Supreme Court dismisses appeal on grounds of inadmissibility for absent party and substantive unreasonableness for landlord.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court declared the appeal inadmissible regarding the second appellant who failed to appear or be represented, citing specific procedural articles. For the first appellant, the court rejected the appeal as substantively unfounded because the alleged distortion of a lease agreement was merely a matter of factual evaluation rather than a legal error. Consequently, the appeal was dismissed in part, and the appellant was ordered to pay the costs of the respondent.
Legislator headnote
AI generatedArticles 94, 96, 104, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; Article 559(20) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the distortion of documentary evidence is inadmissible if the lower court's finding stems from a permissible evaluation of facts rather than a misreading of the document's content.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1676 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1676/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Ι. του Γ., κατοίκου ... και 2) Α. Σ. του Γ., κατοίκου ..., εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Γιωγιό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ ο 2ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Τ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Σπανού.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-10-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 14-2-2013 παρεμπίπτουσα αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1097/2013 μη οριστική και 928/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5338/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-7-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αθανάσιο Τσουλό, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο 1ος των αναιρεσειόντων και ο αναιρεσίβλητος όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ως προς τον δεύτερο από τους επισπεύδοντες αναιρεσείοντες, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε κατά την προκείμενη δικάσιμο, η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης θα πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη, σύμφωνα με τα άρθρα 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3, 104, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ, δεδομένου ότι δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας αυτού προς τον φερόμενο έως τη συζήτηση της υπόθεσης ως πληρεξούσιο δικηγόρο του (ΑΠ 797/2020, 573/2019, 1622/2013). Ως προς τον πρώτο των αναιρεσειόντων η κρινόμενη με αρ. κατ. 665/2020 αίτηση, για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 5338/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 § 1 Κ.Πολ.Δ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ).
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 502 παρ. 2, 506 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίον προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ), η οποία μπορεί να συντελεσθεί και με τη μη εφαρμογή διατάξεων που ήταν εφαρμοστέες, δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή μη της αγωγής.
Διότι μόνον ενόψει των ουσιαστικών αυτών παραδοχών μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εφαλμένο διατακτικό, από το οποίο να εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης (Κ.Πολ.Δ. 578). Εξάλλου η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν δύναται να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 32/1996).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης, ο (πρώτος) αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το εφετείο με την αναιρεσιβαλόμενη απόφαση εσφαλμένως δεν εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, για την ερμηνεία κρισίμων όρων του συμφωνητικού μίσθωσης και την αναζήτηση της αληθούς βούλησης των μερών σχετικά με την υποχρέωση ή μη αποκατάστασης των μεταρρυθμίσεων.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν εκτίθενται σ' αυτόν οι σχετικές παραδοχές του Εφετείου, με τις οποίες εχώρησε η προβαλλόμενη από τον αναιρεσείοντα παραβίαση των ως άνω διατάξεων ένεκα της μη εφαρμογής τους (μη αρκούσης της απλής γενικόλογης αναφοράς με εν συνεχεία παραπομπή στη προσβαλλόμενη), ούτε διαλαμβάνεται σαφώς ο τρόπος με τον οποίο το Εφετείο υπέπεσε στην ανωτέρω πλημμέλεια.
Ομοίως και για τους ίδιους λόγους απορριπτέος ως αόριστος κρίνεται και ο έκτος λόγος επίσης εκ του άρθρου 559 αρ.1 για εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 306 του ΑΚ αναφορικά με την ύπαρξη διαζευκτικού δικαιώματος του εκμισθωτή για την αποκατάσταση ή μη των μεταρρυθμίσεων του μισθίου και την σχετική επιλογή.
Περαιτέρω, κατά τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της άνω διατάξεως είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασης τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολομ.
ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Ο εκ του άνω άρθρου λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π. 25/03 ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 2068/2007), είτε ρητά, είτε εκ του πράγματος, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 229/14, 117/13), όπως συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΑΠ 1434/10).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πέμπτο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους νομίμως προταθέντες ισχυρισμούς του, που θεμελιώνουν ιστορικώς την εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση τους αναφορικά με την αναζήτηση από τον εκμισθωτή αποζημίωσης για αποκατάσταση των μετατροπών του μισθίου.
Ωστόσο ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από το παραδεκτώς επισκοπούμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικαστήριο, που δίκασε, έλαβε υπόψη του τους εν λόγω ισχυρισμούς και τους απέρριψε κατ'ουσίαν, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τους συγκροτούν, δεχόμενο ειδικότερα τα ακόλουθα: "Το ότι δε, κατά τους α' και δ' των εναγομένων, πρόκειται για επωφελείς επισκευές, βελτιώσεις και προσθήκες η δε επαναφορά του μισθίου στην προτέρα κατάσταση παρίσταται επαχθής οικονομικώς γι' αυτούς, δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση της αγωγής κατά την έννοιαν των διατάξεων του άρθρου ΑΚ 281 όπως αυτοί ισχυρίζονται με τη σχετική ένστασή τους που πρόβαλαν παραδεκτά πρωτοδίκως και επαναφέρουν παραδεκτά και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με αυτοτελή λόγο της κρινόμενης εφέσεώς τους".
Ομοίως απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο δεύτερος εκ του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους νομίμως προταθέντες ισχυρισμούς του, που θεμελιώνουν ιστορικώς την εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση τους περί της καταχρηστικής άσκησης της αγωγής κατ'αυτού ως εγγυητού, δεδομένου ότι όπως συνάγεται από το σχετικό περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, ως κατωτέρω στον πρώτο λόγο διαλαμβάνεται, το δικαστήριο, που δίκασε, έλαβε υπόψη τους προταθέντες ισχυρισμούς και τους απέρριψε κατ'ουσίαν, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν.
Περαιτέρω ο προβλεπόμενος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης στοιχειοθετείται όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Όπως δε προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ.4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 Κ.Πολ.Δ, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει α) τον κανόνα ουσιαστικού νόμου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κλπ.) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωση του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω (νόμιμος και ουσιώδης) ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή ή τη μνεία ότι σ` αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, (πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει) τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά ή, αν προβάλλονται αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντικρουόμενα μέρη των αιτιολογιών αυτή προκύπτει.
Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (ΑΠ 1230/2014, 402/2014, 1586/2008).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια για ελλειπή αιτιολογία αναφορικά με την απόρριψη της προβληθείσας από τον εναγόμενο εκκαλούντα και ήδη αναιρεσίβλητο ένστασης ελευθέρωσης από την εγγύηση. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτος ως αόριστος, καθόσον δεν διαλαμβάνει τον κανόνα ουσιαστικού νόμου που φέρεται ότι παραβιάστηκε.
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος είναι και αβάσιμος αφού εκ του σχετικού αποσπάσματος της αναιρεσιβαλλόμενης έχοντος ως ακολούθως: "Να σημειωθεί ότι η ανωτέρω δαπάνη βαρύνει (με τη μορφή αποζημίωσης) κατά τα ανωτέρω όλους τους εναγόμενους και όχι μόνο την τέταρτη εναγόμενη - μισθώτρια, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον ο καθένας τους, ως εγγυητές της μίσθωσης, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ο δεύτερος και τρίτος των εναγόμενων έπαυσαν να έχουν την ιδιότητα του μετόχου στην τέταρτη εναγόμενη εταιρία από τον Οκτώ-βριο του έτους 2008, κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα (βλ.
το προσκομιζόμενου από τους δεύτερο και τρίτο των εναγομένων με αριθμό φύλλου 11423/07-10-2008 Τεύχος Ανωνύμων Εταιρειών και εταιρειών Περιορισμένης Ευθύνης), αφού σύμφωνα με το με αριθμό -18- όρο της μισθωτικής σύμβασης ορίσθηκε ότι στην περίπτωση υπεισέλευσης στη μίσθωση της τέταρτης εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας, οι αρχικοί συμμισθωτές εγγυούντο απεριόριστα, αλληλέγγυα και εις ολόκληρον ως αυτοφειλέτες, παραιτούμενοι από τις ενστάσεις διαίρεσης και διζήσεως, καθώς και κάθε άλλης των διατάξεων του ΑΚ για την εγγύηση, την εκ μέρους της νέας μισθώτριας εταιρείας τους ακριβή και πιστή εκπλήρωση όλων των όρων και υποχρεώσεων που απέρρεαν από τη συγκεκριμένη μισθωτική σύμβαση, ακόμη και μετά τη λήξη της, για απαιτήσεις που θα πήγαζαν από τη σύμβαση αυτή (π.χ.
αποζημίωση χρήσης κλπ.), ενώ η εγγυητική αυτή ευθύνη τους ορίσθηκε ότι θα ίσχυε ανεξαρτήτως της συνδρομής ή μη στο πρόσωπό τους της ιδιότητας του μετόχου της νέας μισθώτριας αυτής εταιρείας.
Συνεπώς, ουδεμία έννομη επιρροή και συνέπεια έχουν οι ισχυρισμοί του δεύτερου και τρίτου κυρίως εναγομένων περί αποχώρησης τους από την εταιρία ήδη από το Μάιο του έτους 2008 και της γνώσης του γεγονότος τούτου από τον κυρίως ενάγοντα, καθόσον, δεσμεύονται ως εγγυητές όπως αμέσως ανωτέρω αναφέρθηκε, από τον ανωτέρω όρο του ιδιωτικού συμφωνητικού ανεξαρτήτως της συμμετοχής τους ή μη στο μετοχικό κεφάλαιο της τέταρτης εναγόμενης μισθώτριας εταιρείας, απορριπτομένης ως αβασίμου της ενστάσεως των β' και γ' των εναγομένων περί ελευθερώσεως αυτών από την εγγύηση που πρόβαλαν παραδεκτά πρωτοδίκως και επαναφέρουν, επίσης, παραδεκτά και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με αυτοτελή λόγο της κρινόμενης εφέσεώς τους" προκύπτει η ύπαρξη πλήρους αιτιολογίας αναφορικά με το εν λόγω θέμα, των περαιτέρω ισχυρισμών του αναιρεσείοντος (περί σιωπηράς συναίνεσης του εκμισθωτή για την απαλλαγή του) αφορώντων την ανέλεγκτη αναιρετικά κατ'αρθρο 562 παρ. 1 ΚΠολΔ εκτίμηση των αποδείξεων.
Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενο αυτού κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που δεν επιδέχεται αναιρετικό έλεγχο (ΚΠολΔ 561 παρ.1).
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, είναι εκείνα που χαρακτηρίζονται ως αποδεικτικά μέσα στα άρθρα 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 472/2016, 374/2017, 521/2019). Στη προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγο, ο αναιρεσείων παραπονείται για παραμόρφωση του από 8/3/2007 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης.
Και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι εκ του αναιρετηρίου προκύπτει, ότι η αποδιδόμενη στην απόφαση πλημμέλεια συνίσταται όχι σε διαγνωστικό λάθος, αλλά σε σφάλμα εκτιμήσεως του περιεχομένου του εν λόγω εγγράφου, του αναιρεσείοντος ισχυριζόμενου, όπως διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο, ότι "από την ορθή και συνδυαστική ανάγνωση του περιεχομένου του Ιδιωτικού Συμφωνητικού δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το επικαλούμενο δικαίωμα του εκμισθωτή για επαναφορά των πραγμάτων στην αρχική κατάσταση δεν έχει απόλυτη έννοια, ώστε να στηρίζει τις επίδικες αγωγικές αξιώσεις, αλλά νοείται μόνο ως εξασφάλισή του για την περίπτωση που γίνονταν επιβλαβείς παρεμβάσεις, ως προς τη στατικότατα και την ασφάλεια των χώρων του, δηλαδή για παρεμβάσεις που θα αναιρούσαν ή θα δυσχέραιναν την χρήση του μισθίου ως εμπορικού καταστήματος".
Κατόπιν όλων αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για να ερευνηθεί, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, στο σύνολό της ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα, ως ουσιαστικά αβάσιμη και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατατέθηκε για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο Τέλος πρέπει να καταδικαστεί ο πρώτος αναιρεσείων λόγω της ήττας του (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τον δεύτερο αναιρεσείοντα
Απορρίπτει την με αρ. κατ. 665/2020 αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 5338/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα.
Καταδικάζει τον πρώτο αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ. Διατάσσει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο το παράβολο, που κατατέθηκε για την ως άνω αίτηση αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 06 Σεπτεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 06 Οκτωβρίου 2022.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ