματα της κοινής πείρας και δη ότι παρέλειψε να εκτιμήσει, για τις συνθήκες πρόκλησης του επιδίκου ατυχήματος, νόμους της φυσικής επιστήμης, και δη την ανάπτυξη της φυγόκεντρης δύναμης κατά την κίνηση του παθόντος οδηγού της μοτοσυκλέτας, και την επίδραση της βαρύτητας, παράγοντες του οποίους εάν το δικαστήριο της ουσίας ελάμβανε υπόψη του θα κατέληγε σε διαφορετικό συμπέρασμα ως προς την υπαιτιότητα του παθόντος, αποδεχόμενο αποκλειστική υπαιτιότητα και όχι συνυπαιτιότητα του τελευταίου στο επισυμβάν ατύχημα, με συντρέχον πταίσμα και της αναιρεσείουσας κοινοπραξίας.
Ο λόγος, όμως, αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν αφορούν τη χρήση αυτών (διδαγμάτων) στην ερμηνεία των επικαλούμενων κανόνων δικαίου ούτε την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, αλλά στη διαπίστωσή αυτών, η οποία ανάγεται στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, που όμως δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ).
Ο από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Στον ΚΠολΔ, ισχύει κατά κανόνα, το σύστημα της ελεύθερης εκτιμήσεως των αποδείξεων (άρθρο 340) και εξαιρετικώς μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445).
Για τα αποδεικτικά μέσα που κατά το νόμο είναι ισοδύναμα, εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατ' άρθρο 340 εκτιμηθούν "ελεύθερα". Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αυτά αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 328/218).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 440 ΚΠολΔ για όσα περιστατικά βεβαιώνονται στα κατά τα άρθρα 438 και 439 του ίδιου Κώδικα δημόσια έγγραφα, όπως είναι η συντασσόμενη, σύμφωνα με τα άρθρα 148 επ. και 180 ΚΠοινΔ, από την αρμόδια αστυνομική αρχή έκθεση αυτοψίας και το συνοδεύον αυτή σχεδιάγραμμα σε τροχαίο ατύχημα, καθώς και η συντασσόμενη, σύμφωνα με τα παραπάνω άρθρα του ΚΠοινΔ, έκθεση έρευνας του επιθεωρητή εργασίας σε εργατικό ατύχημα, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, τα έγγραφα αυτά παρέχουν πλήρη απόδειξη κατά της οποίας όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη.
Τα περιεχόμενα στην έκθεση αυτοψίας της τροχαίας και στην έκθεσης έρευνας του επιθεωρητή εργασίας στοιχεία, ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος, είναι από εκείνα, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης της έκθεσης. Επομένως, κατ' αυτού του περιεχομένου επιτρέπεται ανταπόδειξη μετά από αξιολόγηση του λοιπού αποδεικτικού υλικού (ΑΠ 398/2020, ΑΠ 945/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε στα έγγραφα που προσκομίσθηκαν από τους αναιρεσείοντες με επίκληση, και τα οποία αναφέρονται στην αίτησή τους, ήτοι την από 30.12.2000 έκθεση αυτοψίας του τόπου του επίδικου τροχαίου ατυχήματος, που συνέταξε ο Ανθυπαστυνόμος του ΤΟΤΑ Λ.
Θ. Μ., και το συνοδευτικό αυτής σχεδιάγραμμα του ανωτέρω ατυχήματος, που αποτυπώνουν την υφιστάμενη πραγματική κατάσταση που είδε ο ίδιος ο Αστυνομικός σε χρόνο μετά το χρόνο προκλήσεως του άνω ατυχήματος, και στα οποία βεβαιώνεται η ύπαρξη προειδοποιητικών κώνων για εργασίες διαπλάτυνσης της οδού, στο 2ο χιλιόμετρο της Επαρχιακής οδού ...
και κατά μήκος ολόκληρου του αριστερού άκρου του μικρού δεξιού τμήματος του ρεύματος κυκλοφορίας της οδού από ... προς …, όπου είχαν γίνει εργασίες διαπλατύνσεως του οδοστρώματος αυτού, τη δέουσα (πλήρη) αποδεικτική δύναμη αυτών, πράγμα το οποίο άσκησε ουσιώδη επιρροή στις παραδοχές του Εφετείου και συνακόλουθα στην έκβαση της δίκης.
Ο ερευνώμενος λόγος, όμως, με το προαναφερθέν περιεχόμενο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον, αναφορικά με τα διαλαμβανόμενα στην έκθεση αυτοψίας, ως προς τις συνθήκες του ένδικου ατυχήματος, αποτελούν μεν πλήρη απόδειξη, κατά της οποίας όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη μετά από αξιολόγηση του λοιπού αποδεικτικού υλικού, το δε Εφετείο ορθώς δέχθηκε ανταπόδειξη εν προκειμένω και άντλησε τα συμπεράσματά του από το ανταποδεικτικώς προσαχθέν αποδεικτικό υλικό στο σύνολό του, συνεκτιμώντας και τα συγκεκριμένα έγγραφα, δεχόμενο ανελέγκτως ότι η έκθεση αυτοψίας συνετάγη ώρα 05.00', δηλαδή μιάμιση ώρα μετά το ατύχημα και συνεπώς τα όσα σε αυτή αναφέρονται εν σχέσει με την ύπαρξη προειδοποιητικών κώνων αφορούν το χρόνο προσέλευσης της Τροχαίας και όχι το χρόνο του ατυχήματος, κατά τον οποίο ο συντάξας την έκθεση δεν ήταν παρών.
Συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά της απόφασής του. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης θεμελιώνεται στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας δεν βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη και τα έγγραφα τα οποία προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αλλά και όταν, παρά την περί αυτού βεβαίωση, δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο, από το περιεχόμενο της απόφασης, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα ή ορισμένα από τα εν λόγω έγγραφα.
Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου(ΑΠ 1126/2010).Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 498/2018, ΑΠ 757/2015, ΑΠ 156/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, από τον αρ.11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη, κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος, τη με αριθμό 839/2001 απόφαση του Τριμελούς Στρατοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, συνεπιβαίνων στην μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος, καταδικάστηκε σε ποινή προστίμου, επειδή κατά το χρόνο προκλήσεως του επίδικου ατυχήματος δεν φορούσε προστατευτικό κράνος.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπου ρητά αναφέρει (17η σελίδα) ότι λήφθηκαν υπόψη, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων, και "...τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα, που το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων...", εκτιμωμένης και της σαφούς παραδοχής αυτής, με την οποία ρητά διευκρινίζει ότι μόνο ο πρώτος ενάγων και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος Ε.
Κ., κατά το χρόνο του επισυμβάντος ατυχήματος, οδηγούσε την με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα του, φορώντας το κράνος του, και όχι και ο δεύτερος ενάγων και ήδη δεύτερος των αναιρεσιβλήτων αδελφός του Ε. Κ., που ήταν συνοδηγός του, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το ως άνω φερόμενο ως αγνοηθέν έγγραφο, λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και την απόρριψη των περί του αντιθέτου ισχυρισμών των αναιρεσειόντων, χωρίς να υποχρεούται το Εφετείο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του κάθε αποδεικτικού μέσου και καθενός εγγράφου.
Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες (ενιαίως) για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρ.176,183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 31.03.2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 877/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για το σύνολο των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Οκτωβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ