Legislator Case Law & Legislation
927/2020 AI generated

Supreme Court allows appeal against defamation verdict, remanding case for retrial due to procedural error.

Case Number 927/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against a lower court's decision imposing fines and detention for defamation. The appellants argued the lower court wrongly rejected their claim of abusive litigation tactics aimed at destroying their reputation and business. The court found the lower court erred in applying the law regarding abusive litigation, necessitating a retrial on the merits while awarding costs to the appellants.

Legislator headnote

AI generated

Art. 281 A.K.; Art. 559(1) C.P.D.: An appeal is admissible if a substantive legal rule was violated; the court must remand the case for retrial if the lower court incorrectly applied the law regarding abusive litigation despite the existence of factual grounds for such a finding.

Keywords

AI generated
abusive litigation defamation proceedings appeal admissibility substantive law violation remand for retrial legal costs allocation reputation protection

Cited Legislation

AI generated
Art. 281 A.K.
Art. 559(1) C.P.D.
Art. 495(4) C.P.D.
Art. 12(2) of Law 4045/2012

Cited Case Law

AI generated
OLAP 7/2006
OLAP 27/1998
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 927 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 927/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5η Μαρτίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1) Θ. συζ. Ε. Γ., το γένος Δ. Γ. και 2) Δ. Γ. του Ε., κατοίκων ... που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Σωτηρίου Αθανασάκου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων:1) Δ. Γ. του Π. και 2) Ε. Γ. του Π., κατοίκων ... που παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Πεπονά, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-11-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς.

Εκδόθηκαν η 3776/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 671/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11-1-2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδία.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 947 § 1 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τον εδώ κρίσιμο χρόνο (ήτοι πριν την αντικατάσταση του με το άρθρο όγδοο αρ.2 του ν.4335/2015) η οποία, κατά το μέρος της που προβλέπει ποινές, έχει χαρακτήρα κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον με αυτή θεσπίζεται ενοχή από αδικοπραξία, προκύπτει ότι η διαδικασία της έμμεσης αυτής αναγκαστικής εκτέλεσης διέρχεται δύο στάδια και απαιτεί την έκδοση δύο δικαστικών αποφάσεων.

Κατά το πρώτο στάδιο βεβαιώνεται με την απόφαση η υποχρέωση του εναγομένου σε παράλειψη ή ανοχή της πράξης, απειλούνται εναντίον του, για την περίπτωση παράβασης της σχετικής υποχρέωσής του, οι ποινές αθροιστικά και καθορίζονται το ποσό της χρηματικής ποινής και ο χρόνος της προσωπικής κράτησης. Κατά το δεύτερο στάδιο γίνεται διάγνωση της παράβασης, βεβαιώνεται δηλαδή VJ εκ μέρους του καθ' ου η εκτέλεση παραβίαση της υποχρέωσής του προς παράλειψη ή ανοχή και καταδικάζεται ο οφειλέτης στην καταβολή της χρηματικής ποινής και σε προσωπική κράτηση.

Κατά το δεύτερο αυτό στάδιο το δικαστήριο δεσμεύεται από το δεδικασμένο της, κατά το πρώτο στάδιο, εκδοθείσας απόφασης, που μπορεί να είναι και προσωρινό, αν η σχετική απόφαση εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, με την έννοια ότι δεν επιτρέπονται και είναι απαράδεκτοι ισχυρισμοί που τείνουν σε αμφισβήτηση των προϋποθέσεων, υπό τις οποίες υποχρεώθηκε ο οφειλέτης σε παράλειψη ή ανοχή.

Είναι δε διάφορο ζήτημα ο έλεγχος της διαγνωστικής κρίσης του δικαστηρίου, κατά το στάδιο της βεβαίωσης της παράβασης, για την οποία απειλήθηκε χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση, αν δηλαδή τα διαπιστωθέντα πραγματικά περιστατικά συνιστούν την παράβαση της διαταχθείσας υποχρέωσης προς παράλειψη, ή ανοχή και επομένως αν αυτά ορθά υπήχθησαν στην ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 947§1 ΚΠολΔ.

Από τις διατάξεις αυτές με τις οποίες ορίζεται κυρίως ο τρόπος της αναγκαστικής εκτελέσεως (έμμεσης) δικαστικής αποφάσεως που υποχρεώνει σε παράλειψη ή ανοχή ορισμένης πράξεως, προκύπτει ότι, μεταξύ των όρων του δικαιώματος του δανειστή να ζητήσει από το Μονομελές Πρωτοδικείο και κατά την διαδικασία των εργατικών διαφορών τη βεβαίωση της σχετικής παραβάσεως του οφειλέτη και την καταδίκη αυτού στη χρηματική ποινή και την προσωπική κράτηση που είχαν απειληθεί για την περίπτωση αυτή, είναι η ύπαρξη στην πρώτη (για τη βασική απαίτηση) απόφαση, που αποτελεί τον εκτελεστό τίτλο, διατάξεως με την οποία υποχρεώνεται ο οφειλέτης να παραλείψει ή να ανεχθεί ορισμένη πράξη και ακόμη η κοινοποίηση σ' αυτόν, πριν από την παράβαση που του αποδίδεται, από τον δανειστή της άνω αποφάσεως με επιταγή για εκτέλεση (ΚΠολΔ 924). (ΑΠ1273/1987).

2. Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο;όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα ουσιώδη σε σχέση με τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο. Ότι οι ενάγοντες, Δ. Γ. και Ε. Γ., εδώ αναιρεσίβλητοι με τους εναγόμενους εδώ αναιρεσείοντες, Θ.

Γ. και Δ. Γ., είναι συγγενείς και έχουν στην κυριότητά τους οριζόντιες ιδιοκτησίες,που διέπονται από τις διατάξεις του ν.3741/1929, επί των ευρισκομένων δυο πολυώροφων οικοδομών στη ..., επί των οδών ... (η 1η οικοδομή) και επί της συμβολής των οδών ...(η 2η).Ότι με αφορμή τη σύγχρηση των κοινόχρηστων πραγμάτων των πολυκατοικιών ανέκυψαν μεταξύ τους έριδες .διαπληκτισμοί και διαφωνίες για τη προσωρινή ρύθμιση των οποίων οι ανωτέρω ενάγοντες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς κατά των ανωτέρω εναγομένων την από 7-1-2014 αίτηση για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων επί της οποίας εκδόθηκε η 897/2014 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου(διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) .Ότι με την απόφαση αυτή, μεταξύ άλλων, 1) υποχρεώνεται προσωρινά η πρώτη καθής Θ.

Γ., (εδώ πρώτη αναιρεσείουσα) να επιτρέπει στον πρώτο αιτούντα Δ. Γ. (εδώ πρώτο αναιρεσίβλητο) την είσοδο και πρόσβαση στην κοινόχρηστη και κοινόκτητη πρασιά του οικοπέδου που βρίσκεται στη συμβολή των οδών ... και ... και να του παραδώσει τα κλειδιά της κλειδαριάς και του λουκέτου που τοποθέτησε στην αυλόπορτα επί της οδού ....2)Απαγορεύεται προσωρινά στον δεύτερο καθ'ου Δ.

Γ. εδώ δεύτερο αναιρεσείοντα να χρησιμοποιεί την παλιά σιδερένια εξωτερική σκάλα, που βρίσκεται στον οπίσθιο της οικοδομής ακάλυπτο χώρο επί της οδού ... με τον παρακάτω τρόπο, ήτοι να ανεβαίνει τη σκάλα αυτή μέχρι το πλατύσκαλο του Α-1 διαμερίσματος του πρώτου αιτούντος, Δ. Γ. και ακολούθως να στηρίζεται στο κιγκλίδωμα για να μεταπηδήσει στο οπίσθιο μπαλκόνι του ΑΙ διαμερίσματος της όμορης πολυκατοικίας επί της οδού ..., προκειμένου να εισέρχεται στην οικία της πρώτης καθ'ης, (Θ.

Γ.) μητέρας του. 3)Απαγορεύεται προσωρινά στους καθ'ων (εδώ αναιρεσείοντες) να αφήνουν καθημερινά, γατοτροφή σε διάφορα σημεία των κοινοχρήστων μερών των περιγραφόμενων στο σκεπτικό της παρούσας οικοδομών (στις πρασιές, στους ακάλυπτους χώρους, στη σκάλα, στο οπίσθιο μπαλκόνι του πρώτου αιτούντος) ή να τα εκσφενδονίζουν από το διαμέρισμα τους, με σκοπό την προσέλκυση αδέσποτων γατών.4)Υποχρεώνονταιι προσωρινά οι καθ'ων (αναιρεσείοντες) να απέχουν από το να απευθύνουν τον λόγο υβριστικά σε βάρος των αιτούντων (εδώ αναιρεασιβλήτων) 5)Υποχρεώνει προσωρινά τον δεύτερο καθ'ουΔ.

Γ. (εδώ δεύτερο αναιρεσείοντα) να μην επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε κεραίες τηλεοράσεως, ηλιακούς θερμοσίφωνες και στην εγκατάσταση φυσικού αερίου που εξυπηρετούν αποκλειστικά τις ανάγκες των αιτούντων (αναιρεσιβλήτων) στους κοινόχρηστους χώρους των παραπάνω οικοδομών. Και τέλος. Απειλεί "κατά των πρώτης και δεύτερου των καθ'ων χρηματική ποινή χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ και προσωπική κράτηση ενός (1) μήνα για κάθε παράβαση των παραπάνω διατάξεων του διατακτικού της παρούσας απόφασης.

Ότι ακριβές αντίγραφο της απόφασης αυτής με την από 27/5/2014 επιταγή, με την οποία οι ενάγοντες (εδώ αναιρεσίβλητοι) καλούσαν τους εναγόμενους (εδώ αναιρεσείοντες) να συμμορφωθούν με το διατακτικό της απόφασης διαφορετικά θα επιβληθούν οι πιο πάνω ποινές για κάθε παράβαση, οι ενάγοντες επέδωσαν στους εναγόμενους την 27/5/2014 (υπ' αριθμ. .../27.5.2014 και .../27.5.2014 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δ.

Μ.) και την ίδια ημέρα τους επέδωσαν και ακριβές αντίγραφο της από 27/5/2014 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 3268/2014 αγωγής τους για την κύρια υπόθεση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (υπ' αριρθμ. .../27.5.2014 και .../27.5.2014 εκθέσεις επίδοσης του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή). Ότι , όμως, οι εναγόμενοι δεν συμμορφώθηκαν στο διατακτικό της ανωτέρω απόφασης, αλλά εξακολουθούσαν και μετά την επίδοση της απόφασης και της επιταγής να έχουν την ίδια συμπεριφορά, προσβάλλοντας με τον ίδιο τρόπο το δικαίωμα της συγκυριότητας των εναγόντων στα κοινόχρηστα μέρη των πολυκατοικιών, της ακώλυτης χρήσης των ιδιοκτησιών τους και του σεβασμού στην προσωπικότητα τους.

Ότι, ειδικότερα, ο δεύτερος εναγόμενος εξακολουθεί να χρησιμοποιεί την εξωτερική πεπαλαιωμένη μεταλλική σκάλα για να μεταβαίνει με τον ίδιο παράδοξο και επικίνδυνο τρόπο από το ισόγειο διαμέρισμα του στο διαμέρισμα της μητέρας του, προκαλώντας την ίδια αναστάτωση εξαιτίας του θορύβου από τους κραδασμούς της.

Ότι το γεγονός ότι χρησιμοποιεί τη σκάλα θέτοντας σε κίνδυνο τη σωματική του ακεραιότητα, ενώ θα μπορούσε να χρησιμοποιεί το κλιμακοστάσιο της πολυκατοικίας, καταδεικνύει ότι ο δεύτερος εναγόμενος συμπεριφέρεται με τον τρόπο αυτό προκειμένου να εξακολουθήσει να προκαλεί ενόχληση και ανησυχία κυρίως στον πρώτο ενάγοντα και στην οικογένεια του αλλά και στη δεύτερη ενάγουσα.

Ότι επίσης εξακολουθούν αδέσποτες γάτες να εισέρχονται, να περιφέρονται και να αφοδεύουν στους ακάλυπτους χώρους, η δε προσέλκυση τους οφείλεται στο γεγονός ότι η πρώτη εναγόμενη και μετά την επίδοση της απόφασης και της επιταγής εξακολουθεί να ρίπτει γατοτροφές σε διάφορα σημεία των ακάλυπτων χώρων, αν και γνωρίζει ότι οφείλει να απέχει από τη πράξη αυτή.

Ότι, ακόμη , οι εναγόμενοι εξακολουθούν να εξυβρίζουν τους ενάγοντες, παρά την υποχρέωση που τους επέβαλε η πιο πάνω απόφαση να απέχουν από τέτοια συμπεριφορά. Ότι, ειδικότερα, την 5/5/2014 ευρισκόμενοι στην οικία της πρώτης εναγόμενης η τελευταία φωνάζοντας προκειμένου να ακουστεί από τον πρώτο ενάγοντα, το διαμέρισμα του οποίου βρίσκεται ακριβώς δίπλα, εξύβρισε τους ενάγοντες ως εξής: "Να πάει να γαμηθεί ο πούστης εγώ κλειδιά δεν του δίνω, να πάτε να γαμηθείτε όλες σας που θα μου κάνετε εμένα κουμάντο στα σπίτια μου, τα σπίτια είναι δικά μου ...

εγώ είμαι η αυθεντική κληρονόμος, δεν θα μου πει κανένας εμένα από που θα μπαίνω και από που θα βγαίνω, καθίκια . . .", ενώ ο δεύτερος εναγόμενος είπε ότι: "Ας τολμήσουν να μπουν στην πρασιά και θα δούνε", την 4/6/2014 η πρώτη εναγόμενη απευθυνόμενη στη δεύτερη ενάγουσα της είπε "θα σας τακτοποιήσω εγώ και εσένα και τον πούστη τον αδελφό σου", την 7/6/2014 η πρώτη εναγόμενη ευρισκόμενη στο διαμέρισμα της φωνάζοντας δυνατά για να την ακούσουν οι ενάγοντες είπε "να πάει να γαμηθεί ο πούστης, εγώ κλειδί δεν του δίνω, καλύτερα να πεθάνω παρά να του το δώσω.

Να έρθει να μου το ζητήσει εμένα το κλειδί και θα τον τακτοποιήσω εγώ", ενώ η πρώτη εναγόμενη εξυβρίζει τη μητέρα των εναγόντων, Ο. Γ. και τη σύζυγο του πρώτου ενάγοντος με τις λέξεις "μας το παίζετε παστρικές", "καριόλα", "σκρόφα" και "βρωμιάρα".

Με βάση τα περιστατικά αυτά και παράθεση διαφόρων επιχειρημάτων το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν οι ανωτέρω παραβάσεις του διατακτικού της 897/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και κατέληξε ότι συντρέχει λόγος να επιβληθεί σε βάρος της πρώτης εναγόμενης η χρηματική ποινή των 3.000 ευρώ (1.500 ευρώ Χ 2) προς κάθε ένα των εναγόντων (για την παράβαση της υποχρέωσης της να παραλείπει να προσελκύει γάτες με τη ρίψη γατοτροφών και να απευθύνεται εξυβριστικά και απειλητικά προς τους ενάγοντες) και να επιβληθεί σε βάρος του δεύτερου εναγόμενου η χρηματική ποινή ποσού 3.000 ευρώ (1.500 ευρώ Χ 2) προς κάθε ένα των εναγόντων και προσωπική κράτηση 4 μηνών (για την παράβαση της υποχρέωσης του να παραλείπει να χρησιμοποιεί τη μεταλλική σκάλα και ύβρεις προς τους ενάγοντες).

Κατόπιν τούτων, δέχθηκε και κατ'ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων-εναγομένων εξαφάνισε την εκεί εκκαλουμένη ,δίκασε εκ νέου την αγωγή και αφού βεβαίωσε τις ανωτέρω παραβάσεις του διατακτικού της 897/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς καταδίκασε τους αναιρεσείοντες- εναγόμενους στα ανωτέρω ποσά χρηματικών ποινών και τον δεύτερο εξ αυτών σε προσωπική κράτηση διάρκειας συνολικά 4 μηνών. .Με τις ανωτέρω παραδοχές και κρίσεις το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση του κατά το μέρος που βεβαιώνει παράβαση της διάταξης του διατακτικού της 897/28.4.2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς με την οποία υποχρεώνονται προσωρινά οι αναιρεσείοντες να απέχουν να απευθύνουν το λόγο υβριστικά σε βάρος των αναιρεσιβλήτων- εναγόντων, η οποία (παράβαση) κατά τις παραδοχές έλαβε χώρα με εξύβριση των εναγόντων την 5.5.2014 ήτοι πριν από την επίδοση στους εναγόμενους την 27-5-2014 επιταγής προς εκούσια συμμόρφωση με το διατακτικό της 897/2014 απόφασης παραβίασε ευθέως την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 947παρ.1 ΚΠολΔ με εσφαλμένη υπαγωγή, σύμφωνα με τα ανωτέρω αρ.1 διαλαμβανόμενα.

Επομένως ο τρίτος λόγος της αιτήσεως κατ ορθή νομική υπαγωγή από τον αρ.1 του άρθρου 559ΚΠολΔ,κατά το πρώτο μέρος του είναι βάσιμος. Η έρευνα του ίδιου τρίτου λόγου ,κατά το δεύτερο μέρος του ,που αφορά τον δεύτερο αναιρεσείοντα, με τον οποίο αποδίδεται εκ πλαγίου παράβαση του άρθρου 947 παρ. 1 ΚΠολΔ, λόγω παραβίασης της ίδιας ανωτέρω διάταξης του διατακτικού της 897/2014 απόφασης (αποχής από απεύθυνση εξυβριστικών φράσεων) αποβαίνει περιττή, τούτο διότι καλύπτεται από την εμβέλεια του άνω γενόμενου δεκτού τρίτου λόγου κατά το πρώτο μέρος του.

Τέλος, κατά τα λοιπά (εκτός της ανωτέρω παράβασης που έλαβε χώρα την 5-5-2014)υπό τις ανωτέρω διαλαμβανόμενες παραδοχές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε και προσηκόντως εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 947παρ.1 ΚΠολΔ και ο πρώτος λόγος της αιτήσεως ,κατά το πρώτο μέρος του με τον οποίο αποδίδεται η από τον αρ. 1 του άρθρου 559ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια είναι αβάσιμος. 3.

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2ΚΠολΔ.Ο ισχυρισμός δε πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος.

Έτσι η αοριστία της αγωγής, που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, για να στηρίξει παραδεκτά προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14ΚΠολΔ πρέπει να έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα νόμιμα, διότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ και ειδικά δεν αφορά τη δημόσια τάξη.

Στην προκείμενη περίπτωση ο πρώτος λόγος της αιτήσεως κατά το δεύτερο μέρος του με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο αν και η αγωγή ήταν αόριστη ,κατ' εκτίμηση από τον αρ. 14 του άρθρου559ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι οι αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν στο αναιρετήριο ότι τον περί αοριστίας ισχυρισμό, στον οποίο στηρίζεται ο ως άνω λόγος αναίρεση, πρότειναν, ως όφειλαν ,στο δικαστήριο της ουσίας.

4. Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Δεν αποκλείεται, βέβαια, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 2/2008 και 14/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο και το δεύτερο μέρος του, αποδίδεται στο Εφετείο η αναιρετική πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη των εκεί αναφερομένων αποδεικτικών μέσων,ενόρκων βεβαιώσεων και εγγράφων, που οι αναιρεσείοντες είχαν νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει ενώπιον του, από τα οποία ,κατά τους ισχυρισμούς τους αποδεικνύεται ότι αυτοί δεν παραβίασαν το διατακτικό της 897/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.

Από τη διαλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση ,ότι λήφθηκαν υπόψη οι ... και .../13-3-2015 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιώς Ε. Σ.-Β., που λήφθηκαν με επιμέλεια των εναγομένων ήδη αναιρειόντων και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν καθώς και τις διαλαμβανόμενες σ' αυτήν αξιολογικές κρίσεις στις καταθέσεις των ενόρκως βεβαιούντων στις ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις Μ. -Χ.

Μ. και Ε. Θ. και τις αιτιολογίες της απόφασης σχετικά με το προβαλλόμενο με τον ερευνώμενο εδώ λόγο αναίρεσης ζήτημα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τις πιο πάνω αποδείξεις, ενώ υπό την επίφαση προβολής του λόγου αυτού με τις εκεί αιτιάσεις πλήττεται απαραδέκτως η ουσία της υπόθεσης.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος του,κατ' ορθή νομική υπαγωγή από τον αρ.11 γ του άρθρου 559ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. 5. Ο από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει .Έγγραφα, κατά τον προκείμενο λόγο αναιρέσεως, είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432 επ.

ΚΠολΔ αναφερόμενα ως αποδεικτικά έγγραφα, τα παρέχοντα άμεση ή έμμεση απόδειξη, στα οποία δεν περιλαμβάνονται τα έγγραφα, όπου αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως είναι τα πρακτικά συνεδριάσεως των δικαστηρίων, κατά το μέρος τους που περιέχουν καταθέσεις εξετασθέντων μαρτύρων, ούτε οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή Συμβολαιογράφου, κατά το μέρος τους που περιλαμβάνει τα υπό του μάρτυρος ενόρκως βεβαιωθέντα (ΑΠ 25/2011, ΑΠ7/2007)., Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως, κατά το τρίτο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ.20 του άρθρου 559ΚΠολΔ ,υπό την επίκληση ότι το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο της εκεί αναφερομένης ένορκης βεβαίωσης και συγκεκριμένα τα βεβαιωθέντα ενόρκως στην .../13-3-2015 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιά Ε.

Σ. - Β. από την Μ.- Χ. Μ..Όμως ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, η ένορκη αυτή βεβαίωση, κατά το μέρος που περιλαμβάνει τα υπό του άνω μάρτυρος ενόρκως βεβαιωθέντα, δεν αποτελεί "έγγραφο" υπό την έννοια του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, ώστε η τυχόν παραμόρφωση του περιεχομένου της να ιδρύει τον άνω λόγο αναιρέσεως.

Επίσης, ο ίδιος δεύτερος λόγος, κατά το τέταρτο μέρος του, με τον οποίο ψέγεται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν δηλαδή τους προταθέντες ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων-εναγομένων ότι " ουδέποτε έλαβαν χώρα τα πραγματικά περιστατικά σε βάρος των εναγόντων" είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον οι ανωτέρω αρνητικοί της αγωγής ισχυρισμοί δεν συνιστούν πράγματα κατά την έννοια του άρ.8 του άρθρου 559ΚΠολΔ και υπό την επίκληση της μη λήψης υπόψη αυτών δεν ιδρύεται ο επικαλούμενος, κατ εκτίμηση από τον αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

αναιρετικός λόγος.(ολΑΠ3/1997). 6.Κατά το άρθρο 281 ΑΚ. η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίσουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσας καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσας για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων.

Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκεί και η επέλευση δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην ελάσσονα του διά την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του. (Ολ.

Α.Π. 7/2002, 8/2001) Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα προέκυψαν τα ακόλουθα: Οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες προς απόκρουση της ένδικης αγωγής πρότειναν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του ασκουμένου αγωγικού δικαιώματος για την καταδίκη σε χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση σε βάρος τους λόγω παράβασης του διατακτικού της 897/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την οποία επανέφεραν νόμιμα στο Εφετείο, που επιλήφθηκε κατόπιν έφεσης αυτών κατά της πρωτόδικης απόφασης.

Ειδικότερα ισχυρίσθηκαν ότι εδώ και δυο έτη, από την άσκηση της ένδικης αγωγής (οι ενάγοντες) τους βομβαρδίζουν συνεχώς με εξώδικα, μηνύσεις και αγωγές ,οι οποίες βλάπτουν βάναυσα την τιμή και την υπόληψη τους, ότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε για άλλο σκοπό από αυτόν που αναφέρει ,ότι οι ενάγοντες πραγματικό στόχο έχουν την κυριαρχία στη συνιδιοκτησία, την εκμηδένιση της δυνατότητάς τους να αμυνθούν ,την εκδίωξη από την οικία τους, πράγμα το οποίο έχουν εν μέρει καταφέρει και την οικονομική εκμετάλλευση του θέματος ,με αποτέλεσμα την οικονομική τους καταστροφή όπως και την επαγγελματική του δεύτερου εξ αυτών ,καθώς έχει ασκηθεί πληθώρα μηνύσεων ,η δε ευδοκίμησή τους και η δημιουργία ποινικού μητρώου θα δημιουργήσει στον τελευταίο βαρύτατο ζήτημα στην εργασία του ως ορκωτού λογιστή.Με αυτό το περιεχόμενο, ο ισχυρισμός περί καταχρηστικής άσκησης δεν ήταν νόμιμος ,όπως δέχθηκε και το δικαστήριο της ουσίας, τούτο διότι και αληθής υποτιθέμενος ο ισχυρισμός ότι οι ενάγοντες επιδιώκουν με την ένδικη αγωγή άλλο σκοπό από τον αναφερόμενο σ'αυτή σε συνδυασμό με τα λοιπά επικαλούμενα περιστατικά μεταγενέστερα του χρόνου άσκησης του αγωγικού δικαιώματος δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση..

Επομένως, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση ορθώς ερμήνευσε και προσηκόντως εφάρμοσε την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281ΑΚ και ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται ,κατ εκτίμηση ,η από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ .αναιρετική πλημμέλεια είναι αβάσιμος.

7.Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος που βεβαιώνει παράβαση της διάταξης του διατακτικού της ανωτέρω 897/2014 απόφασης από τους αναιρεσείοντες με ύβρεις κατά των αναιρεσιβλήτων που έλαβαν χώρα τη 5-5-2014 και τη καταδίκη λόγω της παράβασης αυτής σε χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση σε βάρος του δεύτερου, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω έρευνα στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παράβολου σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν.4045/2012 στον καταθέσαντα. Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων που κατέθεσαν προτάσεις βαρύνουν τους αναιρεσίβλητους που ηττήθηκαν (ΚΠολΔ 176,183,191).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 671/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα αναιρεσείοντα.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Πειραιώς, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Αυγούστου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ