Legislator Case Law & Legislation
1755/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling that new facts did not alter the original claim's basis.

Case Number 1755/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the First Instance Court's rejection of a land ownership claim. The appellant argued the appellate court erred by accepting new facts regarding agricultural use dating back to 1860, which allegedly changed the case's foundation. The court ruled this was merely a clarification of existing claims rather than a modification of the legal basis, thus rejecting the procedural defect. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay reduced court costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the acceptance of new facts is admissible only if it alters the historical basis of the claim, not when it merely clarifies or corrects the plaintiff's original allegations regarding the nature of the property.

Keywords

AI generated
appeal admissibility new facts doctrine basis of claim clarification of allegations agricultural land status procedural defect court costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Article 5 of Law 1738/1987
Article 52 of the Entry into Force of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated
11/2019
Supreme Court dismisses State's appeal, upholding private ownership of Ionian Islands forest land against public domain claims.
730/2014
Supreme Court allows appeal against second-instance property judgment due to insufficient factual basis for derivative title acquisition.
569/2008
Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility and lack of legal basis grounds regarding property ownership. The court rejects the appeal, ruling that the second ground lacks legal basis as the lower court's reasoning was not contradictory, and the first ground is inadmissible due to vagueness and failure to specify the exact claim regarding inadmissible evidence. The court held that the appeal must explicitly state if the argument was presented at the trial court, and vague claims regarding inadmissible evidence are rejected unless they fall under specific exceptions. The court dismissed the appeal, ruling that the second ground lacked legal basis as the lower court's reasoning was not contradictory, and the first ground is inadmissible due to vagueness and failure to specify the exact claim regarding inadmissible evidence. The court held that the appeal must explicitly state if the argument was presented at the trial court, and vague claims regarding inadmissible evidence are rejected unless they fall under specific exceptions.
2038/2009
Supreme Court allows appeal on abuse of right claim regarding inheritance partition and property ownership disputes.
102/2010
Supreme Court dismisses appeal for lack of evidence regarding land reforestation status in property ownership dispute.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1755 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1755/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη-Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαγδαληνή Καραγεώργου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Κ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ασημίνα Παπαδοπούλου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-8-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 186/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 205/2019 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 27-5-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 27-5-2021 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 205/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) Η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, έχει, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ως εξής:

Με την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου από 25-8-2015 αγωγή του, κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ζήτησε να αναγνωριστεί η πλήρης κυριότητά του επί των δύο πρώτων εκ των περιγραφομένων στην αγωγή του αγροτεμαχίων και η συγκυριότητα του κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου επί των δύο τελευταίων επικαλούμενος πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας τους επ' αυτών και να διαταχθεί η διόρθωση των σχετικών εσφαλμένων πρώτων εγγραφών, στο οικείο Κτηματολογικό Γραφείο.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου, δικάζοντας, κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, με την υπ' αριθ. 186/2017 οριστική απόφαση του, απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσία αβάσιμη. Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε την από 16-6-2017 έφεση, την οποία, το Μονομελές Εφετείο Ναυπλίου, δικάζοντας κατά την ίδια ως άνω διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων, με την υπ' αριθ. 205/2019 αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσίαν, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κράτησε την υπόθεση, δίκασε επί της ως άνω αγωγής την οποία έκανε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 1033, 1192, 1194 και 1198 ΑΚ, προκύπτει ότι, αποκτά κάποιος κυριότητα ακινήτου με παράγωγο τρόπο, ύστερα από συμφωνία με τον κύριο του ακινήτου ότι μετατίθεται σε αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, εφόσον η σχετική συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, επίσης, ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι, ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε. Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.

Με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, κατ' άρθρο 1051 ΑΚ.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων με εκείνες των άρθρων 1094 ΑΚ, 70, 216 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, για την πληρότητα της αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου, του οποίου η κυριότητα αποκτήθηκε με παράγωγο τρόπο, πρέπει ο ενάγων να αναφέρει, εκτός των άλλων, ότι κατέστη κύριος του επίδικου ακινήτου για ορισμένη αιτία με συμβολαιογραφικό έγγραφο, και μεταγραφή και ότι ο άμεσος δικαιοπάροχος του ήταν αληθής κύριος του πράγματος που μεταβίβασε.

Ο τρόπος κτήσης της κυριότητας επί του επιδίκου από το δικαιοπάροχο του ενάγοντος δεν είναι στοιχείο της αγωγής. Μόνον αν ο εναγόμενος ήθελε αμφισβητήσει με τις προτάσεις του της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης την κυριότητα του τελευταίου και των προ αυτού κτητόρων του επιδίκου, υποχρεούται ο ενάγων, για το ορισμένο της αγωγής, να αναφέρει είτε με την αγωγή καθ' υποφορά, είτε με τις προτάσεις του της ίδιας συζήτησης της αγωγής ορισμένο νόμιμο τρόπο με τον οποίο ο δικαιοπάροχος του έγινε κύριος του ακινήτου, τέτοιος δε τρόπος μπορεί να είναι εκείνος της κτήσεως της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία.

Συνίσταται, δε, ο εν λόγω τρόπος στο ότι ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος έχει στη νομή του, δηλαδή, στην φυσική του εξουσία με διάνοια κυρίου, το ακίνητο για μια συνεχή εικοσαετία, ενώ κατά το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, που ίσχυε μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ (στις 23-2-1946), ο τρόπος αυτός συνίστατο στο ότι το ίδιο πρόσωπο είχε στην νομή του με καλή πίστη το ακίνητο για μια συνεχή τριακονταετία.

Επίσης, για το ορισμένο της αγωγής σ' αυτήν την τελευταία περίπτωση, πρέπει ο ενάγων στο δικόγραφο της αγωγής του να αναφέρει τις διακατοχικές πράξεις του δικαιοπαρόχου του στο ακίνητο. Αν η αγωγή στηρίζεται σε έκτακτη χρησικτησία, πρέπει ο ενάγων να αναφέρει τις υλικές και εμφανείς πράξεις νομής που άσκησε συνεχώς επί 20 τουλάχιστον έτη πάνω στο ακίνητο, με τις οποίες φανερώνεται η βούλησή του να το έχει σαν δικό του, δυνάμενος να συνυπολογίσει, όπως ήδη προαναφέρθηκε, στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.

Τα ίδια ισχύουν και επί αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου μεταξύ ιδιώτη (ως ενάγοντα) και Ελληνικού Δημοσίου (ως εναγομένου). Στη σχετική δίκη ο ιδιώτης έχει υποχρέωση για το ορισμένο της αγωγής του να επικαλεστεί ότι απέκτησε το επίδικο ακίνητο με κάποιο νόμιμο τρόπο. Σε περίπτωση που ο τίτλος κτήσης του είναι παράγωγος (π.χ.

αγορά), εάν το Δημόσιο αμφισβητήσει την κυριότητα του δικαιοπαρόχου του, τότε ο ιδιώτης θα πρέπει, συμπληρώνοντας με τις προτάσεις του την αγωγή στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, να επικαλεστεί τον τρόπο κτήσης κυριότητας των δικαιοπαρόχων του μέχρι να αναχθεί σε πρωτότυπο τρόπο, που κατά κανόνα θα είναι η έκτακτη χρησικτησία.

Όμως, ο ιδιώτης δεν είναι υποχρεωμένος να επικαλεστεί και ότι το επίδικο ακίνητο είναι δεκτικό χρησικτησίας (επειδή π.χ. δεν είναι δημόσιο, μετά τη συμπλήρωση έκτακτης χρησικτησίας κατά το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο σε βάρος του Δημοσίου, μέχρι τις 11/9/1915) ή ότι εξαιρείται από αυτή, ως δημόσιο κτήμα (άρθρα 21 του ν.δ. 22.4/16.5.1926 και 4 του ν.δ. 1539/1938), καθόσον ο ισχυρισμός ότι το ακίνητο δεν είναι δεκτικό ή εξαιρείται της χρησικτησίας δεν αποτελεί στοιχείο του ορισμένου της πιο πάνω αγωγής, αλλά ένσταση, η οποία πρέπει να προταθεί και να αποδειχθεί από το Δημόσιο (ΑΠ 771/2021, 1125/2018).

Η απλή άρνηση από τον ενάγοντα της ένστασης ανεπίδεκτου χρησικτησίας του επιδίκου, λόγω απόκτησης κυριότητας από τον ίδιο, τον οποίο προβάλλει το εναγόμενο Δημόσιο δεν καθιστά την αγωγή αόριστη, αλλά υποχρεώνει το Δημόσιο σε απόδειξη των περιστατικών που θεμελιώνουν τη δική του κυριότητα στο επίδικο.

Εάν το Δημόσιο προβάλλει ότι το επίδικο είναι δημόσιο δάσος περιελθόν σ' αυτό ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου, οπότε τεκμαίρεται ότι έχει επ' αυτού κυριότητα, ο ενάγων μπορεί να αρκεστεί στην άρνηση της ιδιότητας του επιδίκου ως δάσους και ως δημοσίου κτήματος, προς απόκρουση του ισχυρισμού της κυριότητος του Δημοσίου σ' αυτό, πλην όμως λόγω του υφισταμένου τεκμηρίου κυριότητος βαρύνεται με την απόδειξη του αρνητικού του ισχυρισμού ότι το επίδικο δε φέρει το χαρακτήρα δάσους ή δασικής έκτασης (Α.Π 893/2020, ΑΠ712/2015).

Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κατ' άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, συντρέχει δε ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.

Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, συνίσταται, η μεν στο ότι το δικόγραφο αυτής (αγωγής) δεν αναφέρει με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αγωγικό αίτημα, η δε στο ότι στο ίδιο δικόγραφο γίνεται επίκληση απλώς των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του.

Η ποσοτική αοριστία ελέγχεται με βάση τον αριθ. 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ., η δε ποιοτική με βάση τον αριθ. 14 του ίδιου άρθρου. (Α.Π 340/2022, 299/2022, ΑΠ 886/2018,1452/2008) Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναιρέσεως το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή λόγω ποιοτικής αοριστίας της, όπως πρότεινε με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επανέφερε με τις προτάσεις του και ενώπιον του Εφετείου, στηρίζοντας τον αναιρετικό αυτό λόγο στο άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ..

Προς τούτο επικαλείτο ότι η αναγνωριστική αγωγή κυριότητας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου είναι αόριστη, διότι δεν εκτίθενται σε αυτήν συγκεκριμένες διακατοχικές πράξεις (των άμεσων και απωτέρων) δικαιοπαρόχων του μέχρι πρωτοτύπου κτήσεως της κυριότητος και δη υπό τις προϋποθέσεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου συμπληρωμένες μέχρι την 11.9.1915, δεδομένου μάλιστα του προβαλλόμενου ισχυρισμού του, με τις εμπρόθεσμα κατατεθειμένες προτάσεις του, τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου όσο και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι τα επίδικα ακίνητα, είναι δημόσιο κτήμα.

Επίσης, με τον τρίτο λόγο κατά το δεύτερο μέρος του πρώτου σκέλους, το αναιρεσείον προβάλλει την αιτίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι για τον σχηματισμό της κρίσης του, σχετικά με την νομική επάρκεια της ένδικης αγωγής, αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς τούτο, καθόσον δεν εκτίθενται στην αγωγή τα πραγματικά περιστατικά που ήταν αναγκαία για την νομική θεμελίωσή της ως αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής δημοσίων κτημάτων θεμελιούμενης στον πρωτότυπο τρόπο, μετά την αμφισβήτηση από μέρους του Ελληνικού Δημοσίου, της κυριότητας των δικαιοπαρόχων άμεσου και απωτέρων του ενάγοντος.

Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι, διότι στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι τα επίδικα ακίνητα, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, αποτελούσαν δημόσιο κτήμα, ενώ με την ένδικη αγωγή, όπως αναφέρθηκε, ο ενάγων δεν επικαλείται τέτοια ιδιότητα για το επίδικο ακίνητο, αλλά ότι πρόκειται για αγροτεμάχια την κυριότητα και συγκυριότητα των οποίων απέκτησε με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), μέσω πράξεων νομής του ιδίου, τις οποίες επαρκώς προσδιορίζει, για χρονικό διάστημα πλέον και της εικοσαετίας (1988 μέχρι τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής το 2015), χωρίς να απαιτείται να εκτίθενται πέραν των στοιχείων που προαναφέρθηκαν, και το αν τα επίδικα ακίνητα ήταν δεκτικά χρησικτησίας έναντι του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, αν δηλαδή, απέκτησαν κυριότητα επ' αυτών οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του ΒΡΔ πριν από τις 11/9/1915 ούτε αν εξαιρούνταν της χρησικτησίας, αφού οι ισχυρισμοί αυτοί περί ιδίας κυριότητας του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, πρέπει να προβληθούν και αποδειχθούν από αυτό, οπότε για την κατάλυσή τους ο ενάγων πρέπει να επικαλεστεί τις προϋποθέσεις της έκτακτης χρησικτησίας του β.ρ.δ..

Το επικαλούμενο δε διάστημα νομής χρησικτησίας του ενάγοντα που μεσολάβησε από το 1988 μέχρι την άσκησή της αγωγής (2015) υπερκαλύπτει την εικοσαετία που απαιτείται για την απόκτηση κυριότητας των επίδικων ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία και η μνεία των πράξεων νομής χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων του εναγομένου από το 1915, γίνεται ως εκ περισσού.

Το Εφετείο, επομένως, που με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ορισμένη την αγωγή απορρίπτοντας ως αβάσιμο, τον ισχυρισμό του εναγομένου εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, περί αοριστίας της, διότι ο ενάγων, δεν εξέθετε, διακατοχικές πράξεις αυτού και των δικαιοπαρόχων του και την κτήση κυριότητας αυτών με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου πριν από τις 11/9/1915, δεν υπέπεσε στις από τους αριθ. 14 και 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

αναφερόμενες με τους πιο πάνω λόγους πλημμέλειες.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), μετά από συνεκτίμηση των νομίμων σ' αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Τα επίδικα είναι αγροτεμάχια, κείμενα στην ειδική θέση "Ελληνικό", της κτηματικής περιφέρειας Άστρους του Δήμου Βόρειας Κυνουρίας του Νομού Αρκαδίας και ειδικότερα, πρόκειται για τα κάτωθι ακίνητα: 1) Ένα ασκεπή αγρό, εμβαδού 1.863,00τ.μ, που συνορεύει βορειοανατολικά με κοινόχρηστο αγροτικό δρόμο με ΚΑΕΚ ..., βορειοδυτικά με γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ..., νοτιοανατολικά με γεωτεμάχια με ΚΑΕΚ ...

και ..., και νοτιοδυτικά με γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ..., το οποίο έχει καταχωρηθεί στο Κτηματολογικό Γραφείο Άργους με ΚΑΕΚ .... 2) Ένα ασκεπή αγρό, εμβαδού 3.603,00 τ.μ, που συνορεύει βορειοανατολικά με γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ..., βορειοδυτικά με γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ..., νοτιοανατολικά με γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ... και νοτιοδυτικά με γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ..., το οποίο έχει καταχωρηθεί στο Κτηματολογικό Γραφείο Άστρους με ΚΑΕΚ .... 3) Ένα ασκεπή αγρού, εμβαδού 3.825,00τ.μ., που συνορεύει βορειοανατολικά με κοινόχρηστο αγροτικό δρόμο με ΚΑΕΚ ..., βορειοδυτικά και νοτιοδυτικά με γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ...

και νοτιοανατολικά με γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ..., το οποίο έχει καταχωρηθεί στο Κτηματολογικό Γραφείο Άργους με ΚΑΕΚ ... και 4) Ένα ασκεπή αγρό, εμβαδού 5.052,00 τ.μ., που συνορεύει βορειοανατολικά εν μέρει με γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ..., ιδιοκτησίας Δ. Α.. Κ. και εν μέρει με το προπεριγραφέν γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ..., βορειοδυτικά με γεωτεμάχια με ΚΑΕΚ ...

και ..., νοτιοανατολικά με γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ... και νοτιοδυτικά εν μέρει με κοινόχρηστο αγροτικό δρόμο με ΚΑΕΚ ... και εν μέρει με γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ..., το οποίο έχει καταχωρηθεί στο Κτηματολογικό Γραφείο Άργους με ΚΑΕΚ .... Τα εν λόγω ακίνητα απέκτησε ο ενάγων κατά πλήρη κυριότητα τα υπό στ. (1) και (2) και σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου έκαστο εκ των λοιπών το έτος 1988 με άτυπη δωρεά από τον πατέρα του, Π.

Κ., ο οποίος είχε αποκτήσει αυτά ως εξής : το υπό στ. (1) ακίνητο το έτος 1955 με άτυπη δωρεά από τον πατέρα του, Ε. Κ., και τα λοιπά ακίνητα το έτος 1955 κατόπιν άτυπης διανομής της κληρονομιάς της μητέρας του, Αγγελικής συζ. Ε. Κ., μεταξύ του πατέρα του Ε. Κ. και του αδελφού του Α. Κ.. Ο πατέρας του ενάγοντος και άμεσος δικαιοπάροχός του, από το έτος 1955 μέχρι το έτος 1988, ασκούσε με διάνοια κυρίου όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση των ακινήτων υλικές, εμφανείς στους τρίτους, διακατοχικές πράξεις νομής, καλλιεργώντας τα με σιτηρά, εκμισθώνοντας τη χορτονομή τους σε βοσκούς της περιοχής, οριοθετώντας, επιβλέποντας και προστατεύοντας αυτά από διεκδικήσεις τρίτων.

Ο ενάγων, το έτος 1988 διαδέχθηκε τον πατέρα του στη νομή των επιδίκων με πρόθεση εξουσιάσεως, εξακολουθώντας να διενεργεί επ' αυτών τις αρμόζουσες στον προορισμό τους πράξεις νομής. Συγκεκριμένα, τα εκμίσθωνε για τη βόσκηση της χορτονομής τους σε βοσκούς της περιοχής (Π. Κ., Ι. Κ.), τα καλλιεργούσε, φύτευσε στο δεύτερο από αυτά το έτος 2015 μεγάλο αριθμό αμυγδαλιών, τα επέβλεπε και τα οριοθετούσε.

Όλα αυτά τα χρόνια δεν προέβαλε κανένας δικαιώματα κυριότητας επί των ένδικων ακινήτων, ούτε το Ελληνικό Δημόσιο. Έτσι, τα επίδικα ακίνητα περιήλθαν στην κυριότητα του ενάγοντος με πρωτότυπο τρόπο και συγκεκριμένα με έκτακτη χρησικτησία, με τον συνυπολογισμό στον δικό του χρόνο νομής και του χρόνου νομής του άμεσου δικαιοπαρόχου του, με φυσική εξουσία επί των ακινήτων με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα τουλάχιστον είκοσι ετών (άρθρ. 1045 και 974 ΑΚ).

Περαιτέρω, από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού αποδείχθηκε ότι τα επίδικα ακίνητα ουδέποτε υπήρξαν δάσος, όπως η έννοια του δάσους καθορίσθηκε στην προπαρατεθείσα μείζονα σκέψη, έτσι ώστε, εφόσον δεν αναγνωρίσθηκε νόμιμα ότι ανήκε σε ιδιώτες σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο Β.Δ. της 17/29.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών διαδικασία" διά της εμπρόθεσμης προσκομιδής οθωμανικών τίτλων ιδιοκτησίας στη Γραμματεία των Οικονομικών, να ισχύει ως προς αυτά το τεκμήριο κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, δεν ανήκουν σε καταγεγραμμένα μέχρι σήμερα Δημόσια Κτήματα δεν εμπίπτουν στις διαθέσιμες και κοινόχρηστες εκτάσεις, ούτε αποτελούν λιβάδι ή βοσκότοπο.

Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι αυτά είχαν ανέκαθεν αγροτική μορφή και καλλιεργούντο συνεχώς από τους δικαιοπαρόχους του ενάγοντας με σιτηρά ήδη από το έτος 1860 κι εφεξής. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων κατά την κτήση της νομής των επιδίκων είχε την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα αυτών, πεποίθηση, η οποία δεν οφείλεται σε βαριά του αμέλεια, λόγω της μακροχρόνιας νομής του δικαιοπαρόχου-πατέρα του, Π.

Κ., τον οποίο έβλεπε να ασκεί επί πολλά έτη τη νομή στα επίδικα χωρίς να ενοχληθεί από κανέναν. Από την άλλη πλευρά το Ελληνικό Δημόσιο ουδέποτε όχλησε τον ενάγοντα στην άσκηση της νομής του στα ένδικα ακίνητα ούτε άσκησε οποιαδήποτε διακατοχική πράξη σ' αυτά, ούτε επιχείρησε να του κοινοποιήσει πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής, ενισχύοντας έτσι την πεποίθηση του τελευταίου περί νόμιμης κτήσης κυριότητας αυτών, ενώ δεν καταχώρησε αυτά στο Εθνικό Κτηματολόγιο ως ανήκοντα στην κυριότητά του.

Ακολούθως, δεν απεδείχθη ότι τα ένδικα ακίνητα περιήλθαν ποτέ στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου ως αδέσποτα. Ο ίδιος δε ο ενάγων συμπεριελάμβανε αυτά στη φορολογική του δήλωση ως ακίνητη περιουσία του καταβάλλοντας και τον ανάλογο φόρο (βλ. τα προσκομιζόμενα πιστοποιητικά ΕΝΦΙΑ). Ωστόσο, αυτός - ενάγων- κατά την κτηματογράφηση της περιοχής δεν υπέβαλε δήλωση ιδιοκτησίας για τα ως άνω ακίνητά του, με συνέπεια στα οικεία κτηματολογικά φύλλα του Κτηματολογικού Γραφείου Αστρους τα επίδικα ακίνητα να φέρονται εσφαλμένα με την ένδειξη "αγνώστου ιδιοκτήτη".

Η ανωτέρω αρχική εγγραφή είναι ανακριβής και προσβάλλει το δικαίωμα κυριότητας του ενάγοντος επί των ένδικων ακινήτων, αφού πραγματικός κύριος τούτων είναι ο ίδιος και όχι "άγνωστο" πρόσωπο, όπως εσφαλμένα ενεγράφη. Με βάση τα κατά τα άνω αποδειχθέντα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε αντίθετα και απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα παραπονείται ο εκκαλών με σχετικό λόγο εφέσεως.

Πρέπει, επομένως, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη ως προς το ανωτέρω κεφάλαιο, αναγκαίως δε και κατά την περί δικαστικών εξόδων διάταξή της (ΑΠ 1631/2010, ΑΠ 521/2002, ΕΠειρ 207/2015). Περαιτέρω πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό και να εξεταστεί η αγωγή ως προς τη νομική και ουσιαστική της βασιμότητα. Η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, διότι σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα ανωτέρω, στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής διόρθωσης πρώτων κτηματολογικών εγγραφών κατ' άρθρο 6 παρ. 2 του Ν. 2664/1998, πλην του ΚΑΕΚ και του συνημμένου σε αυτή κτηματολογικού διαγράμματος των επίδικων ακινήτων, που είναι ήδη αρκετά στοιχεία για την ακριβή περιγραφή τους, γίνεται και επιπλέον αναφορά σε θέση, όρια και εμβαδόν αυτών, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της έκτακτης χρησικτησίας ο ενάγων αναφέρει στο κρινόμενο δικόγραφο συγκεκριμένες πράξεις νομής, όπως εκτίθεται ανωτέρω, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού του εναγομένου ως αβάσιμου.

Εξάλλου, η αγωγή ασκείται παραδεκτώς, μολονότι δεν προσκομίζεται δήλωση ΕΝ.Φ.Ι.Α., καθόσον η διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 4223/2013, όπως αυτή ήδη τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 παρ. γ αρ. 5 του Ν. 4254/2014 και σύμφωνα με την οποία "5. Είναι απαράδεκτη η συζήτηση ενώπιον δικαστηρίου εμπράγματης αγωγής επί ακινήτου, πλην της μονομερούς εγγραφής υποθήκης ή προσημείωσης υποθήκης ή της άρσης κατάσχεσης, αν δεν προσκομισθεί από τον υπόχρεο σε ΕΝ.Φ.Ι.Α., το πιστοποιητικό των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου αυτού.", ως φορολογικής φύσης, θίγει, παραβιάζει και έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.) και τις διατάξεις των άρθρων 17, 20 και 25 του Συντάγματος (δικαίωμα της ιδιοκτησίας, δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας και αρχή της αναλογικότητας), ενώ, εφόσον το αίτημα της αγωγής δεν αφορά σε αλλαγές και στα κτηματολογικά διαγράμματα, δεν απαιτείται για το παραδεκτό της συζήτησης η προσκομιδή τοπογραφικού διαγράμματος γεωμετρικών μεταβολών, στο οποίο αποτυπώνεται η όποια γεωμετρική μεταβολή επέρχεται με την αιτούμενη διόρθωση, απορριπτομένου του σχετικού ισχυρισμού του εναγομένου ως αβάσιμου, Η ένδικη αγωγή είναι νόμιμη, ερειδόμενη στις προπαρατεθείσες στη μείζονα σκέψη διατάξεις και σε αυτές των άρθρων 68, 70, 218 Κ.Πολ.Δ.

Στη συνέχεια ενόψει των όσων εκτέθηκαν πρέπει αυτή να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και να διορθωθούν οι αρχικές κτηματολογικές εγγραφές στα τέσσερα επίδικα ακίνητα κατά τα στο διατακτικό ειδικότερα διαλαμβανόμενα" Με βάση τις πιο πάνω πραγματικές παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση του ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητου κατά της υπ'αριθμ. 186/1987 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, την οποία εξαφάνισε.

Κράτησε την υπόθεση και δίκασε την από 25-8-2015 αγωγή του ενάγοντα και ήδη αναιρεσιβλήτου την οποία έκανε δεκτή. Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε ότι ο ενάγων απέκτησε την πλήρη κυριότητα των δύο επιδίκων ακινήτων και την (συγ)κυριότητα των άλλων δύο με έκτακτη χρησικτησία ασκώντας επ' αυτών όλες τις δικατοχικές πράξεις που αρμόζουν σ'αυτά με διάνοια κυρίου και συγκεκριμμένα τα καλλιεργούσε, εκμίσθωνε την χορτονομή τους σε βοσκούς της περιοχής, τα οριοθετούσε και τα επέβλεπε, από το έτος 1988 που με άτυπη δωρεά του τα παραχώρησε ο πατέρας του, για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την εικοσαετία.

Ότι, και ο δικαιοπάροχος του ασκούσε επ' αυτών με διάνοια κυρίου της προαναφερόμενες πράξεις νομής από το έτος 1955. Ότι τα ακίνητα αυτά ουδέποτε υπήρξαν δάσος, αλλά ανέκαθεν είχαν αγροτική μορφή και καλλιεργούντο από τους απώτατους δικαιοπαρόχους του ενάγοντα με σιτηρά από το 1860, δεν ανήκουν σε καταγεγραμμένα μέχρι σήμερα Δημόσια Κτήματα, δεν εμπίπτουν στις διαθέσιμες και κοινόχρηστες εκτάσεις, ούτε αποτελούν λιβάδι ή βοσκότοπο, ούτε ότι περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Κράτους ως αδέσποτα.

Ότι, ο ενάγων δεν υπέβαλε στο οικείο κτηματολογικό γραφείο δήλωση ιδιοκτησίας των επιδίκων τα οποία φέρονται ως "αγνώστου ιδιοκτήτη", εγγραφή η οποία είναι ανακριβής, αφού ο πραγματικός κύριος είναι ο ενάγων σύμφωνα με τα παραπάνω. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων των από 3/22-2-1830, 4/16-6-1830 και 19.6/1-7-1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, των ερμηνευτικών των εν λόγω Πρωτοκόλλων κειμένων των τριών προστάτιδων δυνάμεων, και της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, καθώς και τις διατάξεις του προϊσχύσαντος ΒΡΔ των νόμων 8 παρ. 1 Κωδ (7.39), 9 παρ. 1 Βασ. (50.14), 2παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), ν. 20 παρ. 12 πανδ. (5.3), ν. 25 πανδ.(24.1), ν. 27 πανδ. (18.1), ν. 10, 13 παρ. 1, 17, 48 πανδ. (41.3), ν. 5 πανδ. (41.7), ν. 3 πανδ. (41.10), ν. 7 παρ. 6 πανδ. (41.4), ν. 109 πανδ. (50.16), των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", τις διατάξεις του ν.

ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτό το νόμο και του άρθρου 21 του ν.δ/τος της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" και του άρθρου 3 Οθωμανικού Νόμου της 7 Ραζαμάν 1274 (1856) "περί γαιών. τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε αφού δεν αποδείχθηκε ότι τα επίδικα περιήλθαν στην κυριότητά του αναιρεσείοντος με τους προαναφερθέντες τρόπους και δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης αφού όπως προκύπτει σύμφωνα με όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες χωρίς αντιφάσεις, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη κτήσεως κυριότητας επί των επιδίκων από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον με τους προαναφερόμενους τρόπους.

Επομένως ο τρίτος λόγος της αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του πρώτου σκέλους και κατά το δεύτερο σκέλος με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως 527 Κ.Πολ.Δ., ως νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί, η προβολή των οποίων το πρώτον ενώπιον του εφετείου είναι απαράδεκτη, αν δεν συντρέχουν οι προβλεπόμενες σ' αυτήν εξαιρέσεις, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που προβάλλονται για τη θεμελίωση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι όμως και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Α.Π 172/2023, ΑΠ 1453/2019, ΑΠ 714/2007).

Το απαράδεκτο της υποβολής νέων αιτήσεων ή νέων ισχυρισμών (άρθρ. 223, 224, 526 και 527 ΚΠολΔ) ελέγχεται αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμούς 8 εδάφ. α' και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ Ολομ.2/2005, ΑΠ 84/2020,ΑΠ 394/2011, ΑΠ 128/2008). Περαιτέρω, σύμφωνα με τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως πράγματα, των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 22/2005, Ολ.ΑΠ 25/2003, Α.Π. 757/2015).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (AΠ 50/2020, ΑΠ 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν πράγματα οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 8/2013, Ολ ΑΠ 3/1997, Α.Π 172/2023, Α.Π ΑΠ 630/2020, ΑΠ 1142/2019).

Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ.

Α.Π. 1/2019, Ολ.Α.Π.25/2008, ΑΠ 1383/2021). Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο απαράδεκτο νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 1496/2017).

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις επιτευκτικές διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 927/2019, ΑΠ 357/2018).

Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 2081/2018). Μέσω των παραπάνω, από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης, ελέγχονται, πλην άλλων, τα όρια του παραδεκτού της μεταβολής της ιστορικής βάσης της αγωγής (ΑΠ 2078/2009).

Ως ιστορική βάση της αγωγής, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 στοιχ. α του Κ.Πολ.Δ., νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης. Η απαγόρευση, κατά το άρθρο 224 του ΚΠολΔ, της μεταβολής της ιστορικής βάσης της αγωγής αναφέρεται μόνο σε ουσιώδες πραγματικό περιστατικό, δηλαδή σε περιστατικό το οποίο, μόνο του ή από κοινού με άλλα, στηρίζει το αγωγικό αίτημα.

Έτσι, είναι απαράδεκτη η υποκατάσταση ή η προσθήκη με τις προτάσεις νέων ουσιωδών γεγονότων (οψιγενών ή μη), με τα οποία τροποποιείται ή αντικαθίσταται η ιστορική βάση της αγωγής με άλλη ή προστίθεται στην αγωγή και νέα ιστορική βάση (ΟλΑΠ 2/1994, ΑΠ 1374/2019, ΑΠ 597/2019, ΑΠ 1/2017, ΑΠ 1525/2013, ΑΠ 962/2012, ΑΠ 43/2011), όχι όμως και όταν πρόκειται απλώς για συμπλήρωση, διευκρίνιση και διόρθωση του αγωγικού ισχυρισμού του, προς το σκοπό του ακριβέστερου προσδιορισμού και διευκρίνησης της έννομης σχέσης με επουσιώδη ή δευτερεύοντα πραγματικά γεγονότα, ή η αναφορά νέου περιστατικού που αποσαφηνίζει και δεν μεταβάλλει τη βάση της αγωγής (Α.Π 881/2023, ΑΠ 201/2021, ΑΠ 389/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στο Εφετείο την από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 14 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι δέχθηκε τον προβαλλόμενο το πρώτον ενώπιον του Εφετείου με τις προτάσεις του ισχυρισμό του ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου ότι τα επίδικα ακίνητα είχαν ανέκαθεν αγροτική μορφή και καλλιεργούντο συνεχώς από τους δικαιοπαρόχους του ενάγοντος, με σιτηρά ήδη από το έτος 1860 και εφεξής, μεταβάλλοντας ανεπίτρεπτα με τον τρόπο αυτό την βάση της αγωγής, προβάλλοντας νέα πραγματικά περιστατικά περιστατικά περί διενέργειας πράξεων νομής στα επίδικα ακίνητα από τους απώτατους δικαιοπαρόχους του.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και ως προς τα δύο σκέλη του. Τούτο διότι η επίκληση με τις προτάσεις του αναιρεσίβλητου ενώπιον του Εφετείου, το πρώτον ότι τα επίδικα καλλιεργούντο από το 1860, ενώ στην ένδικη αγωγή αναφέρονται οι πράξεις νομής χρησικτησίας αυτού από το 1988 και του δικαιοπαρόχου πατρός του από το 1955, δεν ασκεί έννομη επιρροή και δεν μεταβάλλει την βάση της αγωγής περί κτήσεως του ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο κατά το Α.Κ., ούτε του χαρακτήρα του εδάφους των επιδίκων που προσδιορίζονται με την αγωγή ως αγροί, αλλά αποτελεί αρνητικό ισχυρισμό της ένστασης του αναιρεσείοντος περί ανεπιδέκτου χρησικτησίας των επιδίκων ως δασικής έκτασης, που σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν δεν αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό αλλά άρνηση της ένστασης του αναιρεσείοντος περί ανεπιδέκτου χρησικτησίας των επιδίκων ως δασικής έκτασης.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί η από 27-5-2021 κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της, και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα της που υπέβαλε με τις προτάσεις του σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27-5-2021 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 205/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου εις βάρος του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Νοεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ