Supreme Court allows appeal and remands case for new substantive trial after second review.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Thessaloniki Court of First Instance's decision, remanding the case for a new substantive trial. The appellants argued that the lower court failed to properly address the merits, while the respondents contended for dismissal. The court ruled that a new substantive hearing is required to ensure a fair trial under the second review procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 580, 581, 582 of the Code of Civil Procedure; Upon a second appeal, the Supreme Court must remand the case for a new substantive trial before the appellate chamber acting as a court of first instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 552 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 552/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών:1)Ε. χήρας Α. Σ., το γένος Μ. Κ., και 2)Μ. χήρας Σ. Σ., το γένος Μ. Κ., οι οποίες δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, επειδή έχουν αποβιώσει, όπως αναφέρεται στη από 11/10/2013 κλήση και κληρονομήθηκαν από τις καλούσες, οι οποίες συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη. Των καλουσών: 1)Α. Σ. του Α. και 2)Ε. Σ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Τσαλκάνη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1)ΝΠΔΔ με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιoνεί καθολικού διαδόχου του συγχωνευθέντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "...", και 2)Ν.Π.Δ.Δ και ΟΤΑ Α’ βαθμίδος με την επωνυμία ΔΗΜΟΣ ..., που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, τα οποία εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Τριμπόνια.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 16.12.1996 αγωγή των αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Δράμας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 72/1998 του ίδιου δικαστηρίου και 226/2002 του Εφετείου Θράκης.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1562/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, ο οποίος αναίρεσε την 226/2002 απόφαση του Εφετείου Θράκης και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 175/2009 απόφαση του Εφετείου Θράκης.
Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησαν οι αναιρεσείουσες με την από 10/12/2009 αίτησή τους, η οποία προσδιορίστηκε, μετ’ αναβολή, για τη δικάσιμο της 2/10/2013, οπότε ματαιώθηκε.
Την υπόθεση επανέφεραν οι καλούσες με την από 11/10/2013 κλήση τους.
Εκδόθηκε η 2155/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία διέταξε την επανάληψη της συζήτησης.
Την υπόθεση επανέφεραν οι καλούσες με την από 20-2-2015 κλήση τους.
Εκδόθηκε η 106/2016 μη οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης γενομένης δεκτής της αίτησης αυτοεξαίρεσης του κατά την συνεδρίαση Προεδρεύοντος Αρεοπαγίτη Ευτυχίου Μπιχάκη.
Την υπόθεση επανέφεραν οι καλούσες με την από 17-2-2016 κλήση τους Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης ανέγνωσε την από 26/3/2012 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Δημάδη, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 249 ΑΚ, η εμπράγματη αξίωση προς απόδοση του πράγματος, απορρέουσα από την καθολική προσβολή της κυριότητας με την αφαίρεσή του, υπόκειται στην γενική εικοσαετή παραγραφή και έχει ως αφετήριο γεγονός, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 251 ΑΚ, την κατάληψη του πράγματος από τον τρίτο.
Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, η εν λόγω παραγραφή διακόπτεται με την έγερση της διεκδικητικής αγωγής, η οποία δικονομικώς μεν συντελείται με την κοινοποίηση του δικογράφου στην γραμματεία του δικαστηρίου και την επίδοση αντιγράφου της στον εναγόμενο άρθρο 215 παρ. 1 ΚΠολΔ), η από την άσκησή της όμως ουσιαστικού δικαίου συνέπεια της διακοπής της παραγραφής επέρχεται με και από την επίδοση (άρθρο 221 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 270 ΑΚ, συντρέχοντος νομίμου και εγκύρου λόγου διακοπής της παραγραφής, ο περί της οποίας (διακοπής) ισχυρισμός αποτελεί αντένσταση κατά της ένστασης παραγραφής της αξίωσης που προτείνει ο υπόχρεος από αυτήν, ο χρόνος που πέρασε μέχρι την επέλευση του διακοπτικού αποτελέσματος, δεν υπολογίζεται και αφότου περατωθεί η διακοπή αρχίζει νέα παραγραφή.
Κατά δε την διάταξη του άρθρου 263 παρ. 2 ΑΚ, επί διακοπής της παραγραφής με την έγερση της διεκδικητικής αγωγής, εάν ο ενάγων παραιτήθηκε από την αγωγή ή εάν αυτή απορρίφθηκε τελεσιδίκως για λόγους μη ουσιαστικούς, εφ’ όσον ο δικαιούχος εντός αποσβεστικής προθεσμίας έξι μηνών από την παραίτηση ή την τελεσίδικη απόρριψη της αρχικής αγωγής του επανεγείρει αγωγή κατά του αυτού εναγομένου, στηρίζοντας αυτήν στην ίδια ιστορική και νομική βάση, στην οποία στηριζόταν η τελεσιδίκως απορριφθείσα αγωγή ή εκείνη από την οποία παραιτήθηκε ο δικαιούχος, αναβιώνει το διά της πρώτης αγωγής επελθόν διακοπτικό αποτέλεσμα, κατά θεσπιζόμενο υπό του νόμου νομικό πλάσμα, και η διακοπή λογίζεται επελθούσα διά της αρχικής αγωγής.
Ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας υπάρχει , όταν και στις δύο αγωγές το διαγνωστέο δικαίωμα κυριότητας πηγάζει από τα ίδια, κατά τα ουσιώδη στοιχεία, πραγματικά περιστατικά, ως γενεσιουργός, κατά νόμο, λόγος του δικαιώματος αυτού. Η τυχόν δε προσθήκη στη μεταγενέστερη αγωγή, πλεοναστικώς, και άλλων περιστατικών πέραν των στην προηγούμενη αγωγή διαλαμβανομένων, δεν επάγεται αλλοίωση της ιστορικής και νομικής βάσης των δύο αγωγών και άρση της ταυτότητας της διαφοράς μεταξύ των δύο δικών, ώστε να μην επέρχεται το διακοπτικό αποτέλεσμα με την πρώτη αγωγή.
Ειδικότερα, αναγκαία περιστατικά προς θεμελίωση της ιστορικής βάσης της διεκδικητικής αγωγής, είναι μόνον εκείνα που κατά νόμο θεμελιώνουν την κατά παράγωγο ή πρωτότυπο τρόπο κτήση της κυριότητας από τον ενάγοντα επί του διεκδικουμένου ακινήτου, μεταξύ δε αυτών δεν είναι και ο χρόνος της κατάληψης του πράγματος από τον εναγόμενο, ο οποίος φέρει το δικονομικό βάρος, κατά την διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ, επίκλησης και απόδειξης του χρόνου αυτού στο πλαίσιο της από αυτόν προτεινόμενης ένστασης της εικοσαετούς παραγραφής.
Επομένως, δεν υπάρχει μεταβολή της ιστορικής και νομικής αιτίας μεταξύ των δύο αγωγών, όταν στην δεύτερη υπάρχει διαφοροποίηση ως προς τον χρόνο της γενόμενης κατάληψης του πράγματος από τον εναγόμενο, αφού το στοιχείο αυτό, διηγηματικώς αναφερόμενο, δεν ασκεί καμία επιρροή στην γένεση του δικαιώματος κυριότητας, αλλά μόνο στο νομικό ζήτημα της παραγραφής.
Περαιτέρω, το ανωτέρω διακοπτικό αποτέλεσμα επέρχεται και στην περίπτωση, κατά την οποία στη θέση του αρχικού εναγομένου υπεισήλθε, ως καθολικός διάδοχος, άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο είτε κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικος, είτε κατ’ εφαρμογή άλλων ειδικών διατάξεων, διότι τα πρόσωπα που κατά νόμον διαδέχονται τους αρχικούς, με την προηγούμενη αγωγή, διαδίκους νομικώς ταυτίζονται με αυτούς και επομένως η διακοπή της παραγραφής που επήλθε με την προηγούμενη νομότυπη έγερση της αγωγής, ισχύει και για τους καθολικούς διαδόχους του αρχικού εναγομένου.
Τέλος, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 1 και 3 του ν. 1894/1990, 31 παρ. 1 του ν. 2009/1992, 40 παρ. 1 και 4 του ν. 1566/1985 και της ΣΤ/13/1994/Β’ -40 κοινής Απόφασης των Υπουργών Εσωτερικών, Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 14 του ανωτέρω νόμου 1894/1990, συνάγεται ότι η ακίνητη περιουσία των Σχολικών Εφοριών περιέρχεται αυτοδικαίως (ex lege) στους Δήμους, στην περιφέρεια των οποίων ευρίσκονται τα εν λόγω ακίνητα, χωρίς την τήρηση οποιασδήποτε πρόσθετης διατύπωσης.
Επομένως, οι κατά τόπο Δήμοι αποκτούν την κυριότητα, νομή και κατοχή επί των ανωτέρω ακινήτων, ως οιονεί καθολικοί διάδοχοι των Σχολικών Εφοριών, γι’ αυτό και η προγενέστερη διεκδικητική αγωγή κατά της Σχολικής Εφορίας, ως νομέως και κατόχου, επάγεται το διακοπτικό αποτέλεσμα της παραγραφής, συντρεχουσών και των λοιπών προϋποθέσεων (ταυτότητα ιστορικής και νομικής βάσης, ταυτότητα αντικειμένου), χωρίς να επηρεάζεται η ταυτότητα της διαφοράς από το γεγονός ότι ο εναγόμενος με την δεύτερη αγωγή οικείος Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, δεν ήταν εναγόμενος και στην πρώτη αγωγή, διότι κατά τον χρόνο της άσκησής της, δεν είχε προσλάβει ακόμα την ιδιότητα του καθολικού διαδόχου της Σχολικής Εφορίας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ευθεία παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου υπάρχει όταν το δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καίτοι ήταν εφαρμοστέος στην συγκεκριμένη περίπτωση βάσει των παραδοχών του, ή εφήρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που, με βάση τις ίδιες παραδοχές, δεν έπρεπε να εφαρμόσει.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα παραδεκτώς από τον Άρειο Πάγο επισκοπούμενα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: Με την από 29/6/1987 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας, που απηύθηναν κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης και του Ελληνικού Δημοσίου, οι αναιρεσείουσες εζήτησαν την αναγνώριση της κυριότητάς των επί του στην αγωγή αυτή περιγραφομένου ακινήτου, ήτοι του υπ’ αριθ. 211 οικοπέδου, που περιλαμβάνεται στο … Οικοδομικό Τετράγωνο του Δήμου ..., όπως κατά τα όρια προσδιορίζεται στην αγωγή αυτή, επιδοθείσα στους τότε εναγομένους την 1/9/1987 στην πρώτη αναιρεσίβλητη και την 23/10/1987 στο Ελληνικό Δημόσιο.
Στην αγωγή αυτή οι αναιρεσείουσες ισχυρίσθηκαν, προς θεμελίωση του δικαιώματος της κυριότητάς τους επί του άνω ακινήτου, ότι η άμεση αυτών δικαιοπάροχος Μ. χήρα Δ. Τ. κατέστη κυρία του άνω ακινήτου με τον υπ’ αριθ. .../1975 οριστικό τίτλο κυριότητας (παραχωρητήριο) της Διεύθυνσης Γεωργίας Δράμας που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών στις 25/10/1975, καθώς και ότι οι αναιρεσείουσες είναι νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, αποδεχθείσες την κληρονομία της με την ...22-8-1978 δήλωση ενώπιον του συμβολαιογράφου ...
Δράμας Βασιλείου Καπετανέα, νομίμως μεταγραφείσα στα οικεία βιβλία μεταγραφών. Στη συνέχεια οι αναιρεσείουσες άσκησαν κατά των αναιρεσιβλήτων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας και την ένδικη από 16-12-1996 αγωγή, στην οποία περιέχεται ρητή δήλωση περί παραιτήσεώς τους από το δικόγραφο της πρώτης άνω αγωγής.
Στο δικόγραφο της δεύτερης αυτής αγωγής προς θεμελίωση της ιστορικής και νομικής της βάσης γίνεται επίκληση των ιδίων, ως άνω, περιστατικών με διαφοροποίηση ως προς τον χρόνο της γενόμενης κατάληψης του επιδίκου από την πρώτη αναιρεσίβλητη. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμη την αντένσταση των αναιρεσειουσών περί διακοπής της εικοσαετούς παραγραφής του επιδίκου δικαιώματος με την άσκηση της προηγουμένης από 29/6/1987 διεκδικητικής αγωγής, διότι α) ο ήδη εναγόμενος Δήμος ...
Δράμας, δεν είχε την ιδιότητα του διαδίκου, ως εναγομένου, και στην πρώτη δίκη που ανοίχθηκε με την προηγουμένη αγωγή, β) στην ένδικη αγωγή ως χρόνος κατάληψης του επιδίκου ακινήτου αναφέρεται διαφορετικός από εκείνον που μνημονεύται στην προηγουμένη αγωγή, με συνέπεια να μην υπάρχει ταυτότητα ιστορικής και νομικής βάσης και ταυτότητα διαδίκων μεταξύ των δύο αγωγών.
‘ Ετσι, όμως, όπως έκρινε το Εφετείο εσφαλμένως εφάρμοσε και ερμήνευσε τις παρατεθείσες ουσιαστικές διατάξεις, αφού, υπό τα ανωτέρω περιστατικά, η διακοπή της εικοσαετούς παραγραφή της επίδικης αξίωσης προς απόδοση του διεκδικουμένου ακινήτου, είχε ήδη επέλθει με την άσκηση της από 29/6/1987 αγωγής, μεταξύ δε αυτής και της ένδικης αγωγής υπάρχει ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας, αφού αμφότερες βασίζονται επί του ιδίου δικαιοπαραγωγικού γεγονότος (καθολική διαδοχή από τις αναιρεσείουσες της Μ.
Τ., που απέκτησε με πρωτότυπο τρόπο την κυριότητα επί του επιδίκου, με βάση τον προαναφερόμενο τίτλο κυριότητος), καθώς και ταυτότητα διαδίκων, του ήδη εναγομένου Δήμου, ως νομέως και κατόχου του επιδίκου, έχοντος την ιδιότητα του εκ του νόμου διαδόχου της εναγομένης στην προηγουμένη δίκη Σχολικής Εφορίας.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ( όχι όμως και από τον αριθμό 14 του ιδίου άρθρου, όπως αναφέρεται στον λόγο αυτό), είναι βάσιμος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 του ν. 4045/2012 και ορίζει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση μετά από πρώτη αναίρεση, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Αρειος Πάγος δικάζει την υπόθεση, της παραγράφου 2 του άρθρου 570 ΚΠολΔ, κατά την οποία νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης στον Αρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας και της παραγράφου 2 του άρθρου 581 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με την οποία η υπόθεση συζητείται στο δικαστήριο της παραπομπής μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237 ΚΠολΔ προκύπτουν τα εξής:
Σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης για την ίδια υπόθεση ο Αρειος Πάγος δεν έχει τη δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει την υπόθεση κατ’ ουσίαν, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί όμως αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, έστω και αν οι διάδικοι, ενόψει της συζήτησης της αναίρεσης και υπό την προϋπόθεση παραδοχής αυτής, έχουν καταθέσει προτάσεις και για την ουσία της υπόθεσης, αφού δεν υφίσταται και δεν
νοείται υπό την ισχύ των προαναφερομένων διατάξεων ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης. Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ’ ουσίαν την υπόθεση, οφείλει να τηρεί και τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 ΚΠολΔ, συζητεί την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, αφού όμως κατατεθούν προτάσεις σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο 237 ΚΠολΔ και αφού μετά την αναίρεση παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις.
Μπορεί δηλαδή να προβληθούν από τους διαδίκους στον Άρειο Πάγο, με κρίσιμη χρονική αφετηρία τη μετά την αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης κατ’ ουσίαν, νέοι ισχυρισμοί, υπό τους περιορισμούς των άρθρων 527 και 269 παρ. 2 ΚΠολΔ ή και να ασκηθούν από τον εκκαλούντα πρόσθετοι λόγοι έφεσης υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 520 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ενδεχόμενη ταυτόχρονη εξέταση ύστερα από μια ενιαία συζήτηση, τόσον της αίτησης αναίρεσης όσον και της ουσίας της υπόθεσης, στην περίπτωση βέβαια που η πρώτη γίνει δεκτή, συνεπάγεται τη δυσχέρανση ή και τη ματαίωση ουσιαστικά της άσκησης εκ μέρους των διαδίκων των πιο πάνω ευχερειών και παράλληλα επιβάλλει σ` αυτούς, κατά παραγνώριση της αρχής της οικονομίας της δίκης, το υπέρμετρο και συχνά περιττό δικονομικό βάρος της κατάθεσης προτάσεων για την ουσία της υπόθεσης σε όλη τη δυνατή έκταση, αφού αυτοί δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν εκ των προτέρων αν θα αναιρεθεί και σε ποια έκταση η προσβαλλομένη απόφαση και συνακόλουθα ποια είναι τα όρια της εκδίκασης της υπόθεσης στην ουσία.
Ετσι για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον ‘ Αρειο Πάγο από τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, υποχρέωσης για εκδίκαση, μετά από δεύτερη αναίρεση, της υπόθεσης κατ’ ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης, ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο ουσίας, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, σύμφωνα με όσα ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή (ΑΠ 914/2015, 1393/2014).
Συνεπώς πρέπει, κατά παραδοχή του παραπάνω αναιρετικού λόγου και δοθέντος ότι παρέλκει η έρευνα των υπολοίπων αναιρετικών λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει του ότι πρόκειται για δεύτερη αναίρεση, να κρατηθεί, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση στο τμήμα τούτο σε νέα συζήτηση, η οποία θα λάβει χώρα μετά από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους. Περαιτέρω πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη των συνεχιζουσών τη δίκη καθολικών διαδόχων των αρχικώς αναιρεσειουσών (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ και 281 ν. 3463/2006), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθ. 175/2009 απόφαση του Εφετείου Θράκης.
Κρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση μετά από επίσπευση του επιμελέστερου από τους διαδίκους.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη των συνεχιζουσών τη δίκη καθολικών διαδόχων των αρχικώς αναιρεσειουσών, την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Απριλίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ