Supreme Court dismisses appeal against absent party but allows appeal against insurer on traffic accident liability grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the absent driver but allowed the appeal against the insurance company regarding traffic accident liability. The insurer argued the lower court erred in assessing driver fault, while the driver was absent from proceedings. The court found the insurer's appeal admissible because it challenged the court's evaluation of evidence and fault allocation, necessitating a remand for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 94, 96, 104, 559, 580, 495, 176, 183 of the Code of Civil Procedure: An appeal against a party absent from the hearing is inadmissible due to lack of representation, whereas an appeal against a represented party challenging the court's assessment of evidence and fault allocation is admissible and requires remand.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 797 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 797/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Α. του Δ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Ξιφαρά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Του αναιρεσιβλήτου: Π. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Νικολιδάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-5-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1164/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3567/2012 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-5-2013 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η 2η αναιρεσείουσα και ο αναιρεσίβλητος όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Τζανακάκη διάβασε την από 3-1-2019 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η από 10-5-2013 (αρ. εκθ. κατ. 349/2013) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 3567/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και ειδικότερα, την ουσιαστική παραδοχή του 1ου αναιρετικού λόγου κατά το Α' σκέλος αυτού εκ του άρθρου 559 αρ. 1α ΚΠολΔ και του 2ου αναιρετικού λόγου εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ και την απόρριψη ως απαράδεκτου του 1ου αναιρετικού λόγου κατά το Β' σκέλος αυτού εκ του άρθρου 559 αρ. 1β ΚΠολΔ. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Kατά το άρθρο 94 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα κατά την διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται, είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.
Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων. Κατά το άρθρο 104 Κ.Πολ.Δ., για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Εξάλλου, στο άρθρο 576 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ορίζεται, ότι, αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι (ΑΠ 394/2019, ΑΠ 1023/2017, ΑΠ 1045/2017).
Περαιτέρω και πλέον των ανωτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 104, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, στην περίπτωση κατά την οποία ο φερόμενος έως τη συζήτηση της υπόθεσης ως πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντα, που φέρεται ότι επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανισθεί στο ακροατήριο για τη συζήτηση της υπόθεσης και δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας αυτού, η οποία απαιτείται κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, την ύπαρξη της οποίας, κατά τα προεκτεθέντα, αυτεπαγγέλτως πλέον οφείλει να εξετάσει το Δικαστήριο, ο αναιρεσείων θεωρείται δικονομικά απών και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη.
Δηλαδή, στην περίπτωση αυτή, θεωρείται, ότι ο αναιρεσείων δεν παρίσταται και κηρύσσεται άκυρη η κλήση με βάση την οποία αυτός εμφανίζεται, ότι επιμελήθηκε τη συζήτηση της υπόθεσης, με αποτέλεσμα να μην εφαρμόζεται πλέον η διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Και τούτο, διότι σε διαφορετική περίπτωση θα καταστρατηγείται η διάταξη του άρθρου 104 του ΚΠολΔ, κατά την οποία μόνο για τις προπαρασκευαστικές πράξεις θεωρείται, ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, υπό την αίρεση όμως ότι, στη συνέχεια, θα αποδειχθεί ρητή πληρεξουσιότητα στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 1622/2013, ΑΠ 1048/2005, ΑΠ 16/2005, πρβλ. contra άποψη, σύμφωνα με την οποία κηρύσσεται απαράδεκτη η αναίρεση ΑΠ 1059/2019, ΑΠ 233/2014, ΑΠ 240/2014 και ΑΠ 717/2010 κατά την οποία διατάσσεται επανάληψη της συζήτησης για να προσκομιστεί το πληρεξούσιο).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει, ότι η κρινόμενη από 10-5-2013 (αρ. κατ. 399/2013) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 3567/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρο 681Α ΚΠολΔ), προσδιορίστηκε για να συζητηθεί αρχικά στη δικάσιμο της 11-1-2019 με αριθμό πινακίου 24, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Τμήματος (άρθρο 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ).
Κατά την ανωτέρω αρχική δικάσιμο η υπόθεση αναβλήθηκε εκ του πινακίου (άρθρο 226 παρ. 4 ΚΠολΔ) για τη σημερινή δικάσιμο, με αριθμό πινακίου 27, κατόπιν αιτήματος του αναιρεσιβλήτου (βλ εισαγωγικό φάκελο της υπόθεσης). Η κατάθεση της αίτησης αναίρεσης και ο προσδιορισμός της αρχικής δικασίμου έγινε με την επιμέλεια αμφοτέρων των αναιρεσειόντων.
Ειδικότερα, από την υπ' αρ. 399/4-6-2013 έκθεση κατάθεσης της αναίρεσης στο Εφετείο Αθηνών προκύπτει, ότι αυτή κατατέθηκε από τον δικηγόρο Θεόδωρο Ξιφαρά, για λογαριασμό και του απολειπομένου σήμερα 1ου αναιρεσείοντα, Ν. Α., που επίσης φέρεται, ότι επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, δεν εμφανίστηκε ο 1ος αναιρεσείων, ούτε και κατέθεσε δήλωση μη παράστασης κατ' άρθρ. 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκε νομίμως και προσηκόντως μόνον η 2η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, διά του ανωτέρω πληρεξουσίου δικηγόρου αυτής.
Εξάλλου, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο Θεόδωρος Ξιφαράς, που φέρεται έως τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ως ο πληρεξούσιος δικηγόρος και του 1ου αναιρεσείοντα, ήταν ο νομίμως διορισμένος πληρεξούσιος αυτού κατ' άρθρ. 96 παρ. 3 ΚΠολΔ και ειδικότερα, με συμβολαιογραφικό έγγραφο, όπως συμβαίνει για την 2η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία η οποία, για την απόδειξη του ανωτέρω ζητήματος, προσκομίζει το με αρ. .../18-7-2019 πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Αθηνών, Γ.
Ρ., εφόσον ειδικότερα ο 1ος αναιρεσείων δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ώστε η ρητή κατά τον άνω τρόπο πληρεξουσιότητα να καλυφθεί με προφορική δήλωση αυτού στο ακροατήριο. Επομένως, εφόσον ο φερόμενος ως επίσης επισπεύδων τη συζήτηση της αναίρεσης 1ος αναιρεσείων ερημοδικεί και ο δικηγόρος, που κατέθεσε την αναίρεση και υπέγραψε την κλήση δεν αποδεικνύει, ότι ήταν νομίμως διορισμένος πληρεξούσιος αυτού, για να παρασταθεί στη σημερινή δικάσιμο, γεγονός, που αυτεπάγγελτα ερευνά το Δικαστήριο τούτο (άρθρο 104 εδ.
β' ΚΠολΔ), πρέπει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για τον 1ο αναιρεσείοντα να κηρυχθεί απαράδεκτη, κατά την ορθότερη άποψη της νομολογίας, ως επιεικέστερης για τον απολειπόμενο διάδικο. Έξοδα δεν πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του 1ου αναιρεσείοντα και υπέρ του παρισταμένου αναιρεσιβλήτου, διότι η παρούσα απόφαση δεν είναι οριστική (ΑΠ Ολ. 4/2013).
Περαιτέρω, στην προκειμένη περίπτωση, αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Με την από 5-5-2010 (αρ. κατ. 4057/2010) αγωγή ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, οδηγός του με αρ. κυκλοφορίας ... δίκυκλου μοτοποδήλατου, ισχυρίστηκε ότι, σε τροχαίο ατύχημα που συνέβη, στις 2-2-2009, τραυματίστηκε σοβαρά από αποκλειστική υπαιτιότητα του 1ου εναγομένου, οδηγού του με αρ.
κυκλοφορίας ... ΔΧΦ αυτοκινήτου, του οποίου την αστική ευθύνη έναντι των τρίτων ζημιούμενων κάλυπτε η 2η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία (ήδη 1ος και 2η αναιρεσείοντες) και ζητούσε εντόκως το συνολικό ποσό των 138.957,68 ευρώ ως αποζημίωση για τις θετικές και αποθετικές ζημίες, που υπέστη και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1164/2011 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που έκρινε, ότι ο ενάγων - παθών συνετέλεσε σε ποσοστό 90% στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος και δέχθηκε την αγωγή εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη κατά το ποσό των 8.369,76 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων άσκησε την από 22-7-2011 (αρ.
κατ. 5772/2011) έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία, κατά ουσιαστική παραδοχή της έφεσης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και, αφού ερεύνησε την αγωγή, έκρινε ότι στο ατύχημα συνετέλεσε και ο παθών, κατά ποσοστό 40%. Κατόπιν τούτου, επιδίκασε σ' αυτόν καταψηφιστικά το ποσό των 32.219 ευρώ και αναγνωριστικά το ποσό των 9.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 εδ. β` και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Δεν αποκλείεται καταρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.
Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.
Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 199/2018, AΠ 52/2016, ΑΠ 848/2015,ΑΠ 869/2013, ΑΠ 686/2011), ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ, στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 425/2019, ΑΠ 1685/2017, ΑΠ 1500/2002, ΑΠ 1070/2001).
Περαιτέρω, από τα άρθρα 12 και 19 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα πεζών και οχημάτων. Ειδικότερα, το άρθρ. 12 παρ. 1 ορίζει ότι "...οι χρησιμοποιούντες τις οδούς, πρέπει, να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά, η οποία είναι ενδεχόμενο μεταξύ άλλων να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα, ενώ οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους...".
Επίσης, α) κατά το άρθρ. 19 παρ 1 "...ο οδηγός του οδικού οχήματος, επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς", β) κατά το άρθρ. 19 παρ. 2 "...ο οδηγός επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του και πρέπει να έχει την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία μπορεί να είναι και κατώτερη της προβλεπόμενης από το νόμο, κυρίως σε κατοικημένες περιοχές και έχει υποχρέωση να τη μειώνει μέχρι διακοπής της πορείας του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν...".
Κατά δε το άρθρο 19 παρ. γ' του ίδιου Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), ορίζεται ότι "...ιδιαίτερα ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας..., ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας ..." (ΑΠ 1207/2004). Eπίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 του ίδιου παραπάνω νόμου (ΚΟΚ) ορίζεται, ότι "...στο οδικό δίκτυο της χώρας ισχύει η δεξιά κατεύθυνση κυκλοφορίας..." και κατά την παράγραφο 3 αυτού ορίζεται ότι "...τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου 1, σε οδοστρώματα, που είναι χωρισμένα σε δύο ή περισσότερες λωρίδες κυκλοφορίας, κατά κατεύθυνση με κατά μήκος διαγραμμίσεις, οι οδηγοί οχημάτων υποχρεούνται να οδηγούν αυτά μέσα στα όρια μιας λωρίδας και κατά το δυνατόν στο μέσο αυτής...".
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 17 του ίδιου Ν. 2696/1999 - ΚΟΚ ορίζονται τα εξής: Κατά την παράγραφο 1 αυτού "...Ο οδηγός επιτρέπεται να προσπεράσει προπορευόμενο όχημα μόνον, εφόσον μπορεί να το κάνει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας και εφόσον προειδοποιήσει έγκαιρα γι` αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 2 του παρόντος Κώδικα".
Κατά την παράγραφο 2 ορίζεται ότι "...Το προσπέραομα επιτρέπεται, κατά κανόνα, από τα αριστερά. Κατ` εξαίρεση, το προσπέρασμα επιτρέπεται από τα δεξιά αν ο προπορευόμενος οδηγός έχει δώσει σήμα ότι προτίθεται να στρίψει αριστερά και έχει μετακινήσει το όχημά του προς την πλευρά αυτήν...". Κατά την παράγραφο 5 ορίζεται ότι "...ο οδηγός, κατά το προσπέρασμα, υποχρεούται να αφήνει στο όχημα το οποίο προσπερνά αρκετό χώρο παραπλεύρως...".
Κατά την παράγραφο 8 περ. α' ορίζεται ότι "...Σε μονόδρομους και οδούς διπλής κατεύθυνσης, που υπάρχουν δύο τουλάχιστον λωρίδες κυκλοφορίας, κατά κατεύθυνση, μέσα σε κατοικημένες περιοχές και τρείς εκτός αυτών, διαχωριζόμενες με κατά μήκος διαγραμμίσεις, επιτρέπεται η κυκλοφορία σε παράλληλες σειρές (στοίχους)...".
Κατά την ίδια παράγραφο περίπτωση γ' ορίζεται επίσης ότι "Στην περίπτωση που προβλέπεται στο εδάφιο α` της παρούσας παραγράφου, ο προβλεπόμενος τρόπος οδήγησης δε θεωρείται ότι αποτελεί προσπέρασμα κατά την έννοια του παρόντος άρθρου. Η διάταξη της περίπτωσης στ` της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού παραμένει εφαρμόσιμη...".
Τέλος, κατά την παράγραφο 9 του ίδιου άρθρου 17 του ΚΟΚ ορίζεται ότι "...Αν η πυκνότητα της κυκλοφορίας είναι τέτοια ώστε τα οχήματα να καταλαμβάνουν ολόκληρο το πλάτος του οδοστρώματος προς την κατεύθυνση της κυκλοφορίας και κινούνται με την ταχύτητα του προπορευόμενου αυτών οχήματος, αλλαγή λωρίδας επιτρέπεται μόνο προκειμένου το όχημα να στρίψει δεξιά ή αριστερά ή να σταθμεύσει...".
Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 349/2014, ΑΠ 466/2013, ΑΠ 382/2013).
Αντίθετα η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ` αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.
Η παράλειψη δηλαδή του δικαστηρίου να παραθέσει στην απόφασή του τις διατάξεις, στις οποίες στηρίζεται το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά αναιρετέα την απόφασή του, αρκεί να υφίστανται τέτοιες διατάξεις, που να στηρίζουν την αγωγή, οπότε ο Άρειος Πάγος επιτρεπτά συμπληρώνει μ` αυτές, κατά το άρθρ. 578 ΚΠολΔ, την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αφού η μεν συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης των αποφάσεων (άρθρ. 93 παρ. 3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο, ενώ, ως αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες στη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, που ιδρύει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, νοούνται μόνον οι αντιφατικές ή ανεπαρκείς ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 776/2018, ΑΠ 684/2013, ΑΠ 176/2011).
Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006).
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, δεν συνιστούν αιτιολογία της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 565/2018, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012, ΑΠ 1351/2011, ΑΠ 479/2009).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 περ. β` ΚΠολΔ προκύπτει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχολήσεως, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως μόνον όταν αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων και όχι στη διαπίστωση των γεγονότων αυτών.
Ειδικότερα, αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση αυτά την έννοια κανόνος δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό (ΑΠ 273/2018, ΑΠ 969/2011).
Με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το Α'σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, ως προς την οποία πλέον ερευνάται η αίτηση αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1α' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914 ΑΚ και 17 παρ. 1 και 2 του Ν. 2696/1999 - ΚΟΚ με εσφαλμένη ερμηνεία και μη υπαγωγή σ' αυτές των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, αν και αυτά πληρούσαν το πραγματικό των ανωτέρω διατάξεων, με αποτέλεσμα, να μην καταγνώσει σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, οδηγού του μοτοποδήλατου, αποκλειστική υπαιτιότητα στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος, αν και αυτός πραγματοποίησε μη επιτρεπόμενη από δεξιά προσπέραση, στο ΔΧΦ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο ασφαλισμένος σ' αυτήν οδηγός (1ος αναιρεσείων) και έτσι κατέληξε στο εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα, ότι ο αναιρεσίβλητος εκινείτο στη δεξιά πλευρά της οδού σε στοίχους, παράλληλα με τα ακινητοποιημένα στην αριστερή πλευρά της οδού οχήματα, ζήτημα, που ήταν ουσιώδες για την έκβαση της δίκης.
Επίσης, με τον συναφή 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε και εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις, με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες κατά την υπαγωγή σ' αυτές των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών ως προς τις συνθήκες τέλεσης του ατυχήματος και τη συμπεριφορά των εμπλακέντων σ' αυτό οδηγών και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Επίσης, με τον συναφή 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το Β' σκέλος του η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 περ. β' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί, ότι ο ασφαλισμένος σ' αυτήν, οδηγός του ΔΧΦ αυτοκινήτου (1ος αναιρεσείων), απείχε από τα σταθμευμένα στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος οχήματα, αφήνοντας ελεύθερο χώρο από τον οποίο, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, διέρχονται, δήθεν επιτρεπτά, συνήθως μικρού κυβισμού μοτοποδήλατα, σύμφωνα με τις κυκλοφοριακές συνθήκες της πόλης, παραβίασε, ευθέως το δίδαγμα της κοινής πείρας, ότι ο οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου δεν ήταν δυνατόν να προβλέψει, ότι ο οδηγός του μοτοποδήλατου - αναιρεσίβλητος θα εκτελούσε μη επιτρεπόμενο προσπέρασμα από τα δεξιά, το οποίο δεν συνιστά δίδαγμα κοινής πείρας, όπως εσφαλμένα δέχτηκε το Εφετείο, αλλά παραβίαση των διατάξεων περί συνετούς οδηγικής συμπεριφοράς.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται κατ' άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ για τις ανάγκες των ερευνώμενων συναφών, 1ου κατά το Α' σκέλος αυτού και 2ου λόγων αναίρεσης, το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, ως προς τις συνθήκες της σύγκρουσης και τη συμπεριφορά των εμπλακέντων σ' αυτό οδηγών, δέχεται τα ακόλουθα, κατ' ακριβή λεκτική αντιγραφή: "...Στις 2/2/2009 και περί ώρα 15.55' ο ενάγων εκινείτο με το υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... δίκυκλο μοτοποδήλατο του, μάρκας HONDA, 50 c.c., στην οδό ..., όπισθεν του Εφετείου Αθηνών, με κατεύθυνση από την οδό ... προς την οδό ... Η οδός ... είναι μονής κατεύθυνσης, το πλάτος του οδοστρώματός της είναι 7 μέτρα, είναι ευθεία και οριζόντια, η δε κατάσταση του οδοστρώματος κατά τον παραπάνω χρόνο ήταν ξηρά, οι συνθήκες φωτισμού ημέρας, η ορατότητα επαρκής και η κυκλοφορία των οχημάτων πυκνή.
Υπήρχαν δε σταθμευμένα αυτοκίνητα τόσο στην δεξιά όσο και στην αριστερή πλευρά της οδού ..., και λόγω κυκλοφοριακής συμφορήσεως, τα κινούμενα επί της ανωτέρω οδού και επί ενός στοίχου αυτοκίνητα είχαν ακινητοποιηθεί. Λόγω των ανωτέρω κυκλοφοριακών συνθηκών, ο ενάγων εκινείτο με πολύ μικρή ταχύτητα στην δεξιά πλευρά της οδού στον ελεύθερο χώρο του οδοστρώματος, μεταξύ των σταθμευμένων στο δεξιό πεζοδρόμιο αυτοκινήτων και των ακινητοποιημένων στο οδόστρωμα αυτοκινήτων.
Έτσι κινούμενος ο ενάγων έφθασε στο ύψος του αριθμού … της ανωτέρω οδού, όπου το υπ' αριθμ. κυκλ. ... Δ.Χ.Φ. αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος και το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, είχε ακινητοποιηθεί όπισθεν άλλων ακινητοποιημένων αυτοκινήτων. Επειδή δε μεταξύ του ανωτέρω φορτηγού και των δεξιά της οδού ...
σταθμευμένων αυτοκινήτων υπήρχε περιορισμένος μεν αλλά επαρκής χώρος διέλευσης του δικύκλου μοτοποδηλάτου του ενάγοντος, δεδομένου ότι το φορτηγό σχεδόν εφάπτετο των εξ αριστερών του σταθμευμένων οχημάτων (βλ. σχεδιάγραμμα Τροχαίας) ο ενάγων συνέχισε την πορεία του. Κατά την στιγμή δε που το μοτοποδήλατο του ενάγοντος ευρίσκετο στο μέσον περίπου του φορτηγού, ο οδηγός του, α' εναγόμενος, ξεκίνησε την πορεία του, όμως δεν κινήθηκε στην ευθεία, αλλά πήρε ελαφρά κλίση προς τα δεξιά, όπου εκινείτο ο ενάγων, εγκλωβίζοντας έτσι το μοτοποδήλατο του ενάγοντος μεταξύ του φορτηγού και των δεξιά της οδού σταθμευμένων οχημάτων, ο δε ενάγων για να ανακτήσει την ισορροπία του, κατέβασε το αριστερό του πόδι στο οδόστρωμα, με συνέπεια ο οπίσθιος δεξιός τροχός του φορτηγού να περάσει πάνω από το πόδι του και να τον τραυματίσει σοβαρά.
Για το ανωτέρω ατύχημα και τον τραυματισμό του ενάγοντος υπαίτιος τυγχάνει και δη κατά ποσοστό 60%, ο πρώτος εναγόμενος, διότι δεν επέδειξε την. επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις επιμέλεια και συγκεκριμένα, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή και κυρίως πριν ξεκινήσει από την προσωρινή διακοπή της πορείας στην οποία βρισκόταν το όχημά του που απείχε ικανά από τα παρκαρισμένα στο δεξί άκρο του οδοστρώματος οχήματα, αφήνοντας έτσι ελεύθερο χώρο από τον οποίο, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, διέρχονταν συνήθως τα μικρού κυβισμού μοτοποδήλατα, σύμφωνα με τις κυκλοφοριακές συνθήκες της πόλεως, από έλλειψη σύνεσης δεν έλεγξε προηγουμένως από τον δεξιό εξωτερικό καθρέπτη του αν υπήρχε μοτοποδήλατο που εκινείτο παραπλεύρως αυτού και του οποίου την διέλευση όφειλε να αναμείνει για να μην εκθέσει σε κίνδυνο τον οδηγό αυτού, αλλά αντιθέτως ξεκίνησε ανέλεγκτα και μάλιστα με κλίση του τιμονιού προς τα δεξιά, με συνέπεια να επέλθει το ζημιογόνο αποτέλεσμα (άρθρ. 12 § 1 ΚΟΚ).
Συνυπαίτιος όμως και δη κατά ποσοστό 40% τυγχάνει και ο ενάγων, κατά παραδοχή της παραδεκτά προταθείσας από τους εναγόμενους ένστασης συνυπαιτιότητας (άρθρ. 300 ΑΚ), διότι δεν επέδειξε την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις επιμέλεια την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει και συγκεκριμένα δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και κυρίως, κινούμενος σε στοίχο παράλληλα με τα αυτοκίνητα που είχαν ακινητοποιηθεί στο οδόστρωμα και συγκεκριμένα με το φορτηγό το οποίο είχε ελαφρά κλίση προς τα δεξιά και του άφηνε περιορισμένο χώρο διέλευσης, δεν διέκοψε την πορεία του όταν αντιλήφθηκε ότι το φορτηγό ξεκίνησε την πορεία του και δεν ακινητοποίησε εγκαίρως το μοτοποδήλατό του προκειμένου να παραχωρήσει προτεραιότητα διελεύσεως στο φορτηγό, με συνέπεια να εγκλωβιστεί ανάμεσα σ' αυτό και τα σταθμευμένα δεξιά του οχήματα και να επέλθει το ζημιογόνο αποτέλεσμα (άρθρ. 19 § 1 ΚΟΚ).
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ότι συνυπαίτιος για την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος τυγχάνει ο ενάγων κατά ποσοστό 90% έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων και συνεπώς ο πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγος της κρινόμενης εφέσεως πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι κατ' ουσίαν...".
Με τις ως άνω όμως παραδοχές του το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της αποκλειστικής υπαιτιότητας - συνυπαιτιότητας των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγών, παραβίασε με ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία Α) τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914 του ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 1 και 2 του Ν. 2696/1999 - ΚΟΚ, τις οποίες ενάριθμα αναφέρει το αναιρετήριο, αλλά και εκείνες του άρθρου 17 παρ. 9 του ίδιου Ν. 2696/1999, καθώς επίσης, Β) τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 16 παρ. 1 και 3, 17 παρ. 8α' και γ' του ίδιου ως άνω νόμου, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αυτών, οι οποίες σημειωτέον, αν και δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο ενάριθμα, εντούτοις το πραγματικό τους περιγράφεται στο αναιρετήριο, κατά τρόπο, που δεν επιδέχεται αμφιβολία και συνεπώς, κατά τούτο, οι ως άνω ερευνώμενοι αναιρετικοί λόγοι είναι αρκούντως ορισμένοι (ΑΠ 681/2014) και έτσι το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι δημιουργούνται αμφιβολίες ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στους εφαρμοστέους ως άνω κανόνες δικαίου.
Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο διέλαβε ελλιπή αιτιολογία, διότι: 1) δεν διευκρινίζει εάν ο μονόδρομος της οδού ..., στον οποίο εκινούντο αμφότερα τα οχήματα, έχει δύο λωρίδες κυκλοφορίας, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσίβλητος, οπότε στην περίπτωση αυτή επιτρέπεται η κίνηση σε στοίχους, δηλαδή παράλληλα και δεν θεωρείται προσπέρασμα από δεξιά (άρθρο 17 παρ. 8 περ.
α' και γ' του Ν. 2696/1999 - ΚΟΚ). Επίσης, υπό την προϋπόθεση ότι ήταν επιτρεπτή η παράλληλη κίνηση των οχημάτων σε στοίχους, όπως κατά τα ανωτέρω, υποστηρίζει ο αναιρεσίβλητος, το Εφετείο 2) δεν διευκρινίζει πόσο πλάτος είχε το ελεύθερο τμήμα του οδοστρώματος, στο οποίο εκινείτο το μοτοποδήλατο, ανάμεσα στο ΔΧΦ αυτοκίνητο και στα σταθμευμένα προς τα δεξιά του μονόδρομου αυτοκίνητα, σύμφωνα με τις παραδοχές και 3) δεν διευκρινίζει πόσα μέτρα κατά πλάτος στο οδόστρωμα είχε καταλάβει το ΔΧΦ αυτοκίνητο, κατά την πραγματοποίηση της δεξιάς κλίσης αυτού, από τον ασφαλισμένο οδηγό της αναιρεσείουσας (1ο αναιρεσείοντα), που επίσης ανελέγκτως αναιρετικά δέχτηκε το Εφετείο (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), ότι εκτέλεσε το ΔΧΦ αυτοκίνητο, ώστε στη συνέχεια, να διαπιστωθεί πόσος ελεύθερος προς τα δεξιά του χώρος υπήρχε, για να διέλθει το μοτοποδήλατο με ασφάλεια, ούτε επίσης διευκρινίζει, εάν το μοτοποδήλατο προσέκρουσε σε άλλο σταθμευμένο προς τα δεξιά του όχημα, όπως προκύπτει από την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που ως διαδικαστικό έγγραφο της δίκης επισκοπείται επιτρεπτά κατ' άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ.
Οι ελλιπείς ως άνω αιτιολογίες είναι κρίσιμες ώστε να ερευνηθεί η τήρηση ή όχι εκ μέρους του οδηγού του μοτοποδήλατου της υποχρέωσης, που επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1 και 2 του ΚΟΚ, περί διακοπής της πορείας του, κατά την εκκίνηση του ΔΧΦ αυτοκινήτου, διότι, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν, δεν αρκεί μόνον η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων, που επιβάλλει ο ΚΟΚ στους οδηγούς, ούτε αίρεται η υποχρέωση των οδηγών να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή μείωση των επιζήμιων συνεπειών, όπως έχει εκτεθεί αναλυτικά στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης.
Εκτός τούτων το Εφετείο διέλαβε και αντιφατική αιτιολογία, διότι: 1) αν και δέχτηκε ότι υπήρχε πυκνότητα κυκλοφορίας, άλλως κυκλοφοριακή συμφόρηση - μποτιλιάρισμα, εξαιτίας της οποίας τα οχήματα εκινούντο επί ενός στοίχου στον μονόδρομο, οπότε στην περίπτωση αυτή αλλαγή λωρίδας επιτρέπεται, μόνον προκειμένου το όχημα να στρίψει δεξιά ή αριστερά ή να σταθμεύσει (άρθρο 17 παρ. 9 ΚΟΚ), εντούτοις, σε άλλο σημείο η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι το μοτοποδήλατο εκινείτο "...επιτρεπτά παράλληλα σε στοίχους..." στο άκρο δεξιό της οδού (άρθρο 16 παρ. 1 ΚΟΚ) και 2) ενώ δέχεται ότι το ΔΧΦ αυτοκίνητο εκινείτο επί ενός στοίχου λόγω της κυκλοφοριακής συμφόρησης, εντελώς αντιφατικά δέχεται ότι ο οδηγός του εκτέλεσε δεξιό ελιγμό, αν και αυτός μόνον ευθεία μπορούσε να κινηθεί, διότι στο σημείο εκείνο ο μονόδρομος της οδού ..., στον οποίο εκινούντο και οι δύο οδηγοί, δεν διασταυρώνεται με άλλη οδό, ώστε να δικαιολογηθεί ο δεξιός ελιγμός.
Οι ανωτέρω κυρίως ελλιπείς, αλλά και αντιφατικές αιτιολογίες είναι ουσιώδεις και επιδρούν στο αποτέλεσμα της δίκης, προκειμένου να διαπιστωθεί, εάν η κίνηση του μοτοποδήλατου σε παράλληλη σειρά - στοίχους ήταν νόμιμη και επιτρεπτή (άρθρο 17 παρ. 8α' και γ' ΚΟΚ) ή εάν συνιστά αντικανονικό προσπέρασμα από δεξιά, που δεν επιτρέπεται (άρθρο 17 παρ. 2 ΚΟΚ), παρά μόνον, εάν ο προπορευόμενος οδηγός, δηλαδή εν προκειμένω το ΔΧΦ αυτοκίνητο, είχε δώσει σήμα, ότι προτίθεται να στρίψει αριστερά.
Συνεπώς, το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 1 και 2 (αντικανονικό προσπέρασμα από δεξιά), 16 παρ. 1 και 3 και 17 παρ. 8α' και γ' (κίνηση παράλληλα σε στοίχους) του Ν. 2696/1999 - ΚΟΚ, σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες διατάξεις του ΑΚ, με την ως άνω ελλιπή αλλά και αντιφατική αιτιολογία, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, αν ορθά υπήγαγε τα περιστατικά, που δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν στους ουσιαστικούς κανόνες, που εφάρμοσε, με συνέπεια να στερήσει την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Επομένως ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ και ο σχετικός 2ος λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ανωτέρω κεφάλαιο αυτής, που αφορά τις συνθήκες τέλεσης του τροχαίου ατυχήματος και τη συμπεριφορά των εμπλακέντων σ' αυτό οδηγών.
Περαιτέρω, με δεδομένο ότι η αναιρετική εμβέλεια του κατά τα ανωτέρω δεκτού γενόμενου αναιρετικού λόγου, οδηγεί στην παραδοχή της αίτησης αναίρεσης κατά του αναιρεσιβλήτου, καθίσταται πλέον αλυσιτελής, άλλως παρέλκει, η εξέταση του 1ου αναιρετικού λόγου κατά το Α' σκέλος του εκ του αριθμού 1α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ και του ίδιου λόγου (1ου) κατά το Β'σκέλος του εκ του αριθμού 1β' του ως άνω άρθρου, που επίσης αποβλέπουν στην παραδοχή της αναίρεσης έναντι του αναιρεσιβλήτου και πλήττουν το ίδιο κεφάλαιο της υπαιτιότητας-συνυπαιτιότητας των εμπλακέντων οδηγών, ανεξάρτητα ότι ο τελευταίος ως άνω λόγος είναι και απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη παραβίαση του διδάγματος κοινής πείρας δεν αφορά την ερμηνεία των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν, αλλά υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας εκ του άρθρου 559 αρ. 1β' ΚΠολΔ επιχειρείται να πληγεί η ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Εφετείου ως Δικαστήριο ουσίας αναφορικά με την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητας - συνυπαιτιότητας των οδηγών των εμπλακέντων στο τροχαίο ατύχημα οχημάτων και ως προς τις συνθήκες τέλεσης του τροχαίου ατυχήματος.
Συμπερασματικά, κατόπιν όλων αυτών πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος αυτής, στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο Δικαστή (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ.
ε' ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στη δικαστική δαπάνη της παρισταμένης 2ης αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας, που κατέθεσε προτάσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη ως προς τον 1ο αναιρεσείοντα τη συζήτηση της από 10-5-2013 (αρ. κατ. 399/2013) αίτησης για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 3567/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ).
Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης και την πρόοδο της δίκης ως προς τους λοιπούς διαδίκους.
Αναιρεί, ως προς τους παριστάμενους διαδίκους, την υπ' αριθμ. 3567/2012 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή. Διατάσσει να επιστραφεί, στη 2η αναιρεσείουσα, το παράβολο, που αυτή έχει καταθέσει για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της 2ης αναιρεσείουσας, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ