Appeal dismissed for inadmissibility due to vague grounds under Article 559(19) of the Code of Civil Procedure.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision regarding property ownership claims. The appellants argued the lower court failed to apply substantive law correctly, but the court found their grounds under Article 559(19) of the Code of Civil Procedure were too vague and lacked necessary factual details. Consequently, the appeal was declared inadmissible because it did not sufficiently specify the factual premises or the exact nature of the alleged legal error.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 495(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if it fails to specify the factual premises, the specific claim or objection, and the precise nature of the court's error regarding substantive law application.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 638 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 638/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 10η Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Α. χήρας Α. Κ., το γένος Α. Σ., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο 2. Ρ. Κ. του Α., συζ. Χ. Κ., κατοίκου ..., 3. Ν. Κ. του Α., συζ. Π. Π., κατοίκου ως άνω, 4. Α. Κ. του Α., κατοίκου ως άνω 5. Μ. Κ. του Α. και Α., κατοίκου, ως άνω, 6.Π. χήρας Α. Κ., το γένος Θ. και Μ. Κ., κατοίκου ...,7.Ε. Γ. του Α. και Μ., κληρονόμου της αρχικής εναγούσης μητρός του Μ.
Π. Κ., κατοίκου ..., 8.Π. Γ. του Α. και Μ., ως κληρονόμου της αρχικής εναγοΰσης μητρός του Μ. Π. Κ., κατοίκου ..., 9.Χ. Κ. του Π., κατοίκου ..., 10.Κ. χήρας Χ. Χ., το γένος Π. και Μ. (Α.) Κ., κατοίκου ..., 11.Θ. Κ. του Π., κατοίκου ..., 12.Γ. συζ. Β. Φ., το γένος Π. και Μ. (Α.) Κ., κατοίκου ..., 13.Ι. χήρας Λ. Ζ., το γένος Π. και Μ. (Α.) Κ., κατοίκου ..., 14. Σ.
Κ. του Π. και Μ. (Α.), συζ. Κ. Φ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Χρίστο Καυκούλα. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος δήλωσε ότι η 1η αναιρεσείουσα απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους 2η 3η 4η 5η των αναιρεσειουσών, οι οποίες συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη. Των αναιρεσίβλητων: 1.
Ε. Λ. του Α., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της κατά την 24/11/2011 αποβιωσάσης και αρχικώς εναγομένης συζύγου του, Α. συζ. Ε. Λ., το γένος Π. και Β. Κ. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2. Μ. Κ. Κ. του Π., κατοίκου Αθηνών δια τον εαυτό της ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της κατά την 24/11/2011 αποβιωσάσης και αρχικώς εναγομένης Α.
συζ. Ε. Λ., το γένος Π. και Β. Κ. Κ., 3. Α. συζ. Θ. Γ., το γένος Π. Κ. Κ., κατοίκου ..., δια τον εαυτό της ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της κατά την 24/11/2011 αποβιωσάσης και αρχικώς εναγομένης Α. συζ. Ε. Λ., το γένος Π. και Β. Κ. Κ., 4.Α. Κ. Κ. του Π. και Β., κατοίκου ..., δια τον εαυτό του ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της κατά την 241/11/2011 αποβιωσάσης και αρχικώς εναγομένης Α.
συζ. Ε. Λ., το γένος Π. και Β. Κ. Κ., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Παναγιώτη Σαπουντζάκη, 5.
Α. συζ. Π. Κ., το γένος Κ. και Ι. Κ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Άννας Γεωργακά - Βαϊνανίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-9-2003 αγωγή των αρχικών εναγόντων και την από 7-2-2004 προσεπίκληση-παρεπίμπτουσα αγωγή της ήδη 5ης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6619/2010 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 1070/2013 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-2-2015 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου, ανέγνωσε την από 21-9-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, οι πληρεξούσιοι των παρόντων αναιρεσίβλητων να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 576 παρ. 1-3, 568 παρ. 1 και 4 και 498 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Σε περίπτωση δε απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 104 του ίδιου Κώδικα, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, είτε με ιδιωτικό έγγραφο, εφόσον η υπογραφή εκείνου που παρέχει την πληρεξουσιότητα βεβαιώνεται από δημόσια, δημοτική ή άλλη αρχή ή από δικηγόρο. Με αυτή παρέχεται το δικαίωμα στον πληρεξούσιο δικηγόρο να ενεργεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις που αφορούν στη διεξαγωγή της δίκης ( π.χ.
άσκηση ενδίκων μέσων), καθώς και να παρίσταται στις αντίστοιχες δίκες. Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο ελέγχει αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη της πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της (ολΑΠ 13/2008).
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι στην περίπτωση κατά την οποία είναι απόντες οι φερόμενοι ως ασκήσαντες την αναίρεση διάδικοι, χωρίς να αποδεικνύεται πληρεξουσιότητα για την άσκησή της, αυτή απορρίπτεται ως απαράδεκτη, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν κλητευθεί νόμιμα, ώστε να είναι έγκυρη η συζήτηση της αναίρεσης, ενώ χωρίζεται η υπόθεση για όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νόμιμα και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 401/2017, ΑΠ188/2014).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 143 παρ.3, 104 και 96 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η επίδοση της κλήσης για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης μπορεί να γίνει εγκύρως και στον δικηγόρο που υπογράφει την αίτηση, ως πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος και ο οποίος τεκμαίρεται ότι τυγχάνει αντίκλητος του για την υπόθεση για την οποία υπέγραψε το σχετικό δικόγραφο και έχει, ως εκ τούτου, την κατά το άρθρο 142 του ίδιου Κώδικα εξουσία, να παραλαμβάνει δηλαδή τα προς τον διάδικο που τον διόρισε απευθυνόμενα και αφορώντα στην υπόθεση δικόγραφα(ΑΠ 448/2011).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ.γ1 και δ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδάφ.β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου.
Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως ή εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσης του κατά την αρχική δικάσιμο (ΑΠ 458/2015).
Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 περ.α', 287, 289-292 ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγο διακοπής της δίκης αποτελεί και ο θάνατος διαδίκου, ο οποίος όμως πρέπει να γνωστοποιηθεί στον αντίδικο του αποβιώσαντος από πρόσωπο που δικαιούται να επαναλάβει τη δίκη, χωρίς δε έγκυρη γνωστοποίηση η δίκη συνεχίζεται κανονικά σαν να μην εχώρησε αυτή και οι διαδικαστικές πράξεις που επιχειρήθηκαν στο όνομα προσώπου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή είναι έγκυρες, εφόσον έγιναν μετά την έναρξη της επιδικίας και μέχρι την προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η δικαστική απόφαση , διότι μετά το πέρας αυτής (προφορικής συζήτησης) και μέχρι την έκδοση της απόφασης δεν υπάρχει στάδιο διακοπής της δίκης και η απόφαση εκδίδεται εγκύρως στο όνομα των αρχικών διαδίκων (ΑΠ 65/2004).
Η γνωστοποίηση μπορεί να γίνει μόνο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο που καταχωρείται στα πρακτικά ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεις. Αντίθετα δεν μπορεί να γίνει με τις προτάσεις, αφού αυτές δεν επιδίδονται στον αντίδικο (ΑΠ 826/2005). Η δίκη που έχει διακοπεί μπορεί να επαναληφθεί εκουσίως με ρητή ή σιωπηρή δήλωση εκείνου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, που μπορεί να γίνει και ταυτόχρονα με την περί διακοπής δήλωση, οπότε επέρχεται άμεση επανάληψη της δίκης (ολΑΠ 22/2000).
Η διακοπή επέρχεται από την γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι τη στιγμή της επέλευσης του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντα διαδίκου.
Συνεπώς, ο αντίδικος εκείνου του διαδίκου που πέθανε δεν νομιμοποιείται να προβεί στη γνωστοποίηση του θανάτου του, ούτε η τυχόν τέτοια δήλωσή του επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, ο σχετικός δε ισχυρισμός του απορρίπτεται ως αλυσιτελής, γιατί προβάλλεται χωρίς έννομο συμφέρον. Ο ίδιος, όμως, διάδικος, δηλαδή, ο αντίδικος εκείνου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης και ο ομόδικος του μπορούν να προκαλέσουν την επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί, προσκαλώντας τον τελευταίο για το σκοπό αυτό με κοινοποίηση δικογράφου, ενώ μπορεί να του γνωστοποιήσει την πρόσκληση και πριν από την γνωστοποίηση του γεγονότος που προκάλεσε τη διακοπή (θανάτου), θεωρώντας ότι αυτή επήλθε, οπότε, στην τελευταία αυτή περίπτωση, η δίκη επαναλαμβάνεται αυτοδικαίως τριάντα ημέρες μετά την κοινοποίηση της πρόσκλησης.
Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του), ο οποίος, όμως, δεν μπορεί να κληθεί για επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί πριν περάσει η τετράμηνη προθεσμία της αποποίησης ή πριν χάσει με οποιονδήποτε άλλο τρόπο το δικαίωμα της αποποίησης.
Και αυτά ανεξάρτητα από το εάν, κατά την κρίση του επισπεύδοντα (προσκαλούντα), ο κληρονόμος του αρχικού αντιδίκου του έχει ή όχι έννομο συμφέρον να συνεχίσει τη δίκη, εφόσον γι'αυτό θα αποφανθεί το δικαστήριο μετά από ακρόαση και του τελευταίου. Η πρόσκληση, εξάλλου, προς αναγκαστική επανάληψη της δίκης γίνεται όχι μόνο με κοινοποίηση δικογράφου που περιέχει τα απαιτούμενα κατά το άρθρο 118 ΚΠολΔ στοιχεία και κατατίθενται στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί η δίκη, που έχει ήδη διακοπεί, αλλά και με οποιοδήποτε άλλο αυτοτελή δικόγραφο, όπως λ.χ.
με την κλήση προς περαιτέρω συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 1705/2008, ΑΠ 1420/2005, ΑΠ 535/2003). Σχετικά με το κύρος των διαδικαστικών πράξεων που ενεργούνται μετά τη διακοπή της δίκης, το άρθρο 289 ΚΠολΔ ορίζει ότι κάθε διαδικαστική πράξη, εκτός από την έκδοση της απόφασης, αν γίνει μετά τη διακοπή της δίκης και πριν από την επανάληψή της, είναι άκυρη.
Δεν δημιουργείται όμως ακυρότητα των πράξεων που ενεργεί ο διάδικος υπέρ του οποίου η διακοπή της δίκης ή εφόσον αυτός εγκρίνει τις πράξεις που επιχειρήθηκαν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να επιχειρήσει ο διάδικος μετά τη βίαιη διακοπή της δίκης έγκυρη διαδικαστική πράξη πρέπει να επαναλάβει τη δίκη.
Η ακυρότητα των διαδικαστικών πράξεων που επιχειρούνται μετά τη διακοπή της δίκης και πριν από την επανάληψη αυτής με νόμιμο τρόπο, πρέπει να ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης εισάγεται για συζήτηση η από 9/2/2015 αίτηση των Α.
Κ., Ρ. Κ., Ν. Κ., Α. Κ., Μ. Κ., Π. Κ., Ε. Γ., Π. Γ., Χ. Κ., Κ. Χ., Θ. Κ., Γ. Φ., Ι. Ζ. και Σ. Κ. κατά των Ε. Λ., Α. Γ., Α. Κ. και Α. Κ. για αναίρεση της 1070/2013 απόφασης του Εφετείου Πειραιά. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά του οικείου πινακίου εμφανίστηκε ο δικηγόρος Χρίστος Καυκούλας, ο οποίος δήλωσε ότι παρίσταται και εκπροσωπεί στη δίκη αυτή τους αναιρεσείοντες, ως πληρεξούσιος δικηγόρος τους.
Στη συνέχεια, με προφορική του δήλωση που καταχωρίστηκε στα πρακτικά συνεδρίασης γνωστοποίησε το θάνατο της πρώτης των αναιρεσειόντων Α. Κ. και ότι την εξαιτίας του γεγονότος αυτού βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, δεύτερη έως και πέμπτη των αναιρεσειουσών. Πράγματι, από τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι τελευταίες προκύπτει ότι η Α.
Κ. απεβίωσε στις 23/9/2011, δηλαδή πριν από την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Το γεγονός όμως αυτό δεν γνωστοποίησαν οι πιο πάνω αναιρεσείουσες στον εν λόγω πληρεξούσιο δικηγόρο τους, ο οποίος, αγνοώντας το θάνατο της Α. Κ. άσκησε την κρινόμενη αίτηση και στο όνομά της (βλ. την από 9/1/2018 έγγραφη δήλωση συνέχισης δίκης και νομιμοποίησης των αναιρεσειόντων).
Συνεπώς η δίκη συνεχίζεται νομίμως από τις πιο πάνω αναιρεσείουσες, ατομικά, αλλά, όπως δεν αμφισβητείται, και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους πρώτης των αναιρεσειόντων, στη θέση της οποίας υπεισέρχονται, χωρίς να δημιουργείται ακυρότητα της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτήν. Περαιτέρω από τα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο οι αναιρεσείοντες Π.
Γ. και Ι. Ζ., ως προς τους οποίους από τα διαδικαστικά έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία δεν προκύπτει ότι χορήγησαν δικαστική πληρεξουσιότητα για να τους εκπροσωπήσει στη δίκη ο πιο πάνω δικηγόρος, πλην όμως αυτοί κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατ' άρθρο 143 ΚΠολΔ, από την αντίδικο τους που επισπεύδει τη συζήτηση, πέμπτη των αναιρεσιβλήτων Α.
Κ., για να παραστούν στη δίκη κατά την αρχική δικάσιμο της 4/10/2017, οπότε η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε από το πινάκιο για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, χωρίς να απαιτείται η εκ νέου κλήτευσή τους (βλ. την από .../19.6.2017 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Καλομοίρας Πυττερού που επικαλείται και προσκομίζει η πιο πάνω αναιρεσίβλητη, από την οποία προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με κλήση για συζήτηση κατά την παραπάνω δικάσιμο επιδόθηκε στον εν λόγω δικηγόρο που υπέγραψε ως πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων κάτω από το δικόγραφο της αίτησης).
Επομένως η αίτηση αναίρεσης ως προς τους παραπάνω αναιρεσείοντες πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη. Τέλος, όπως προκύπτει από τα ίδια πρακτικά συνεδρίασης, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ο πρώτος αναιρεσίβλητος Ε.
Λ., για τον οποίο οι νομίμως παριστάμενοι δεύτερη, τρίτη, τέταρτος και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου γνωστοποίησαν ότι απεβίωσε στις 10/7/2016 και ότι αυτός κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα τέκνα του από τον πρώτο γάμο του με την Κ. Κ., Α. Λ.
και Μ. Λ. (καθώς η σε δεύτερο γάμο σύζυγος του Α. Κ. έχει προαποβιώσει το έτος 2011), προς τους οποίους η πέμπτη αναιρεσίβλητη που επισπεύδει τη συζήτηση επέδωσε ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με κλήση για να παραστούν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στην αρχική δικάσιμο της 4/10/2017 (βλ. τις ... και .../20.6.2017 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Καλομοίρας Πυττερού).
Η εν λόγω όμως γνωστοποίηση, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη, δεν έγινε νομότυπα με τους τρόπους που προαναφέρθηκαν από εκείνους υπέρ των οποίων επήλθε η διακοπή, δηλαδή από τους επικαλούμενους πιο πάνω κληρονόμους του ούτε δηλώθηκε η πρόθεση των τελευταίων να επαναλάβουν τη δίκη. Με τα δεδομένα αυτά, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αναίρεσης ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο, λόγω δε της σχέσης απλής ομοδικίας που υπάρχει μεταξύ των διαδίκων διεκδικητικής αγωγής (ΑΠ 1412/2014), όπως στην προκείμενη περίπτωση, πρέπει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 576 παρ.3 ΚΠολΔ, να χωριστεί η υπόθεση ως προς αυτόν και, ακολούθως, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τους λοιπούς νομίμως παριστάμενους διαδίκους.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 256 παρ.1, 258, και 259παρ.1 ΚΠολΔ με εκείνη του άρθρου 438 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται, ότι τα πρακτικά του δικαστηρίου, ως δημόσιο έγγραφο, εφ' όσον έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όσα βεβαιώνονται σ' αυτά ότι έγιναν ενώπιον του συντάκτη τους, ως προς τη συζήτηση και το περιεχόμενο της, μεταξύ των οποίων και για την παράσταση των πληρεξούσιων δικηγόρων των διαδίκων, ενώ ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνον με την προσβολή τους ως πλαστών (ΑΠ 814/2017).
Περαιτέρω όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 312 ΚΠολΔ το περιεχόμενο της δικαστικής απόφασης αποτελεί πλήρη απόδειξη για ό,τι αφορά, μεταξύ άλλων, την εμφάνιση και την εκπροσώπηση των διαδίκων, η αποδεικτική όμως δύναμη του περιεχομένου της μπορεί να ανατραπεί από το τυχόν αντίθετο περιεχόμενο των πρακτικών της συζήτησης ή με την προσβολή της ως πλαστής ( ΑΠ 227/1989, 254/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι αρχικώς εννέα ενάγοντες Α. Κ., Π. Κ., Μ. Κ., Χ. Κ., Κ. Χ., Θ. Κ., Γ. Φ., Ι. Ζ. και Σ. Κ. άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την από 8/9/2003 διεκδικητική αγωγή τους κατά των Α.
Λ., Μ. Κ., Α. Γ., Α. Κ. και Α. Κ.. Ακολούθως η εναγόμενη Α. Κ. άσκησε την από 7/2/2004 προσεπίκληση- παρεμπίπτουσα αγωγή της κατά των πιο πάνω εναγομένων, ορισμένοι από τους οποίους είχαν στο μεταξύ αποβιώσει και τη δίκη συνέχισαν οι νόμιμοι κληρονόμοι τους. Επί των αγωγών αυτών (κύριας και παρεμπίπτουσας) που συνεκδικάστηκαν εκδόθηκαν, αρχικά η 1513/2008 μη οριστική απόφαση που διέταξε τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και, ακολούθως, η 6619/2010 οριστική απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η κύρια και απορρίφθηκε η παρεμπίπτουσα αγωγή.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν δύο αντίθετες εφέσεις: 1) η από 6/12/2011 έφεση από τους δεύτερη, τρίτη και τέταρτο των εναγομένων, ατομικά για τους εαυτούς τους και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους (αδελφούς) της αρχικώς πρώτης εναγομένης, η οποία είχε αποβιώσει στις 24/11/2011, καθώς και από το σύζυγο της Ε. Λ., επίσης ως εξ αδιαθέτου κληρονόμο της και 2) η από 20/11/2011 έφεση από την πέμπτη εναγόμενη - παρεμπιπτόντως ενάγουσα.
Επ' αυτών εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 1070/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά με την οποία, αφού έγιναν δεκτές κατ' ουσίαν οι εφέσεις, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση και απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου κατά τη συζήτηση των παραπάνω εφέσεων που συνεκδικάστηκαν, στις 18/4/2013, οι υπό τον αριθμό (1) εκκαλούντες παραστάθηκαν στο ακροατήριο, αναφορικά με την από 6/12/2011 έφεσή τους, με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Σαπουντζάκη, ο οποίος, συγχρόνως, δήλωσε στο ακροατήριο το θάνατο της αρχικώς πρώτης εναγόμενης- καθ' ης η παρεμπίπτουσα αγωγή Α.
Λ. και επίσης ότι εκπροσωπεί τους πιο πάνω εκκαλούντες (με τις ιδιότητες που προεκτέθηκαν), οι οποίοι συνεχίζουν τη δίκη και ως εφεσίβλητοι, αναφορικά με την από 20/11/2011 έφεση της υπό τον αριθμό (2) εκκαλούσας-παρεμπιπτόντως ενάγουσας. Επομένως οι αιτιάσεις που προβάλλονται με τον πρώτο λόγο αναίρεσης: 1) από το άρθρο 559αρ.14 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την παράσταση των εκκαλούντων κατά τη συζήτηση της από 6/12/2011 έφεσης, που επέσπευσαν οι ίδιοι, ώστε να δικαστούν ερήμην και να απορριφθεί η έφεση, επειδή στο προεισαγωγικό της προσβαλλόμενης απόφασης δεν αναφέρεται ότι εκπροσωπήθηκαν ή ότι παραστάθηκαν με πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ στο διατακτικό της αναφέρεται ότι οι ίδιοι διάδικοι παραστάθηκαν αντιμωλία 2) από το άρθρο 559αρ.8 ΚΠολΔ ότι παρά το νόμο λήφθηκαν υπόψη ουσιώδεις ισχυρισμοί των πιο πάνω εκκαλούντων που πρόβαλαν με τους λόγους της έφεσής τους, καθώς και με τις προτάσεις τους ως εφεσίβλητοι, επειδή αυτοί δεν είχαν δικαίωμα προβολής τους, εξαιτίας της ερημοδικίας τους 3) από το άρθρο 559αρ.11 ΚΠολΔ ότι παρά το νόμο λήφθηκαν υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι παραπάνω ερημοδικασθέντες εκκαλούντες-εφεσίβλητοι, με αποτέλεσμα να γίνουν δεκτές οι ένδικες εφέσεις και 4) από το άρθρο 559αρ.17 ΚΠολΔ ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, επειδή στο σκεπτικό της αναφέρεται ότι οι εν λόγω εκκαλούντες- εφεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ στο διατακτικό της γίνεται δεκτό ότι αυτοί παραστάθηκαν και δικάστηκαν αντιμωλία είναι απορριπτέες ως αβάσιμες, διότι στηρίζονται στη ανακριβή προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης παράστασης των παραπάνω εκκαλούντων-εφεσιβλήτων και, συνακόλουθα, της ερημοδικίας τους, αφού η αποδεικτική δύναμη του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την εμφάνιση και εκπροσώπηση των τελευταίων (η οποία ήδη διορθώθηκε, αυτεπαγγέλτως κατά τούτο, με την 243/2016 απόφαση του ίδιου Εφετείου) ανατρέπεται από το αντίθετο περιεχόμενο των ταυτάριθμων πρακτικών συνεδρίασης του Εφετείου, κατά τη συζήτηση των ένδικων εφέσεων στη δικάσιμο της 18/4/2013, σύμφωνα με τα οποία, όπως προεκτέθηκε, οι ανωτέρω διάδικοι παραστάθηκαν νόμιμα και, κατά συνέπεια, ορθά το Εφετείο δέχθηκε ότι δικάστηκαν αντιμωλία.
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1094 ΑΚ και 338 ΚΠολΔ ο ενάγων επί διεκδικητικής αγωγής ακινήτου πρέπει να αποδείξει το δικαίωμα κυριότητάς του πάνω σε αυτό και ότι ο εναγόμενος το νέμεται ή το κατέχει, δηλώνοντας συγχρόνως στην ιστορική βάση της αγωγής το νόμιμο τρόπο, με τον οποίο αυτό περιήλθε στην κυριότητά του (ενάγοντος) είτε με παράγωγο είτε με πρωτότυπο τρόπο.
Νόμιμο παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας ακινήτου συνιστά η σύμβαση, με επίκληση της κυριότητας του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος και της μεταβίβασής της σε αυτόν με συμβολαιογραφικό έγγραφο που μεταγράφηκε νόμιμα (άρθρα 1033,1192αρ.1 ΑΚ), καθώς και η κληρονομική διαδοχή, με επίκληση της συμβολαιογραφικής αποδοχής της κληρονομιάς και μεταγραφής της σχετικής δήλωσης (άρθρα 1193, 1198, 1846 ΑΚ) ή έκδοση του οικείου κληρονομητηρίου, ενώ πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας, συνιστά η χρησικτησία, τακτική ή έκτακτη.
Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν 6 Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ.1 Πανδ. 18.1), ν 7 παρ.3 Πανδ. (23.3) του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία κατόπιν άσκησης νομής με διάνοια κυρίου, ως τέτοιας νοούμενης της άσκησης σε αυτό εμφανών και συνεχών πράξεων που εκδηλώνουν βούληση εξουσίασης του νομέα πάνω στο ακίνητο, όπως καλλιέργεια, εκμίσθωση, εποπτεία, φύλαξη και άλλες πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση του ακινήτου, με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσία το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, γεγονός που συνάγεται από το δικαστήριο της ουσίας, ενόψει της φύσης της καλής πίστης ως ενδιάθετης κατάστασης, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), 27 Πανδ. (18.1), και για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας.
Επίσης, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.
Με τις τελευταίες αυτές διατάξεις, για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, κατ' άρθρο 1051 ΑΚ.
Περαιτέρω ο εναγόμενος για να αντικρούσει τη διεκδικητική αγωγή μπορεί είτε να αρνηθεί την ιστορική της βάση είτε να προβάλει ενστάσεις, μεταξύ των οποίων και την ένσταση ιδίας κυριότητας, με την οποία θα ισχυρίζεται ότι αυτός απέκτησε την κυριότητα του ακινήτου με κάποιο νόμιμο τρόπο και ότι ο ενάγων, εξαιτίας του λόγου αυτού, έχει πάψει να είναι πλέον κύριος του επιδίκου.
Αν η ένσταση αυτή γίνει δεκτή το δικαστήριο θα απορρίψει τη διεκδικητική αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Αν όμως η εν λόγω αγωγή απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, επειδή δεν αποδείχθηκε η ιστορική της βάση και, ειδικότερα, επειδή δεν αποδείχθηκε η κυριότητα του ενάγοντος, καθίσταται περιττή η έρευνα της ένστασης ιδίας κυριότητος του εναγομένου, αφού η απόρριψη της αγωγής που επιδίωξε ο τελευταίος με την ένστασή του έγινε, γιατί ο ενάγων δεν απέδειξε τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την κτήση της κυριότητάς του στο ακίνητο. (ΑΠ 713/2014).
Εξάλλου ο λόγος αναίρεσης είναι αλυσιτελής, όταν η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν επιδρά κατά νόμο στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη διεκδικητική αγωγή των αναιρεσειόντων-εναγόντων, κατά την επικουρική βάση της κτήσης κυριότητας αυτών στα επίδικα ακίνητα με έκτακτη χρησικτησία, διότι δέχθηκε ανελέγκτως ότι δεν αποδείχθηκε η άσκηση συνεχούς και αδιάλειπτης νομής επ' αυτών εκ μέρους των ιδίων και των δικαιοπαρόχων τους επί χρονικό διάστημα 30 ετών μέχρι την ισχύ του ΑΚ ούτε 20 ετών κατά το μεταγενέστερο διάστημα.
Επομένως οι από τους αριθμούς 1,8,10,11 και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις των αναιρεσειόντων που προβάλλονται με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, αναφορικά με τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ως προς τον ισχυρισμό ιδίας κυριότητας των αναιρεσιβλήτων-εναγομένων στα επίδικα ακίνητα με παράγωγο τρόπο και την αντίκρουση του ισχυρισμού αυτού από τους αναιρεσείοντες, καθώς και οι από τους αριθμούς 11γ', 12 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις που προβάλλονται με τον όγδοο, κατά το δεύτερο μέρος, λόγο αναίρεσης, αναφορικά με τις παραδοχές της πιο πάνω απόφασης ως προς τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί εικονικότητας του επικαλούμενου τίτλου κυριότητας των αναιρεσιβλήτων στα επίδικα ακίνητα (το …/1910 συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Σπετσών Γ.
Π.) είναι αλυσιτελείς, αφού όπως προεκτέθηκε η ένδικη αγωγή δεν απορρίφθηκε λόγω παραδοχής της ένστασης ιδίας κυριότητας των αναιρεσιβλήτων, αλλά λόγω μη απόδειξης των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικουρική βάση της αγωγής για την κτήση κυριότητας των αναιρεσειόντων στα παραπάνω ακίνητα με έκτακτη χρησικτησία, αιτιολογία η οποία δεν πλήττεται επιτυχώς με τους πιο πάνω λόγους αναίρεσης και στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 περ.β' ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Δεν θεμελιώνεται επίσης ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψη του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ ΑΠ 11/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον τέταρτο, κατά το πρώτο μέρος, λόγο του αναιρετηρίου προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ.8 περ.β' ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς που πρόβαλαν με τις πρωτόδικες και κατ' έφεση προτάσεις τους, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα σε αυτές, προς αντίκρουση του ισχυρισμού των αναιρεσιβλήτων ότι "την κυριότητα των επίδικων ακινήτων είχε αποκτήσει ο πατέρας τους Π.
Κ. με το …./1910 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο και κατ' επέκταση οι ίδιοι από κληρονομιά του τελευταίου". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι οι επικαλούμενοι ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, αλλά άρνηση του ισχυρισμού των αναιρεσιβλήτων περί ιδίας κυριότητας αυτών στα επίδικα ακίνητα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εκτός άλλων περιπτώσεων, και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου τούτου πρέπει το αποδεικτικό μέσο να είναι χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση (με τεκμήρια) απόδειξη γεγονότων, που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή που επιδρά στο διατακτικό, παραδεκτό και νόμω βάσιμο ή ισχυρισμό περί αρχής έγγραφης απόδειξης( Ολ ΑΠ 1190/82, ΑΠ 911/2002).
Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι αυτοί που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν προς απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων (ΑΠ 179/2003). Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο, κατά το δεύτερο μέρος, λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559αρ.11γ'ΚΠολΔ προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τα ειδικότερα αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι αναιρεσείοντες για την αντίκρουση του ισχυρισμού των αναιρεσιβλήτων περί κτήσης ιδίας κυριότητας αυτών στα επίδικα ακίνητα με παράγωγο τρόπο, με αποτέλεσμα να απορριφθεί η ένδικη αγωγή τους.
Ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής, διότι τα έγγραφα που, κατά τους αναιρεσείοντες, δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν αφορούν στην απόδειξη ισχυρισμού τους, ο οποίος επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού με αυτή, όπως προαναφέρθηκε, η αγωγή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, διότι δεν αποδείχθηκε η κτήση κυριότητας των αναιρεσειόντων στα επίδικα ακίνητα με έκτακτη χρησικτησία και όχι, διότι έγινε δεκτός ο ανωτέρω ισχυρισμός περί ιδίας κυριότητας των αναιρεσιβλήτων σε αυτά.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 64, 286 περ. α', 287, 290-292, 339, 409 παρ.Ιεδ. α' , 410 παρ. 3 και 415 έως 420 Κ.Πολ.Δ, σαφώς συνάγεται ότι εξομοιώνεται προς το διάδικο και δεν μπορεί να είναι μάρτυρας, καθόσον διεξάγει τη δίκη, μεταξύ άλλων, ο καθολικός διάδοχος του διαδίκου που υπεισέρχεται στη δικονομική θέση του τελευταίου, εξαιτίας του επισυμβάντος θανάτου του κατά τη διάρκεια της δίκης, την οποία και συνεχίζει.
Το δικαστήριο, επομένως, μπορεί, κατά τη διακριτική του ευχέρεια, να εξετάσει τον καθολικό διάδοχο του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου μόνο με τη συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 415 - 420 ΚΠολΔ, αλλιώς η τυχόν κατάθεσή του αποτελεί μη επιτρεπόμενο από το νόμο αποδεικτικό μέσο και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη και να συνεκτιμηθεί με τις λοιπές αποδείξεις (ΟλΑΠ 1328/1977).
Προκειμένου, όμως, να θεωρηθεί η κατάθεση διαδίκου ή του προς αυτόν εξομοιουμένου ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο, απαιτείται η ιδιότητα του διαδίκου ή του προς αυτόν εξομοιουμένου προσώπου να υπάρχει κατά το χρόνο της εξέτασής του, γιατί αν προϋπήρχε και εξέλιπε πλέον κατά τον παραπάνω χρόνο ή εάν επήλθε μετά το χρόνο αυτό, η εν λόγω κατάθεση είναι έγκυρη και λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο.
Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι ο Ε. Λ. κατέθεσε ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου το έτος 2008 κατά την εκδίκαση της από 8/9/2003 ένδικης αγωγής και της από 7/2/2004 προσεπίκλησης-παρεμπίπτουσας αγωγής. Μεταξύ των εναγομένων της πιο πάνω κύριας αγωγής και των καθ' ων η προσεπίκληση ήταν και η Α.
σύζ. Ε. Λ.., η οποία απεβίωσε στις 24/11/2011, μετά την έκδοση της 6619/2010 οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και πριν από την άσκηση των από 20/11/2011 και από 6/12/2011 αντίθετων εφέσεων κατ' αυτής. Μεταξύ των εκκαλούντων της από 6/12/2011 έφεσης και των εφεσιβλήτων της από 20/11/2011 έφεσης, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ήταν και ο Ε.
Λ., με την ιδιότητα του εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αρχικής διαδίκου (συζύγου του) Α. Λ., ο οποίος μαζί με τους λοιπούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους της τελευταίας (επίσης εκκαλούντες- εφεσίβλητους) συνέχισαν νομίμως τη δίκη. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, εκτός των άλλων, τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που περιέχονται στα 1513/2008 πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στις οποίες περιλαμβάνεται και εκείνη του Ε.
Λ.. Ωστόσο ο τελευταίος, κατά το χρόνο της κατάθεσής του, δεν είχε την ιδιότητα του διαδίκου, αλλά εκείνη του μάρτυρα της εναγομένης- καθ'ης η προσεπίκληση Α. Λ..
Συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται στο Εφετείο οι αιτιάσεις ότι κακώς έλαβε υπόψη την κατάθεση του πιο πάνω μάρτυρα, διότι, κατά την άποψη των αναιρεσειόντων, αυτός είχε την ιδιότητα του διαδίκου και ότι παρά το νόμο προσέδωσε αυξημένη αποδεικτική δύναμη στην κατάθεση αυτή, αντί να την εκτιμήσει ελεύθερα, δηλαδή πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. α' και 12 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340, 341 και 346 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο δικαστής, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, άλλως η παράβαση της παραπάνω υποχρέωσης ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 γ' του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, εφόσον από την απόφαση αποδεικνύεται, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποια από αυτά προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, αν από την αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης δεν καταλείπεται αμφιβολία περί του ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και, ιδίως, έγγραφο.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πέμπτο, κατά το πρώτο μέρος, λόγο αναίρεσης προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 γ' του ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα και, ειδικότερα, δεν έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση του μάρτυρά τους Π.
Κ. ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, καθώς και την ...7/2006 ένορκη βεβαίωση του ίδιου μάρτυρα ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιά. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, σύμφωνα με τα παραπάνω εκτεθέντα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της πληττόμενης απόφασης, το Εφετείο, για τη θεμελίωση του πορίσματος του έλαβε, μεταξύ άλλων, υπόψη του όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, την …/2008 έκθεση πραγματογνωμοσύνης και τις αναγραφόμενες ένορκες βεβαιώσεις, μεταξύ των οποίων αναφέρεται και η επίμαχη ...7/2006 ένορκη βεβαίωση του Π.
Κ., ενώ από το όλο περιεχόμενο και τις ειδικότερες αιτιολογίες της απόφασης, με ειδική μάλιστα αναφορά στην κατάθεση του πιο πάνω μάρτυρα ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία ταυτίζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος με το περιεχόμενο της προαναφερόμενης ένορκης βεβαίωσης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι λήφθηκαν υπόψη και τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα.
Κατά το άρθρο 559 αριθ.20 ΚΠολΔ ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον σχετικό λόγο αναίρεσης, νοούνται τα προβλεπόμενα ως αποδεικτικά μέσα, κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα, στα οποία δεν περιλαμβάνονται τα έγγραφα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως είναι, μεταξύ άλλων, τα πρακτικά συνεδρίασης των δικαστηρίων και οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, κατά το μέρος τους που περιέχουν, αντίστοιχα, καταθέσεις εξετασθέντων μαρτύρων ή όσα ενόρκως βεβαίωσε ο μάρτυρας (ΑΠ 545/2014), καθώς και οι γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων, οι εισηγητικές εκθέσεις και οι εκθέσεις αυτοψίας (ΑΠ 5/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον πέμπτο, κατά το δεύτερο μέρος, λόγο αναίρεσης προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρά τους Π. Κ. που εξετάστηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία περιέχεται στα πρακτικά συνεδρίασης αυτού, καθώς και εκείνα που ο ίδιος μάρτυρας βεβαίωσε ενόρκως ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιά και περιέχονται στην ...7/2006 ένορκη βεβαίωσή του, υποπίπτοντας έτσι στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.20 ΚΠολΔ.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης προβάλλεται απαραδέκτως και πρέπει να απορριφθεί, διότι, κατά τα εκτεθέντα στην μείζονα σκέψη, τα πρακτικά συνεδρίασης του πιο πάνω δικαστηρίου και η ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα, κατά το μέρος που περιλαμβάνουν τα όσα ο τελευταίος κατέθεσε και βεβαίωσε ενόρκως, αντίστοιχα, δεν αποτελούν "έγγραφα" κατά την έννοια της προαναφερόμενης διάταξης, ώστε η τυχόν παραμόρφωση του περιεχομένου τους να ιδρύει τον συναφή λόγο αναίρεσης.
Επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος, για την ίδια νομική αιτία, είναι και ο έβδομος, κατά το τρίτο μέρος, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραμόρφωσης από το Εφετείο του περιεχομένου της …/2009 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης που διατάχθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Ωζ "ζητήματα", των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από τη νόμιμη βάση της, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, νοούνται μόνο οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που έχουν αυθύπαρκτη ύπαρξη, δηλαδή, εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο όχι όμως και εκείνοι που ανάγονται στη βαρύτητα ενός αποδεικτικού μέσου ή σε ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς (ΟλΑΠ 861/1984), ούτε, επίσης, η εκτίμηση των αποδείξεων, όπως λ.χ.
η αξιοπιστία των μαρτύρων και η εκτίμηση των όσων καταθέτουν αυτοί σχετικά με τους αποδεικτικούς ισχυρισμούς των διαδίκων (ΑΠ 148/2008). Επίσης δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την προαναφερόμενη έννοια, η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου τους, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος έφεσης ή ως αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως κ.λπ.
ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία (ΑΠ 983/2007). Επομένως οι πέμπτος, κατά το τρίτο μέρος και όγδοος, κατά το τρίτο μέρος (υπό στοιχείο ιιι α.), λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από το άρθρο 559αρ.19 ΚΠολΔ, διότι, κατ' αυτούς, στερείται αιτιολογίας ως προς την επιλεκτική παραδοχή και αξιολόγηση των όσων κατέθεσε ο μάρτυράς τους Π.
Κ. ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και βεβαίωσε ενόρκως ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιά για γεγονότα που αφορούν διαφορετικά ακίνητα από αυτά που αναφέρονται στην αγωγή τους και για την κτήση κυριότητας των αναιρεσειόντων στα ακίνητα αυτά με τακτική, άλλως με έκτακτη χρησικτησία, καθώς και ο όγδοος, κατά το τρίτο μέρος (υπό στοιχείο ιιι β.) λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην απόφαση αυτή η ίδια πιο πάνω πλημμέλεια, διότι, χωρίς επαρκή αιτιολογία, θεωρήθηκε ως πλέον αξιόπιστη η κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης Ε.
Λ. και ως λιγότερο αξιόπιστες οι καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης Α. Λ. και Κ. Κ. είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι οι παραπάνω αιτιάσεις δεν αναφέρονται σε "ζητήματα" ή "πράγματα" με την παραπάνω έννοια, αλλά ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στα συμπεράσματα που προέκυψαν από αυτές.
Επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, είναι ο όγδοος, κατά το τρίτο μέρος (υπό στοιχείο ιιι δ.) λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων (ιδίως σε σχέση με την 692/2007 απόφαση του ίδιου Εφετείου), με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερθέν αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της μη απόδειξης της κτήσης κυριότητας των αναιρεσειόντων στα επίδικα ακίνητα με έκτακτη χρησικτησία.
Με τον έβδομο, κατά το δεύτερο μέρος, λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559αρ.8 α'ΚΠολΔ προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι με την παραπάνω 76/2009 έκθεση πραγματογνωμοσύνης δεν πιστοποιείται η ταυτοποίηση των επίδικων ακινήτων με τα ακίνητα που περιγράφονται στο …./1910 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Σπετσών Γ.
Π. (επικαλούμενο τίτλο κυριότητας των αναιρεσιβλήτων). Ο λόγος αυτός, εκτός του ότι είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο παραπάνω ισχυρισμός δεν συνιστά "πράγμα", κατά την έννοια του άρθρου 559αρ.8περ.α' ΚΠολΔ, αλλά άρνηση του ισχυρισμού ιδίας κυριότητας των αναιρεσιβλήτων είναι, σε κάθε περίπτωση, και αλυσιτελής, αφού όπως ήδη εκτέθηκε σε προηγούμενη σκέψη, το Εφετείο απέρριψε τελικά την ένδικη αγωγή, διότι δεν αποδείχθηκε η κτήση κυριότητας των αναιρεσειόντων στα επίδικα ακίνητα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και όχι διότι δέχθηκε τον ισχυρισμό ιδίας κυριότητας των αναιρεσιβλήτων επί των ακινήτων που περιγράφονται στο προαναφερόμενο συμβόλαιο και άρα δεν τίθεται ζήτημα ως προς την ταυτοποίηση ή μη των τελευταίων με τα επίδικα ακίνητα.
Σύμφωνα με το άρθρο 387 ΚΠολΔ το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τη γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις λοιπές περί πραγματογνωμοσύνης διατάξεις του ΚΠολΔ συνάγεται ότι η πραγματογνωμοσύνη εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, ακόμη και όταν διατάχθηκε υποχρεωτικά κατ' άρθρο 386 ΚΠολΔ, εναπόκειται δε στο δικαστήριο να της προσδώσει την προσήκουσα αποδεικτική βαρύτητα, χωρίς να υποχρεούται να αιτιολογήσει ειδικά την κρίση του γι'αυτή του την εκτίμηση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο εκτίμησε ελεύθερα την προαναφερόμενη 76/2009 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, σε συνδυασμό με τα άλλα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν με επίκληση από τους διαδίκους για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος.
Επομένως οι προβαλλόμενες με τον έβδομο, κατά το πρώτο και τέταρτο μέρος, λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ αιτιάσεις ότι το Εφετείο: α) δεν προσέδωσε στην πιο πάνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης την αποδεικτική δύναμη που έχει κατά νόμο και β) από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν αιτιολογεί επαρκώς την αποδοχή του πορίσματος αυτής ως προς την ταύτιση των επίδικων ακινήτων με τα ακίνητα που περιγράφονται στο 4014/1910 συμβόλαιο (επικαλούμενο τίτλο κυριότητας των αναιρεσιβλήτων) είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Ο λόγος αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ δημιουργείται αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Προκειμένου να ιδρυθεί ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης πρέπει η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων της προσβαλλόμενης απόφασης να υπάρχει στο διατακτικό της, έτσι ώστε να καθίσταται, εξαιτίας αυτής, αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου.
Εάν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό ή ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό της απόφασης και έχει τη μορφή ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, μπορεί να θεμελιωθεί ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 1153/2010). Επομένως ο έκτος, κατά το πρώτο μέρος, από το άρθρο 559αρ.17 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές παραδοχές στο αιτιολογικό της ως προς την ταυτότητα των επίδικων ακινήτων (και ειδικότερα του υπό στοιχείο α'ακινήτου), σε σχέση με τα ακίνητα που περιγράφονται στον επικαλούμενο τίτλο κυριότητας των αναιρεσιβλήτων (το …./1910 συμβόλαιο) είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον η αποδιδόμενη αντίφαση δεν εντοπίζεται στο διατακτικό, αλλά στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο ίδιος, κατά το δεύτερο μέρος, λόγος αναίρεσης, καθώς και ο όγδοος, κατά το πρώτο μέρος, λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559αρ.19 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην πιο πάνω απόφαση η πλημμέλεια ότι περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες, αναφορικά με την ταυτοποίηση των επίδικων ακινήτων της ένδικης αγωγής των αναιρεσειόντων, σε σχέση με τα ακίνητα του προαναφερόμενου τίτλου κτήσης των αναιρεσιβλήτων, με αποτέλεσμα να δημιουργείται σύγχυση ως προς την κτήση κυριότητας των τελευταίων στα επίδικα είναι αλυσιτελής, αφού όπως ήδη προεκτέθηκε, το ουσιώδες ζήτημα που κρίθηκε από το Εφετείο και είχε ως αποτέλεσμα την απόρριψη της παραπάνω αγωγής ως ουσιαστικά αβάσιμης ήταν η μη απόδειξη της κτήσης κυριότητας των αναιρεσειόντων με έκτακτη χρησικτησία στα επίδικα ακίνητα και όχι η παραδοχή του ισχυρισμού ιδίας κυριότητας των αναιρεσιβλήτων σε αυτά, με βάση τον προαναφερόμενο τίτλο κτήσης τους.
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης προϋποθέτει την παραβίαση διάταξης του ουσιαστικού δικαίου και δεν ιδρύεται στην εκ πλαγίου παράβαση διάταξης δικονομικού δικαίου (ΑΠ 1850/2007). Επομένως ο όγδοος, κατά το τελευταίο μέρος, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, επειδή δεν εφάρμοσε σωστά τους δικονομικούς κανόνες περί ιδιωτικών εγγράφων και απόδειξης είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται επί παραβάσεων δικονομικού δικαίου.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 24/92).
Εξάλλου για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, με βάση τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση β) ο ισχυρισμός (αγωγικός ή ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό αν δεν είναι αυτονόητη γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας μνεία μόνο της έλλειψης, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από που προκύπτει (ΟλΑΠ 32/96, ΑΠ 739/2011).
Επομένως ο όγδοος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, διότι αυτή "είτε στερείται παντελώς αιτιολογιών είτε περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες...αφού δεν εφάρμοσε ορθά τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου για την αγωγική αξίωση των αναιρεσειόντων περί κτήσης κυριότητας δια τακτικής άλλως έκτακτης χρησικτησίας" είναι αόριστος και εντεύθεν απορριπτέος ως απαράδεκτος, ελλείψει αναφοράς όλων των πιο πάνω στοιχείων.
Κατόπιν αυτών πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν.4335/2015) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων αναιρεσιβλήτων σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 9/2/2015 αίτησης για αναίρεση της 1070/2013 απόφασης του Εφετείου Πειραιά, ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο Ε. Λ..
Χωρίζει τη συζήτηση της υπόθεσης ως προς αυτόν.
Απορρίπτει την πιο πάνω αίτηση αναίρεσης κατά τα λοιπά.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων δεύτερης, τρίτης, τέταρτου και πέμπτης των αναιρεσιβλήτων σε βάρος των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 28 Μαρτίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ