Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague statute of limitations argument lacking specific dates.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal filed by the 1st Health Administration of Attica against the First Instance Court's decision. The court found the appellant's argument regarding the statute of limitations inadmissible because it failed to specify the exact date the claims became actionable or when the limitation period began. Consequently, the court ruled that the appeal was baseless and dismissed it in its entirety, ordering the appellant to pay the legal costs of the opposing parties.
Legislator headnote
AI generatedArticles 558, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal must be admissible and specific, and vague arguments regarding the statute of limitations without precise dates are rejected as inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1706 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1706/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Μαριάνθης Παγουτέλη), Ελένη Χροναίου, Μαλαματένια Κουράκου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4η Απριλίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής" (1η Δ.Υ.Π.Ε. ΑΤΤΙΚΗΣ), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Στέφανου Μουζουράκη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Ρ. Γ. του Χ., κατοίκου ..., 2) Π. Η. του Γ., κατοίκου ..., 3) Κ. Ε. του Γ., κατοίκου ..., 4) Μ. Θ. του Δ., κατοίκου ..., 5) Τ. Σ. του Ν., κατοίκου ..., 6) Δ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 7) Μ. Ε. του Α., κατοίκου ..., 8) Τ. Ι. του Μ., κατοίκου ..., 9) Ζ. Β. του Γ., κατοίκου ..., 10) Κ. Β. του Η., κατοίκου ..., 11) Φ. Μ. του Κ., 12) Π. Χ. του Ν., 13) Κ. Ο. του Ι., 14) Χ. Χ. του Ι., κατοίκου ..., 15) Μ. Β. του Δ., 16) Χ. Π. του Β., 17) Β. Ν. του Α., 18) Μ. Π. του Γ., 19) Ν. Ε. Ε., 20) Φ. Φ. του Γ., 21) Κ. Ι. του Π., κατοίκου ..., 22) Α. Γ. του Χ., κατοίκου ..., 23) Σ. Α. του Κ., κατοίκου ..., 24) Ν. Σ. του Δ., κατοίκου ..., 25) Μ. Χ. του Δ., κατοίκου ..., 26) Ρ. Α. του Π., κατοίκου ... και 27) Φ. Ι. του Α., κατοίκου ..., εκ των οποίων οι με α/α 11η, 12ος, 13η, 15ος, 16η, 17η, 18ος, 19ος, 20ος και 26η των αναιρεσίβλητων δεν παραστάθηκαν, όλοι οι λοιποί παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Αλεξάνδρας Κωστούλα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-12-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2068/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2695/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-4-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία-Μάριον Δερεχάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Το άρθρο 558 εδ. α' του ΚΠολΔ ορίζει ότι η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους. Διάδικοι είναι όσοι προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι δικάστηκαν από αυτήν. Αν πρόκειται για απόφαση Εφετείου αναιρεσίβλητοι είναι μόνον οι διάδικοι ενώπιον του Εφετείου και όχι οι διάδικοι κατά την πρωτόδικη δίκη (ΟλΑΠ 11/1992, ΑΠ 439/2019, 1531/2018, 666/2016).
Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο Άρειος Πάγος, κατ' αρχήν, ερευνά αυτεπαγγέλτως την συνδρομή των προϋποθέσεων του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης, μεταξύ των οποίων είναι και η νομιμοποίηση (ενεργητική και παθητική) των διαδίκων, ενώ αν διαπιστωθεί η έλλειψη της προϋπόθεσης αυτής, απορρίπτει την αίτηση ως απαράδεκτη (ΑΠ 668/2024, 734/2023, 222/2022, ΑΠ 1873/2022).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), μεταξύ των λοιπών εναγόντων, συνδεόμενων με τον δεσμό της απλής ομοδικίας, η 77η ενάγουσα και ήδη 26η αναιρεσίβλητη Α. Ρ. άσκησε την ένδικη, από 31.12.2007 και με αριθμό κατάθεσης 279967/6636/2007, αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, περί επιδίκασης νοσοκομειακού επιδόματος, στρεφόμενη κατά του ν.π.δ.δ.
με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΙΚΑ", επ' αυτής εκδόθηκε η 2068/2017 οριστική απόφαση του δικαστηρίου αυτού που την έκανε δεκτή, κατά της απόφασης αυτής, το, υπεισερχόμενο στη θέση του εναγομένου ως προς τους ήδη αναιρεσίβλητους, ήδη αναιρεσείον, ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής" (1η Δ.Υ.Πε Αττικής), άσκησε την από 19.09.2019 και με αριθμό κατάθεσης 84133/6599/2019, έφεση, στρεφόμενη μεταξύ των άλλων και κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων όχι όμως και κατά της ανωτέρω ήδη 26η αναιρεσίβλητης Α.
Ρ. (77ης ενάγουσας). Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη (2695/2021) απόφαση, στην οποία δεν προκύπτει ότι η ανωτέρω ήταν διάδικος, αντίδικος του ήδη αναιρεσείοντος (στην έφεση αυτού), η οποία (αναιρεσιβαλλομένη) μάλιστα αναφορικά με την ενάγουσα αυτή ρητώς αναφέρει (φύλλο 6ο) ότι "η στον πρώτο βαθμό εβδομηκοστή εβδόμη (77η) ενάγουσα της ένδικης αγωγής Α.
Ρ., δεν κατέστη διάδικος στην δευτεροβάθμια δίκη, καθώς η υπό κρίσιν από 19-9-2019 έφεσις του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου υπό την επωνυμία "1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφερείας Αττικής (1η Δ.Η.ΠΕ. Αττικής) δεν απευθύνεται κατ' αυτής, ως εδει κατ' άρθρο 517 ΚΠολΔ, παρά μόνο το εκκαλούν Ν.Π.Δ.Δ. 1η Δ.Η.ΠΕ. Αττικής δια του δικογράφου των προτάσεων του στρέφεται το πρώτον και κατ' αυτής".
Επομένως, εφόσον η ανωτέρω αναιρεσίβλητη (26η), όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν ήταν διάδικος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η απόφαση αυτή, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη καθ' ο μέρος στρέφεται κατ' αυτής.
Διάταξη περί δικαστικών εξόδων δεν θα περιληφθεί, ελλείψει αιτήματος της, άλλως, δικαιούμενης σ' αυτά, ως εκ του αποτελέσματος της δίκης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), ανωτέρω αναιρεσίβλητης, δεδομένου και του ότι η αναιρεσίβλητη αυτή δεν παραστάθηκε καθ' οιονδήποτε νόμιμο τρόπο στο ακροατήριο. Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολιπόμενος διάδικος ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησης, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη (ΑΠ 318/2022, 1269/2017).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν την υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ιδίου κώδικα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση και ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή, επίσης κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο ελέγχει, αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη της πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της (ΑΠ 152/2023, 318/2022, 220/2021).
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων και εκείνης του άρθρου 576 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση απουσιάζει ο ίδιος ή παρίσταται, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού, με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 9/2003).
Στην περίπτωση αυτή, αν δεν προκύπτει κλήτευση του απολιπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου διαδίκου, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 318/2022, 1374/2017).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδ. β' ΚΠολΔ, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 318/2022, ΑΠ 1711/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, η συζήτηση της, από 18.04.2022 και με αριθμό κατάθεσης 3212/331/19.04.2022, ένδικης αίτησης για αναίρεση της 2695/01.06.2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που άσκησε το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής" (1η Δ.Υ.Πε Αττικής), η οποία στρέφεται κατά είκοσι έξι (26) (πλην της ανωτέρω 26ης ως προς την οποία κρίθηκε απαράδεκτη η αίτηση) συνολικά αναιρεσιβλήτων (επί συνόλω 80 αρχικώς εναγόντων), έλαβε χώρα με επίσπευση των ανωτέρω είκοσι έξι (26) αναιρεσιβλήτων, κατόπιν επίδοσης της αίτησης αναίρεσης με την πράξη ορισμού δικασίμου προς το αναιρεσείον και με πρόσκληση αυτού για να παρασταθεί στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμόν ....2022 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στην Περιφέρεια του Εφετείου Πειραιώς με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Γ.
Π. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά την ανωτέρω δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νομίμως από τη σειρά της στο οικείο πινάκιο, οι 11η, 12ος, 13η, 15ος, 16η, 17η, 18ος, 19ος και 20ος των αναιρεσιβλήτων, δηλαδή οι Φ. Μ., Π. Χ., Κ. Ο., Μ. Β., Χ. Π., Β. Ν., Μ. Π., Ν. Ε. και Φ. Φ., δεν εμφανίσθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε υποβλήθηκε γι' αυτούς η από το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ σχετική δήλωση, ενώ παρέστησαν οι λοιποί αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν νομίμως, δια δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
από την πληρεξουσία δικηγόρο τους Αλεξάνδρα Κωστούλα. Όσον αφορά τους παραπάνω απολιπόμενους αναιρεσιβλήτους, από τα στοιχεία της δικογραφίας, δεν αποδεικνύεται ότι, η δικηγόρος Αθηνών Αλεξάνδρα Κωστούλα, που, φερόμενη ότι εκπροσωπεί όλους του αναιρεσιβλήτους, έδωσε την έγγραφη παραγγελία στον ανωτέρω δικαστικό επιμελητή προς επίδοση της αίτησης αναίρεσης μετά της πράξεως ορισμού δικασίμου και της κλήσεως για συζήτηση στο αναιρεσείον, είχε πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και από τους παραπάνω απολιπόμενους (11η, 12ο, 13η, 15ο, 16η, 17η, 18ο, 19ο και 20ο) αναιρεσιβλήτους, αφού δεν γίνεται επίκληση, ούτε αποδεικνύεται η από αυτούς παροχή σχετικής πληρεξουσιότητας προς την εν λόγω δικηγόρο, με την προσκόμιση συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου ή εγγράφων εξουσιοδοτήσεων των εν λόγω διαδίκων προς αυτήν, με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των εντολέων από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών, ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή και, επομένως, ακύρως αυτοί επέσπευσαν τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Ούτε επίσης προκύπτει η εκ μέρους του αναιρεσείοντος (ή έστω των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων) κλήτευση των παραπάνω αναιρεσιβλήτων, προκειμένου αυτοί να παραστούν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά την ορισθείσα δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Επομένως, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν και δεδομένου ότι, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, που επισκοπούνται παραδεκτά από το παρόν δικαστήριο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), οι αναιρεσίβλητοι (ενάγοντες) συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας [καθώς πρόκειται επί αγωγής περισσοτέρων εργαζομένων προς επιδίκαση υπέρ εκάστου μισθολογικών αξιώσεων (ΑΠ 1298/2022, 542/2020)], πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση και ως προς μεν τους παραπάνω μη εγκύρως επισπεύδοντες τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης απολιπόμενους αναιρεσιβλήτους (11η, 12ο, 13η, 15ο, 16η, 17η, 18ο, 19ο και 20ο) να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση αυτής, ενώ ως προς τους προσηκόντως παρισταμένους λοιπούς αναιρεσιβλήτους να προχωρήσει νομίμως η συζήτησή της.
Η κρινόμενη, από 18.04.2022 και με αριθμό κατάθεσης 3212/331/19.04.2022, αίτηση αναίρεσης (αναφορικά με τους παρισταμένους αναιρεσιβλήτους, που ενδιαφέρουν εν προκειμένω) κατά, της εκδοθείσας, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, 2695/01.06.2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσίαν κατά το μέρος που αφορούσε την έναρξη της τοκοδοσίας του επιδίκου νοσοκομειακού επιδόματος και το ποσοστό αυτής την, από 19.09.2019 και με αριθμό κατάθεσης 84133/6599/2019, έφεση του ήδη αναιρεσείοντος ν.π.δ.δ.
με την επωνυμία "1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής" (1η Δ.Υ.Πε Αττικής), κατά της 2068/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κάνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη την, από 31.12.2007 και με αριθμό κατάθεσης 279967/6636/2007, αγωγή (μεταξύ των άλλων) των ήδη αναιρεσιβλήτων ιατρών κατά του ν.π.δ.δ.
με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΙΚΑ" περί επιδίκασης νοσοκομειακού επιδόματος, εξαφάνισε την άνω εκκαλούμενη απόφαση ως προς τα αντίστοιχα κεφάλαια και ακολούθως, αφού κράτησε και δίκασε την ουσία της υπόθεσης ως προς αυτά, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε το ήδη αναιρεσείον να καταβάλει σε κάθε ένα των, ήδη προσηκόντως παρισταμένων (1ου έως και 10ης, 14ης, 21ης έως και 25ου και 27ου) αναιρεσιβλήτων - (αντίστοιχων 38ου, 39ου, 41ης, 42ου, 44ου έως και 47ου, 50ης, 51ης, 57ης, 67ης, 68ου, 70ης, 72ου, 74ου και 78ου) εναγόντων το επιδικασθέν πρωτοδίκως ποσό των 15.620,70 ευρώ με επιτόκιο 6% από την επομένη ημέρα της επιδόσεως της αγωγής, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμό των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ) αναφορικά με τους ανωτέρω παρισταμένους αναιρεσιβλήτους (1ο έως και 10η, 14η, 21η έως και 25ο και 27ο).
Με τον ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση Μισθολογίου Προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης κ.λπ." ρυθμίσθηκαν τα ζητήματα των νομίμων αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ). Το μισθολόγιο αυτό, μέχρι την από 01.01.2004 κατάργησή του με το άρθρο 28 του ν. 3205/2003, είχε εφαρμογή και στους μη ανήκοντες στο ΕΣΥ (άρθρο 1 παρ. 2 περ.
δ' του ν. 2470/1997) ιατρούς, οι οποίοι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στο Δημόσιο ή σε ΝΠΔΔ. Σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 7 του ν. 2470/1997, πέρα από τον βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, χορηγήθηκε μηνιαίο επίδομα, που χαρακτηρίσθηκε ως "νοσοκομειακό", στο προσωπικό των νοσοκομείων και θεραπευτηρίων της χώρας, καθώς και του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (ΕΚΑΒ).
Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 2716/1999, η χορήγηση του νοσοκομειακού επιδόματος επεκτάθηκε και στο προσωπικό των κέντρων υγείας και των κέντρων ψυχικής υγείας. Η καταβολή του επιδόματος διατηρήθηκε και μετά τη δημοσίευση του ν. 3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ κ.λπ." (που, όπως αναφέρθηκε, κατάργησε τον ν. 2470/1997), σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 5 του οποίου χορηγήθηκε επίδομα, που χαρακτηρίσθηκε ως "νοσοκομειακό και τροφής", στο προσωπικό των νοσοκομείων, των μονάδων κοινωνικής φροντίδας της χώρας, του ΕΚΑΒ, των κέντρων υγείας, των ΝΠΔΔ του Τομέα Πρόνοιας και των κέντρων ψυχικής υγείας.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η χορήγηση του νοσοκομειακού επιδόματος προβλέφθηκε όχι μόνο για το νοσηλευτικό ή το πάσης φύσεως βοηθητικό προσωπικό, αλλά και για το ιατρικό προσωπικό των ως άνω μονάδων υγείας, ως προς το οποίο δεν διατυπώθηκε εξαίρεση. Και, ακόμη, συνάγεται ότι, αν και, αρχικά, το νοσοκομειακό επίδομα προβλέφθηκε μόνο για το προσωπικό των μονάδων υγείας στις οποίες παρέχεται δευτεροβάθμια, ήτοι κλειστή (με δυνατότητα εισαγωγής και νοσηλείας) περίθαλψη, σύντομα η χορήγησή του επεκτάθηκε και στους εργαζόμενους σε μονάδες πρωτοβάθμιας, ήτοι ανοικτής (χωρίς την ως άνω δυνατότητα) περίθαλψης ή εν γένει φροντίδας των πασχόντων πολιτών.
Σε κάθε περίπτωση, με την παρ. Β-1 του ίδιου άρθρου 8 ορίστηκε περαιτέρω ότι για την καταβολή του επιδόματος έπρεπε να επισυνάπτεται στις μισθοδοτικές καταστάσεις βεβαίωση του προϊσταμένου του υπαλλήλου, σύμφωνα με την οποία αυτός, κατά το χρονικό διάστημα στο οποίο αναφέρεται η μισθοδοσία, παρέσχε τις υπηρεσίες του με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 18 παρ. 1 εδ. α' του ν. 2150/1993 "Εθνικό Ινστιτούτο Εργασίας και άλλες διατάξεις (ΦΕΚ Α' 98) ορίστηκε ότι "οι υπηρετούντες στο ΙΚΑ ιατροί με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή με ειδική σύμβαση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, εξομοιώνονται μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές ιατρούς του Ιδρύματος".
Με την 2043269/ 6792/0022 από 1/15-7-1997 κοινή υπουργική απόφαση (ΚΥΑ) των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β' 587), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 24 του ν. 2470/1997 και του ν. 119/1975 και αντικαταστάθηκε με την 2052675/5630/0022 από 10-8/2-9-1998 ΚΥΑ των ιδίων Υπουργών (ΦΕΚ Β' 944), επεκτάθηκαν από 01.01.1997, στο σύνολό τους, οι διατάξεις του ν. 2470/1997 αφενός στους μόνιμους ιατρούς του ΙΚΑ, των οποίων οι αποδοχές καθορίζονταν από τους ν. 1505/1984 και ν. 1810/1988 και αφετέρου στους με σύμβαση ιατρούς του Ιδρύματος, οι οποίοι είχαν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους ιατρούς με το ν. 2150/1993.
Ακολούθως, με το άρθρο 13 παρ. 3 του ν. 2703/1999 ορίσθηκε ότι στους ιατρούς των νοσοκομείων του ΙΚΑ, που μισθοδοτούνται με τις διατάξεις του ν. 2470/1997, καταβάλλεται το νοσοκομειακό επίδομα της περίπτωσης α' της παρ. 7 του άρθρου 8 του ν. 2470/1997. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι από την καταβολή του νοσοκομειακού επιδόματος εξαιρέθηκαν οι ιατροί του ΙΚΑ, οι οποίοι απασχολούνταν σε νομαρχιακές ή τοπικές μονάδες υγείας του Ιδρύματος (άρθρο 3 παρ. 1 του π.δ/τος 266/1989 "Οργανισμός του ΙΚΑ" σε συνδυασμό με το άρθρο 5 παρ. 10 αυτού), που παρέχουν πρωτοβάθμια περίθαλψη (δηλαδή, όχι σε νοσοκομεία του IKA) (ΑΠ 1072/2020, 1389/2019, 382/2018).
Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών. Ως εκ τούτου, δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις ή κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, εν όψει της, κατά το άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος, εξουσίας των δικαστηρίων να μην εφαρμόζουν νόμο, του οποίου το περιεχόμενο είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα.
Συνεπώς, αν γίνει από τον νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη, δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος, που επέβαλε την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή μεταχείριση πρέπει να παραμείνει ανεφάρμοστη, ως αντισυνταγματική.
Στην περίπτωση αυτή, ως μόνος τρόπος αποκατάστασης της συνταγματικής αρχής της ισότητας απομένει το να επεκταθεί υπέρ εκείνων, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση, ακόμη και αν αυτή αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι με την επέκταση αυτή παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διάκρισης των λειτουργιών (άρθρα 1, 26, 73 επ. και 87 επ. του Συντάγματος, ΟλΑΠ 16/2015, ΟλΑΠ 28/1992). Σύμφωνα με τα ανωτέρω, η διάταξη του άρθρου 13 παρ. 3 του ν. 2703/1999, κατά το μέρος αυτής με το οποίο, σιωπηρώς, εξαιρούνται από την καταβολή του νοσοκομειακού επιδόματος οι ιατροί, οι οποίοι εργάζονται σε νομαρχιακές ή τοπικές μονάδες υγείας του Ι.Κ.Α, που παρέχουν πρωτοβάθμια περίθαλψη, παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της ισότητας, διότι το επίδομα αυτό, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2470/1997, όπως συμπληρώθηκαν, καταβάλλεται όχι μόνο σε ιατρούς που προσφέρουν υπηρεσίες σε μονάδες δευτεροβάθμιας περίθαλψης, όπως τα νοσοκομεία, αλλά και σε μονάδες πρωτοβάθμιας περίθαλψης, όπως τα κέντρα υγείας, με μοναδική προϋπόθεση την προσφορά της υπηρεσίας αυτής με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση.
Εξ αυτού έπεται ότι, για την αποκατάσταση της ισότητας μεταξύ αφενός των ιατρών των κέντρων υγείας του λοιπού δημόσιου τομέα, που λαμβάνουν το νοσοκομειακό επίδομα αν και δεν απασχολούνται σε νοσοκομεία και αφετέρου των ιατρών των τοπικών μονάδων υγείας του ΙΚΑ, που δεν το λαμβάνουν, αν και, ως εκ του σκοπού και των συνθηκών λειτουργίας των μονάδων αυτών συνάγεται, εργάζονται κάτω από ουσιωδώς όμοιες συνθήκες, πρέπει η διάταξη του άρθρου 13 παρ. 3 του ν. 2703/1999, που επεξέτεινε τη χορήγηση του επιδόματος μόνο στους ιατρούς των νοσοκομείων του ΙΚΑ, να έχει εφαρμογή και για τους ιατρούς των τοπικών μονάδων υγείας του Ιδρύματος (ΑΠ 1072/2020, 382/2018, 1467/2014).
Επίσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 εδ. β', σε συνδυασμό με το άρθρο 16 του ν. 3235/2004 "Πρωτοβάθμιο Φροντίδα Υγείας" (ΦΕΚ Α' 53) από την 18η.02.2004, κατά την οποία άρχισε η ισχύς του, η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας παρέχεται και από τις μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης (ΟΚΑ), που μετονομάζονται σε Κέντρα Υγείας του οικείου ΟΚΑ.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι οι νομαρχιακές ή τοπικές μονάδες υγείας του ΙΚΑ, μετά την 18η.02.2004 εξομοιώνονται με τα κέντρα υγείας. Κατά συνέπεια, τα ισχύοντα ως προς τη μισθολογική μεταχείριση των εργαζομένων στα κέντρα υγείας του λοιπού δημόσιου τομέα, σύμφωνα με τους νόμους 2740/1997 και 3205/2003, έχουν, πλέον, ευθεία εφαρμογή και στους εργαζόμενους των κέντρων υγείας του ΙΚΑ (ΑΠ 1072/2020, 1389/2019, 832/2015, 1467/2014).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 1/2016). Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 517/2021, 556/2020, 869/2018, 130/2016, 1420/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ανωτέρω ενάγοντες (17 εκ των αρχικώς 80) και ήδη παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι με την, από 31.12.2007 (με αριθμό κατάθεσης 279967/6636/2007) αγωγή τους προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, επικαλούμενοι ότι συνδέονται με το αρχικώς εναγόμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία 'Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων" (ΙΚΑ), στη θέση του οποίου (αναφορικά με τους ανωτέρω αναιρεσίβλητους) υπεισήλθε το ήδη αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφερείας Αττικής (1η Δ.Υ.Πε.
Αττικής), με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ότι απασχολούνται σε τοπικές μονάδες υγείας του τελευταίου, ως ιατροί, ασκούντες τα συναρτώμενα με τον κλάδο και την ειδικότητα του καθενός καθήκοντα και, τέλος, ότι συνεπεία της ως άνω εργασίας τους δικαιούνται το προβλεπόμενο από το άρθρο 8 παρ. 7 περ.
α' του ν. 2470/1997 και του άρθρου 8 παρ. 5 περ. α' του ν. 3205/2003 νοσοκομειακό επίδομα, το οποίο, παρά ταύτα, αρνείται να τους καταβάλει το εναγόμενο, ζήτησαν, με βάση την αρχή της ισότητας που καθιερώνει το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος και τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 7 του ν. 2470/1997 και 8 παρ. 5 περ. α του ν. 3205/2003, α) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στον καθένα το ποσό των 15.620,70 ευρώ, ως νοσοκομειακό επίδομα, για το χρονικό διάστημα από 01.01.2002 μέχρι 31.12.2007, με τον νόμιμο τόκο από τότε που κάθε αναφερόμενο ποσό κατέστη απαιτητό και β) να αναγνωριστεί ότι είναι δικαιούχοι του επιδίκου νοσοκομειακού επιδόματος και ότι το εναγόμενο οφείλει να το εντάξει από 01.01.2008 και επέκεινα στις τακτικές μηνιαίες αποδοχές εκάστου.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την 2068/2017 οριστική του απόφαση δέχτηκε ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή ως προς τους ανωτέρω ενάγοντες και το ήδη αναιρεσείον (που υπεισήλθε στη θέση του εναγομένου ως προς τους ανωτέρω ενάγοντες και που μας αφορά εν προκειμένω). Κατά της αποφάσεως αυτής, το ήδη αναιρεσείον άσκησε την, από 19.09.2019 (και με αριθμό κατάθεσης 84133/6599/2019), έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη (2695/2021) απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση (ως προς τους εν προκειμένω διαδίκους), κατά τα κεφάλαια της εκκαλούμενης, πρωτόδικης, απόφασης περί της ενάρξεως τοκοδοσίας του ενδίκου επιδόματος και του ποσοστού αυτής, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη ως προς τα κεφάλαια αυτά και αφού, κρατήθηκε και δικάστηκε η αγωγή ως προς το σχετικό μέρος, υποχρεώθηκε το ήδη αναιρεσείον ν.π.δ.δ. "1η Δ.Υ.Πε.
Αττικής" να καταβάλλει στους εκ των εναγόντων ήδη παριστάμενους αναιρεσίβλητους το, επιδικασθέν πρωτοδίκως, ποσό των 15.620,70 ευρώ, με επιτόκιο έξι τοις εκατό (6%) από της επόμενης ημέρας της επιδόσεως της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως. Ειδικότερα το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα ουσιώδη:
Οι ανωτέρω ενάγοντες (ήδη παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι) είχαν προσληφθεί, ως ιατροί, από το αρχικώς ν.π.δ.δ με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ-Ι.Κ.Α.", δυνάμει ατομικών συμβάσεων εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και προσέφεραν τις υπηρεσίες τους, με τις αντιστοίχως αναφερόμενες ειδικότητες, με πλήρη απασχόληση, στις τοπικές Μονάδες Υγείας αυτού, οι οποίες με το άρθρο 2 του ν. 3225/2004 μετονομάσθηκαν σε Κέντρα Υγείας του Ι.Κ.Α.
Κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ήτοι από 01.01.2002 έως και 31.12.2007, οι ανωτέρω ενάγοντες παρείχαν τις υπηρεσίες τους η μεν 57η στο Υποκατάστημα Ι.Κ.Α. Πατησίων, οι δε 67η και 68ος στο Υποκατάστημα Ι.Κ.Α. Κορωπίου και οι λοιποί στο Υποκατάστημα Ι.Κ.Α Γαλατσίου και ότι, κατά το επίδικο αυτό χρονικό διάστημα, το εναγόμενο δεν τους κατέβαλε το επίδικο νοσοκομειακό επίδομα.
Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους στις τοπικές μονάδες υγείας του Ι.Κ.Α. (Υποκαταστήματα), που μετονομάστηκαν ύστερον σε Κέντρα Υγείας, οι ως άνω ενάγοντες συγχρωτίζονταν καθημερινώς με ασθενείς, ενώ και η εκτέλεση των ιατρικών πράξεων στους ανωτέρω χώρους ενείχε επικινδυνότητα και ανθυγιεινότητα γι' αυτούς, καθώς αποτελούν χώρους συγκέντρωσης ασθενών.
Κατά την παροχή δε της εργασίας τους, άσκησαν καθήκοντα όμοια προς εκείνα των συναδέλφων τους ιατρών, οι οποίοι παρέχουν την εργασία τους σε άλλες μονάδες πρωτοβάθμιας περίθαλψης, όπως το Ε.Κ.Α.Β., τα Κέντρα Ψυχικής Υγείας των περιφερειακών και αγροτικών ιατρείων του Ε.Σ.Υ., τα Ν.Π.Δ.Δ. του Τομέως Προνοίας, ενώ οι συνθήκες, στις οποίες εργάζονται από απόψεως ανθυγιεινής εργασίας και επικινδυνότητας, είναι απολύτως όμοιες προς τις συνθήκες εργασίας των ιατρών, στους οποίους χορηγείται το συγκεκριμένο επίδομα, ως εκ του είδους των παρεχόμενων υπηρεσιών αυτών.
Ως εκ τούτου, οι συνθήκες εργασίας των ανωτέρω εναγόντων ιατρών είναι το αυτό δυσμενείς προς τις συνθήκες εργασίας του προσωπικού των νοσοκομείων, των Μονάδων Κοινωνικής Φροντίδας, του Εθνικού Κέντρου Αμέσου Βοήθειας (Ε.Κ.Α.Β.), των Κέντρων Υγείας, των Κέντρων Ψυχικής Υγείας, των Ν.Π.Δ.Δ. του Τομέως Προνοίας και των αγροτικών ιατρείων, το οποίο αμείβεται με το αυτό μισθολόγιο των ανωτέρω εναγόντων και τότε εφεσιβλήτων ιατρών και στο οποίο [προσωπικό] χορηγήθηκε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα το νοσοκομειακό επίδομα.
Ότι οι ανωτέρω εναγόντες υπηρετούσαν με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους, οπού δικαιολογείται η καταβολή του επιδόματος, δεδομένου ότι οι τοπικές μονάδες υγείας του Ι.Κ.Α., όπου εργάζονταν, παρέχουν υπηρεσίες πρωτοβαθμίου φροντίδας υγείας, όπως συμβαίνει και στα Κέντρα Υγείας, και ότι η απασχόλησή τους στους ανωτέρω χώρους είναι αποκλειστική και πλήρης κατά το συμβατικό τους ωράριο, χωρίς να επηρεάζει το γεγονός ότι μέχρι τις 31.03.2014 οι άνω ενάγοντες ιατροί δικαιούνταν κατά νόμο να λειτουργούν εκτός του ωραρίου τους και ιδιωτικό ιατρείο.
Ότι, περαιτέρω, η μη χορήγηση του νοσοκομειακού επιδόματος στους ενάγοντες ιατρούς συνιστά δυσμενή σε βάρος τους διάκριση, μη δικαιολογούμενη εκ λόγων γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος και ως εκ τούτου, τυγχάνει αντίθετη προς τη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της ισότητας. Με βάση τις παραδοχές αυτές, κατέληξε, το Εφετείο, ότι το νοσοκομειακό επίδομα, που δεν καταβάλλονταν στους άνω ενάγοντες κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, το δικαιούνται και αυτοί αφενός μέχρι τις 17.02.2004 με βάση τη συνταγματική αρχή της ισότητας και αφετέρου μεταγενεστέρως, ήτοι από τις 18.02.2004 και εφεξής, ευθέως, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 εδ.
β' του ν. 3235/2004 και 8 παρ. 5 του ν. 3205/2003. Στη συνέχεια, έκρινε ως αβάσιμους τους λόγους έφεσης που συνδέονται με τις προαναφερθείσες νομικές και ουσιαστικές παραδοχές και, κατ' αποτέλεσμα, επικύρωσε την τότε εκκαλούμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, που είχε κρίνει ομοίως [την εξαφάνισε μόνο ως προς την τοκοφορία (έναρξη και ποσοστό αυτής) του επιδικασθέντος πρωτοδίκως ποσού των 15.620,70 ευρώ].
Με την κρίση αυτή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς τις προδιαληφθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αφού αυτές, κατά τα αναφερόμενα στις νομικές σκέψεις της παρούσας, εφαρμόζονται και ισχύουν και επί των αναιρεσιβλήτων ιατρών, που υπηρετούσαν, με τις αντιστοίχως αναφερόμενες ειδικότητες, με πλήρη απασχόληση στις μονάδες πρωτοβάθμιας περίθαλψης του αναιρεσείοντος.
Επομένως, ο πρώτος (1ος) λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμό 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Οι δε λοιπές αιτιάσεις που αναφέρονται στον λόγο αυτό, που αφορά τα ίδια πιο πάνω αναφερόμενα κρίσιμα ζητήματα και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται, κατά το αναιρεσείον, σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς που προέβαλε αυτό στο δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, αφού, με τον ίδιο λόγο, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 262 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η ένσταση, ως αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός, που περιέχει πραγματικά περιστατικά διάφορα από εκείνα που αποτελούν την ιστορική βάση της αγωγής και με τα οποία επιδιώκεται η προσωρινή ή οριστική απόρριψη της αγωγής, πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με τον νόμο και δικαιολογούν την άσκηση της από τον εναγόμενο κατά του ενάγοντα. Διαφορετικά η ένσταση είναι αόριστη (ΑΠ 1210/2022, 1451/2019, 856/2017).
Εξάλλου, η παραγραφή των κατά του ΙΚΑ απαιτήσεων ρυθμίζεται από την ειδική διάταξη της παραγράφου 6 του άρθρου 40 του α.ν. 1846/1951 "Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων" (ΦΕΚ Α 179), όπως η παράγραφος 6 αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 15 του ν. 4476/1965 και στη συνέχεια με το άρθρο 7 του ν. 825/1978, η οποία στο τελευταίο εδάφιό της ορίζει ότι "πάσα άλλη (εκτός ορισμένων απαιτήσεων περί των οποίων δεν πρόκειται ενταύθα) οιαδήποτε κατά του ΙΚΑ απαίτησις παραγράφεται μετά πενταετίαν".
Στις εν λόγω απαιτήσεις περιλαμβάνονται και οι απαιτήσεις εκ καθυστερουμένων αποδοχών των υπαλλήλων του ΙΚΑ κατ' αυτού. Η πενταετία αυτή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, κατά τον κανόνα του άρθρου 251 ΑΚ. Η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 247) που προβλέπει διετή παραγραφή των μισθολογικών αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου από τη γέννησή τους (ανεξαρτήτως της αιτίας γέννησης αυτών) δεν τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής, διότι με αυτή ρυθμίζεται η παραγραφή των πιο πάνω αξιώσεων κατά του Ελληνικού Δημοσίου μόνον και δεν αφορά την παραγραφή των αξιώσεων κατά του ΙΚΑ, καθότι όπου ο νομοθέτης θέλησε να εξομοιώσει το ΙΚΑ με το Δημόσιο το έπραξε με ρητές διατάξεις.
Τα ανωτέρω δεν διαφοροποιούνται από τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 του α.ν. 1846/1951 με την οποία προβλέπεται ότι το ΙΚΑ απολαμβάνει όλων των ατελειών και προνομίων, δικαστικών, διοικητικών και οικονομικών, σαν να είναι το ίδιο το Δημόσιο, αφού έναντι αυτής υπερισχύει η ειδική ρύθμιση του άρθρου 40 παρ. 6 του ιδίου νόμου (α.ν. 1846/1951) που ρυθμίζει ειδικά τα της παραγραφής αξιώσεων κατά του ΙΚΑ ή από τη διάταξη του άρθρου 5 του ν. 3210/1955, με την οποία προβλέπεται ότι το ΙΚΑ απολαύει όλων των διαδικαστικών προνομίων του Δημοσίου και επ' αυτού ως ενάγοντος ή εναγομένου εφαρμόζονται όλες οι εκάστοτε ισχύουσες για το Δημόσιο διαδικαστικές διατάξεις του Κώδικα περί δικών του Δημοσίου και της πολιτικής δικονομίας, η οποία ως εκ του περιεχομένου της δεν αφορά ουσιαστικά προνόμια, όπως η συντομότερη παραγραφή.
Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι με το άρθρο μόνο του π.δ/τος 437/1977 (ΦΕΚ Α 134), εξαιρέθηκαν από την εφαρμογή του ν.δ/τος 496/1974 "περί λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" (ΦΕΚ Α 204), οι υπαγόμενοι στην εποπτεία του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών ασφαλιστικοί οργανισμοί, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το ΙΚΑ (άρθρο 11 του α.ν. 1846/1951) και, επομένως, δεν έχουν εφαρμογή επί των κατά του ΙΚΑ απαιτήσεων οι περί παραγραφής διατάξεις του ως άνω ν.δ/τος 496/1974 και ειδικότερα η διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 αυτού, που προβλέπει διετή παραγραφή των μισθολογικών αξιώσεων κατά νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΑΠ 654/2023, 1317/2021 1018/2020, 1389/2019, 25/2018, 121/2016).
Για να είναι ορισμένη η ένσταση της ανωτέρω πενταετούς παραγραφής των, κατά του ΙΚΑ, αξιώσεων εκ καθυστερουμένων αποδοχών των υπαλλήλων αυτού, πρέπει να αναφέρεται το χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής (δηλαδή το αφετήριο αυτής χρονικό σημείο), ήτοι, σύμφωνα με το άρθρο 251 ΑΚ, ο χρόνος κατά τον οποίο γεννήθηκε η σχετική αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη ως και ο χρόνος επίδοσης της αγωγής, προκειμένου να διαπιστωθεί, εάν από του ανωτέρω αφετήριου χρονικού σημείου και μέχρι την επίδοσης της αγωγής συμπληρώθηκε ο χρόνος αυτής (ΑΠ 446/2024, 7/2015, 1096/2008).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο (και) αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Επομένως, μέσω του εν λόγω αναιρετικού λόγου ελέγχονται οι πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με το ορισμένο και συνεπώς το παραδεκτό των ενστάσεων και ειδικότερα αναφορικά με την πληρότητα της έκθεσης από τον ενιστάμενο των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την ιστορική βάση της προβαλλόμενης από αυτόν ένστασης (ΑΠ 1210/2022, 1451/2019, 856/2017) Για την ίδρυση του λόγου αυτού επί απόρριψης ένστασης από το εφετείο ως απαράδεκτης, πρέπει η ένσταση να είχε προταθεί κατά τρόπο ορισμένο κατά την (πρώτη) συζήτηση στον πρώτο βαθμό και να είχε επαναφερθεί στο εφετείο σαφώς και με πληρότητα (ΑΠ 553/2019, 7/2017).
Αν, επομένως, προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και ο αναιρεσείων είναι ο εκκαλών ο οποίος είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίον στηρίζεται ο σχετικός λόγος αναίρεσης, να είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο έφεσης ή πρόσθετο λόγο έφεσης και όχι με τις προτάσεις (ΑΠ 56/2013, 452/2011, 504/2011).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 1/2016, ΑΠ 517/2021, 556/2020, 869/2018, 130/2016, 1420/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο (2ο) λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο (1ο) σκέλος του, κατ' ορθή υπαγωγή από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά τον νόμο δέχθηκε ότι οι ένδικες αξιώσεις, των εκ των εναγόντων ήδη παρισταμένων αναιρεσιβλήτων υπαλλήλων του ΙΚΑ εκ μισθολογικών αποδοχών κατ' αυτού, υπόκεινται σε πενταετή και όχι στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, απορρίπτοντας την προταθείσα από αυτό σχετική περί διετούς παραγραφής ένσταση.
Σύμφωνα, με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε, με την ίδια στις σκέψεις αυτές ως άνω αιτιολογία, ότι οι επίδικες μισθολογικές αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή κατά τη διάταξη του άρθρου 40 παρ. 6 εδ.
τελ. του α.ν. 1846/1951 και όχι σε διετή παραγραφή και συνακόλουθα απέρριψε ως μη νόμιμη την προταθείσα ένσταση του εναγομένου περί διετούς, κατά το άρθρο 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, παραγραφής των άνω αγωγικών αξιώσεων (αντικαθιστώντας τις αιτιολογίες της πρωτόδικης απόφασης, που επίσης είχε απορρίψει την ένσταση αυτή ως μη νόμιμη, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 250 αρ. 17 ΑΚ), ορθώς ερμήνευσε και προσηκόντως εφάρμοσε τις, ως άνω, ουσιαστικές διατάξεις (του άρθρου 40 του α.ν. 1846/1951 που ήταν εφαρμοστέα, και δεν εφήρμοσε τη μη, εν προκειμένω, εφαρμοστέα διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995)και επομένως, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης κατά το οικείο (1ο) σκέλος του είναι αβάσιμος.
Με τον δεύτερο (2ο) λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο (2ο) σκέλος του, κατ' ορθή υπαγωγή μόνο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και τον αριθμό 8), το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτο με την απόρριψη ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας της περί πενταετούς παραγραφής των επιδίκων αξιώσεων κατ' άρθρον 40 παρ. 6 του α.ν. 1846/1951 ένστασής του.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης, από 19.09.2019 (με αριθμό κατάθεσης 84133/6599/2019), έφεσης, που άσκησε το υπεισελθόν στη θέση του αρχικώς εναγομένου ήδη αναιρεσείον και τότε εκκαλούν κατά της πρωτόδικης (2068/2017) απόφασης, που είχε κάνει δεκτή την αγωγή των ήδη προσηκόντως παρισταμένων αναιρεσιβλήτων και τότε εναγόντων, αναφορικά με την ανωτέρω περί πενταετούς παραγραφής ένστασης, στην οποία στηρίζεται ο σχετικός λόγος αναίρεσης, το ήδη αναιρεσείον και τότε εκκαλούν ισχυρίστηκε κατά λέξη τα εξής: "...εις κάθε δε περίπτωση υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 40 παρ. 6 του ΑΝ 1846/1951, ως ισχύει, και η οποία αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη της (άρθρο 211 ΑΚ) δηλ.
από την αρχή κάθε δεκαπενθημέρου οπότε προκαταβάλλεται ο μισθός του (άρθρα 42 των Ν. 3528/2007, 42 Ν. 2683/1999) και ούτως οι ένδικες αξιώσεις των εκκαλούμενων που στρέφονται καθ' ημών και αφορούν στο χρονικό διάστημα έως και πέντε ετών προ της επιδόσεως σ' εμάς στις 21-3-2018, δηλ. στο χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως και 31.3.2009, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 40 του ΑΝ 1846/1951...".
Με το ανωτέρω όμως περιεχόμενο η ένσταση, όπως είχε προταθεί από τον ήδη αναιρεσείοντα, ως εκκαλούντα που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, στο Εφετείο με τον άνω λόγο έφεσης, ήταν αόριστη, ενόψει του ότι δεν περιελάμβανε ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με τον νόμο, καθώς δεν αναφερόταν το χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής, ήτοι, σύμφωνα με το άρθρο 251 ΑΚ, ο συγκεκριμένος χρόνος κατά τον οποίο γεννήθηκαν οι σχετικές αξιώσεις και ήταν δυνατή η δικαστική τους επιδίωξη, καθόσον μάλιστα το μεν αναφερόμενο ως παραγραφέν χρονικό διάστημα δεν αφορά στην ένδικη αγωγή, ο δε αναφερόμενος χρόνος επίδοσης της αγωγής δεν αναφέρεται στην επίδοση αυτής στο αρχικώς εναγόμενο, στη θέση του οποίου υπεισήλθε, ως καθολικός διάδοχος, το ήδη αναιρεσείον, οπότε η εξ αυτής διακοπή της παραγραφής θα ισχύει και για τον καθολικό του διάδοχο ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 1140/2019, ΑΠ 552/2017), αλλά στο τελευταίο.
Συνεπώς, το Εφετείο, που απέρριψε τον ανωτέρω ισχυρισμό (ένσταση), ο οποίος δεν ερευνάται αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 1116/2022, 25/2018), ως αόριστο, δεν κήρυξε παρά τον νόμο απαράδεκτο και ο ανωτέρω δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Κατόπιν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί το αναρεσείον ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής" (1η Δ.Υ.Πε Αττικής), το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε μέσω του νομικού συμβουλίου του Κράτους, ώστε να συντρέχει περίπτωση επιβολής μειωμένων εις βάρος του δικαστικών εξόδων (ΑΠ 885/2023, 18/2020, 1072/2020), λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των προσηκόντως παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ως απαράδεκτη την, από 18.04.2022 και με αριθμό κατάθεσης 3212/331/2022, αίτηση για αναίρεση της 2695/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών καθ' ο μέρος στρέφεται κατά της εικοστής έκτης (26ης) αναιρεσίβλητης Α. Ρ.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ τον χωρισμό της υποθέσεως, όσον αφορά τους 11η, 12ο, 13η, 15ο, 16η, 17η, 18ο, 19ο και 20ο των αναιρεσιβλήτων, δηλαδή τους Φ. Μ., Π. Χ., Κ. Ο., Μ. Β., Χ. Π., Β. Ν., Μ. Π., Ν. Ε. και Φ. Φ., αντιστοίχως.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη τη συζήτηση της ανωτέρω αίτησης αναίρεσης ως προς τους αμέσως ανωτέρω αναιρεσίβλητους.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ (κατά τα λοιπά) την άνω αίτηση για αναίρεση της 2695/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αναφορικά με το ήδη αναιρεσείον ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής" (1η Δ.Υ.Πε Αττικής) και τους προσηκόντως παριστάμενους αναιρεσίβλητους [1ο έως και 10η, 14η, 21η έως και 25ο και 27ο, που αντιστοιχούν στους 38ο, 39ο, 41η, 42ο, 44ο έως και 47ο, 50η, 51η, 57η, 67η, 68ο, 70η, 72ο, 74ο και 78ο ενάγοντες].
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ