Legislator Case Law & Legislation
1704/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor law application regarding director's exemption from overtime rules due to conflicting court findings.

Case Number 1704/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece annulled the First Instance Court of Larissa's decision regarding the defendant's employment status. The plaintiff argued that contradictory findings in the lower court's reasoning created a legal inconsistency concerning the defendant's duties. The court ruled that these contradictions violated the Washington Convention's provisions on director exemptions, necessitating a retrial with a different judge.

Legislator headnote

AI generated

Art. 2 of the Washington Convention of 1919; Art. 307 of the Code of Civil Procedure: When contradictory findings in a judgment create a legal inconsistency regarding a director's exemption from labor protections, the judgment must be annulled and the case remitted for retrial.

Keywords

AI generated
Washington Convention director exemption overtime regulations contradictory findings annulment of judgment remittal for retrial labor law application

Cited Legislation

AI generated
Art. 2 of the Washington Convention of 1919
Art. 307 of the Code of Civil Procedure
Art. 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1704 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1704/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Mαρία Χασιρτζόγλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καλούντος: συνεταιρισμού περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Παραγωγικός Συνεταιρισμός Επισκευαστών Αυτοκινήτων Μοτοσικλετών Ιδιωτικού Κέντρου Τεχνικού Ελέγχου Οχημάτων Βόλου (Σ.Π.Ε.Α.Μ.Ι.Κ.Τ.Ε.Ο.)" που εδρεύει στην Μαγνησία και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Του αναιρεσιβλήτου - καθού η κλήση: Σ. Ι. Ζ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-3-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και άλλου προσώπου που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 59/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 185/2017 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων συνεταιρισμός με την από 8-12-2017 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 356/2019 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, η οποία διέταξε την επανάληψη της επ' ακροατηρίου συζητήσεως της υπόθεσης. Κατόπιν της από 2-9-2019 κλήσης του αναιρεσείοντος, η υπόθεση συζητήθηκε στις 25-2-2020 χωρίς να εκδοθεί απόφαση. Σύμφωνα με το άρθρο 307 του Κ.Πολ.Δ. και την 179/20-4-2022 πράξη του Αντιπροέδρου του Β'2 τμήματος του Αρείου Πάγου Νικολάου Πιπιλίγκα ορίσθηκε η ως άνω νέα δικάσιμος. Κατά την αρχική δικάσιμο ο αναιρεσείων συνεταιρισμός εκπροσωπηθεί από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Αναγνωστόπουλο, ο οποίος είχε καταθέσει προτάσεις και ο αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευγενία Αποστολάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία είχε καταθέσει προτάσεις.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι δεν παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ορίσθηκε δε Εισηγήτρια η Αρεοπαγίτης Μαρία Χασιρτζόγλου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη του άρθρου 307 εδάφια α' και β' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν για οποιοδήποτε λόγο, που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου (ΑΠ 582/2016).

Η επαναλαμβανόμενη κατά το ως άνω άρθρο συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 του ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση (ΑΠ 1806/2022, 936/2018). Και ναι μεν στο άρθρο 307 ΚΠολΔ δεν μνημονεύεται ρητά όπως στο άρθρο 254 ΚΠολΔ ότι η επαναλαμβανόμενη συζήτηση αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης, όμως δεν συντρέχει δικαιολογητικός λόγος να αντιμετωπιστούν κατά διαφορετικό τρόπο οι δύο περιπτώσεις, διότι οι πιο πάνω διατάξεις διαφέρουν μόνον ως προς το λόγο της επανάληψης, ο οποίος στην περίπτωση του άρθρου 307 ΚΠολΔ δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα κάποιου διαδίκου και, συνεπώς, δεν δικαιολογείται ο διάδικος να υφίσταται, αν δεν εμφανιστεί ή δεν εμφανιστεί προσηκόντως ή δεν καταθέσει εκ νέου προτάσεις, δυσμενέστερη μεταχείριση, δηλαδή, να δικαστεί ερήμην και να υποστεί τις σχετικές συνέπειες.

Συνακόλουθα, η αρχική και η επαναλαμβανόμενη συζήτηση συνθέτουν μία συζήτηση και ο διάδικος, ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη, είχε, όμως, παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία, ο διάδικος δε, που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις (ΑΠ 1806/2022, ΑΠ 936/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση η από 8.12.2017 αίτηση αναιρέσεως συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων στην ορισθείσα γι' αυτήν δικάσιμο της 25.2.2020, χωρίς όμως να καταστεί δυνατή η έκδοση απόφασης, οπότε με πράξη του Αντιπροέδρου του Τμήματος ορίστηκε εκ νέου δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, κατά την οποία οι διάδικοι δεν παραστάθηκαν, ωστόσο η συζήτηση της υπόθεσης θα προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες.

Από τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 1, 8 παρ. 2, 11 παρ. 3 και 16 παρ. 3 του ν. 1876/1990 προκύπτει, ότι η συλλογική σύμβαση εργασίας (ΣΣΕ) ή η διαιτητική απόφαση (ΔΑ) ισχύει, μόνο έναντι των μελών των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων, που την έχουν συνάψει, αν, όμως, η ισχύς της επεκτάθηκε με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, η ισχύς της επεκτείνεται και πέραν από τα πρόσωπα αυτά και δη στους εργαζομένους και τους εργοδότες του κλάδου ή του επαγγέλματος, που αυτή αφορά, οι οποίοι θα μπορούσαν με τις δραστηριότητές τους να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στην σύναψή της, η επέκταση δε αυτή ισχύει από το χρόνο της δημοσίευσης της σχετικής, περί επέκτασης της ισχύος της, υπουργικής απόφασης.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, η ιδιότητα του μέλους των ως άνω συνδικαλιστικών οργανώσεων, ως στοιχείο προσδιοριστικό των υποκειμενικών ορίων της ισχύος των ΣΣΕ ή ΔΑ, αποτελεί προϋπόθεση της γένεσης των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτές και συνακόλουθα στοιχείο για τη θεμελίωση και το, κατ' άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, ορισμένο της αγωγής.

Αν ο εναγόμενος εργοδότης αμφισβητήσει, ειδικά, την ιδιότητα αυτού ή του εργαζομένου, ως μελών των αντίστοιχων συνδικαλιστικών οργανώσεων, ο ενάγων εργαζόμενος δικαιούται και οφείλει να επικαλεσθεί, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής, με τις προτάσεις του, κατ' άρθρο 224 εδ. β' ΚΠολΔ, ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι μέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων.

Τούτο όμως δεν απαιτείται στην περίπτωση που η ισχύς της ΣΣΕ ή ΔΑ, στην οποία ο ενάγων στηρίζει την αγωγή του, έχει επεκταθεί, κατά τα πιο πάνω, με την κήρυξή της ως γενικώς υποχρεωτικής με υπουργική απόφαση και πέραν από τα πρόσωπα που είναι μέλη των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων, που την έχουν συνάψει, οπότε αρκεί να αναφέρονται στην αγωγή τα πραγματικά γεγονότα, που επισύρουν την εφαρμογή της, όπως είναι η υφιστάμενη μεταξύ των διαδίκων εργασιακή σχέση, το είδος της ασκούμενης από τον εργοδότη επιχείρησης, το επάγγελμα ή η ειδικότητα του εργαζομένου και ο χρόνος, για τον οποίο αξιώνονται οι αποδοχές, ενώ, για το προηγούμενο της κήρυξης της ΣΣΕ ή Δ.Α., ως γενικώς υποχρεωτικής, από τον χρόνο της κήρυξής της, κατά συνέπεια δε, στην περίπτωση, αυτή η αγωγή ουδεμία πάσχει αοριστία (ΑΠ 1379/2021, 132/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσιβαλλομένη, δικάζοντας επί εφέσεως που άσκησε ο αναιρεσίβλητος από κοινού με άλλον, μη διάδικο στη δίκη αυτή, με την οποία παραπονούνταν για την απόρριψη της αγωγής του από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως αόριστης, δεχόμενη την έφεση ως βάσιμη και αποφαινόμενη ότι στον αναιρεσίβλητο οφείλονται διαφορές αποδοχών βάσει των σσε που έκρινε ότι εφαρμόζονται στην επίδικη σύμβαση εργασίας και αμοιβή για υπερεργασία και παράνομη υπερωριακή απασχόληση, επιδικάζοντας σε αυτόν, κατά μερική αποδοχή της αγωγής του, το ποσό των 17.469,82 ευρώ, περιέλαβε στο σκεπτικό της την παραδοχή ότι η αγωγή ήταν ορισμένη, καθώς ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) ανέφερε κατά λέξη σε αυτήν ότι προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από τον εναγόμενο (αναιρεσείοντα) για να προσφέρει σε αυτόν τις υπηρεσίες του με την ειδικότητα που αναφέρει στην αγωγή του και με τους όρους και το μισθό που ήταν σύμφωνος με τη σσε των μηχανικών βιομηχανίας πτυχιούχων ανωτέρων σχολών, όπως άλλωστε αναγράφεται στη μισθοδοτική κατάσταση και στα εκκαθαριστικά σημειώματα-αποδείξεις πληρωμών.

Ότι εξ αυτού συνάγεται ότι οι διάδικοι (εργαζόμενος και εργοδότης) είναι μέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων που συνήψαν τις εφαρμοστέες σσε, γεγονός που αποδεχόταν και ο εναγόμενος, αφού στις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες μισθοδοτικές καταστάσεις, εκκαθαριστικά σημειώματα και αποδείξεις πληρωμών, που αυτός εξέδιδε μνημονεύεται ότι τα ανωτέρω έγγραφα εκδίδονταν με βάση τη σσε των μηχανικών βιομηχανίας πτυχιούχων ανωτέρων σχολών.

Περαιτέρω, κατά την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής, αποφάνθηκε ότι εφαρμοστέες στην επίδικη σύμβαση εργασίας ήταν α) η ΔΑ 46/2008, β) η ΔΑ 3/2009 (εννοεί 43/2009) και η από 23.11.2010 (εννοεί 22/11/2010) σσε, που κηρύχθηκαν όλες υποχρεωτικά εκτελεστές με τις υπουργικές αποφάσεις που αναφέρει ρητά στο σκεπτικό της. Δηλαδή η αναιρεσιβαλλομένη, παρά τις προπαρατεθείσες παραδοχές της περί του ορισμένου της αγωγής, στήριξε, τελικώς, τη βασιμότητα αυτής σε υποχρεωτικά εφαρμοστέες ρυθμίσεις, έχουσες ισχύ νόμου, οι οποίες αναφέρονται στην αγωγή και καθιστούν περιττή την αναφορά στην ιδιότητα των διαδίκων ως μελών των συμβληθεισών στις συλλογικές ρυθμίσεις οργανώσεων, αφού τούτο ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Επομένως, ο αναιρετικός (δεύτερος) λόγος, με τον οποίον πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη επειδή έκρινε την αγωγή ορισμένη, στηρίζοντας την κρίση της στην ανωτέρω ιδιότητα των διαδίκων και έλαβε έτσι υπόψη της πράγματα που δεν προτάθηκαν (ΚΠολΔ 559 αριθμ. 8), προβάλλεται αλυσιτελώς, είναι δε άλλο ζήτημα εάν ορθώς υπήγαγε την επίδικη περίπτωση στις ως άνω ρυθμίσεις.

Περαιτέρω με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσιβαλλομένη πλήττεται επειδή, χωρίς αιτιολογία, θεώρησε εφαρμοστέες αφενός τις ΔΑ 46/2008 και 43/2009 και αφετέρου την από 22.11.2010 συλλογική σύμβαση εργασίας. Από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης προκύπτει ότι δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη παραδοχή της, ότι ο αναιρεσίβλητος, που κατά το χρόνο της πρόσληψης του ήταν πτυχιούχος σχολής Μηχανολογίας ΤΕΙ, προσλήφθηκε από τον αναιρεσείοντα συνεταιρισμό με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να εργαστεί ως τεχνικός υπεύθυνος ιδιωτικού κέντρου τεχνικού ελέγχου οχημάτων (ΙΚΤΕΟ), δηλαδή από εργοδότη, που ως εκ της δραστηριότητάς του μπορούσε να είναι μέλος εργοδοτικής οργάνωσης που συμμετέχει στη Γενική Συνομοσπονδία Επαγγελματιών, Βιοτεχνών και Εμπόρων Ελλάδος (Γ.Σ.Ε.Β.Ε.Ε.), όχι όμως και μέλος του Συνδέσμου Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών (ΣΕΒ), καθώς η επιχείρηση του δεν συνιστά βιομηχανική επιχείρηση.

Η Γ.Σ.Ε.Β.Ε.Ε. συμβλήθηκε με την Ομοσπονδία Συλλόγων Εργαζομένων Τεχνικών Επιχειρήσεων Ελλάδος (ΟΣΕΤΕΕ) στην από 22.11.2010 σσε, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 11309/655/2011 (ΦΕΚ Β 1450/17.6.2011) από 10.12.2010 και είχε έκτοτε εφαρμογή στους όρους αμοιβής και εργασίας του αναιρεσιβλήτου, ενώ το προηγούμενο χρονικό διάστημα, εφαρμογή είχε η από 3.11.2008 σσε, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 87818/4628/23.12.2008 (ΦΕΚ Β 64/21.1.2009) από 2.12.2008.

Δεν είχαν, επομένως, εφαρμογή στην επίδικη σύμβαση εργασίας η ΔΑ 46/2008 και 43/2009, με τις οποίες επιλύθηκε διαφορά που ανέκυψε μεταξύ του Συλλόγων Τεχνικών Επιστημόνων Βιομηχανίας (ΣΤΕΒ) και του Συνδέσμου Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών (ΣΕΒ), δηλαδή συλλογικών οργανώσεων των οποίων οι διάδικοι δεν μπορούσαν να είναι μέλη, και επομένως οι ως άνω ΔΑ δεν μπορούσαν να τύχουν εφαρμογής, ούτε να οριστούν οι νόμιμες αποδοχές του ενάγοντος με βάση τις ρυθμίσεις τους.

Εφαρμοστές στην επίδικη περίπτωση ήταν οι από 3.11.2008 και 22.11.2010, ΣΣΕ, κηρυχθείσες γενικώς υποχρεωτικές με υπουργικές αποφάσεις, κατά τα ανωτέρω. Η αναιρεσιβαλλομένη, η οποία εφήρμοσε τις ανωτέρω συλλογικές ρυθμίσεις κατά τον υπολογισμό των νόμιμων αποδοχών του αναιρεσιβλήτου, τις μεν ΔΑ ενώ δεν ήταν εφαρμοστέες, τη δε από 22.11.2010 σσε από τον Απρίλιο του 2009, ενώ αυτή κατέστη υποχρεωτική από τις 10.12.2010, έσφαλε ως προς την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στους ως άνω κανόνες δικαίου, ο δε πρώτος λόγος της αναίρεσης, ο οποίος εκτιμάται ότι στηρίζεται και στον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδεικνύεται ουσιαστικά βάσιμος, Επομένως ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός για μέρος του επίδικου χρονικού διαστήματος και ειδικότερα μέχρι την 9.12.2010, αφού από την επομένη η από 22.11.2010 σσε καθόριζε υποχρεωτικά την αμοιβή του ενάγοντος και ορθώς εφαρμόστηκε από το δικαστήριο, η δε αναιρεσιβαλλομένη, η οποία έκρινε νόμιμη την αγωγή για το πριν από την 10.12.2010 χρονικό διάστημα, παραβίασε τις διατάξεις που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη και κατά τούτο πρέπει να αναιρεθεί.

Η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού καλύπτει και τους λοιπούς, πλην του έκτου, λόγους της αναίρεσης για το ίδιο χρονικό διάστημα.

Με την από 22.11.2010 σσε, η οποία με το άρθρο 3 αυτής παραπέμπει σχετικά με τα επιδόματα που λαμβάνουν οι πτυχιούχοι μηχανικοί ΤΕΙ, όπως ο αναιρεσίβλητος, στο αντίστοιχο άρθρο 3 της από 3.11.2008 όμοιας σσε, προβλέπεται (παράγραφος 4) ότι στους εργαζόμενους που υπάγονται στις ρυθμίσεις της, χορηγείται επίδομα θέσης σε ποσοστό επί του βασικού μισθού, ανάλογα με τα καθήκοντα που τους έχουν ανατεθεί, ως εξής: Γενικού Διευθυντή σε ποσοστό 25 %, Τεχνικού Διευθυντή σε ποσοστό 18% και Προϊσταμένου Τμήματος σε ποσοστό 14%. Με το εδάφιο γ' της ως άνω παραγράφου προβλέπεται ρητώς ότι σε περίπτωση που συντρέχουν οι προϋποθέσεις καταβολής περισσότερων του ενός επιδομάτων αυτής της παραγράφου, καταβάλλεται το ανώτερο σε ποσοστό επίδομα. Επομένως δεν προβλέπεται η αθροιστική καταβολή των ως άνω επιδομάτων, λόγω των πολλαπλών καθηκόντων του εργαζομένου. Η αναιρεσιβαλλομένη, η οποία δέχθηκε ότι στον αναιρεσίβλητο οφείλονται αφενός επίδομα υπευθύνου τεχνικού διευθυντή από 18% και αφετέρου επίδομα υπευθύνου γενικού διευθυντή 25% παραβίασε ευθέως την ανωτέρω διάταξη (άρθρο 559 αριθμ. 1) και ο σχετικός (τρίτος) λόγος αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός.

Περαιτέρω η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε επί λέξει ότι τα καθήκοντα του αναιρεσιβλήτου περιλαμβάνουν "εξέταση των αιτήσεων πελατών για έλεγχο οχημάτων και προγραμματισμό της υλοποίησης τους, Συμπλήρωση και υπογραφή των Δελτίων Τεχνικού Ελέγχου και πρακτικού Εκούσιου Τεχνικού Ελέγχου που υλοποιεί ο ίδιος (όταν αυτό έχει εφαρμογή), Εισήγηση στο διευθυντή για οικονομικά θέματα που σχετίζονται με τους ελέγχους.

Έλεγχο και έγκριση των εγγράφων που συντάσσονται στο τμήμα και αφορούν κυρίως τεχνικά θέματα και μεθόδους υλοποίησης ελέγχων. Επίβλεψη της έγκυρης εκτέλεσης υπηρεσιών ελέγχου. Καθορισμό των υπευθύνων γραμμών και ελεγκτών, σύμφωνα με τις εκάστοτε απαιτήσεις. Εισήγηση στον υπεύθυνο διαχείρισης ποιότητας για τη σύνταξη του ετησίου προγράμματος εσωτερικών επιθεωρήσεων στα τμήματα της αρμοδιότητας του.

Αξιολόγηση του προσωπικού, κατά την ένταξη στο τμήμα του ή κατόπιν των προγραμμάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης. Αξιολόγηση της ικανότητας και τεχνικής επάρκειας του τεχνικού προσωπικού στα πλαίσια της συνεχούς αξιολόγησης τους. Σύνταξη και παρακολούθηση του προγράμματος διακρίβωσης του εξοπλισμού (προγραμματισμός της διακρίβωσης του εξοπλισμού στα χρονικά όρια που κρίνεται απαραίτητο).

Σύνταξη και επίβλεψη του προγράμματος συντήρησης εξοπλισμού". Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές η αναιρεσιβαλλομένη έκρινε ότι τα καθήκοντα του υπερβαίνουν τα καθήκοντα του Προϊσταμένου Τμήματος, για τα οποία του καταβαλλόταν επίδομα 14% και προσιδιάζουν σε καθήκοντα Τεχνικού Διευθυντή που δικαιολογούν την καταβολή επιδόματος 18%, χωρίς ωστόσο να αναφέρει ποιά είναι τα ιδιαίτερα καθήκοντα κάθε θέσης, σε τί διαφοροποιούνται τα καθήκοντα του Προϊσταμένου Τμήματος από αυτά του Τεχνικού Διευθυντή, ούτε αν υφίσταται οργανόγραμμα της επιχείρησης από το οποίο να προκύπτουν τα καθήκοντα αυτά, ενώ και από τις παραδοχές της προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος εισηγούνταν σε τρίτα πρόσωπα τη λήψη ειδικότερων αποφάσεων, χωρίς να εξειδικεύει τη θέση των προσώπων αυτών στην ιεραρχία της επιχείρησης και σε σχέση με τον αναιρεσίβλητο, παραβιάζοντας εκ πλαγίου (άρθρου 559 αριθμ. 19) τον προαναφερθέντα όρο της σχετικής σύμβασης και, επομένως οι σχετικοί τέταρτος (όπως εκτιμάται από το δικαστήριο) και πέμπτος λόγοι της αναίρεσης πρέπει να γίνουν δεκτοί.

Στο άρθρο 2 της διεθνούς σύμβασης εργασίας, η οποία καταρτίσθηκε στην Ουάσιγκτον των ΗΠΑ την 29-10-1919 και κυρώθηκε στην Ελλάδα με το ν. 2269/1920, ορίζεται ότι στις οιουδήποτε είδους βιομηχανικές εργασίες (=επιχειρήσεις), δημόσιες ή ιδιωτικές, καθώς και στα παραρτήματά τους, με εξαίρεση εκείνες στις οποίες απασχολούνται μέλη μόνον μιας και της αυτής οικογενείας, η διάρκεια της εργασίας του προσωπικού δεν δύναται να υπερβαίνει τις 8 ώρες την ημέρα και τις 48 ώρες την εβδομάδα, εκτός από τις περιπτώσεις, μεταξύ άλλων, στις οποίες πρόκειται για πρόσωπα τα οποία κατέχουν θέση εποπτείας ή διεύθυνσης ή εμπιστοσύνης, ως προς τα οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της διεθνούς σύμβασης για τα χρονικά όρια εργασίας.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως πρόσωπα που κατέχουν τέτοιες θέσεις θεωρούνται εκείνοι οι εργαζόμενοι, στους οποίους, λόγω του ότι διαθέτουν εξαιρετικά προσόντα ή απολαμβάνουν την ιδιαίτερη εμπιστοσύνη του εργοδότη, ανατίθενται διευθυντικά καθήκοντα στην επιχείρηση ή σε κάποιον τομέα αυτής, έτσι, ώστε να επηρεάζουν έντονα τη λειτουργία και την εξέλιξή της και να ξεχωρίζουν εμφανώς από τους άλλους υπαλλήλους, επί των οποίων ασκούν εποπτεία.

Τούτο διότι στα πρόσωπα αυτά εκχωρούνται σε μεγάλη έκταση δικαιώματα του εργοδότη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η πρόσληψη ή η απόλυση προσωπικού, η ευθύνη εφαρμογής της εργατικής νομοθεσίας επ' αυτού και η λήψη σημαντικών αποφάσεων για την επίτευξη των στόχων, στους οποίους αποβλέπει ο εργοδότης.

Σε αντιστάθμισμα της μη εφαρμογής των διατάξεων για τα χρονικά όρια εργασίας, οι διευθύνοντες υπάλληλοι αμείβονται, συνήθως, με αποδοχές που υπερβαίνουν κατά πολύ τα ελάχιστα όρια ή τις αποδοχές που καταβάλλονται στους άλλους μισθωτούς. Για το χαρακτηρισμό κάποιου μισθωτού ως "διευθύνοντος υπαλλήλου" δεν είναι αναγκαίο να συντρέχουν όλες οι παραπάνω περιστάσεις, αφού η έννοια αυτή, ανεξαρτήτως του αν ο εργαζόμενος έχει ή όχι τον τίτλο του διευθύνοντος, αποδίδεται σύμφωνα με τα αντικειμενικά κριτήρια της καλής πίστης και της συναλλακτικής εμπειρίας, εξαρτώμενη από τη φύση των παρεχομένων υπηρεσιών και την ιδιάζουσα θέση εκείνου που τις παρέχει απέναντι τόσο στον εργοδότη, όσο και στους λοιπούς εργαζόμενους.

Εφ' όσον, λοιπόν, κάποιος μισθωτός μπορεί να θωρηθεί αντικειμενικά ως "διευθύνων υπάλληλος", τότε, αν και εξακολουθεί να παρέχει εξαρτημένη εργασία, εξαιρείται από την προστασία των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας (μόνο αυτό προβλέπει, ρητώς, η ως άνω διεθνής σύμβαση της Ουάσιγκτον) και, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, για την εβδομαδιαία ανάπαυση και για τις αποζημιώσεις ή προσαυξήσεις σε περίπτωση υπερωριακής απασχόλησης ή εργασίας κατά τη νύκτα ή τις Κυριακές και τις εξαιρετέες ημέρες, οι οποίες είναι ασυμβίβαστες προς την εξέχουσα θέση των διευθυνόντων υπαλλήλων και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που αναλαμβάνουν με τη σύμβαση τους (ΑΠ 1127/2022, 935/2017).

Με τον έκτο και τελευταίο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη η εκ πλαγίου παράβαση της αναφερόμενης στη μείζονα σκέψη διάταξης, λόγω των αντιφατικών παραδοχών της σχετικά με τα καθήκοντα του αναιρεσιβλήτου και ειδικότερα για την παραδοχή της ότι "απασχολούμενος ως υπεύθυνος τεχνικός διευθυντής και ως Διευθυντής της εναγομένης έπρεπε να τού καταβάλλεται εκτός του βασικού μισθού και επίδομα υπευθύνου γενικού διευθυντή" σε συνδυασμό με την επόμενη παραδοχή της ότι "πέρα από τα παραπάνω ουδεμία εργοδοτική εξουσία είχε παρασχεθεί σε αυτόν ή αρμοδιότητα τέτοιας φύσεως ή αποφασιστικής σημασίας εξουσίας για τη λειτουργία της επιχείρησης του εναγομένου, ούτε άσκησε ποτέ αυτός γενική διεύθυνση ή εποπτεία που να επηρεάζει αποφασιστικά τις κατευθύνσεις και εξελίξεις της επιχειρήσεως και επομένως δεν μπορεί να προσδοθεί στον ενάγοντα η ιδιότητα του διευθύνοντος υπαλλήλου που εξαιρείται από την εφαρμογή των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας που αναφέρονται στην υπερωριακή απασχόληση κ.λπ.".

Οι παραδοχές αυτές, σε συνδυασμό με την προπαρατεθείσα περιγραφή των καθηκόντων του αναιρεσιβλήτου στο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης, η οποία, δεχόμενη ότι ασκεί διευθυντικά καθήκοντα, του επιδίκασε τη σχετική προσαύξηση στις μηνιαίες αποδοχές του, συνιστούν αντίφαση και πλήττουν εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 2 της από 29.10.1919 διεθνούς σύμβασης εργασίας της Ουάσιγκτον και συνεπώς ο λόγος είναι βάσιμος.

Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλο δικαστή είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 185/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2023.

Η ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ