Legislator Case Law & Legislation
1716/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding notarized witness depositions not qualifying as documents under Article 559.20. The appeal is rejected because court minutes and notarized statements do not constitute 'documents' for the purpose of content distortion claims.

Case Number 1716/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the appellate court's rejection of a loan contract claim. The appellant argued that the appellate court distorted the content of a witness's notarized deposition and court minutes, violating Article 559(20) of the Code of Civil Procedure. The court ruled that these records do not qualify as 'documents' under the cited statute, rendering the distortion argument inadmissible. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(20), 339, 432 of the Code of Civil Procedure; The ground for appeal alleging distortion of document content applies only to formal documents defined by law, excluding court minutes and notarized witness statements which contain testimonial evidence.

Keywords

AI generated
appeal inadmissibility document definition notarized deposition court minutes content distortion Code of Civil Procedure legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 339 of the Code of Civil Procedure
Article 432 of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 806 of the Civil Code
Article 807 of the Civil Code
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1716 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1716/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 14 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Καραβιώτη και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον ... ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Γαλάνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/9/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 283/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 64/2017 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23/4/2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη, από 23-4-2019 (αριθμ. καταθ. 15/24-4-2019) αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 64/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, το οποίο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος, κατά της 283/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου. Με την απόφαση αυτή, το τελευταίο δικαστήριο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, την από 20-9-2014 (αριθμ. καταθ. 492/2014) αγωγή του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης, ανώνυμης εταιρίας, από σύμβαση δανείου. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Συνεπώς είναι παραδεκτή (αρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 806 του ΑΚ, με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλόμενους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 807 ΑΚ, αν δεν ορίσθηκε χρόνος για την απόδοση του δανείου, ούτε συνάγεται αυτός από τις περιστάσεις, το δάνειο αποδίδεται, αφού περάσει ένας μήνας από την καταγγελία του δανειστή ή του οφειλέτη (ΑΠ 1182/2019).

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, η σύμβαση άτοκου δανείου, η οποία είναι ενοχική, διαρκής, ετεροβαρής και άτυπη σύμβαση, καταρτίζεται με τη μεταβίβαση της κυριότητας του δανειζόμενου χρηματικού ποσού από το δανειστή προς τον οφειλέτη, ο οποίος ακολούθως καθίσταται υπόχρεος για την απόδοση του ίδιου χρηματικού ποσού, στο δανειστή (ΑΠ 663/2020, ΑΠ 1182/2019).

Με βάση τον παραδοτικό χαρακτήρα της σύμβασης δανείου, η μεταβίβαση του δανείσματος κατά κυριότητα, στο δανειολήπτη αποτελεί στοιχείο για την τελείωση του δανείου. Η παράδοση δε του δανείσματος στον οφειλέτη γίνεται συνήθως στα χέρια του ίδιου, από το δανειστή. Είναι, όμως, πιθανό η παράδοση αυτή να γίνει δια τρίτου προσώπου, που ενεργεί ως εντολοδόχος, είτε του δανειστή, είτε του οφειλέτη.

Εφόσον, όμως, η ανωτέρω διάταξη δεν διακρίνει, είναι αδιάφορο αν η μεταβίβαση της κυριότητας του δανείσματος γίνεται αμέσως ή εμμέσως από το δανειστή ή αμέσως ή εμμέσως προς τον οφειλέτη (ΑΠ 1360/2018, ΑΠ 123/2017). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΑΠ 339/2020, ΑΠ 58/2015).

Στην περίπτωση δε, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παραβίαση (ΑΠ 467/2021, ΑΠ 50/2020, AΠ 598/2019, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Με το λόγο, όμως, αυτό, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1113/2021, ΑΠ 272/2020). Περαιτέρω, ο άνω λόγος αναίρεσης (559 αρ. 1 ΚΠολΔ) ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή καλύπτονται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βούλησης των μερών.

Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, και αφορούν την αναζήτηση, κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών, της αληθινής βούλησης των μερών, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και την ερμηνεία των συμβάσεων όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, υφίσταται στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, ενώ διαπιστώνει ρητώς ή εμμέσως, κατά τη μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο κρίση του, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία ως προς την έννοια της δήλωσης βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει στις γενικές ερμηνευτικές αρχές των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, προς διακρίβωση του νοήματος της δήλωσης βούλησης ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών, είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας με την προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, είτε προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών του διαπιστώσεων στους εν λόγω κανόνες και ιδίως στα αξιολογικά κριτήρια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών και το πόρισμά του δεν είναι σύμφωνο με τις ως άνω αρχές (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 603/2017).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο ότι το δικαστήριο διαπίστωσε, ρητά ή έμμεσα, κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των συμβαλλομένων και ότι παρά τη διαπίστωση αυτή παρέλειψε να προσφύγει στις ερμηνευτικές αρχές των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ ή ότι προσέφυγε μεν, αλλά εσφαλμένα υπήγαγε σ' αυτές τις πραγματικές διαπιστώσεις του (ΑΠ 1041/2018, ΑΠ 628/2012, ΑΠ 1285/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, το Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...... Ο ενάγων Ν. Κ. µέχρι το έτος 2006 εργάζονταν ως έµµισθος πωλητής στην εταιρεία, "...." στο ...

που είχε αντικείµενο δραστηριότητας την προώθηση και διάθεση τροφίμων προϊόντων κατεψυγµένης ζύμης στην περιοχή ..., η οποία την εποχή εκείνη είχε εµπορική συνεργασία και προώθησε τα προϊόντα της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, µε έδρα την ... και επωνυμία, ..., η οποία παρήγαγε και εμπορευόταν είδη διατροφής, κυρίως σφολιατοειδή, τυρόπιτες, είδη ζύμης, είδη άρτου κ.λ.π.

Νόμιμος εκπρόσωπος και ιδρυτής της τελευταίας εταιρείας ήταν ο Ν. Κ., επιχειρηματίας, κάτοικος Αθηνών, ο οποίος λόγω της ως άνω εµπορικής συνεργασίας που υπήρχε, ανέπτυξε προσωπική γνωριμία και σχέση µε τον ενάγοντα. Στα πλαίσια της γνωριμίας τους αυτής, ο Ν. Κ. εκτίµησε τα προσόντα και τις ικανότητες του ενάγοντος και επειδή δεν ήταν ευχαριστημένος µε την µέχρι τότε εμπορική συνεργασία του µε την εταιρεία "....", πρότεινε στον ενάγοντα να συνεργαστούν και συγκεκριµένα να συστήσουν µία εταιρεία µε έδρα το ...

και ίδιο ως άνω αντικείµενο δραστηριότητας την προώθηση και πώληση προϊόντων κατεψυγµένης ζύμης παραγωγής της εταιρείας του .... Τελικά κατέληξαν σε συμφωνία και έτσι συστήθηκε μεταξύ του ενάγοντος µε ποσοστό συμμετοχής 50%, του ... µε ποσοστό συμμετοχής σε 47% και της συζύγου του τελευταίου Β. Γ., µε ποσοστό συµµετοχής 3% εταιρεία περιορισμένης ευθύνης µε τη νέα επωνυμία, "....", σύμφωνα µε το υπ' αριθμόν 2998/17-4-2006 καταστατικό σύστασης αυτής της συμβολαιογράφου Αθηνών Δέσποινας Γκίκα που δημοσιεύθηκε νόµιµα στο ΦΕΚ Α.Ε.

και ΕΠΕ. Μοναδικός διαχειριστής της εταιρείας ορίσθηκε ο ενάγων Ν. Κ., ο οποίος είχε και τη διαχείριση των οικονοµικών αυτής. Αμέσως στη συνέχεια περί τα τέλη του έτους 2006 συστάθηκε η εναγοµένη εταιρία κατά μετατροπή από "...." σε "...", στο διοικητικό συμβούλιο της οποίας ορίσθηκε Πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος και παράλληλα νόµιµος εκπρόσωπός της και πάλι ο Ν.

Κ.. Από την πλευρά του ο τελευταίος, Ν. Κ., λόγω της ιδιότητάς του ως νομίμου εκπροσώπου της προμηθεύτριας εταιρείας ΑΒΕΕ, παρείχε κάθε δυνατή υποστήριξη στη νεοσυσταθείσα εταιρεία ΕΠΕ που συμμετείχε και ο ίδιος, µε το να την προμηθεύει προϊόντα σε χαμηλές τιµές και µε µεγάλη πίστωση αποπληρωμής, ώστε να υπάρχουν περιθώρια σημαντικού κέρδους που διαχειριζόταν αποκλειστικά ο ενάγων, Ν.

Κ.. Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν να αναπτυχθεί µια άριστη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ του ενάγοντος Ν. Κ. και του νόµιµου εκπροσώπου της εναγοµένης Ν. Κ.. Από το λόγο αυτό, όταν το επόµενο έτος 2007, ο Ν. Κ. λόγω προσωπικών και οικογενειακών προβλημάτων του βρέθηκε σε οικονομική ανάγκη ο ενάγων προσφέρθηκε να τον εξυπηρετήσει, δανείζοντας στον ίδιο προσωπικά χρηματικά ποσά, την οποία συναλλαγή συμφώνησαν να τακτοποιήσουν κατά την εκκαθάριση των μεταξύ τους οικονοµικών σχέσεων από την εταιρεία ΕΠΕ που είχαν ως άνω συστήσει µε έδρα το ....

Για τη µεταφορά των χρημάτων από το ... όπου ο ενάγων, στην ….., όπου ο Ν. Κ. και επειδή ο ενάγων διατηρούσε λογαριασμό στην Τράπεζα ... όπου διατηρούσε λογαριασμό και η εναγόµενη εταιρεία, "....", προκειµένου να αποφευχθεί η χρονοβόρα διαδικασία της κατάθεσης των χρημάτων σε άλλη Τράπεζα που διατηρούσε προσωπικό λογαριασμό ο Ν.

Κ. και επιπλέον να χρειάζεται να δικαιολογηθεί και η αιτία της καταθέσεως, προτάθηκε η λύση ο ενάγων να καταθέσει τα χρήματα του δανείου στον ως άνω λογαριασμό της εναγοµένης από τον οποίο θα τα αναλάμβανε απευθείας ο Ν. Κ., ως νόµιµος εκπρόσωπος της τελευταίας, για ατομικό δανεισμό και εξυπηρέτησή του.

Κατόπιν αυτού, ο ενάγων Ν. Κ. κατέθεσε διαδοχικά στον ... τραπεζικό λογαριασμό της εναγοµένης στην ΑΤΤΙCΑ ΒΑΝΚ, το ποσό των 60.000 ευρώ στις 28-3-2007, των 40.000 ευρώ στις 31-10-2007 και των 90.000 ευρώ στις 30-12-2008. Τα εν λόγω ποσά ανέλαβε και διαχειρίστηκε ατομικά για λογαριασμό του, ο νόµιµος εκπρόσωπος της εναγοµένης Ν. Κ., τα οποία ποσά, όπως ήταν φυσικό, ουδέποτε καταχωρήθηκαν στα λογιστικά βιβλία της εναγοµένης, ούτε υπάρχει απόφαση του Δ.Σ.

περί λήψης τέτοιου δανείου, αφού αφορά προσωπικό δάνειο του ως άνω νόµιµου εκπροσώπου της, που έλαβε από τον ενάγοντα. Επίσης υπέρ της άποψης ότι το δάνειο συνολικού ποσού 190.000 ευρώ αφορούσε στις προσωπικές σχέσεις των ως άνω δύο φυσικών προσώπων, είναι το γεγονός ότι δεν ορίστηκε ηµεροµηνία εξόφλησης του δανείου ούτε συντάχθηκε κάποιο ιδιωτικό συμφωνητικό περί της σύναψής του.

Υποστηρίζει ο ενάγων ότι τη σύναψη του ως άνω δανείου διαπραγματεύτηκε αποκλειστικά µε το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγοµένης, Ν. Κ. που έλαβε για την εξυπηρέτηση των αναγκών της δραστηριότητας και κυρίως για την αγορά εξοπλισμού και προϊόντων για λογαριασμό της εναγοµένης και ουδέποτε η εταιρεία "...", µε έδρα το ...

της οποίας ήταν νόµιµος εκπρόσωπος και διαχειριστής είχε αντίστοιχες οφειλές µε το σηµαντικό ποσό του δανείου. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι µέχρι το έτος 2010 η συνεργασία του ... ως νοµίµου εκπροσώπου της εναγοµένης και του ενάγοντος Ν. Κ. υπήρξε αρµονική και χωρίς κανένα πρόβλημα, γι αυτό και ο τελευταίος δεν ζητούσε την επιστροφή του δανείου, αλλά ούτε και ο Ν.

Κ. ζητούσε την εκκαθάριση και απόδοση των κερδών από την εταιρεία στο ... στην οποία συμμετείχε και ο ίδιος. Υποστηρίζει ο ενάγων ότι περίπου µετά ένα έτος από τη σύναψη του δανείου αφού είδε ότι η εναγόµενη απέφευγε και δεν ήταν στις προθέσεις της η απόδοση του δανείου άρχισε να ενοχλεί τον νόμιμο εκπρόσωπο αυτής, Ν.

Κ. για το πότε θα του επιστραφεί το δάνειο και ελάµβανε διάφορες ασαφείς και αόριστες απαντήσεις που κατέτειναν στο να µην ανησυχεί και ενθυµείτε χαρακτηριστικά περί το έτος 2010, όταν και πάλι προέβη σε υπόμνηση της απαίτησης του και ο Ν. Κ. τον διαβεβαίωσε να µην ανησυχεί και η απαίτησή του είναι εξασφαλισμένη από τα υψηλά κέρδη που αναμένεται να έχει η εναγοµένη, κατάσταση που συνεχίστηκε µέχρι το έτος 2012, όταν, προ των συνεχών πιέσεών του, έλαβε την υπόσχεση από τον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγοµένης ότι το ποσό του δανείου θα του επιστρεφόταν µέχρι 31-12-2012.

Ασφαλώς όµως, εάν η απαίτηση του ενάγοντος αφορούσε δάνειο προς το νοµικό πρόσωπο της εναγοµένης εταιρείας των Αθηνών, στο συγκεκριµένο χρονικό σηµείο, μια πενταετία από τη σύναψη του δανείου και κατόπιν των ως άνω που υποστηρίζει ο ενάγων, αυτός θα ζητούσε έγγραφη εξασφάλιση και αναγνώριση του χρέους από την εναγοµένη εταιρία και παράλληλα έγγραφο ορισμό της ημερομηνίας απόδοσης του δανείου.

Ειδικότερα είχε διαρρεύσει µεγάλο χρονικό διάστηµα από τη σύναψη του δανείου, στο οποίο διάστηµα είναι πολύ πιθανό τα νομικά πρόσωπα να αλλάξουν ιδιοκτησιακό καθεστώς γι' αυτό ο ενάγων έπρεπε να επιζητήσει κάποια έγγραφη εξασφάλιση και αναγνώριση του χρέους από την εναγοµένη εταιρία, εάν πράγματι αυτή ήταν η οφειλέτης του.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στο μεταξύ λόγω της επελθούσας οικονοµικής κρίσης στην Ελλάδα ο άλλοτε συνεργάτης του ενάγοντος, Ν. Κ., άρχισε να αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήµατα και να περιορίζει τις οικονομικές δραστηριότητες του. Έτσι σύμφωνα µε την υπ' αριθµ 19.983/28-12-2012 πράξη τροποποίησης καταστατικού της ΕΠΕ στο ...

που συνέταξε ο συμβολαιογράφος Αγρινίου Χ. Δ. αποχώρησαν από την ΕΠΕ αυτή ο Ν. Κ. και οι λοιποί συνέταιροι που είχαν εισέλθει στο μεταξύ και παρέμειναν στην ίδια εταιρεία ο ενάγων και η σύζυγός του, Δ. Μ. που έλαβε εταιρικά μερίδια από τους υπόλοιπους, ενώ µε την 13.809/30-7-2013 πράξη τροποποίησης καταστατικού του ίδιου ως άνω συµβολαιογράφου η εταιρεία αυτή μετονομάστηκε σε "....".

Η τελευταία εταιρεία είχε σηµαντικά προβλήµατα στην οικονομική συνεργασία της µε την εναγοµένη εταιρία των Αθηνών και γι αυτό απευθύνθηκε σε άλλους προμηθευτές εκτός της εναγοµένης όπως προκύπτει και από τις εξώδικες δηλώσεις που αντάλλασσαν οι δύο εταιρείες. Παράλληλα ο Ν. Κ. λόγω των συνεχιζόµενων οικονοµικών προβλημάτων του από τον Οκτώβριο 2011 αναγκάστηκε να µεταβιβάσει το σύνολο των µετοχών του στην εναγοµένη εταιρία των Αθηνών στον όµιλο σουπερμάρκετ "..." και ο ίδιος παρέμεινε διευθυντικό στέλεχος - διευθύνων σύμβουλος στην εναγοµένη εταιρία.

Μετά όµως, την αλλαγή ιδιοκτησίας της η εναγοµένη εταιρία μετέβαλε στάση και διέκοψε την ευνοϊκή μεταχείριση προς την εταιρεία στο ... "....", του ενάγοντος. Η συνεχιζόμενη αυτή κατάσταση εξόργισε τον ενάγοντα, ο οποίος µε την από 7-5-2014 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση του που επέδωσε στις 9-5-2014 στην εναγοµένη, ζήτησε από την τελευταία την απόδοση του δανείου σε προθεσµία 20 ηµερών από τη λήψη του εξώδικου του.

Υποστηρίζει ο ενάγων ότι διαπραγµατεύθηκε µεν τη σύναψη του εν λόγω δανείου µε το Ν. Κ., όπως και στη συνέχεια συνδιαλεγόταν µε τον ίδιο σχετικά µε το δάνειο αυτό, αλλά το δάνειο αυτό συνάφθηκε για τις λειτουργικές ανάγκες της εναγοµένης από τον ίδιο ως άνω Ν. Κ. που λειτουργούσε ως νόµιµος εκπρόσωπος της τελευταίας.

Τα υποστηριζόµενα αυτά και σύµφωνα µε τα ως άνω που αποδείχθηκαν δεν κρίνονται βάσιµα και απλά ο ενάγων επέλεξε να αναζητήσει το κεφάλαιο του δανείου από το νοµικό πρόσωπο της εναγοµένης εταιρείας µε την οποία επίσης είχε οικονομική συνεργασία, την οποία έκρινε οικονομικά ισχυρότερη έναντι του µε σοβαρά οικονομικά προβλήματα εκπροσώπου της, Ν.

Κ.. Σε απάντηση της ως άνω εξωδίκου δηλώσεως η εναγοµένη εταιρία απέστειλε την από 20-5-2014 εξώδικη διαμαρτυρία πρόσκληση που απηύθηνε ατομικά στον ίδιο τον ενάγοντα και στην εταιρεία "....", αρνούµενη την απαίτηση του ενάγοντος εναντίον της ως αβάσιµη και ότι η επικαλούµενη σύμβαση δανείου, βάσει της οποίας κατατέθηκαν χρήματα σε λογαριασμό της, αφορούσαν τις προσωπικές σχέσεις του ενάγοντος και του νόµιµου εκπροσώπου της ίδιας και Προέδρου του ΔΣ της, ....

Τα ως άνω βεβαιώνει και ο μάρτυρας Βασίλειος Κατσούπης που εξετάστηκε µε επιμέλεια της εναγοµένης στο ακροατήριο του Πρωτοβαθµίου Δικαστηρίου και λόγω της ιδιότητάς του που συμμετείχε ως στέλεχος και στις δύο ως άνω εταιρείες έχει ίδια γνώση όσων καταθέτει. Ειδικότερα αναφέρει ότι η εναγοµένη εταιρία ήταν οικονομικά εύρωστη επιχείρηση µε τραπεζική χρηματοδότηση από δανειακές συμβάσεις που είχε, ώστε δεν είχε ανάγκη για σύναψη δανείου από τρίτο ιδιώτη και ότι γνωρίζει ότι το επίµαχο δάνειο αφορούσε τις προσωπικές σχέσεις του ενάγοντος µε το Ν.

Κ., την δε κατάθεση των χρημάτων από τον ενάγοντα στον λογαριασμό της εναγοµένης εταιρείας την πληροφορήθηκαν µετά τη δηµιουργία της παρούσας αντιδικίας, αφού προφανώς τα χρήματα αναλήφθηκαν από τον πραγµατικό δανειολήπτη (...) που λόγω της ιδιότητάς του ως νόµιµος εκπρόσωπος της εναγοµένης είχε πρόσβαση στον τραπεζικό λογαριασμό.

Αντίθετα, η κατάθεση του μάρτυρα Κ. Χ. που εξετάσθηκε µε επιμέλεια του ενάγοντος καθώς και αυτή του Κ. Π. στην ως άνω ένορκη βεβαίωση που προσκοµίζει ο ίδιος δεν κρίνονται πειστικές αφού πηγή γνώσεως όσων καταθέτουν αναφέρουν τον ίδιο τον ενάγοντα και διάφορους τρίτους. Επομένως αφού δεν αποδεικνύεται η επικαλούµενη κατάρτιση σύμβασης δανείου μεταξύ του ενάγοντος και της εναγοµένης εταιρείας πρέπει η ένδικη αγωγή κατά την κυρία βάση αυτής που έχει, δηλαδή τη σύμβαση δανείου να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιµη ......" Με βάση δε τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο, απέρριψε την έφεση του ενάγοντος - αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που κρίνοντας όμοια, είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή του ενάγοντος.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, αποφαινόμενο ότι δεν αποδείχθηκε η ουσιαστική βασιμότητα του αγωγικού ισχυρισμού, που αποτελούσε την ιστορική και νομική βάση της ένδικης αγωγής από σύμβαση δανείου μεταξύ των διαδίκων, με τις παραδοχές ότι το αιτούμενο ποσό, συνολικού ύψους 190.000 ευρώ, την απόδοση του οποίου αξιώνει ο αναιρεσείων από την αναιρεσίβλητη, ως χορηγηθέν από αυτόν δάνειο προς την τελευταία, δεν αφορούσε πράγματι δάνειο καταρτισθέν μεταξύ του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης, όπως ο αναιρεσείων ισχυριζόταν, αλλά ότι:

α) το ποσό αυτό χορηγήθηκε από τον αναιρεσείοντα στο μη διάδικο, Ν. Κ., νόμιμο εκπρόσωπο της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας, για ατομικό δανεισμό και εξυπηρέτησή του. β) Η χορήγηση του δανείου έγινε κατόπιν συμφωνίας των συμβαλλομένων (ενάγοντος και Ν. Κ.), με την κατάθεση του ποσού, σε λογαριασμό της αναιρεσίβλητης, στην ΑTTICA BANK, όπου τηρούσαν λογαριασμό τόσο ο αναιρεσείων, όσο και η αναιρεσίβλητη, προκειμένου να τα αναλάβει από αυτόν ο νόμιμος εκπρόσωπος της τελευταίας, Ν.

Κ., αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό. Και, γ) ο τελευταίος πράγματι ανέλαβε τα χρήματα από το λογαριασμό αυτό και τα διαχειρίστηκε για δικό του λογαριασμό και επομένως δεν πληρούνται οι όροι για να καταστεί απαιτητή η επιστροφή αυτού από την αναιρεσίβλητη, ορθά ερμήνευσε και δεν παραβίασε με τη μη εφαρμογή τους, τις αναφερθείσες στην αρχή της παρούσας διατάξεις των άρθρων 806 και 807 ΑΚ, καθόσον για την επί της ουσίας κρίση του, δεν αξίωσε στοιχεία περισσότερα από όσα απαιτεί ο νόμος για την ύπαρξη και θεμελίωση του επιδιωκόμενου δικαιώματος.

Ειδικότερα, το Εφετείο με τις προεκτεθείσες αναλυτικά παραδοχές του, δεν αξίωσε για την εγκυρότητα της δανειακής σύμβασης, τη σύνταξη ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ των συμβαλλομένων και τον προσδιορισμό συγκεκριμένου χρόνου απόδοσης του δανείου, ούτε τη λήψη απόφασης από το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης για την κατάρτιση της δανειακής σύμβασης και την καταχώριση των καταβολών του δανείου στα λογιστικά βιβλία της.

Οι σχετικές δε αναφορές του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφαση στις άνω παραλείψεις, αποτελούν επιχειρήματα με τα οποία αιτιολογεί γιατί δεν πείστηκε για συνδρομή των κρίσιμων περιστατικών, ως προς την κατάρτιση της δανειακής σύμβασης μεταξύ των διαδίκων. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το οικείο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση των άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, με τις αιτιάσεις ότι αξίωσε τα προαναφερθέντα στοιχεία για την εγκυρότητα της κατάρτισης της ένδικης δανειακής σύμβασης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που αναφέρεται σε παραβίαση από την προσβαλλόμενη των διατάξεων περί ερμηνείας των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, διότι δεν προσέφυγε σ' αυτές, ώστε να κρίνει τη μεταξύ αυτού και της εναγομένης (ήδη αναιρεσίβλητης) σχέση και έτσι εσφαλμένα κατέληξε ότι δεν είχε λάβει χώρα η μεταξύ τους σύμβαση δανείου, αλλά οι καταβολές αφορούσαν το νόμιμο εκπρόσωπο αυτής, είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας και τούτο, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι το εφετείο, ενώ διαπίστωσε ρητά ή έμμεσα κενό ή αμφιβολία, ως προς την έννοια της δικαιοπρακτικής δήλωσης βούλησης των συμβαλλομένων, στην επικαλούμενη σύμβαση, δεν προσέφυγε στους κανόνες αυτούς, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα.

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά, χωρίς να απαιτείται η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 1373/2019, ΑΠ 667/2018, ΑΠ 886/2017, ΑΠ 34/2016, ΑΠ 10/2008).

Ο όρος ''πράγματα'' στη διάταξη αυτή είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, νοούνται δηλαδή ως ''πράγματα'' οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 667/2018, ΑΠ 34/2016, ΑΠ 1209/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προβάλλει την από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι, το Εφετείο δέχτηκε πράγματα έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη περί τούτων και συγκεκριμένα δέχθηκε ότι, ''το επίδικο δάνειο αφορούσε προσωπικά το Ν.

Κ. και όχι την αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία, καθώς αυτός (Ν. Κ.) ... το έτος 2007, λόγω προσωπικών και οικογενειακών προβλημάτων βρέθηκε σε οικονομική ανάγκη και ο ενάγων προσφέρθηκε να τον εξυπηρετήσει δανείζοντας στον ίδιο χρηματικά ποσά'', πλην, όμως, η αναιρεσίβλητη δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο, που να αποδεικνύει τον αόριστο ισχυρισμό της, σε σχέση με το ποια ήταν συγκεκριμένα τα προσωπικά και οικογενειακά προβλήματα του ...

για τα οποία χρειάστηκε να δανεισθεί το υπέρογκο ποσό των 190.000 ευρώ'', ενώ ο ίδιος (αναιρεσείων) είχε ισχυρότατα αποδεικτικά έγγραφα στοιχεία απόδειξης του δανείου προς την αναιρεσίβλητη, ήτοι τα τραπεζικά καταθετήρια των επίδικων ποσών''. Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι πρωτίστως, απαράδεκτος, καθόσον, με την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στο παραπάνω άρθρο (559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ), πλήττεται η αναιρετικά, ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα), με επαναξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν επιτρέπεται, έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμησή τους, κατέληξε σε εσφαλμένη για τα πράγματα κρίση.

Σε κάθε, όμως, περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το εφετείο διαμόρφωσε την ουσιαστική του κρίση και κατέληξε στο άνω αποδεικτικό του πόρισμα της απόρριψης της αγωγής ως αβάσιμης, αφού έλαβε υπόψη του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, την προσκομισθείσα με επίκληση από τον ενάγοντα, με αριθμό ...

ένορκη βεβαίωση του μάρτυρά του, στο συμβολαιογράφο Αθηνών Κ. Κ. και όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν. Τέλος, ο από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει.

Έγγραφα, κατά τον προκείμενο λόγο αναίρεσης, είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. ΚΠολΔ αναφερόμενα ως αποδεικτικά έγγραφα, τα παρέχοντα άμεση ή έμμεση απόδειξη, στα οποία δεν περιλαμβάνονται τα έγγραφα, όπου αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως είναι τα πρακτικά συνεδρίασης των δικαστηρίων, κατά το μέρος τους, που περιέχουν καταθέσεις εξετασθέντων μαρτύρων, ούτε οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή Συμβολαιογράφου, κατά το μέρος τους που περιέχουν, αντίστοιχα, καταθέσεις εξετασθέντων μαρτύρων ή όσα ενόρκως βεβαίωσε ο μάρτυρας (ΑΠ 927/2020, ΑΠ 638/2018, ΑΠ 545/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρά του, Κ. Χ., ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία περιέχεται στα πρακτικά συνεδρίασης αυτού, καθώς και εκείνα που βεβαίωσε ενόρκως, ο μάρτυράς του, Κ.

Π., στην 3856/22-5-2015 ένορκη βεβαίωσή του, υποπίπτοντας έτσι στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ. Ωστόσο, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, διότι, κατά τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, τα πρακτικά συνεδρίασης του πιο πάνω δικαστηρίου και η ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα, κατά το μέρος που περιλαμβάνουν τα όσα οι τελευταίοι κατέθεσαν και βεβαίωσαν ενόρκως, αντίστοιχα, δεν αποτελούν ''έγγραφα'' υπό την έννοια της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, ώστε η τυχόν παραμόρφωση του περιεχομένου τους να ιδρύει τον άνω λόγο αναίρεσης.

Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το σχετικό νόμιμο αίτημά της (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-4-2019 (αριθμ. καταθ. 15/24-4-2019) αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 64/2017 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ