Legislator Case Law & Legislation
1675/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against eviction judgment for failure to consider new evidence.

Case Number 1675/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the hotel company's appeal against the First Instance Court's eviction judgment. The appellants argued the lower court failed to consider five specific documents submitted during the second instance regarding rental payments and tax declarations. The court ruled the appeal inadmissible because the lower court explicitly stated it had taken all submitted documents into account and evaluated them, leaving no room for doubt about their consideration.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 19 C.Pol.D.; The appeal ground is unfounded when the court certifies it considered all documents lawfully submitted by the parties, including those submitted for the first time in the second instance, unless the judgment creates ambiguity regarding their evaluation.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evaluation of evidence lower court discretion consideration of documents second instance procedure judgment reasoning eviction proceedings

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 19 C.Pol.D.
Art. 495 para. 4 lit. e C.Pol.D.
Art. 176 C.Pol.D.
Art. 183 C.Pol.D.

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1675 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1675/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Κ.... ΑΝΩΝΥΜΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και δ.τ. "K....", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Κωνσταντόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Π. του Γ., 2) Γ. συζ. Β. Π., το γένος Χ. Λ., 3) Θ. Β. του Κ. και 4) Β. Π. του Β., κατοίκων ..., εκ των οποίων οι 3η και 4η παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Παπαδογιάννη και οι 1ος και 2η εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Παπαδογιάννη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 9-3-2018 και 7-5-2018 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4046/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2617/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-12-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης, που εφαρμόστηκε, ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν εφαρμόστηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΑΠ 10/2020, ΑΠ 1225/2017).

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα εξής περιστατικά: "Δυνάμει του με αριθμό ... συμβολαιογραφικού μισθωτηρίου της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αλεξάνδρας Γιαννακοπούλου-Ζάχου, το οποίο κατατέθηκε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.

Θεσσαλονίκης σύμφωνα με το άρθρο 77 παρ. 1 και 2 του Ν- 2238/1994, από την οποία και έλαβε αριθμό θεώρησης 474/13-2-1998, οι 1) Β. Π. του Γ., 2) Γ. συζ. Β. Π., 3) Θ. Β. του Κ., ήτοι οι τρεις πρώτοι εκ των εναγόντων, 4) ο Δ. Τ. του Δ. και 5) Γ. συζ. Α. Ζ., συγκύριοι, συννομείς, συγκάτοχοι και συνεπικαρπωτές του κατωτέρω περιγραφομένου ακινήτου και, ειδικότερα, η Γ.

Π. συγκυρία κατά ποσοστά 3/24 εξ αδιαιρέτου και επικαρπώτρια κατά ποσοστά 10/24 εξ αδιαιρέτου, ο Β. Π. συγκύριος κατά ποσοστά 6/24 εξ αδιαιρέτου και επικαρπωτής κατά ποσοστά 7/24 εξ αδιαιρέτου, η Θ. Β. συγκυρία κατά ποσοστό 1/24 εξ αδιαιρέτου και ψιλή κυρία ποσοστού 8/24 εξ αδιαιρέτου, ο Δ. Τ. επικαρπωτής ποσοστού 6/24 εξ αδιαιρέτου και η Γ.

Ζ. ψιλή κυρία ποσοστών 6/24 εξ αδιαιρέτου, εκμίσθωσαν στην εναγομένη μία οικοδομή, που βρίσκεται στη συμβολή των οδών ... (άλλοτε 47) και ..., στην πόλη της …, αποτελούμενη από υπόγειο όροφο, εμβαδού περίπου 550 τ.μ., από ισόγειο όροφο, εμβαδού 550 τ.μ., πλην των δύο καταστημάτων που βρίσκονται στην αριστερή άκρη της οικοδομής και δη το άκρο αριστερό κατάστημα που εφάπτεται με τη γειτονική οικοδομή επί της οδού Εγνατία αρ. 39 με πατάρι και το δεύτερο από αριστερά κατάστημα, εφαπτόμενο στο προηγούμενο, εμβαδού 70 τ.μ.

με πατάρι, (αποτελούμενη η οικοδομή από) όλα τα πατάρια, εμβαδού περίπου 400 τ.μ., πλην των αντιστοιχούντων στα δύο ανωτέρω καταστήματα, τον πρώτο όροφο, εμβαδού 492 τ.μ., τον δεύτερο όροφο, εμβαδού 492 τ.μ., τον τρίτο όροφο, εμβαδού 492 τ.μ., το δώμα και την είσοδο της οικοδομής, εμβαδού 87 τ.μ., προκειμένου η τελευταία να ασκήσει στο μίσθιο την επαγγελματική της δραστηριότητα, ήτοι τη λειτουργία επιχείρησης ξενοδοχείου.

Η διάρκεια της εν λόγω σύμβασης μίσθωσης συμφωνήθηκε δεκαετής, αρχόμενη την 5-3-1998 και λήγουσα στις 4-3-2008. Συμφωνήθηκε ακόμη ότι, μετά το πέρας του παραπάνω χρόνου της μίσθωσης η μισθώτρια θα έχει το δικαίωμα μονομερούς παράτασης της μίσθωσης για μια δεκαετία ακόμη και ότι η παράταση αυτή θα είναι υποχρεωτική για τους εκμισθωτές και θα πραγματοποιηθεί με μονομερή εξώδικη δήλωση της μισθώτριας που θα κοινοποιηθεί σ' αυτούς έως έξι (6) μήνες πριν από τη λήξη του συμβατικού χρόνου.

Με τον όρο 13, εξάλλου, του συμβολαίου συμφωνήθηκε επιπροσθέτως ότι "Οποιαδήποτε μεταβολή όρου ή συμφωνίας του παρόντος πρέπει να γίνεται και να αποδεικνύεται εγγράφως, ρητώς αποκλειομένου κάθε άλλου αποδεικτικού μέσου... Σε εκτέλεση των όρων του μισθωτηρίου, η εναγομένη έλαβε στην κατοχή της το μίσθιο και έκαμνε ακώλυτη χρήση αυτού από τον συμφωνηθέντα χρόνο έναρξης της μίσθωσης.

Το προαναφερθέν, με αριθ. ..., συμβολαιογραφικό μισθωτήριο τροποποιήθηκε ακολούθως με τη με αριθ. ... πράξη της αυτής Συμβολαιογράφου, στην οποία μετείχαν τα και αρχικώς συμβληθέντα πρόσωπα, νομίμως και αυτή θεωρηθείσα από την αρμόδια Δ.Ο.Υ., και τροποποιήθηκε εκ νέου με τη με αριθ. ... πράξη της ίδιας Συμβολαιογράφου, ως προς επί μέρους όρους και συμφωνίες, ενώ τέλος με τη με αριθ. ...

πράξη της ως άνω Συμβολαιογράφου επαναλήφθηκαν και κωδικοποιήθηκαν, τόσο το αρχικό μισθωτήριο συμβόλαιο, όσο και οι επακολουθήσασες τροποποιητικές αυτού πράξεις. Εκμισθωτές στο τελευταίο συμβόλαιο εμφανίζονται οι Β. Π., Γ. συζ. Β. Π., Θ. Β. του Κ. και Β. Π. του Β. - νυν ενάγοντες. Η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε εκ νέου δεκαετής, αρχόμενη την 5η-3-1998 και λήγουσα στις 4-3-2008, ενώ επιπροσθέτως συμφωνήθηκε το δικαίωμα της εναγομένης για μονομερή παράταση της μίσθωσης για μία δεκαετία και συγκεκριμένα μέχρι τις 3-3-2018, αλλά και περαιτέρω για μία ακόμη δεκαετία, ήτοι μέχρι τις 2-3-2028, η οποία θα είναι υποχρεωτική για τους εκμισθωτές σε αμφότερες τις περιπτώσεις και θα πραγματοποιηθεί με μονομερή εξώδικη δήλωση της μισθώτριας που θα κοινοποιηθεί σ' αυτούς έως έξι (6) μήνες πριν από τη λήξη του εκάστοτε συμβατικού χρόνου.

Το μηνιαίο μίσθωμα σύμφωνα με την τελευταία τροποποίηση κωδικοποίηση (πράξη ... της άνω Συμβολαιογράφου) ορίστηκε στο ποσό των 2.500.000 δραχμών ή 7.336,75 ευρώ, πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου προς 3,6% για το χρονικό διάστημα από την 1-12-2001 έως και την 31-3-2002, ενώ από την 1- 4-2002 και μέχρι τη συμπλήρωση της πρώτης δεκαετίας συμφωνήθηκε ότι θα ανέλθει στο ποσό των 3.500.000 δραχμών ή 10.271,46 ευρώ, πλέον τέλους χαρτοσήμου, με περαιτέρω πάντως ετήσια αναπροσαρμογή του μισθώματος από την 1-4-2003 κατά τα ειδικότερα συμφωνηθέντα.

Ειδικά δε για την περίπτωση που η μισθώτρια θα έκαμνε χρήση του δικαιώματός της για τη δεύτερη παράταση του χρόνου της μίσθωσης, το μίσθωμα για το 21ο έτος συμφωνήθηκε να αναπροσαρμοστεί (αυξηθεί) κατά ποσοστό 50% επί του "τότε καταβαλλομένου μισθώματος" (βλ. και 20ό φύλλο του συμβολαίου, οπίσθια σελίδα). Το ύψος της αναπροσαρμογής για κάθε επόμενο έτος (22ο και μετά) συμφωνήθηκε σε ποσοστό που θα είναι κατά δύο (2) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο από τον επίσημο πληθωρισμό.

Το μίσθωμα συμφωνήθηκε ότι θα καταβάλλεται προκαταβολικά το πρώτο πενθήμερο εκάστου μισθωτικού μηνός. Ωστόσο, ενόψει και της επελθούσας οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα, οι διάδικοι κατά διαστήματα, με επακολουθήσασες έγγραφες, αλλά και άτυπες - προφορικές συμφωνίες, προέβησαν σε μείωση του μισθώματος και σε εκ νέου καθορισμό αυτού, με τελευταία την από 29-12-2014 έγγραφη μεταξύ τους συμφωνία, που προσκομίζεται με επίκληση και επί τη βάσει της οποίας το μηνιαίο μίσθωμα ορίστηκε για το έτος 2015 στο ποσό των 10.000 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του τέλους χαρτοσήμου, ενώ επιπροσθέτως αναφέρεται στο συμφωνητικό αυτό ότι για το έτος 2016 "θα εκτιμηθούν οι αντίστοιχες συνθήκες και περιστάσεις και θα συμφωνηθεί το αντίστοιχο μίσθωμα".

Αποδεικνύεται περαιτέρω ότι στις 31-3-2003 η εναγομένη επέδωσε στους ενάγοντες με δικαστικό επιμελητή τη με αριθ. ... πράξη της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μαρίας Παπαδημητρίου, με την οποία δήλωνε πως ασκούσε το δικαίωμά της για παράταση ταυτοχρόνως του χρόνου της μίσθωσης και για τις δύο επί πλέον δεκαετίες, ήτοι μέχρι την 2-3-2028.

Στις 28-2-2018 οι ενάγοντες επέδωσαν στην εναγομένη δια του δικαστικού επιμελητή Γ. Τ. (βλ. τη με αριθ. 950Β'/28-2-2018 έκθεση επίδοσης) την από 27-2-2018 εξώδικη δήλωση και πρόσκλησή τους, με την οποία της δήλωναν ότι θεμελιώδης όρος για τη συμφωνηθείσα δεύτερη δεκαετή παράταση της μίσθωσης ήταν η αναπροσαρμογή του κατά τον Μάρτιο μήνα του 2018 καταβαλλομένου μισθώματος κατά ποσοστό 50% και ότι επομένως για να ισχύει η παράταση θα πρέπει η τελευταία να τους καταβάλει μηνιαίως το ποσό των 15.000 ευρώ (ήτοι 10.000 ευρώ το τότε καταβαλλόμενο μίσθωμα πλέον ποσοστού 50%).

Άλλως, της δήλωναν ότι δεν θα ισχύει η παράταση και θα πρέπει την 3-3 2018 να τους αποδώσει τη χρήση του μισθίου λόγω λήξης της μίσθωσης. Στο ιστορικό, εξάλλου, αυτό και στην πάροδο του συμφωνηθέντος ορισμένου χρόνου της μίσθωσης (ΑΚ 608) επιστηρίζουν οι ενάγοντες το αίτημα της πρώτης, με αριθ. κατάθεσης 5615/4297/12-3-2018, αγωγής.

Ωστόσο, από την ανάγνωση του επίμαχου όρου του με αριθ. ... επαναληπτικού - κωδικοποιητικού συμβολαίου, με τον οποίο επί λέξει συνομολογήθηκαν τα ακόλουθα: "Στην περίπτωση που η μισθώτρια κάνει χρήση του δικαιώματός της για την δεύτερη παράταση του χρόνου της μισθώσεως το μίσθωμα ειδικά για το εικοστό πρώτο (21ο) έτος συμφωνείται να αναπροσαρμοστεί κατά ποσοστό πενήντα εκατοστά (50%) επί του τότε καταβαλλομένου μισθώματος" και από τη σαφή διατύπωση αυτού, δεν δίνει τη δυνατότητα για αμφισβήτηση, ώστε να μη συντρέχει λόγος για ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως των συμβληθέντων κατ' άρθρα 173 και 200 ΑΚ, συνάγεται ευχερώς ότι με τον όρο αυτόν τα ήδη διάδικα μέρη συμφώνησαν μεν αναπροσαρμογή (αύξηση) του μισθώματος για το 21ο έτος της μίσθωσης, ήτοι από την 3-3-2018 και εντεύθεν, κατά ποσοστό 50% επί του κατά τον χρόνο εκείνο (3-3-2018) καταβαλλομένου, ουδόλως όμως εξάρτησαν την ισχύ αυτής καθ' εαυτής της παράτασης από την καταβολή ή μη του ποσού της αναπροσαρμογής εκ μέρους της εναγομένης.

Επομένως, η ένδικη μισθωτική σύμβαση δεν έληξε στις 3-3-2018 λόγω παρέλευσης και συμπλήρωσης της συμβατικής διάρκειάς της, ως εκ τούτου δε η με αριθ. 5615/4297/12-3-2018 άνω αγωγή, με την οποία ζητείται η απόδοση της χρήσης του μισθίου για τον προαναφερθέντα λόγο, είναι αβάσιμη κατ' ουσία και απορριπτέα. Περαιτέρω, και όσον αφορά το ύψος κατά την 3-3-2018 καταβαλλομένου μισθώματος, λεκτέα τα ακόλουθα:

Με τη δεύτερη, με αριθ. κατάθεσης 10452Π981/9-5-2018 αγωγή τους (όπως εξάλλου και με την πρώτη αγωγή) οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι το μηνιαίο μίσθωμα κατά τον χρόνο εκείνο ανερχόταν στο άνω ποσό των 10.000 ευρώ, που είχε εγγράφως συμφωνηθεί για το έτος 2015 και παρέμεινε έκτοτε στο αυτό ποσό, καθώς δεν έλαβε χώρα μεταγενέστερη μεταξύ τους συμφωνία περί καθορισμού εκ νέου του ύψους του μισθώματος.

Η εναγομένη από την άλλη, τόσο με την από 28-2-2018 εξώδικη απάντησή της, που επέδωσε προς αυτούς στις 2-3-2018 δια του δικαστικού επιμελητή Α. Β., όσο και κατά την πρωτόδικη δίκη, αρνήθηκε κατ' αρχάς τον ισχυρισμό τους αυτόν και επί πλέον ισχυρίστηκε ότι το μίσθωμα από την 1-12016, δυνάμει προφορικής μεταξύ αυτής και των αντιδίκων της - εναγόντων συμφωνίας, είχε καθοριστεί στο ποσό τω 4.500 ευρώ, το οποίο και κατέβαλε ανελλιπώς προς αυτούς και ότι από τον Μάρτιο μήνα του 2018, σε εκτέλεση του προαναφερθέντος όρου του με αριθ. ...

συμβολαίου, είναι υπόχρεη σε καταβολή του ποσού των 6.750 ευρώ (ήτοι του ποσού των 4.500 ευρώ αναπροσαρμοσμένου κατά 50%), το οποίο καταβάλει έκτοτε προς αυτούς. Προσεκόμισε δε και προσκομίζει με επίκληση και κατά την παρούσα δίκη, προς απόδειξη του περί τούτου ισχυρισμού της, τον οποίο επαναφέρει νομίμως και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου με τους δεύτερο και τέταρτο λόγους της έφεσης και σε ενίσχυση των καταθέσεων των μαρτύρων της (στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και του ενόρκως βεβαιούντος) επτά καταθετήρια της τράπεζας Alpha Bank, που αναφέρονται στα μισθώματα των μηνών Ιουνίου έως και Δεκεμβρίου 2017 και στα οποία αναγράφεται ως καταβαλλόμενο το ποσό των 4.500 ευρώ στον σ' αυτά αναγραφόμενο τραπεζικό λογαριασμό των εναγόντων για "ενοίκιο" των αντιστοίχων μηνών.

Πρόκειται, ειδικότερα για τις από (12-7-2017 - ημερομηνία δυσδιάκριτη), 9-8-2017, 6-9-2017, 2-10-2017, 1-11-2017, 4-12-2017 και 4-1-2018, αντίστοιχα, αποδείξεις συναλλαγής Alpha Web Banking. Πέραν τούτων, προσκομίζει δύο ακόμη τέτοιες αποδείξεις συναλλαγής και ειδικότερα την από 5-2-2018 απόδειξη καταβολής ποσού 4.500 ευρώ, για "εξόφ ενοικίου Δεκ 17" και την από 27-2-2018 απόδειξη του αυτού ποσού για "εξόφ ενοικ Φεβ 18", καθώς και την καρτέλα λογαριασμού των εκμισθωτών από τα βιβλία της, στην οποία ομοίως από το έτος 2016 εμφανίζονται καταβολές για ενοίκια ύψους 4.500 ευρώ μηνιαίως.

Ωστόσο, ο ισχυρισμός της αυτός, περί της κατάρτισης δηλαδή νεότερης συμφωνίας περί καθορισμού του μισθώματος, δεν αποδεικνύεται βάσιμος, ούτε κρίνονται πειστικές οι περί τούτου καταθέσεις των μαρτύρων της. Είναι χαρακτηριστικό μάλιστα ότι ουδείς εξ αυτών αναφέρθηκε σε συγκεκριμένη ημερομηνία κατά την οποία φέρεται να έχει καταρτιστεί μια τέτοια συμφωνία και στις λοιπές περιστάσεις (τόπο, συμβληθέντα πρόσωπα κλπ.) κατάρτισής της.

Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι καθ' όλο το από την 1-1-2015 και μέχρι και τον Φεβρουάριο μήνα του 2018 χρονικό διάστημα, το μίσθωμα παρέμενε στο αυτό ποσό των 10.000 ευρώ μετά του τέλους χαρτοσήμου, που είχε καθοριστεί με το από 29-12-2014 έγγραφο μεταξύ των ήδη αντιδίκων ιδιωτικό συμφωνητικό και καταβαλλόταν με καταβολή στον τραπεζικό λογαριασμό των εκμισθωτών που αναγράφεται στις προσκομισθείσες αποδείξεις συναλλαγής Alpha Web Banking, αλλά και με μετρητά.

Τούτο συνάγεται και από τα όσα με σαφήνεια παραθέτει η Σ. Ο. στη με αριθ. 2753/12-9-2019 ένορκη βεβαίωσή της. Η τελευταία, ως εργαζόμενη επί πολλά έτη με την ιδιότητα της υπαλλήλου - υπεύθυνης πωλήσεων στο κατάστημα πώλησης ενδυμάτων με τον διακριτικό τίτλο "ΔΩΡΑ" των πρώτου και τετάρτης των εναγόντων επί της οδού ..., ήτοι στο ισόγειο της αυτής οικοδομής όπου βρίσκεται το μίσθιο, γνωρίζει εξ ιδίας αντιλήψεως ότι ο Δ.

Κ. - διευθυντής του ξενοδοχείου και σύζυγος της Ε. Π., Διευθύνουσας Συμβούλου της εναγομένης, τουλάχιστον το έτος 2017 μετέβαινε στο τελευταίο αυτό κατάστημα των εκμισθωτών περίπου μία φορά μηνιαίως και κατέβαλλε στον Β. Π. χρηματικά ποσά για εξόφληση ενοικίων. Το περιεχόμενο δε της ένορκης βεβαίωσής της κρίνεται από το Δικαστήριο πειστικό, καθώς ενισχύεται και από το περιεχόμενο του προσκομισθέντος έγγραφου αποδεικτικού υλικού, και δη από τις αποδείξεις καταβολής μετρητών του Δ.

Κ., που φέρουν τις υπογραφές τόσο του ιδίου, ως καταβαλόντος, όσο και του Β. Π., ως λαβόντος τα αντίστοιχα χρηματικά ποσά. Πρόκειται, ειδικότερα, για την απόδειξη καταβολής ποσού 5.000 ευρώ, στην οποία επί λέξει αναγράφεται "Για εξόφληση Γενάρη 17. Υπόλοιπο 5.000", 7.000 ευρώ ως "υπόλοιπο Γεν - Φλεβ 2017". Η τελευταία απόδειξη είναι συμπληρωμένη σε έντυπο της εναγομένης επιχείρησης (K...), 6.000 ευρώ για "υπόλοιπο μέχρι 31-3-2017".

Στην απόδειξη αυτή, που είναι συμπληρωμένη επί εντύπου τραπεζικής πληρωμής της 31ης-3-2017 ποσού 5.000 ευρώ στον αυτό λογαριασμό των εκμισθωτών, ο Β. Π. σημειώνει ότι έλαβε μετρητά 6.000 ευρώ "και σύνολο 30.000 για τους μήνες Γενάρη - Φλεβάρη - Μάρτη", ενώ υπάρχει και η υπογραφή του Δ. Κ. επί του εντύπου και κάτω από την αναγραφή του αριθμού 6.000.

Άλλη απόδειξη πληρωμής αφορά ποσό 6.000 ευρώ σε μετρητά για "Υπόλοιπο Απριλίου", επίσης απόδειξη πληρωμής ποσού 6.000 ευρώ για "υπόλοιπο Μαίου 17" (και η απόδειξη αυτή έχει συμπληρωθεί επί εντύπου τραπεζικής καταβολής ποσού 4.500 ευρώ για ενοίκιο Μαίου 2017), απόδειξη ποσού 6.000 ευρώ για "υπόλοιπο Ιουνίου" (έχει συμπληρωθεί -επί του εντύπου τραπεζικής καταβολής ποσού 4.500 ευρώ της 3ης-7-2017 για ενοίκιο Ιουνίου 2017), απόδειξη καταβολής ποσού 5.000 ευρώ σε μετρητά για "υπόλοιπο Ιουλίου".

Και η απόδειξη αυτή έχει συμπληρωθεί επί εντύπου τραπεζικής καταβολής ποσού 4.500 ευρώ για ενοίκιο Ιουλίου 2017 της 9ης-8-2017. Ειδικά δε στην απόδειξη αυτή, που φέρει ημερομηνία "3/8" σημειώνονται χειρόγραφα τα ακόλουθα "Υπόλοιπο Ιουλίου. Μετρητά 5.000. Τράπεζα 4.500". Προσκομίζονται ακόμη έγγραφες αποδείξεις και για τις ακόλουθες καταβολές μετρητών:

Ποσού 4.000 ευρώ για "υπόλοιπο Αυγούστου" (έχει συμπληρωθεί επί εντύπου τραπεζικής καταβολής της 6ης-9-2017 ποσού 4.500 ευρώ για ενοίκιο Αυγούστου), 3.000 ευρώ για "υπόλοιπο Σεπ" (και η απόδειξη αυτή έχει συμπληρωθεί επί εντύπου τραπεζικής καταβολής της 2ης -10-2017 ποσού 4.500 ευρώ για ενοίκιο Σεπτεμβρίου 2017), 2.000 ευρώ για "υπόλοιπο Οκτωβρίου 2017" (έχει συμπληρωθεί επί εντύπου τραπεζικής καταβολής της 1ης-11-2017 ποσού 4.500 ευρώ για ενοίκιο Οκτωβρίου 2017).

Επίσης, προσκομίζεται η απόδειξη είσπραξης ποσού 10.500 ευρώ. Στην απόδειξη αυτή που έχει συνταχθεί επί εντύπου τραπεζικής καταβολής της 4ης-12-2017 ποσού 4.500 ευρώ για .ενοίκιο Νοεμβρίου 2017 σημειώνεται χειρόγραφα "Υπόλοιπο Νοεμβ- 1.200 με την υπογραφή του Δημ. Κωφίδη, 8.500 μετρητά. 800 ΤΑΠ. Σύνολο 9300 - Έλαβα μετρητά 10.500 (ακολουθεί το ονοματεπώνυμο και η υπογραφή του πρώτου ενάγοντος)".

Πρόκειται συνεπώς για αποδείξεις είσπραξης μισθωμάτων που έχουν συμπληρωθεί επί εντύπων που ήταν στην κατοχή της εναγομένης (εκτυπώσεις από την τραπεζική συναλλαγή Alpha Web Banking μόνο ο καταθέτης μπορεί να διαθέτει). Καθίσταται δε προφανές από το συνδυασμό του προαναφερθέντος αποδεικτικού υλικού ότι, για λόγους που αφορούσαν την εναγομένη, μέρος μόνο του μισθώματος καταβαλλόταν μέσω τραπεζικών καταθέσεων και μάλιστα όχι κάθε μήνα ανελλιπώς, ούτε τα ίδια χρηματικά ποσά κάθε φορά, ενώ το υπόλοιπο μέρος του μισθώματος καταβαλλόταν σε μετρητά δια χειρός Δ.

Κ. προς τον πρώτο ενάγοντα (που εισέπραττε για λογαριασμό και των υπολοίπων) και αφού προηγουμένως διευθετούνταν και οι λοιπές οικονομικές μεταξύ τους εκκρεμότητες, όπως η καταβολή του ΤΑΠ (τέλους ακίνητης περιουσίας) που γινόταν αρχικά εκ μέρους της εναγομένης και ακολούθως αποδιδόταν προς αυτή από τους ενάγοντες - εκμισθωτές κλπ.

Ο ισχυρισμός της τελευταίας ότι οι προαναφερθείσες καταβολές μετρητών αφορούσαν στην εξόφληση προγενέστερων οφειλών της από μισθώματα, όπως αυτές είχαν συμφωνηθεί με το από 29-12-2014 άνω ιδιωτικό συμφωνητικό περί καθορισμού μισθώματος και ρυθμίσεως οφειλής, δεν αποδεικνύεται βάσιμος. Τούτο δε καθόσον με το έγγραφο αυτό, πλην του μισθώματος για το έτος 2015, συμφωνήθηκαν και καθορίστηκαν πράγματι προγενέστερες και συσσωρευμένες οφειλές της προς τους ενάγοντες, όπως αυτές είχαν επιδικαστεί υπέρ των εναγόντων - εκμισθωτών με την 28317/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και την 445/2014 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του αυτού Δικαστηρίου, οι οποίες συμβιβαστικά ορίστηκαν στο ποσό των 127.000 ευρώ, καταβλητέο "σταδιακώς και ατόκως σε διαδοχικές μηνιαίες δόσεις ύψους εκάστης 5.000 ευρώ, καταβαλλόμενες μαζί και επιπροσθέτως του εκάστοτε μηνιαίου μισθώματος, αρχής γενομένης από τον Ιανουάριο 2015", όπως επί λέξει αναγράφεται σ' αυτό.

Δεδομένου του ότι η εναγομένη τηρώντας τη συμβατική τούτη υποχρέωσή της, "ξεκίνησε να δίνει σε μετρητά στους εφεσιβλήτους 5.000 ευρώ μηνιαίως...αναλόγως δε και της διαθέσιμης ρευστότητάς της κάποιους μήνες έδινε στον πρώτο ενάγοντα μεγαλύτερα ποσά από τα 5.000 ευρώ που είχαν ορίσει με το από 29-12-2014 ιδιωτικό συμφωνητικό.." (βλ.

και σελ. 19 - 20 των προτάσεών της - προσθήκης κατά την παρούσα δίκη), καθίσταται προφανές ότι, καταβάλλοντας ανελλιπώς, όπως ισχυρίζεται, το ποσό των 5.000 ευρώ μηνιαίως από τον Ιανουάριο του 2015, στο τέλος του 2016 είχε καταβάλει ποσό (5.000 ευρώ επί 24 μήνες =) 120.000 ευρώ, ώστε στις αρχές του έτους 2017 απέμενε ανεξόφλητο υπόλοιπο ύψους μόλις 7.000 ευρώ (χωρίς καν να ληφθούν υπόψη οι επικαλούμενες καταβολές μεγαλύτερων χρηματικών ποσών).

Επισημαίνεται επί του προκειμένου ότι, όπως και πιο πάνω αναφέρεται, οι διάδικοι στην μη υποκείμενη κατά το νόμο σε έγγραφο τύπο ένδικη έγγραφη σύμβαση εμπορικής μίσθωσης είχαν συμφωνήσει ότι κάθε τροποποίηση αυτής θα γίνεται και θα αποδεικνύεται εγγράφως. Συνομολογείται, ωστόσο, από αμφότερα τα διάδικα μέρη η σιωπηρή τροποποίηση της αρχικής τούτης συμφωνίας (...), καθώς τόσο οι ενάγοντες με την αγωγή (βλ.

και σελ. 5 αυτής), όσο και η εναγομένη με τις έγγραφες προτάσεις της και με το δικόγραφο της έφεσης επικαλούνται επακολουθήσασες (της αρχικής) έγκυρες άτυπες - προφορικές συμφωνίες περί καθορισμού του ύψους του μισθώματος. Παρά την αρχική, συνεπώς, συμφωνία περί τήρησης του έγγραφου τύπου για κάθε τροποποίηση της σύμβασης, αποδείχθηκε ότι οι διάδικοι με νεότερη σιωπηρή συμφωνία τους κατήργησαν αυτήν περί της έγγραφης τροποποίησης της σύμβασης.

Ωστόσο, τέτοια, προφορική συμφωνία μετά τις 29-12-2014 δεν συνήφθη μεταξύ των μερών.

Αποδεικνύεται ακολούθως ότι η εναγομένη κατά το έτος 2018 δεν υπήρξε συνεπής στην καταβολή των συμφωνηθέντων μισθωμάτων. Πλέον συγκεκριμένα, για μισθώματα των μηνών Ιανουαρίου 2018 και εντεύθεν έχει καταβάλει με κατάθεση στον τραπεζικό λογαριασμό των εναγόντων τα ακόλουθα χρηματικά ποσά: στις 27-2-2018 κατέβαλε το ποσό των 4.500 ευρώ για μίσθωμα μηνός Φεβρουαρίου του αυτού έτους, στις 5-3-2018 κατέβαλε το ποσό των 6.750 ευρώ για μίσθωμα Μαρτίου 2018, στις 5-4-2018 κατέβαλε ομοίως 6.750 ευρώ για μίσθωμα Απριλίου 2018 και στις 4-5-2018 κατέβαλε 6.750 ευρώ για μίσθωμα Μαίου 2018.

Μίσθωμα για τον μήνα Ιανουάριο του έτους δεν έχει καταβάλει, ούτε έχει καταβάλει με οποιονδήποτε άλλο τρόπο κάποιο άλλο ποσό για τους μήνες αυτούς. Η επικαλούμενη καταβολή ποσού 4.500 ευρώ στις 5-2-2018 έγινε σε "εξόφληση" ενοικίου Δεκεμβρίου 2017, σύμφωνα και με τα όσα η ίδια όρισε κατά την καταβολή (ΑΚ 422 εδ. α'), όπως τούτο ρητά αναγράφεται και στο προσκομιζόμενο παραστατικό τραπεζικής κατάθεσης, και δεν έγινε σε εξόφληση του μισθώματος Ιανουαρίου, όπως εκ των υστέρων και αβασίμως αυτή υποστηρίζει.

Παρατηρείται μάλιστα από τα προσκομιζόμενα παραστατικά των τραπεζικών καταβολών ότι για τον μήνα Δεκέμβριο 2017 η εναγομένη έχει καταβάλει δύο φορές το ποσό των 4.500 ευρώ, τη μεν πρώτη (στις 4-1-2018, που πιο πάνω αναφέρεται) για ενοίκιο μηνός Δεκεμβρίου και τη δεύτερη, στις 5-2-2018, για εξόφληση του ενοικίου του μηνός αυτού (στοιχείο ενισχυτικό, και αυτό, της κρίσης του Δικαστηρίου περί του ότι το ύψος του μισθώματος κατά το έτος 2017 ήταν 10.000 ευρώ και όχι το από αυτή επικαλούμενο μικρότερο).

Οι γενόμενες άνω καταβολές, συνολικού ύψους 24.750 ευρώ, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 422 εδ. α' ΑΚ και όπως επισημαίνει και η ίδια με την προσθήκη στις πρωτόδικες έγγραφες προτάσεις της, καταλογίζονται στα μισθώματα των αντιστοίχων μηνών και επομένως μετά από αυτές απομένει το ακόλουθο ανεξόφλητο υπόλοιπο μισθωμάτων:

Ολόκληρο το μίσθωμα Ιανουαρίου 2018, ύψους 10.000 ευρώ (μετά του τέλους χαρτοσήμου), υπόλοιπο μισθώματος Φεβρουαρίου 2018 ύψους (10.000 μείον 4.500 =) 5.500 ευρώ, υπόλοιπο μισθώματος Μαρτίου 2018, υπολογιζόμενο ως ακολούθως (10.000 ευρώ επί 3/31 για το χρονικό διάστημα μέχρι 3-3-2018 και 15.000 ευρώ επί 27/31 για το χρονικό διάστημα από 4-3-2018 μέχρι 31-3-2018 = 14.516,10 ευρώ μείον καταβληθέν 6.750 ευρώ =) 7.766,10 ευρώ.

Για τον Απρίλιο του 2018 οφείλεται υπόλοιπο (15.000 μείον 6.750 =) 8.250 ευρώ και για τον Μάιο του 2018 οφείλεται το αυτό ποσό υπολοίπου. Συνολικά, στις 9-5-2018, χρόνο άσκησης της δεύτερης αγωγής, η εναγομένη, παρότι χρησιμοποίησε ανεμπόδιστα το μίσθιο ακίνητο, δεν κατέβαλε κατά τη συμφωνημένη ημέρα και όφειλε στους ενάγοντες για μισθώματα και υπόλοιπα μισθωμάτων το ποσό των (10.000 συν 5.500 συν 7.766,10 συν 8.250 συν 8.250 =) 39.766,10 ευρώ.

Συνεπώς, κατέστη υπερήμερη περί την καταβολή αυτών. Για το λόγο τούτο οι ενάγοντες κατήγγειλαν τη μίσθωση με το δικόγραφο της άνω δεύτερης, με αριθ. κατάθεσης 10452/7981/9-5-2018 αγωγής, που επιδόθηκε στην τελευταία στις 11-5-2018 (βλ. τη με αριθ. 6348Α'/11-5-2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Δ.

Τ.). Τα αποτελέσματα της εν λόγω καταγγελίας επήλθαν στις 12-6-2018, αφού η εναγομένη δεν κατέβαλε εξ υπαιτιότητάς της τα ανωτέρω οφειλόμενα μισθώματα και τα γνωστοποιηθέντα με την αγωγή έξοδα καταγγελίας μέσα στην προθεσμία του ενός μηνός από αυτήν (καταγγελία) και συνεπώς η επίδικη μίσθωση λύθηκε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 597 ΑΚ σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 241 εδάφ.

α', 242 και 243 εδάφ. β' του ίδιου Κώδικα. Και εφόσον η μίσθωση έληξε, η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να αποδώσει στους ενάγοντες τη χρήση του μισθίου, συγχρόνως δε θα πρέπει να καταβάλει σ' αυτούς τα άνω μισθώματα των 39.766,10 ευρώ συνολικά, νομιμότοκα από τότε που το κάθε επί μέρους μίσθωμα κατέστη απαιτητό και μέχρις εξοφλήσεως, δηλαδή από την 6η ημέρα κάθε αντίστοιχου ημερολογιακού μήνα, επιμεριζόμενα κατά τα ποσοστά πλήρους κυριότητας και επικαρπίας τους, ήτοι κατά ποσοστό 8,332% στον πρώτο ενάγοντα (4,166% για την εξ αδιαιρέτου πλήρη κυριότητα και έτερο 4,166% για την επικαρπία), 33,946% στη δεύτερη ενάγουσα (13,112% για την εξ αδιαιρέτου πλήρη κυριότητα και 20,834% για την επικαρπία), 24,386% στην τρίτη ενάγουσα για την εξ αδιαιρέτου πλήρη κυριότητα και 33,336% στην τέταρτη ενάγουσα για την εξ αδιαιρέτου πλήρη κυριότητα, στα οποία αντιστοιχούν τα ακόλουθα για τον καθένα χρηματικά ποσά:

στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 3.313,31 ευρώ, στη δεύτερη 13.499 ευρώ, στην τρίτη 9.697,36 ευρώ και στην τέταρτη ενάγουσα το ποσό των 13.256,43 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε ότι το συμφωνηθέν για το 21ο έτος της μίσθωσης μηνιαίο μίσθωμα ήταν αυτό των 15.000 ευρώ και ότι η εναγομένη κατέστη υπερήμερη περί την καταβολή της συμφωνηθείσας αύξησης του ποσοστού 50% επί του κατά τον Μάρτιο μήνα του 2018 καταβαλλομένου μισθώματος και ότι για τον λόγο αυτόν οι ενάγοντες με την πρώτη ασκηθείσα αγωγή τους, που επέδωσαν προς αυτή στις 13-3-2018, κατήγγειλαν τη μίσθωση, τα αποτελέσματα της οποίας επήλθαν μετά πάροδο μηνός, ήτοι στις 14-4-2018.

Σε συνέχεια, δε, των παραδοχών του αυτών, έκανε δεκτή ως και κατ' ουσία βάσιμη την πρώτη άνω αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη και κάθε τρίτο που έλκει δικαιώματα από αυτή να αποδώσει στους ενάγοντες τη χρήση του μισθίου, ενώ περαιτέρω έκανε εν μέρει δεκτή κατ' ουσία τη δεύτερη αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στους ενάγοντες, κατά τα ποσοστά της πλήρους κυριότητας και επικαρπίας εκάστου που και πιο πάνω αναφέρονται, νομιμοτόκως, α) για οφειλόμενη διαφορά μισθωμάτων των μηνών Μαρτίου 2018 και Απριλίου 2018 (μέχρι 14-4-2018) το ποσό των 18.762 ευρώ και β) για αποζημίωση χρήσης του αττό την 15-4-2018 και μέχρι και τον Μάιο μήνα του 2018 χρονικού διαστήματος το ποσό των 23.000 ευρώ- Κρίνοντας έτσι, και ειδικότερα δεχόμενο ότι το συμφωνηθέν μίσθωμα για το 21ο έτος της μίσθωσης ανερχόταν στο ποσό των 15.000 ευρώ, ορθά τον νόμο εφάρμοσε και ορθά εκτίμησε και αξιολόγησε το ενώπιόν του προσαχθέν αποδεικτικό υλικό και δεν έσφαλε.

Τα όσα επομένως η εναγομένη υποστηρίζει με τον άνω, τέταρτο, λόγο της έφεσης κρίνονται αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν. Δεχόμενο όμως ως βάσιμη κατ' ουσία την πρώτη αγωγή, παρόλο που αυτή ήταν απορριπτέα στην ουσία της, και επιδικάζοντας στους ενάγοντες τα πιο πάνω χρηματικά ποσά για οφειλόμενα μισθώματα και αποζημίωση χρήσης, αντί των ορθών οφειλομένων για μισθώματα και για διαφορά μισθωμάτων, έσφαλε περί την εφαρμογή του νόμου (άρθρα 597 και 608 ΑΚ) και περί την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τα εν μέρει βάσιμα από την εκκαλούσα υποστηριζόμενα με το υπόλοιπο μέρος του τέταρτου και με τον δεύτερο λόγο της έφεσης.

Πρέπει, επομένως, η έφεση να γίνει κατά ένα μέρος δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση στο σύνολό της. Αφού, περαιτέρω, διακρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο προς κατ' ουσίαν έρευνα, πρέπει να δικαστούν οι αγωγές και η μεν πρώτη από αυτές (με αριθ. κατάθεσης 5615/4297/12-3-2018) να απορριφθεί ως αβάσιμη από ουσιαστική άποψη, να γίνει δε μερικώς δεκτή ως και κατ' ουσία βάσιμη η δεύτερη αγωγή (με αριθ.

κατάθεσης 10452/7981/9-5-2018) και α) να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδώσει στους ενάγοντες τη χρήση του ενδίκου μισθίου ακινήτου. Σημειώνεται ότι το αίτημα να υποχρεωθεί να αποδώσει το μίσθιο κάθε τρίτος που έλκει δικαιώματα από την εναγομένη είναι απορριπτέο ως μη νόμιμο, διότι η διάταξη του άρθρου 616 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του από τον Ν. 4335/2015, καθιερώνει εξαιρετική περίπτωση διεύρυνσης των υποκειμενικών ορίων της εκτελεστότητας των αποφάσεων που αφορούν στην απόδοση της χρήσης μισθίου ακινήτου καταλαμβάνοντας τον υπομισθωτή, καθώς και οποιονδήποτε αντλεί τα δικαιώματά του από τον μισθωτή ή κατέχει το μίσθιο γι' αυτόν, και δεν τυγχάνει εφαρμογής επί των αποφάσεων που διατάσσουν την παράδοση του μισθίου από τον μισθωτή στον εκμισθωτή, δεδομένου ότι η διάταξη ρυθμίζει μόνο ειδική περίπτωση παθητικής νομιμοποίησης στην αναγκαστική εκτέλεση (...), και β) να (υποχρεωθεί η εναγομένη να) καταβάλει σε έκαστο τούτων τα ποσά που πιο πάνω αναφέρονται για οφειλόμενα μισθώματα και διαφορές μισθωμάτων, νομιμοτόκως αφότου κάθε επί μέρους κονδύλιο ήταν καταβλητέο.

Μετά, εξάλλου, από την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, η έρευνα του τρίτου λόγου της έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα πλήττει την εκκαλουμένη για κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου (άρθρο 85 παρ, 5 περ. δ' Ν 2238/1994), απόρριψη του προβληθέντος κατά την πρωτόδικη δίκη με τις έγγραφες προτάσεις της αιτήματός της για επίδειξη εκ μέρους των εναγόντων των αντιγράφων των δηλώσεών τους Ε2 προς την αρμόδια Δ.Ο.Υ.

για τις φορολογικές χρήσεις 2016 και 2017, παρέλκει. Πρέπει, ωστόσο να επισημανθεί ότι οι δηλώσεις Ε2 για τις φορολογικές χρήσεις 2016 και 2017 δεν είναι χρήσιμες προς απόδειξη, αφού το κρίσιμο εν προκειμένω ζήτημα ήταν το ύψος του κατά την 3-3-2018 καταβαλλομένου μισθώματος και όχι αυτό που είχε συμφωνηθεί και καταβαλλόταν κατά τα προγενέστερα έτη.

Σε κάθε πάντως περίπτωση, οι ενάγοντες με την προσθήκη επί των πρωτοδίκων εγγράφων προτάσεών τους, όπως εξάλλου και στην παρούσα δίκη, προσεκόμισαν τις εκτυπώσεις Ε2 από τις μερίδες τους στο TAXIS για το φορολογικό έτος 2017, ενώ επιπροσθέτως και η ίδια η εκκαλούσα κατά την παρούσα δίκη προσεκόμισε στο Δικαστήριο τη με αριθ.

πρωτ, 66388/12-11-2018 βεβαίωση της Δ.Ο.Υ. Δ' Θεσσαλονίκης και τη με αριθ. πρωτ. 101726/4-12-2018 βεβαίωση της Δ.Ο.Υ. Ε' Θεσσαλονίκης, αναφορικά με τα δηλωθέντα εκ μέρους των εναγόντων μισθώματα κατά τα φορολογικά έτη 2015 και 2016 (τις οποίες έλαβε στην κατοχή της κατόπιν αιτήσεώς της και σε συνέχεια εισαγγελικής παραγγελίας), ώστε το αίτημα αυτό είναι σε κάθε περίπτωση απορριπτέο ως άνευ αντικειμένου".

Με βάση τα προεκτεθέντα, το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, διακράτησε και συνεκδίκασε τις δύο αγωγές, απέρριψε κατ' ουσίαν την υπ' αριθμ. κατάθ. 5615/4297/12-03-2018 αγωγή, με την οποία οι ενάγοντες εκμισθωτές ζητούσαν την απόδοση του μισθίου ξενοδοχείου λόγω λήξης της συμβατικής διάρκειας της μίσθωσης, δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν την υπ' αριθμ.

κατάθ. 10452/7981/09-05-2018 αγωγή, με την οποία οι ενάγοντες ζητούσαν την απόδοση του μισθίου λόγω λήξης της μίσθωσης συνεπεία καταγγελίας κατ' άρθρο 597 του ΑΚ, υποχρέωσε την εναγομένη μισθώτρια να αποδώσει στους ενάγοντες εκμισθωτές το μίσθιο ξενοδοχείο και (την υποχρέωσε) να καταβάλει σε καθένα εκμισθωτή τα οφειλόμενα μισθώματα και αποζημίωση χρήσης, κατά το ποσοστό συνιδιοκτησίας του.

Έτσι, όπως έκρινε, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων, που εφαρμόστηκαν και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, με βάση τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα για το πώς υπεισήλθε στη μισθωτική σχέση ως συνεκμισθώτρια η 4η αναιρεσίβλητη Β.

Π., έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη, ότι η τελευταία συμβλήθηκε ως συνεκμισθώτρια, από κοινού με τους λοιπούς αναιρεσείοντες, με την αναιρεσείουσα μισθώτρια στην υπ' αριθμ. αριθ. ... πράξη της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αλεξάνδρας Γιαννακοπούλου-Ζάχου, με την οποία επαναλήφθηκαν και κωδικοποιήθηκαν, τόσο το αρχικό μισθωτήριο συμβόλαιο, όσο και οι επακολουθήσασες τροποποιητικές αυτού πράξεις, ήτοι η υπ'αριθμ. ...

σύμβαση μίσθωσης και οι ... και ... τροποποιητικές πράξεις της ίδιας Συμβολαιογράφου. Ως εκ τούτου, η 4η αναιρεσίβλητη κατέστη συνεκμισθώτρια, συμβληθείσα ιδίω ονόματι στην 3097/2002 συμβολαιογραφική πράξη και δεν υπεισήλθε ως διάδοχος στη μίσθωση, έτσι ώστε δεν απαιτείται να εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτία απόκτησης του ποσοστού συνιδιοκτησίας της ούτε τυχόν άλλη αιτία υπεισέλευσής της στη μισθωτική σχέση.

Άλλωστε, όπως έγινε δεκτό κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η ίδια αναιρεσίβλητη συμβλήθηκε εκ νέου ως συνεκμισθώτρια, από κοινού με τους λοιπούς αναιρεσίβλητους συνεκμισθωτές, με την αναιρεσείουσα μισθώτρια και στην κατάρτιση του από 29-12-2014 έγγραφου συμφωνητικού. Επομένως, οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες δεν εκτίθεται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης ο τρόπος υπεισέλευσης της 4ης αναιρεσίβλητης στην ένδικη μισθωτική σχέση (εκχώρηση, πώληση, κληρονομική διαδοχή), στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, και είναι απορριπτέες ως αβάσιμες, καθόσον αιτιολόγηση του τρόπου υπεισέλευσης στη μίσθωση του νέου κτήτορα είναι αναγκαία, εφόσον αυτός υπεισέρχεται (στη μίσθωση) μετά την κατάρτισή της και τις τυχόν τροποποιήσεις της, και όχι όταν έχει συμβληθεί ιδίω ονόματι, ως συνεκμισθωτής, όπως στην προκειμένη περίπτωση.

Περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο η αναιρεσείουσα παραπονείται, ότι με την προσβαλλόμενη δεν αποσαφηνίζεται, για ποιο λόγο μεταβλήθηκαν τα ποσοστά συνιδιοκτησίας των εκμισθωτών μετά την κατάρτιση της σύμβασης μίσθωσης. Οι αιτιάσεις αυτές είναι απαράδεκτες, διότι μόνο το τι αποδείχθηκε είναι αναγκαίο να αναφέρεται στην απόφαση και όχι γιατί αποδείχθηκε.

Σε κάθε περίπτωση είναι και αβάσιμες, εφόσον οι ενάγοντες είναι οι μοναδικοί εκμισθωτές και συγκύριοι του μισθίου ακινήτου, καθόσον το σύνολο των ποσοστών συνιδιοκτησίας των συνεκμισθωτών ανέρχεται στο 100% της ιδιοκτησίας του ακινήτου, είναι και οι μόνοι δικαιούχοι των οφειλομένων μισθωμάτων διαιρετά και κατά το ποσοστό συνιδιοκτησίας καθενός από αυτούς, ο δε μισθωτής δεν οφείλει να τους καταβάλει, συνολικά, ποσό μεγαλύτερο από τα οφειλόμενα μισθώματα και αποζημίωση χρήσης.

Στη συνέχεια, με πλήρη και σαφή αιτιολογία έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη ότι, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. ... πράξη (τροποποίηση-κωδικοποίηση) της Συμβολαιογράφου Αλεξάνδρας Γιαννακοπούλου-Ζάχου, σε περίπτωση δεύτερης δεκαετούς παράτασης της σύμβασης μίσθωσης, το μίσθωμα για το 21ο έτος και δη μετά τις 04-03-2018, θα αναπροσαρμοζόταν κατά ποσοστό 50% επί του "τότε καταβαλλομένου μισθώματος", ότι το Φεβρουάριο του 2018 το μίσθωμα ανερχόταν στο ποσό των 10.000 ευρώ, στο οποίο είχε καθοριστεί με το από 29-12-2014 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των διαδίκων και ότι έτσι το μηνιαίο μίσθωμα μετά τη δεύτερη παράταση, ήτοι από τις 04-03-2018, αυξήθηκε κατά ποσοστό 50% και ανήλθε στο ποσό των 15.000 ευρώ και οι αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας περί ελλείψεως σχετικής αιτιολογίας είναι απορριπτέες ως αβάσιμες, απορριπτομένου του πρώτου λόγου της αναίρεσης στο σύνολό του, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις.

Κατά το άρθρο 218 ΚΠολΔ, περισσότερες αιτήσεις του ίδιου ενάγοντος κατά του ίδιου εναγομένου, οι οποίες πηγάζουν από την ίδια ή διαφορετική αιτία, αφορούν στο ίδιο ή διαφορετικό αντικείμενο και στηρίζονται στον ίδιο ή διαφορετικό λόγο μπορούν να ενωθούν στο ίδιο δικόγραφο αγωγής, α) αν δεν είναι αντιφατικές μεταξύ τους, β) αν στο σύνολό τους υπάγονται λόγω ποσού στο δικαστήριο όπου εισάγονται, γ) αν υπάγονται στην τοπική αρμοδιότητα του ίδιου δικαστηρίου, δ) αν υπάγονται στο ίδιο είδος διαδικασίας, ε) αν η σύγχρονη εκδίκασή τους δεν επιφέρει σύγχυση.

Αν ενωθούν περισσότερες αιτήσεις χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1, διατάσσεται ύστερα από αίτηση ή και αυτεπαγγέλτως ο χωρισμός και στην περίπτωση καθ' ύλην ή κατά τόπον αναρμοδιότητας εφαρμόζονται τα άρθρα 46 και 47. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι με αυτές ορίζονται σωρευτικά οι προϋποθέσεις αντικειμενικής σώρευσης αγωγών, μεταξύ των οποίων πρώτη η ταυτότητα των διαδίκων για όλα τα σωρευόμενα αιτήματα, για δε την περίπτωση της παρά το νόμο αντικειμενικής σώρευσης αγωγών δεν προβλέπεται ως κύρωση το απαράδεκτο ή η ακυρότητα του δικογράφου αλλά διατάσσεται ο χωρισμός (ΑΠ 545/2013, ΑΠ 448/2011, ΑΠ 14/2007).

Περαιτέρω, η παράβαση των καθηκόντων που επιβάλλει το άρθρο 116 του ΚΠολΔ στους διαδίκους, στους νομίμους αντιπροσώπους τους και στους πληρεξουσίους τους, όπως είναι και αυτό του καθήκοντος αληθείας, μπορεί να έχει ως κύρωση, κατά το άρθρο 205 του ίδιου Κώδικα, την επιβολή χρηματικών ποινών, όχι όμως και το απαράδεκτο προβαλλόμενου ισχυρισμού, ο οποίος, κατά παράβαση του καθήκοντος αληθείας, είναι αντιφατικός σε άλλον ισχυρισμό, που προβλήθηκε προηγουμένως.

Τούτο δε, διότι διαφορετικά ο διάδικος θα στερούνταν το κατοχυρωμένο και από το άρθρο 20 του Συντάγματος δικαίωμα για παροχή έννομης προστασίας, το οποίο, κατά την αδιάστικτη διατύπωση της συνταγματικής αυτής διάταξης, εξασφαλίζεται ακόμη και στον παραβάτη των επιταγών του άρθρου 116 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1125/2018, ΑΠ 110/2008).

Άλλωστε, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε, ότι αποδείχθηκαν, το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 9/2013, ΑΠ 386/2021, ΑΠ 601/2018).

Τέλος, ο από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ λόγος, σύμφωνα με τον οποίο, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, έχει ειδικότερα εφαρμογή, αν το "απαράδεκτο", που είναι δικονομικό, συνιστά παραβίαση δικονομικής διάταξης. Οι διατάξεις δε του άρθρου 218 του ΚΠολΔ είναι δικονομικού δικαίου (ΑΠ 1938/2014, ΑΠ 1413/2014), όπως επίσης και αυτές του άρθρου 116 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 177/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας, ότι οι ένδικες αγωγές είναι αντιφατικές μεταξύ τους, διότι ενώ με την πρώτη από αυτές ζητείται η απόδοση του μισθίου λόγω λήξης του συμβατικού χρόνου της μίσθωσης, στη δεύτερη αγωγή διαλαμβάνεται μισθωτική σχέση σε ισχύ, την οποία οι εκμισθωτές κατήγγειλαν κατ' άρθρο 597 του ΑΚ, έτσι ώστε η δεύτερη αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως μη νόμιμη, άλλως ως απαράδεκτη, κατά τα άρθρα 218 και 116 του ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται ο σχετικός λόγος.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον οι δύο αγωγές των αναιρεσίβλητων εκμισθωτών ασκήθηκαν με ξεχωριστά δικόγραφα και δεν σωρεύθηκαν στο ίδιο δικόγραφο, όπως προβλέπει το άρθρο 218 του ΚΠολΔ. Επιπρόσθετα, η αποδιδόμενη αιτίαση αφορά σε παραβίαση κανόνα δικονομικού (άρθρα 218 και 116 του ΚΠολΔ) και όχι ουσιαστικού δικαίου και ως εκ τούτου δεν ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.

Επίσης, σε κάθε περίπτωση, η αιτίαση από τον αριθμό 14 άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι ομοίως απαράδεκτη, διότι η κύρωση του άρθρου 218 είναι ο χωρισμός της δίκης, ενώ του άρθρου 116 (η κύρωση) είναι η χρηματική ποινή του άρθρου 205 του ίδιου Κώδικα και όχι το απαράδεκτο. Συνακολούθως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Ο αναιρετικός λόγος της διάταξης του αριθμού 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Στον ΚΠολΔ, κατά κανόνα ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθρ. 340 του ΚΠολΔ) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα, που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445).

Για τα αποδεικτικά μέσα, που, κατά το νόμο, είναι ισοδύναμα, εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατ' άρθρο 340 του ως άνω Κώδικα, εκτιμηθούν "ελεύθερα" (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 233/2011, ΑΠ 1311/2010, ΑΠ 479/2010). Εξάλλου, κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο αυτό, ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση.

Κατά δε το άρθρο 440 ΚΠολΔ, τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 438, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους, ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτό, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται, ότι έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους, τόσο ως προς όσα βεβαιώνονται στα έγγραφα αυτά, ότι έγιναν από πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του, όσο και ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτό, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο και ότι στην πρώτη περίπτωση δεν επιτρέπεται ανταπόδειξη, εκτός αν το έγγραφο προσβληθεί ως πλαστό, στη δεύτερη δε περίπτωση χωρεί ανταπόδειξη χωρίς τις διατυπώσεις αυτές.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 144γ παρ.

ΙΙ περ. 2 του π.δ. 16/1989 "Κανονισμός Λειτουργίας ΔΟΥ και τοπικών Γραφείων - Καθήκοντα Υπαλλήλων", τα καθήκοντα του υπαλλήλου της θέσης εργασίας Υποστήριξης Λειτουργιών του Πληροφορικού Συστήματος της ΔΟΥ, ως προς την αξιοπιστία των δεδομένων, είναι τα εξής: "α) Είναι υπεύθυνος για τη διόρθωση των ανακριβών στοιχείων της εικόνας του φορολογούμενου στο μητρώο φορολογουμένων της Δ.Ο.Υ και προβαίνει στις παρακάτω ενέργειες:

α1) 'Ερευνα της εικόνας του φορολογούμενου μέσα από την εφαρμογή του μητρώου και μετά από ενημέρωση του Προϊσταμένου του Τμήματος, κλήση του φορολογούμενου να προσέλθει στη Δ.Ο.Υ, σε περίπτωση διαπίστωσης λαθών ή ελλείψεων, για τις αναγκαίες μεταβολές των στοιχείων αυτού α2) Εκτέλεση των απαιτούμενων μεταβολών, που προκύπτουν από την παραπάνω έρευνα για διόρθωση της εικόνας του φορολογούμενου στο μητρώο, σύμφωνα με τις προβλεπόμενες διαδικασίες και μετά από σχετική έγκριση του Προϊσταμένου του Τμήματος.

α3) Διόρθωση των στοιχείων, που έχουν εισαχθεί λανθασμένα στο σύστημα, με βάση τις σχετικές εκθέσεις φορολογικού ελέγχου. β) ...γ) ... δ) Χειρίζεται τις εφαρμογές οριζόντιας μορφής του πληροφορικού συστήματος της Δ.Ο.Υ, όπως των διασταυρώσεων και της εικόνας του φορολογουμένου και προβαίνει στις παρακάτω ενέργειες, κατόπιν σχετικής εντολής του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ, για τη διασταύρωση πληροφοριών:

δ1) Διασταύρωση πληροφοριών, μέσα από το πληροφορικό σύστημα της Δ.Ο.Υ, σχετικά με τις συναλλαγές και τα περιουσιακά στοιχεία του φορολογούμενου δ2) Εκτύπωση καταστάσεων με τα παραπάνω στοιχεία, διασταύρωσης nληροφοριών δ3) Διασταύρωση πληροφοριών για όλα στοιχεία της εικόνας του φορολογούμενου, δ4) Ενημέρωση των φορολογικών ελεγκτικών αρχών και των λοιπών τμημάτων της Δ.Ο.Υ για τα αποτελέσματα του ελέγχου των διασταυρώσεων.

ε) Αναζητεί πληροφορίες από άλλες πηγές και τις διασταυρώνει με τα στοιχεία της εικόνας του φορολογούμενου έπειτα από γραπτή εντολή του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ.". Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την οποία (απόφαση) παρότι έγινε δεκτό, ότι παραδεκτώς προσκομίσθηκαν οι υπ' αριθμ.

πρωτ. 66388/12-11-2018 και 101726/4-12-2018 βεβαιώσεις της ΔΟΥ Δ' και Ε' Θεσσαλονίκης αντίστοιχα, αναφορικά με τα δηλωθέντα εκ μέρους των αναιρεσίβλητων μισθώματα κατά τα φορολογικά έτη 2015 και 2016, τα οποία είναι δημόσια έγγραφα και αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλα όσα βεβαιώνονται σ' αυτά, την αλήθεια των οποίων είχε υποχρέωση να διαπιστώσει εκείνος, που τα έχει συντάξει, εντούτοις τα έγγραφα αυτά δεν λήφθηκαν υπόψη.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι αποδείχθηκε, ότι οι ανωτέρω βεβαιώσεις λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο, αναφέρονται, μάλιστα, ρητά στην απόφασή του. Εντούτοις, η χορήγηση από τη φορολογική αρχή βεβαίωσης των δηλωθέντων από τους εκμισθωτές μισθωμάτων, πιστοποιεί την κατάθεση της σχετικής φορολογικής δήλωσης Ε2 ενώπιον της αρχής και το ύψος των δηλωθέντων μισθωμάτων, όχι όμως κατ' ανάγκη και το αληθές ύψος των μισθωμάτων, για τη διαπίστωση του οποίου διενεργείται φορολογικός έλεγχος κατόπιν εντολής του Προϊσταμένου της αρμόδιας ΔΟΥ.

Ως εκ τούτου, η αξιοπιστία της φορολογικής βεβαίωσης δηλωθέντων μισθωμάτων, όπως άλλωστε συνάγεται από τη λέξη "δηλωθέντων", περιορίζεται αποκλειστικά στην αποτύπωση με ακρίβεια από τη φορολογική αρχή της σχετικής δήλωσης του φορολογουμένου. Στην προκειμένη δε περίπτωση, το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ότι το μηνιαίο μίσθωμα έως και το Φεβρουάριο του 2018 ανερχόταν σε 10.000 ευρώ, καθόσον η αναιρεσείουσα μισθώτρια πέραν του κατατιθέμενου ποσού των 4.500 ευρώ με ηλεκτρονικές τραπεζικές καταθέσεις (web banking) στον τραπεζικό λογαριασμό των εκμισθωτών, το οποίο κατά τους ισχυρισμούς της (αναιρεσείουσας) αποτελούσε το συμφωνηθέν μίσθωμα, κατέβαλλε επιπλέον σε μετρητά εις χείρας του εκ των εκμισθωτών Β.

Π. το ποσό των 5.500 ευρώ μηνιαίως, ο οποίος το εισέπραττε για λογαριασμό όλων των εκμισθωτών.

Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δημιουργείται, αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του, ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος, ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης και, ιδίως, από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο κρίσιμος λόγος αναίρεσης (ΑΠ 816/2021, ΑΠ 320/2021, ΑΠ 685/2020, 367/20215).

Η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο της αποδίδει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, επειδή δεν έλαβε υπόψη τα εξής από αυτή (αναιρεσείουσα) νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα: α) την καρτέλα του Β. Π. για το εισπραχθέν ποσό όλο το 2016 και 2017, β) την από 5-2-2018 καταβολή προς τους εκμισθωτές για το μίσθωμα μηνός Ιανουαρίου 2018 (στο οποίο έγγραφο εκ παραδρομής δηλώθηκε Δεκέμβριος 2017), γ) αντίγραφα των δηλώσεων Ε2 των αναιρεσίβλητων προς την αρμόδια ΔΟΥ για τις φορολογικές χρήσεις 2016 και 2017, δ) την υπ' αριθμ.

πρωτ. 66388/12-11-2018 βεβαίωση της ΔΟΥ Δ' Θεσσαλονίκης και ε) την υπ' αριθμ. 101726/4-12-2018 βεβαίωση της ΔΟΥ Ε' Θεσσαλονίκης, αναφορικά με τα δηλωθέντα εκ μέρους των αναιρεσίβλητων μισθώματα κατά τα φορολογικά έτη 2015 και 2016. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη ρητή αναφορά στην απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και όσα έγγραφα προσκομίζουν παραδεκτά για πρώτη φορά στη δευτεροβάθμια δίκη οι διάδικοι, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά, χωρίς όμως να έχει παραλειφθεί κανένα κατά την κατ' ουσίαν διάγνωση της διαφοράς, αλλά και από όλο το περιεχόμενο της απόφασης δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά αντίθετα καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και τα παραπάνω έγγραφα.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ. ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-12-2019 αίτηση (αριθμ. κατάθ. 405/16-12-2019) για αναίρεση της 2617/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Σεπτεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Οκτωβρίου 2022.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ