Supreme Court dismisses appeal on unjust enrichment claim, ruling the lower court's rejection was legally sound.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the First Instance Court's rejection of their unjust enrichment claim. The appellants argued the First Instance Court erred by rejecting the claim as vague, despite sufficient details in the original complaint regarding employment contracts and salary amounts. The Court held that the First Instance Court correctly found no ground for unjust enrichment because the underlying employment contracts were valid, rendering the claim legally unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it does not affect the reasoning of the lower court's decision, and a claim for unjust enrichment cannot be sustained if the underlying employment contracts are valid.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 597 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 597/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Α. Δ. του Γ., κατοίκου ..., 2)Λ. Π. του Π., κατοίκου ..., 3)Χ. Ν. του Σ., κατοίκου ..., 4)Κ. Θ. του Κ., κατοίκου ..., 5)Α. Τ. του Ν., κατοίκου ..., 6)Μ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 7)Δ. Τ. του Λ., κατοίκου ..., 8)Μ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., 9)Μ. Τ. του Χ., κατοίκου ... και 10) Μ. Π. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Μπέη, που κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Σπυρίδωνα Μαυρογιάννη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/9/2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3436/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 1366/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12/4/2018 αίτησή τους και τους από 12/12/2018 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 12.4.2018 και με αριθ. κατάθεσης 3663/325/12.4.2018 αίτηση αναίρεσης και τους με ίδιο δικόγραφο ασκηθέντες από 12.12.2018 πρόσθετους λόγους αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 1366/12.4.2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλομένη απόφαση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 9.5.2014 και με αριθ.
κατάθ. 3134/9.5.2014 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της με αριθ. 3436/20.12.2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε για τους εκεί αναλυτικά αναφερόμενους λόγους στο σύνολό της ως νομικά αβάσιμη και κατά την επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση της ως αόριστη η από 9.9.2010 και με αριθ.
κατάθ. 154951/5182/9.9.2010 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά των εναγομένων Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού", μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη, και Ελληνικού Δημοσίου (ήδη αναιρεσίβλητου). Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ.1 του ΚΠολΔ).
Επίσης οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκήθηκαν παραδεκτά με κατάθεση του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 13 Δεκεμβρίου 2018 (αρ. κατ. 140/13.12.2018) και επίδοση αυτού την επομένη ημέρα στο αναιρεσίβλητο, όπως προκύπτει από την μετ' επικλήσεως προσκομιζομένη με αριθμό …83/14.12.2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ.
Δ., ήτοι περισσότερες από τριάντα ημέρες πριν την ορισθείσα δικάσιμο της 15ης Ιανουαρίου 2019 (άρθ. 569 παρ.2 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτοί (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων στα άνω δικόγραφα λόγων αναίρεσης (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 2/2001, ΟλΑΠ 12/2000), ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1/1999).
Μέσω του παραπάνω, από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. λόγου αναίρεσης, ελέγχονται, πλην άλλων, τα όρια του παραδεκτού της μεταβολής της ιστορικής βάσης της αγωγής (ΑΠ 2078/2009). Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 224 εδ. α του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτη κάθε μεταβολή της (ιστορικής) βάσης της αγωγής, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 526 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτη στην κατ' έφεση δίκη κάθε μεταβολή της βάσης, του αντικειμένου και του αιτήματος της αγωγής, είτε γίνεται με το δικόγραφο της έφεσης, είτε με τις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, ακόμη και αν ο αντίδικος του ενάγοντος συναινεί.
Το απαράδεκτο λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο (ΑΠ 1704/2007). Ως ιστορική βάση της αγωγής, κατά το άρθρο 216 παρ.1 στοιχ. α του ΚΠολΔ, νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης.
Επίσης, κατά πάγια νομολογία, βάσει των άρθρων 224 και 236 ΚΠολΔ, ο ενάγων μπορεί με τις προτάσεις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου να θεραπεύσει την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, αλλά όχι και την νομική αοριστία αυτής, η οποία υπάρχει όταν δεν περιέχεται στην αγωγή το βασικό περιστατικό που απαιτείται για τη νομική θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή της αγωγικής υποχρέωσης ή έννομης σχέσης.
Εξάλλου, η απαγόρευση, κατά τα άρθρα 224 και 526 του ΚΠολΔ, της μεταβολής της ιστορικής βάσης της αγωγής τόσο στον πρώτο, όσο και στον δεύτερο βαθμό, αναφέρεται μόνο σε ουσιώδες πραγματικό περιστατικό της ιστορικής βάσης της αγωγής, δηλαδή σε περιστατικό το οποίο, μόνο του ή από κοινού με άλλα, στηρίζει το αγωγικό αίτημα.
Έτσι, είναι απαράδεκτη η υποκατάσταση ή η προσθήκη με τις προτάσεις νέων ουσιωδών γεγονότων (οψιγενών ή μη), με τα οποία τροποποιείται ή αντικαθίσταται η ιστορική βάση της αγωγής με άλλη ή προστίθεται στην αγωγή και νέα ιστορική βάση (ΟλΑΠ 2/1994, ΑΠ 1525/2013, ΑΠ 43/2011). Η κατά τα άνω απαγόρευση της μεταβολής της βάσης της αγωγής αναφέρεται στα ουσιώδη στοιχεία της ιστορικής βάσης της αγωγής και όχι της νομικής της βάσης (ΑΠ 78/2011, ΑΠ 1854/2011, ΑΠ 1653/2010, ΑΠ 483/2001), καθόσον ο διάδικος δεν είναι υποχρεωμένος να επικαλεσθεί νομικές διατάξεις, επί των οποίων στηρίζει την αγωγή του, αφού η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την ιστορική βάση της αγωγής στον κατάλληλο νομικό κανόνα γίνεται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο της ουσίας, βάσει της αρχής jura novit curia.
Έτσι ο διάδικος μπορεί να επικαλεσθεί οποιεσδήποτε άλλες διατάξεις από εκείνες που τυχόν είχε επικαλεσθεί με το δικόγραφο της αγωγής του. Περαιτέρω με το Π.Δ/μα 164/2004 "Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα" (ΦΕΚ Α 134), που άρχισε να ισχύει από 19 Ιουλίου 2004, θεσπίσθηκαν νομοθετικά μέτρα για το προσωπικό που απασχολείται στον δημόσιο τομέα, όπως αυτός οριοθετείται από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ.1 του Ν. 1892/1990 ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν, καθώς και για το προσωπικό δημοτικών και κοινοτικών επιχειρήσεων, το οποίο εργάζεται με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβαση έργου ή άλλη σύμβαση ή σχέση που υποκρύπτει σχέση εξαρτημένης εργασίας (άρθ. 2 παρ.1 και 3 στοιχ.
γ αυτού), με σκοπό την ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη των ρυθμίσεων της με αριθμό 1999/70 Οδηγίας. Η επιλογή από την ελληνική πολιτεία με το Π.Δ/μα 164/2004 των μέτρων που αυτό προβλέπει για την επίτευξη του στόχου της εν λόγω με αριθ.1999/70 Οδηγίας έγινε, αφού αυτή έλαβε υπόψη, όπως ορίζει και η Οδηγία, τις ανάγκες ειδικών τομέων, όπως είναι μεταξύ άλλων το Δημόσιο και ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, που δικαιολογεί διαφορετική ρύθμιση σε σχέση με τον ιδιωτικό τομέα, καθόσον υφίστανται διαφορές στη φύση της εργασίας και διαφορετικά χαρακτηριστικά του εργασιακού περιβάλλοντος και των διαδικασιών πρόσληψης στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, εξού και η θέσπιση του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος για την απαγόρευση, ακόμη και με νόμο, της μονιμοποίησης προσωπικού προσληφθέντος για την κάλυψη πρόσκαιρων ή απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών ή την μετατροπή των συμβάσεων αυτού σε αορίστου χρόνου.
Οι ρυθμίσεις του ανωτέρω Π.Δ/τος κρίθηκαν συμβατές με το κοινοτικό δίκαιο (ΔΕΕ της 23.4.2009 υποθέσεις C - 378 έως C - 380). Ειδικότερα με το άρθρο 5 παρ.1 του ως άνω Π.Δ/τος ορίσθηκε ότι απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ιδίου εργοδότη και του ιδίου εργαζομένου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών, ενώ με το άρθρο 5 παρ.2 του ιδίου Δ/τος ορίσθηκε ότι η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους...
Με την παρ. 4 του ιδίου άρθρου ορίσθηκε ότι σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επομένου άρθρου (που δεν αφορά την ένδικη υπόθεση). Με το άρθρο 6 παρ. 1 του ιδίου Π.Δ/τος ορίσθηκε επίσης ότι συμβάσεις που καταρτίζονται διαδοχικώς και εκτελούνται μεταξύ του ιδίου εργοδότη και του ιδίου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, απαγορεύεται να υπερβαίνουν τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες σε συνολικό χρόνο διάρκειας της απασχόλησης, είτε συνάπτονται κατ' εφαρμογή του προηγουμένου άρθρου, είτε συνάπτονται κατ' εφαρμογή άλλων διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας.
Τέλος με το άρθρο 7 παρ. 1 και 2 του εν λόγω Προεδρικού Διατάγματος, ορίσθηκε ότι οποιαδήποτε σύμβαση συνάπτεται κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του παρόντος διατάγματος είναι αυτοδικαίως άκυρη (παρ. 1 ) και ότι σε περίπτωση που η άκυρη σύμβαση εκτελέσθηκε εν όλω ή εν μέρει, καταβάλλονται στον εργαζόμενο τα οφειλόμενα βάσει αυτής χρηματικά ποσά και ότι δεν αναζητούνται τυχόν καταβληθέντα, ο δε εργαζόμενος έχει δικαίωμα για το χρόνο που εκτελέσθηκε η άκυρη σύμβαση εργασίας, να λάβει ως αποζημίωση τα ποσά τα οποία δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως του, εάν δε οι άκυρες συμβάσεις είναι περισσότερες, ως χρόνος για τον υπολογισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται η συνολική διάρκεια απασχόλησης με βάση τις άκυρες συμβάσεις.
Οι διατάξεις όμως του εν λόγω Π.Δ/τος δεν τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.2 αυτού, σε σχέσεις επαγγελματικής κατάρτισης και σε συμβάσεις ή σχέσεις μαθητείας και σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης, υποστηριζομένου από τον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού.
Η τελευταία αυτή διάταξη θεσπίσθηκε στο πλαίσιο της δυνατότητας που παρείχε η ρήτρα 2 της ως άνω Οδηγίας στα κράτη μέλη να εξαιρέσουν από το πεδίο εφαρμογής αυτής τις σχέσεις βασικής επαγγελματικής κατάρτισης και τα συστήματα μαθητείας (περ. α), ως και τις συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού ή από το δημόσιο υποστηριζόμενου προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης (περ.
β), της οποίας (δυνατότητας) η Ελλάδα έκανε χρήση. Τέλος, λόγος αναίρεσης με τον οποίο βασίμως πλήττεται κάποιο από τα επάλληλα ερείσματα που στηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, εφόσον τα λοιπά ερείσματα αυτής επαρκούν για τη στήριξη του διατακτικού της (σχετ.
ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 25/1994, ΑΠ 10/2016, ΑΠ 1652/2010, ΑΠ 406/2010, ΑΠ 318/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη από 9.9.2010 και με αριθ. κατάθ. 154951/5182/9.9.2010 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά των εναγομένων Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού", μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη, και Ελληνικού Δημοσίου (ήδη αναιρεσίβλητου), οι ενάγοντες ισχυρίσθηκαν ότι στο πλαίσιο προγράμματος εργασιακής εμπειρίας (Stage), έκαστος από αυτούς κατάρτισε εγγράφως κατά τους στην αγωγή αναγραφόμενους χρόνους εντός του έτους 2007 με το πρώτο των εναγομένων Ο.Α.Ε.Δ., ως υπεύθυνο φορέα, και το δεύτερο των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, ως φορέα υλοποίησης, δύο διαδοχικές συμβάσεις κτήσης εργασιακής εμπειρίας, δεκαοκτάμηνης διάρκειας η κάθε μία, αντί αμοιβής ύψους 25 ευρώ ημερησίως μικτά για τους απασχολουμένους αποφοίτους δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και 30 ευρώ ημερησίως μικτά για τους απασχολούμενους αποφοίτους πανεπιστημιακής ή τεχνολογικής εκπαίδευσης.
Ότι βάσει των ανωτέρω συμφωνητικών, οι ενάγοντες τοποθετήθηκαν σε υπηρεσίες του δευτέρου εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου στο Πρωτοδικείο Αθηνών, όπου παρείχαν την στην αγωγή περιγραφόμενη εργασία τους κατά τα εκεί αναφερόμενα επί μέρους χρονικά διαστήματα ο καθένας, μέχρι τη λήξη της δεύτερης από τις πιο πάνω συμβάσεις, εντός του έτους 2010.
Ότι στην πραγματικότητα η έννομη σχέση που τους συνέδεε με τους εναγομένους ήταν εκείνη της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού ο χαρακτηρισμός των ως άνω συμβάσεων ως συμβάσεων κτήσης εργασιακής εμπειρίας, τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των προστατευτικών διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας, καθότι μάλιστα ο χρόνος διαρκείας αυτών ως συμβάσεων μαθητείας ήταν υπερβολικός και δεν δικαιολογείτο ούτε από τα διδάγματα της κοινής πείρας για την απόκτηση μόνο εμπειρίας επί του αντικειμένου της εργασίας αυτών, ενώ αυτοί κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του δευτέρου εναγομένου για τη λειτουργία του Πρωτοδικείου Αθηνών προς κάλυψη κενών σε οργανικές θέσεις υπαλλήλων του, ασκώντας τα ίδια καθήκοντα με τους μόνιμους δημοσίους υπαλλήλους του δευτέρου των εναγομένων Ελληνικού Δημοσίου, που απασχολούντο στην ίδια Υπηρεσία.
Ότι μετά την πάροδο του χρόνου διάρκειας της δεύτερης από τις πιο πάνω συμβάσεις, οι εναγόμενοι αρνήθηκαν ν' αποδεχθούν τις προσφερόμενες από τους ενάγοντες υπηρεσίες, καταγγέλλοντας έτσι σιωπηρά τις συμβάσεις εργασίας αυτών. Επικαλούμενοι δε τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920 και τις ρήτρες 5 και 8 της με αριθ. 1999/70 Οδηγίας, ως και το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος για τη μισθολογική τους εξίσωση, ζήτησαν:
α) ν' αναγνωρισθεί ότι έκαστος εξ αυτών συνδέεται με τους εναγόμενους με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ν' αναγνωρισθεί η ακυρότητα της σιωπηράς καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας αυτών, επικουρικά δε ν' αναγνωρισθεί ότι έκαστος εξ αυτών συνδέεται με τους εναγόμενους με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου,
β) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι ν' αποδεχθούν την προσφερόμενη από αυτούς εργασία με την απειλή χρηματικής ποινής 300 ευρώ για κάθε ημέρα καθυστέρησης στην αποδοχή αυτή και προσωπικής κράτησης των νομίμων εκπροσώπων τους, επικουρικά δε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλλουν, εις ολόκληρο ο καθένας, τ' αναγραφόμενα στην αγωγή επί μέρους χρηματικά ποσά, ως αποζημιώσεις καταγγελίας και γ) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, με βάση την αρχή της ισότητας, άλλως με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, άλλως της αδικοπραξίας, να τους καταβάλλουν τα αναγραφόμενα στην αγωγή επί μέρους ποσά για διαφορές στις δεδουλευμένες αποδοχές αυτών μεταξύ των αποδοχών που αυτοί λάμβαναν στο πλαίσιο των εν λόγω συμβάσεων εργασιακής εμπειρίας (stage) που είχαν καταρτίσει με τους εναγομένους και των αποδοχών που λάμβαναν κατά την ένδικη χρονική περίοδο (2007 - 2010) οι μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλου του δευτέρου των εναγομένων.
Στη συνέχεια, όπως διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (18ο φύλλο αυτής) και δεν αμφισβητείται, κατά τη συζήτηση της ως άνω αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με τις προτάσεις αυτών [που δεν προσκομίσθηκαν στην παρούσα αναιρετική δίκη], οι ενάγοντες επικαλέσθηκαν ότι, ακόμη και εάν το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ότι οι καταρτισθείσες από αυτούς συμβάσεις εργασιακής εμπειρίας υποκρύπτουν συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, τις μισθολογικές διαφορές στις δεδουλευμένες αποδοχές αυτών μεταξύ των αποδοχών που λάμβαναν στο πλαίσιο των συμβάσεων εργασιακής εμπειρίας (stage) που είχαν καταρτίσει με τους εναγομένους και των αποδοχών που λάμβαναν κατά την ένδικη χρονική περίοδο (2007 - 2010) οι μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλου του δευτέρου των εναγομένων, αυτοί τις δικαιούνται κατ' εφαρμογή της με αριθ.
οικ2/7093/0022/5.2.2004 Κοινής Υπουργικής Απόφασης όλων των συναρμοδίων Υπουργών (ΦΕΚ Β 215/5.2.2004) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 21 του Ν. 3205/2003 "μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντίστοιχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Ελληνικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", με την οποία επεκτάθηκαν από 1.1.2004 με ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 2 - 13, 15 - 26 και 27 παρ.2 του ενιαίου μισθολογίου των μονίμων δημοσίων υπαλλήλων του Δημοσίου κλπ στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου, που υπηρετεί στο Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ.
και Ο.Τ.Α., και ότι, επί πλέον, και επί συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου οι ενάγοντες δικαιούνται κατά τη λήξη αυτών να λάβουν την εκ του νόμου αποζημίωσή τους. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η με αριθ. 3436/20.12.2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε στο σύνολό της την αγωγή ως προς όλες τις βάσεις της ως μη νόμιμη, ειδικά όμως την εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της απέρριψε "προεχόντως" ως αόριστη (βλ. 15ο φύλλο αυτής).
Κατά της άνω οριστικής απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν την από 9.5.2014 και με αριθ. κατάθ. 3134/9.5.2014 έφεση αυτών, στο δεύτερο λόγο της οποίας ισχυρίσθηκαν ότι και εάν ακόμη, ενόψει των σχετικών νομολογιακών εξελίξεων, ήθελε κριθεί ότι δεν είναι κατά νόμο δυνατός ο χαρακτηρισμός των συμβάσεων αυτών ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αλλά ως συμβάσεων ή σχέσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, αυτοί δικαιούνται των πιο πάνω μισθολογικών διαφορών, κατ' εφαρμογή της ως άνω με αριθ.
οικ2/7093/0022/5.2.2004 Κ.Υ.Α και του άρθρου 7 παρ.2 του Π.Δ/τος 164/2004, άλλως κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας (την οποία είχαν επικαλεσθεί με την αγωγή τους). Μάλιστα με δήλωσή τους κατά τη συζήτηση της έφεσης ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου οι ενάγοντες - εκκαλούντες παραιτήθηκαν του τρίτου λόγου της έφεσης αυτών, με τον οποίο παραπονούνταν για την απόρριψη του αιτήματος της αγωγής για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αυτών, ισχυριζόμενοι πλέον ότι οι συμβάσεις αυτών έφεραν τον χαρακτήρα σύμβασης, άλλως σχέσης εργασίας ορισμένου χρόνου.
Επί των ανωτέρω ισχυρισμών, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε ότι με τις προτάσεις των ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και στη συνέχεια με την έφεση αυτών οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες επιχείρησαν να προβούν σε ανεπίτρεπτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής αυτών, με την προσθήκη και νέας ιστορικής βάσης, στηριζομένης το πρώτο σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και σε προσθήκη νέων επικουρικών αιτημάτων, που δεν είχαν υποβληθεί με την αγωγή.
Και τούτο διότι, ενώ με την αγωγή οι ενάγοντες ζήτησαν την καταβολή διαφορών στις αποδοχές τους και αποζημίωσης απόλυσης [επικουρικά] με βάση τον ισχυρισμό ότι συνδέονταν με τους εναγομένους με συμβάσεις, άλλως σχέσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ουδόλως διέλαβαν στην αγωγή ότι στηρίζουν τις απαιτήσεις τους αυτές στον ισχυρισμό ότι συνδέονταν με τους εναγομένους με συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, ούτε υπέβαλλαν με την αγωγή σχετικά αιτήματα με βάση τον ισχυρισμό αυτό.
Με το σκεπτικό αυτό το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τους πρωτοδίκως προταθέντες ως άνω σχετικούς ισχυρισμούς των εναγόντων ως απαράδεκτους, επικυρώνοντας στο σημείο αυτό την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που κατά την αναιρεσιβαλλομένη είχε (για τον ίδιο λόγο) σιωπηρά απορρίψει αυτούς και στη συνέχεια απέρριψε ως απαράδεκτη την επιχειρούμενη από τους εκκαλούντες - ενάγοντες επαναφορά των πιο πάνω ισχυρισμών με τον δεύτερο λόγο έφεσης αυτών.
Διέλαβε δε επίσης στο σκεπτικό του επάλληλη αιτιολογία, κατά την οποία, ακόμη και εάν ήθελε γίνει δεκτό ότι παραδεκτώς προβλήθηκαν οι εν λόγω ισχυρισμοί ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με τις πρωτόδικες προτάσεις αυτών και παραδεκτώς είχαν επομένως επαναφερθεί στο Εφετείο με την έφεση [κρίσεις που το Δικαστήριο αυτό δεν αποδέχεται κατά τ' αναλυτικά προαναφερθέντα], οι ανωτέρω ισχυρισμοί έπρεπε ν' απορριφθούν προεχόντως ως μη νόμιμοι, καθότι η ρύθμιση του άρθρου 7 του Π.Δ/τος 164/2004 δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην ένδικη υπόθεση, αφού κατά το άρθρο 2 αυτού (Δ/τος) οι διατάξεις του δεν εφαρμόζονται α) στις σχέσεις επαγγελματικής κατάρτισης και στη σύμβαση ή σχέση μαθητείας, β) στις συμβάσεις ή τις σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης, υποστηριζομένου από τον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ), όπως είναι εν προκειμένω οι συναφθείσες [σύμφωνα με τα στην αγωγή ιστορούμενα] στα πλαίσια της υλοποίησης προγράμματος STAGE σε υπηρεσίες και φορείς του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, στο πλαίσιο του Γ' Κ.Π.Σ., συγχρηματοδοτούμενου κατά 75% από την Ευρωπαϊκή Ένωση και κατά 25% από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων συμβάσεις των εναγόντων - εκκαλούντων.
Με τον πρώτο από τον αριθμό 14 [και όχι από τον αριθμό 1] του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης του κυρίως δικογράφου και τον συναφή πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο έκρινε ότι οι προταθέντες κατά τα άνω ισχυρισμοί αυτών συνιστούν απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής αυτών.
Και τούτο διότι το αίτημα καταβολής των πιο πάνω μισθολογικών διαφορών στις δεδουλευμένες αποδοχές αυτών μεταξύ των αποδοχών που λάμβαναν στο πλαίσιο των συμβάσεων εργασιακής εμπειρίας (stage) που είχαν καταρτίσει με τους εναγομένους και των αποδοχών που λάμβαναν κατά την ένδικη χρονική περίοδο (2007 - 2010) οι μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλου του δευτέρου των εναγομένων Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο (αίτημα) ουδόλως μεταβλήθηκε, ήταν αυτοτελές και ανεξάρτητο (άρθ. 218 παρ. 1 του ΚΠολΔ) σε σχέση με το αίτημα αναγνώρισης των συμβάσεων εργασίας αυτών ως αορίστου χρόνου, η δε (κατά νόμο) ιστορική βάση της αγωγής για τις πιο πάνω μισθολογικές αξιώσεις των αναιρεσειόντων συγκροτείτο από τους ισχυρισμούς αυτών ότι ο καθένας από αυτούς κατάρτισε με τους εναγομένους δύο συμβάσεις μαθητείας ορισμένου χρόνου για τα αναγραφόμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα, ότι η φύση των εργασιών και η χρονική της διάρκεια δεν δικαιολογούσε τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων ως μαθητείας αλλά ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας και ότι αυτοί εκτέλεσαν τις εργασίες που περιγράφονται στην αγωγή.
Τα εν λόγω περιστατικά αυτοί διέλαβαν ως στοιχεία της θεμελίωσης της ιστορικής βάσης της αγωγής, σχετικά με το αίτημα των μισθολογικών διαφορών, ο δε νομικός χαρακτηρισμός των συμβάσεων αυτών ως συμβάσεων ή σχέσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που διέλαβαν στην αγωγή, αναφέρεται όχι στην ιστορική αλλά στη νομική βάση αυτής, χωρίς αυτός (ισχυρισμός) να είναι δεσμευτικός για το δικαστήριο της ουσίας, ενώ είναι δεκτικός ελεύθερης μεταβολής από τους διαδίκους, που δεν έχουν την υποχρέωση να προσδιορίσουν νομικούς κανόνες, τους οποίους ερευνά αυτεπάγγελτα το δικαστήριο της ουσίας, ενόψει μάλιστα του ότι ο χαρακτήρας των συμβάσεων εργασίας αυτών ως αορίστου ή ορισμένου χρόνου ήταν για τις αξιώσεις αυτές (μισθολογικές) αδιάφορος.
Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί προεχόντως ως αλυσιτελής και ως εκ τούτου απαράδεκτος, όπως ορθώς επισημαίνει το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο με τις προτάσεις του, καθόσον οι αναιρεσείοντες ουδόλως πλήττουν με λόγο αναίρεσης την επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης ότι και υπό διαφορετική εκδοχή η αγωγή, κατά το κεφάλαιο καταβολής μισθολογικών διαφορών ήταν μη νόμιμη για τους ανωτέρω διαλαμβανόμενους λόγους, η δε αιτιολογία αυτή επαρκεί για τη στήριξη του απορριπτικού διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης.
Με τον δεύτερο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης του κυρίως δικογράφου, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένως και κατά παράβαση της ρήτρας 4 της Οδηγίας 1999/70, όπως ερμηνεύθηκε από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (υπόθ. A. D. P., C - 596/14), ως και των άρθρων 7 παρ. 2 του Π.Δ/τος 164/2004 και 55 παρ. 1, 2 και 9 του Π.Δ/τος 410/1988, απέρριψε το επικουρικό αίτημα καταβολής αποζημίωσης κατά τη λήξη των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου αυτών.
Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί προεχόντως ως αλυσιτελής και ως εκ τούτου απαράδεκτος, καθόσον οι αναιρεσείοντες ουδόλως πλήττουν με λόγο αναίρεσης την προσβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος που έκρινε ότι οι διατάξεις του Π.Δ/τος 164/2004 που ενσωμάτωσε στην ελληνική έννομη τάξη τις ρυθμίσεις της με αριθ. 1999/70 Οδηγίας για τους εργαζομένους με διαδοχικές συμβάσεις που υποκρύπτουν σχέση εξαρτημένης εργασίας στο Δημόσιο, Ο.Τ.Α.
και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, περιλαμβανομένης συνεπώς και της ως άνω ρήτρας 4 αυτής, δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής στην ένδικη υπόθεση, καθότι κατά το άρθρο 2 αυτού (Δ/τος) οι διατάξεις του δεν εφαρμόζονται
α) στις σχέσεις επαγγελματικής κατάρτισης και στη σύμβαση ή σχέση μαθητείας,
β) στις συμβάσεις ή τις σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης, υποστηριζομένου από τον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ), όπως είναι εν προκειμένω οι συναφθείσες [σύμφωνα με τα στην αγωγή ιστορούμενα] στα πλαίσια της υλοποίησης προγράμματος STAGE σε υπηρεσίες και φορείς του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, στο πλαίσιο του Γ' Κ.Π.Σ., συγχρηματοδοτούμενου κατά 75% από την Ευρωπαϊκή Ένωση και κατά 25% από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων συμβάσεις των εναγόντων - εκκαλούντων (βλ.
φύλλο 10ο, 13ο της προσβαλλομένης). Με τη διάταξη του άρθρου 904 παρ.1 εδ. α` ΑΚ ορίζεται ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία άλλου ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαίτησης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός των άλλων, και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη.
Η αξίωση από τη διάταξη αυτή είναι επιβοηθητική, με την έννοια ότι μπορεί να ασκηθεί μόνο αν λείπουν ή αν είναι ανίσχυρες οι προϋποθέσεις της αξίωσης από σύμβαση ή από αδικοπραξία ή απ' ευθείας από το νόμο, γιατί, σε αντίθετη περίπτωση, δεν μπορεί να γίνει λόγος για ανυπαρξία ή ελαττωματικότητα της αιτίας.
Επομένως, εάν ασκείται αγωγή με την οποία ζητείται ευθέως ο πλουτισμός του εναγομένου εξαιτίας της ακυρότητας της σύμβασης, για να είναι αυτή ορισμένη πρέπει στο δικόγραφο της αγωγής να αναφέρονται, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1 στοιχ. α του ΚΠολΔ, τα περιστατικά στα οποία οφείλεται ή τα οποία επέφεραν την ακυρότητα και που συνιστούν τον λόγο για τον οποίο η αιτία της περιουσιακής μετακίνησης δεν είναι νόμιμη.
Αν όμως η βάση της αγωγής του αδικαιολόγητου πλουτισμού σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα στο ίδιο δικόγραφο (άρθρο 219 του ΚΠολΔ) με την κύρια βάση από τη σύμβαση, υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της τελευταίας λόγω ακυρότητας της σύμβασης, τότε για την πληρότητα της επικουρικής βάσης της αγωγής αρκεί, πέρα από τα στοιχεία της συμβάσεως και τον πλουτισμό του εναγομένου από την εκτέλεσή της, να γίνεται στο αγωγικό δικόγραφο απλή (έστω και έμμεση) επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης, χωρίς να απαιτείται και έκθεση των γεγονότων στα οποία οφείλεται η ακυρότητα, αφού στην εν λόγω περίπτωση η επικουρική βάση θα εξετασθεί μόνο αν η κυρία βάση απορριφθεί λόγω ακυρότητας της συμβάσεως, η οποία συνεπώς θα είναι δεδομένη. (ΟλΑΠ 22/2003, ΑΠ 1703/2014).
Περαιτέρω, με το άρθρο 20 παρ. 4 του Ν. 2738/1999 εισήχθη συγκεκριμένη ρύθμιση και δη προσετέθη ως περίπτωση (κα') στο άρθρο 14 παρ. 2 Ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού (μετέπειτα καταργηθείσα με το άρθρο 1 του Ν. 3812/2009), η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, ειδικότερα δε ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ.
διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά. Η επιδοτούμενη αυτή πρόσληψη υπαλλήλων είναι εξαιρετική, διότι συνδέεται με την ανάγκη πραγμάτωσης των προγραμμάτων, που με τους υφιστάμενους κανόνες θα απέβαινε ατελέσφορη και για το λόγο αυτό ορίζεται ότι η πρόσληψη διενεργείται με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια, που καθορίζονται στα προγράμματα.
Συνακόλουθα, η πρόσληψη υπαλλήλων, που έχει πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο συγκεκριμένου προγράμματος του ΟΑΕΔ και οι εξ αυτής απορρέουσες εργασιακές σχέσεις έχουν συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας, είναι δηλ. συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, η πάροδος του οποίου συνεπιφέρει αυτοδικαίως και τη λήξη τους (αρθρ. 669 παρ. 1 Α.Κ.) καθόσον η σύναψη αυτών, ως συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, επιβάλλεται από αντικειμενικούς λόγους που συνδέονται με την φύση τους (ΑΠ 217/2017, ΑΠ 775/2017, ΑΠ 780/2017, ΑΠ 2024/2017, ΑΠ 885/2014, ΑΠ 126/2015).
Εξ άλλου, με το άρθρο 20 παρ. 1 (όπως η παρ.1 συμπληρώθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 6 του Ν. 2956/2001) και 15 του Ν. 2639/1998 "Ρύθμιση εργασιακών σχέσεων, σύσταση Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 205), ορίσθηκαν με την πρώτη ότι ο Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ) μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε Ν.Π.Ι.Δ., σε πιστοποιημένα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης, σε Α.Ε.Ι.-Τ.Ε.Ι.
και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής, την υλοποίηση στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολό του προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης Ανέργων και ότι η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (παρ. 1) και με τη δεύτερη ότι ο Ο.Α.Ε.Δ.
μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παραγράφου 1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργατικής εμπειρίας άνεργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου και ότι με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ., καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου (παρ. 15 εδ α' και β).
Όπως δε ήδη προαναφέρθηκε στις συμβάσεις αυτές, που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού κατά τ' ανωτέρω προγράμματος υποστηριζομένου από τον ΟΑΕΔ, δεν εφαρμόζονται οι ρυθμίσεις του Π.Δ/τος 164/2004 κατά το άρθρο 2 παρ.2 εδ. β αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως αόριστη (όπως και το πρωτοβάθμιο) την επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση της ένδικης αγωγής σε συνδυασμό με την αρχή της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης με το σκεπτικό ότι
α) πουθενά στο δικόγραφο της υπό κρίση αγωγής δεν γίνεται επίκληση της ακυρότητας των συμβάσεων που έκαστος των εναγόντων συνήψε με τους εναγομένους, έστω και χωρίς έκθεση των γεγονότων στα οποία οφείλεται η ακυρότητα, ενόψει της επικουρικότητας του σχετικού αιτήματος και
β) ανεξαρτήτως του ότι στην ένδικη αγωγή αναφέρεται ότι η παροχή της εργασίας των εναγόντων είχε συμφωνηθεί σε 7 ώρες ημερησίως και επί 22 ημέρες μηνιαίως, διαφέρουσα επομένως εκείνης των μονίμων υπαλλήλων του δευτέρου των εναγομένων, δεν εκτίθενται στην αγωγή ποίες ήταν οι παροχές που χορηγούνταν κατά νόμο στους άλλους μισθωτούς του δευτέρου εναγομένου και ποία τα προσόντα αυτών, ούτως ώστε να κριθεί εάν παραβιάσθηκε η αρχή της ίσης μεταχείρισης, ούτε εκτίθεται ποία ήσαν, κατά τον συνολικά επικαλούμενο στην αγωγή χρόνο, τα αντίστοιχα (για κάθε ενάγοντα) μισθολογικά κλιμάκια και ποία η αντίστοιχη κατηγορία υπαλλήλων του εναγομένου στην οποία ηδύνατο να καταταγεί έκαστος των εναγόντων, βάσει των προσόντων του και βάση της οποίας (κατηγορίας και μισθολογικού κλιμακίου) έπρεπε αυτός να μισθοδοτείται από τους εναγομένους, ούτε εκθέτουν στην αγωγή τους ποία ήταν τα' αντίστοιχα μισθολογικά κλιμάκια στα οποία έπρεπε αυτοί να είχαν καταταγεί για λόγους ισότητας, ποία η αντίστοιχη συγκεκριμένη κατηγορία και ποία τα συγκεκριμένα επιδόματα τα οποία λάμβαναν για την εργασία τους οι δικαστικοί υπάλληλοι και τα οποία έπρεπε να λαμβάνουν οι ενάγοντες.
Διέλαβε δε στην υπό στοιχείο (α) ανωτέρω σκέψη του επάλληλη αιτιολογία ότι οι επίδικες συμβάσεις που ο κάθε ενάγων συνήψε με τους εναγομένους καταρτίσθηκαν υποχρεωτικά από το νόμο ως συμβάσεις ορισμένης διάρκειας, στο πλαίσιο ειδικού προγράμματος που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, δυνάμει του νόμου 2190/1994 σε συνδυασμό με το άρθρο 20 παρ. 4 του νόμου 2738/1999, με το οποίο θεσπίσθηκε επί πλέον εξαίρεση στο σύστημα των προσλήψεων του Ν. 2190/1994 και ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού, στο πλαίσιο των ανωτέρω προγραμμάτων, διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά, με συνέπεια η πρόσληψη των εναγόντων, ως υπαλλήλων, εφόσον είχε πραγματοποιηθεί, κατά τα στην αγωγή εκτιθέμενα, στο πλαίσιο συγκεκριμένου προγράμματος του ΟΑΕΔ, οι εξ αυτής απορρέουσες εργασιακές σχέσεις είχαν συγκεκριμένο χρόνο λήξης, ήσαν δηλαδή συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου για λόγους αντικειμενικούς που συνδέονται με τη φύση τους και συνακόλουθα δεν ήσαν άκυρες [υπό την προφανή έννοια ότι, επομένως, δεν υφίσταται έδαφος εφαρμογής των περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεων].
Με τον τρίτο από τους αριθμούς 1, 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης του κυρίως δικογράφου και τον συναφή δεύτερο πρόσθετο λόγο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο απέρριψε την εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού επικουρική βάση της αγωγής αυτών ως αόριστη, ενώ ήταν επαρκώς ορισμένη, το μεν διότι εμμέσως πλην σαφώς, από την επανειλημμένη σε πολλά σημεία της αγωγής μνεία της φράσης "περί άλλης σχέσης εξαρτημένης εργασίας" γινόταν αναφορά στο στοιχείο της ακυρότητας των συμβάσεων εργασίας αυτών, ως θεμελιωτικού στοιχείου των αξιώσεων αυτών από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, το δε διότι στην αγωγή γινόταν σαφής μνεία της διάρκειας των συμβάσεων που έκαστος των εναγόντων συνήψε με τους εναγομένους, των τίτλων σπουδών εκάστου εξ αυτών, της οικογενειακής του κατάστασης, του αντικειμένου της εργασίας του και των ποσών που ο καθένας από αυτούς έλαβε ανά έτος και συνολικά, ενώ διέλαβαν περαιτέρω στην αγωγή το ακριβές ποσό του μηνιαίου βασικού μισθού μονίμου δημοσίου υπαλλήλου που αντιστοιχεί στο (τελευταίο) μισθολογικό κλιμάκιο (18ο) και μετά την πάροδο ενός έτους εργασίας στο επόμενο (17ο ΜΚ), καθώς και τα ακριβή ποσά των εκ του νόμου επιδομάτων ειδικών συνθηκών, κινήτρου παραγωγικότητας, πόρου διανεμητικού λογαριασμού και επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, ενώ εξ άλλου συνέδεσε ανεπιτρέπτως τις αξιώσεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό με την αρχή της ίσης μεταχείρισης, η οποία δεν είναι εφαρμοστέα επί άκυρης σύμβασης εργασίας.
Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αλυσιτελής και ως εκ τούτου απαράδεκτος, καθόσον οι αναιρεσείοντες ουδόλως πλήττουν με λόγο αναίρεσης την επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης ότι με βάση τα στην αγωγή εκτιθέμενα δεν χωρεί περίπτωση ακυρότητας των πιο πάνω συμβάσεων, οι οποίες ως συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου είναι καθ' όλα έγκυρες [και κατά συνέπεια δεν υφίσταται έδαφος εφαρμογής των διατάξεων για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό], η δε αιτιολογία αυτή επαρκεί για τη στήριξη του απορριπτικού διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης.
Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τέλος πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας αυτών (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ), μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ' αριθμό 134423 οικ.
της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12.4.2018 και με αριθ. κατάθεσης 3663/325/12.4.2018 αίτηση αναίρεσης και τους με ίδιο δικόγραφο ασκηθέντες από 12.12.2018 και με αριθ. κατάθ. 140/13.12.2018 πρόσθετους λόγους αναίρεσης της με αριθ. 1366/12.4.2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Απριλίου 2019. -Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ