Legislator Case Law & Legislation
573/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to lack of valid power of attorney for absent company.

Case Number 573/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Inadmissible

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court declared the appeal inadmissible because one of the appellants failed to appear in court without a valid power of attorney. The court found that the lawyer representing the absent company lacked the specific authorization required for the hearing date, as no new power of attorney was presented. Consequently, the proceedings were halted due to the procedural defect affecting the legitimacy of the representation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 94, 96, 97, 118, 122, 123, 568 of the Code of Civil Procedure; Article 104 of the Code of Civil Procedure: The absence of a valid power of attorney for a party at the hearing renders the proceedings inadmissible, even if the party was previously represented.

Keywords

AI generated
power of attorney inadmissible appeal procedural defect absence from court representation validity

Cited Legislation

AI generated
Articles 94, 96, 97, 118, 122, 123, 568 of the Code of Civil Procedure
Article 104 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 573 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 573/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο Νομό ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ε. Β. του Γ., 3) Κ. Β. του Γ. και 4) Ε. Β. του Γ., κατοίκων .... Η πρώτη αναιρεσείουσα δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ενώ οι δεύτερη, τρίτη και τέταρτος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Μπεκάρη. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Φιλιππαίου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-11-2009 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3603/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 2669/2015 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-10-2016 αίτησή τους και τους από 19-9-2018 προσθέτους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ.1, 96 παρ. 1 και 97 παρ.1, 118 αριθ.5, 122 παρ.1, 123 παρ.1 και 568 παρ.4ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο δικηγόρος του διαδίκου που επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, υπογράφοντας την κλήση και την παραγγελία προς τον δικαστικό επιμελητή για την επίδοσή της στον αντίδικο, καθώς και ο δικηγόρος που εκπροσωπεί τους διαδίκους κατά τη συζήτηση στον Άρειο Πάγο πρέπει να είναι εφοδιασμένος με τη σχετική πληρεξουσιότητα, η οποία παρέxεται από τον επισπεύδοντα και τον εκπροσωπούμενο διάδικο είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση στο ακροατήριο που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση. Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων. Εξάλλου, κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνων των άρθρων 105, 226 παρ. 4, 576 παρ. 1 και 577ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά την αναιρετική δίκη δεν παρίσταται ο αναιρεσείων που επισπεύδει τη συζήτηση και αποδεικνύεται σύννομη χορήγηση από αυτόν δικαστικής πληρεξουσιότητας προς τον δικηγόρο που άσκησε την αίτηση αναίρεσης, η υπόθεση συζητείται παρά την απουσία του.

Το ίδιο συμβαίνει και όταν ο αναιρεσείων επέσπευσε τη συζήτηση και παραστάθηκε κατά την αναβλητική δικάσιμο, οπότε, κατά το άρθρο 226 παρ. 4ΚΠολΔ, η αναγραφή από τον γραμματέα της υπόθεσης στο πινάκιο της μετ` αναβολή δικασίμου ισχύει ως κλήτευση για όλους τους διαδίκους, που παραστάθηκαν κατά την αναβλητική δικάσιμο (ΑΠ 660/2014).

Αν δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ή αν επέσπευσε αυτός τη συζήτηση και σε αρνητική περίπτωση να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση, αν μεν πρόκειται για απλή ομοδικία μόνο ως προς τον μη κλητευθέντα (άρθρο 576 παρ. 3 ΚΠολΔ), αν δε πρόκειται για αναγκαστική ομοδικία, τόσο γι` αυτόν όσο και για τους μετέχοντες στη δίκη περισσοτέρους διαδίκους (ΑΠ 720/2017).

Επομένως, σε μία τέτοια περίπτωση για να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως πρέπει να αποδεικνύεται ότι είτε οι λοιποί των αναιρεσειόντων είτε ο μόνος αναιρεσίβλητος κάλεσαν τον απολειπόμενο αναιρεσείοντα. Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων και την καθιερούμενη από την τελευταία απ` αυτές αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στο Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι, συνάγεται ότι:

α) στην περίπτωση που η επίσπευση της συζήτησης είχε γίνει από τον απολειπόμενο διάδικο, από κοινού με άλλους που εμφανίσθηκαν, αυτή δεν είναι έγκυρη ως προς αυτόν (απολειπόμενο), εάν κατά τη γενόμενη αυτεπαγγέλτως προς τούτο από το δικαστήριο έρευνα διαπιστώνεται έλλειψη πληρεξουσιότητας, ως προς εκείνον (απολειπόμενο), προς το δικηγόρο, που και για λογαριασμό του επέσπευσε τη συζήτηση, β) στην περίπτωση που ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος που επισπεύδει τη συζήτηση εμφανίζεται στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, την οποία πλέον αυτεπαγγέλτως εξετάζει το δικαστήριο, ο αναιρεσείων θεωρείται ότι δεν παρίσταται και κηρύσσεται άκυρη η κλήση, με βάση την οποία αυτός εμφανίζεται ότι επισπεύδει, με περαιτέρω αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η εφαρμογή της παραπάνω αναφερόμενης διάταξης του άρθρου 576 παρ.1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι και γ) εφόσον οι αναιρεσείοντες είναι περισσότεροι, ο δικηγόρος που επισπεύδει τη συζήτηση και εμφανίζεται γι` αυτούς, δεν έχει την πληρεξουσιότητα μερικών ή και ενός από τους αναιρεσείοντες που επέσπευσαν τη συζήτηση, αν μεν πρόκειται για απλή ομοδικία αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη μόνο ως προς αυτόν, δε για αναγκαστική ομοδικία ως προς όλους, εκτός αν οι αναιρεσείοντες έχουν κλητευθεί από τους αντιδίκους τους.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 847, 850, 851 επ. ΑΚ και 328 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι από δίκη, που έχει διεξαχθεί μεταξύ του δανειστή και είτε του πρωτοφειλέτη είτε του εγγυητή, προκύπτει δεδικασμένο υπέρ του ετέρου μόνο επωφελές και μόνο αν η αγωγή του δανειστή απορρίφθηκε λόγω ανυπαρξίας του χρέους.

Από αυτήν την περιορισμένη και συγκυριακή καθ' υποκείμενο επέκταση του ευμενούς μόνο δεδικασμένου δεν έπεται ότι μεταξύ τους, δηλαδή μεταξύ πρωτοφειλέτη και εγγυητή υπάρχει γενικώς και εκ προοιμίου δεσμός αναγκαστικής ομοδικίας υπό την έννοια του άρθρου 76 παρ. 1 περ. β' ΚΠολΔ (επέκταση της ισχύος της εκδιδομένης αποφάσεως και στους δύο).

Αντίθετη εκδοχή, θα διεύρυνε κατ' αποτέλεσμα το άρθρο 328 ΚΠολΔ και θα υπερέτεινε αδικαιολογήτως το γράμμα και το σκοπό της διατάξεως του άρθρου 76 παρ.1 περ. β' του ΚΠολΔ, θα ήταν δε και ασυμβίβαστη προς την κατά το ουσιαστικό δίκαιο αυτοτέλεια της άμυνας του καθενός (άρθρο 853 ΑΚ). Επί πλέον η απόλυτη αυτή άποψη θα κατέληγε συχνά σε διαδικαστικές δυσχέρειες και θα επέφερε εκ προοιμίου και γενικώς αδικαιολόγητες καθυστερήσεις και απαράδεκτα (ΑΠ 1598/2000, ΑΠ 1223/1995).

Εκ τούτων παρέπεται, ότι όταν ασκείται κοινή αγωγή παθητικώς κατά του πρωτοφειλέτου και του εγγυητού υφίσταται αναγκαία ομοδικία μεταξύ τους, καθ' ο μέρος αντικείμενο της δίκης, ως προς τον καθένα, είναι η ύπαρξη της κύριας οφειλής, όντας αδιάφορο αν η επέκταση του δεδικασμένου είναι περιορισμένη, εξαρτώμενη από την νίκη ή ήττα του διαδίκου, όπως στην περίπτωση κατά την οποία δημιουργείται μόνον επί της ανυπαρξίας του χρέους (ΑΠ 1281/2017, 1280/2017).Εξ άλλου, με την ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία υπόκειται και στη ρύθμιση των άρθρων 583 επ.

ΚΠολΔ, προβάλλονται λόγοι, είτε κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής για έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης, είτε κατά της υπάρξεως της απαιτήσεως (ΟλΑΠ 10/1997, ΑΠ1946/2017) Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον ο πρωτοφειλέτης και ο εγγυητής ασκούν ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, που εκδόθηκε σε βάρος τους με βάση το κατάλοιπο συμβάσεως πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό που καταγγέλθηκε από το δανειστή, υφίσταται αναγκαία ομοδικία μεταξύ τους καθ' ο μέρος αντικείμενο της δίκης, ως προς τον καθένα, είναι η ύπαρξη και η έκταση της κύριας σε βάρος τους οφειλής.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, και τους προσθέτους λόγους προσβάλλεται η ερήμην των εκκαλούντων -αναιρεσειόντων, κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα,2669/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποίαν το Δικαστήριο αυτό, απέρριψε την από 25-2-2014 έφεση των ανωτέρω κατά της 3603/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικέιου Αθηνών, που είχε απορρίψει ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, την από 23/11/2009 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων κατά της 1611/2009 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκαν, να καταβάλουν στην αντίδικό τους Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος και ήδη αναιρεσίβλητη, το κατάλοιπο, πλέον τόκων και εξόδων, που προέκυψε μετά το κλείσιμο του άνω λογαριασμού, την 11-7-2008, με βάση τη σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, που είχε καταρτισθεί μεταξύ της ανωτέρω Τράπεζας, ως πιστοδότριας και της πρώτης των αναιρεσειόντων, ως πιστολήπτριας, την καταβολή του οποίου (καταλοίπου) είχαν εγγυηθεί οι εξ αυτών οι δεύτερη, τρίτη και τέταρτος των αναιρεσειόντων.

Επομένως ,και σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, οι αναιρεσείοντες τυγχάνουν μεταξύ τους αναγκαίοι ομόδικοι, δεδομένου ότι με την ανωτέρω κοινή ανακοπή τους, όπως από την επισκόπησή της προκύπτει, αμφισβήτησαν την ύπαρξη της οφειλής τους προς την αναιρεσίβλητη, προβάλλοντας και κοινή υπεράσπιση προς τούτο.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του πινακίου της δικασίμου της 11-12-2017 του Δικαστηρίου τούτου, κατά την οποία το πρώτον είχε προσδιορισθεί να συζητηθεί στο ακροατήριο η κρινόμενη αίτηση και κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο και αναβλήθηκε, με αίτηση των αναιρεσειόντων, για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, πάντες δε οι αναιρεσείοντες παραστάθηκαν, δια του δικηγόρου Νικόλαου Χαρίτου.

Κατά την ανωτέρω δε μετ' αναβολή δικάσιμο της8-10-2018, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο στο ακροατήριο δεν εμφανίστηκε και δεν παραστάθηκε με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η πρώτη από τους αναιρεσείοντες ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...". Από την έρευνα του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η ανωτέρω απολειπόμενη αναιρεσείουσα επισπεύδει 'η ίδια τη συζήτηση της ένδικης αναίρεσης ή έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, ενόψει του ότι από το προσκομιζόμενο …26/30-11-2016 πληρεξούσιο της Σ/φου Β.

Ρ. αποδεικνύεται ότι ο παραστάς, εκπροσωπώντας αυτήν, κατά την αρχική δικάσιμο δικηγόρος Ν Χαρίτος δεν είχε πληρεξουσιότητα για να την εκπροσωπήσει, έτσι ώστε η αναβολή από το πινάκιο να θεωρηθεί ως κλήση αυτής για την άνω δικάσιμο , ενώ επιπλέον δεν προκύπτει ότι αυτή κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για την αρχική δικάσιμο από τους λοιπούς αναιρεσείοντες ή από την αναιρεσίβλητη, ή ότι επέσπευσε εκείνη τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά την αρχική αυτή δικάσιμο.

Κατόπιν τούτων ενόψει του ότι δεν προκύπτει νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της απολειπομένης πρώτης αναιρεσείουσας ,η οποία συνδέεται με δεσμό αναγκαστικής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσείοντες πρέπει να ,σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην αρχή της παρούσας να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της ένδικης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 25 Οκτωβρίου 2016 αίτησης αναίρεσης και των από 19 Σεπτεμβρίου 2018 προσθέτων λόγων αναίρεσης των: 1)εταιρείας με την επωνυμία "...." 2)Ε. Β., 3)Κ. Β. και 4)Ε. Β. κατά της 2669/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ