Legislator Case Law & Legislation
685/2020 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against lower court's calculation of legal fees in compensation unit determination case.

Case Number 685/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Regional Court of Crete's decision regarding legal fees in a compensation unit determination case. The State argued that the lower court incorrectly calculated costs by separating lawyer fees for court appearances from those for drafting proposals, whereas the law requires a unified calculation including both. The court ruled that the lower court violated substantive law by failing to include the 2% fee for drafting proposals in the total cost calculation, thereby overturning the specific portion of the judgment concerning expenses.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110, 498, 576 of the Code of Civil Procedure; The lower court must calculate legal fees for compensation unit determination applicants as a single sum comprising court appearance fees and a percentage of the compensation for proposal drafting, and any deviation constitutes a substantive law violation.

Keywords

AI generated
compensation unit determination legal fees calculation drafting proposals fees substantive law violation partial appeal success court appearance costs State liability

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110, 498, 576 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3, item a of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 685 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 685/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του, στις 10 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Άννα Μαλιαρά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Μ., 2) Ε. Κ., κατοίκων ..., 3) Δ. Χ. του Μ., κατοίκου ..., 4) Α. Δ. του Ν., κατοίκου ..., 5) Ε. Π. του Α., κατοίκου ..., 6) Α. Τ. του , 7) Ι. Κ. του Γ., κατοίκων ..., 8) κληρ. Κ. Χ., 9) Ν. Τ. του Ι., κατοίκου ..., 10) Ε. Κ. του Μ., κατοίκου ... και 11) Γ. Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-9-1996 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσείοντος (μετά την έκδοση της 83/1996 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Κρήτης και συνεκδικάστηκε με την από 10-12-1996 αίτηση, καθώς και με την ασκηθείσα διά των προτάσεων τους ανταίτηση, των ήδη αναιρεσιβλήτων.

Εκδόθηκε η 851/1997 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 2-4-1998 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Παναρίτης διάβασε την από 30-12-2019 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου λόγου (κατά το δεύτερο σκέλος του) αναίρεσης, την απόρριψη των λοιπών και την αναίρεση της υπ' αριθμ. 851/1997 απόφασης του Εφετείου Κρήτης, κατά το εις το σκεπτικό μέρος. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ.2, 498 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν συμμετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτήν κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεώς της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση, εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε κατά το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, που προσέθεσε δεύτερο εδάφιο στην παράγραφο 3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ και εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 98 του ίδιου νόμου και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον βέβαια αυτές δεν είχαν συζητηθεί κατά την έναρξη ισχύος του νέου νόμου(20-3-2013), η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως χωρεί παραδεκτά, ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 395/2019).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 142 παρ. 1 και 4 και 143 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αντίκλητος, το πρόσωπο, δηλαδή, που ορίζει ο διάδικος για την παραλαβή αντί αυτού δικαστικών ή εξωδίκων εγγράφων, που του απευθύνονται και αφορούν μια ή περισσότερες ή όλες τις υποθέσεις του, μπορεί να διορισθεί α) είτε με δήλωση ενώπιον της γραμματείας του πρωτοδικείου της κατοικίας του δηλούντος, β) είτε με ρήτρα σε σύμβαση, που καλύπτει την επίδοση όλων των διαδικαστικών πράξεων, που έχουν σχέση με τη σύμβαση και γ) με το διορισμό πληρεξουσίου δικηγόρου, κατ' άρθρο 96 ΚΠολΔ, οπότε είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις, που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης.

Από τις διατάξεις αυτές, σαφώς συνάγεται ότι, η επίδοση του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, μπορεί να γίνει και στον αντίκλητο του αναιρεσιβλήτου. Η ιδιότητα του λήπτη της επίδοσης ως αντικλήτου, που σύμφωνα με το ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 212 ΑΚ δεν τεκμαίρεται, εξετάζεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως.

Επομένως, ο επικαλούμενος επίδοση σε αντίκλητο του διαδίκου, φέρει το βάρος επικλήσεως και αποδείξεως της ιδιότητάς του με έναν από τους καθοριζόμενους νόμιμους τρόπους διορισμού του και συνεπώς οποιοσδήποτε άλλος τρόπος δεν είναι έγκυρος, ενώ η επίδοση σε πρόσωπο που δεν έχει την ιδιότητα του αντικλήτου είναι ανυπόστατη (ΑΠ 395/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, η συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως επισπεύδεται με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου. Κατά τη συζήτηση αυτής, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι αναιρεσίβλητοι.

Όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα, που επισκοπούνται κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επίσημα αντίγραφα της αιτήσεως αναιρέσεως με την επ' αυτής πράξη της προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος, με την οποία ορίσθηκε η παραπάνω δικάσιμος επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσιβλήτους. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από το αναιρεσείον υπ' αριθμ. .../19-12-2018 και .../19-12-2-18 εκθέσεις επιδόσεως τη δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Κρήτης με έδρα το Πρωτοδικείο Χανίων Α.

Δ. Τ., το ως άνω αντίγραφο επιδόθηκε στις δικηγόρους Χανίων Αικατερίνη (Καίτη) Παπαδάκη-Καλογεράκη και Μαρία Φουρναράκη, ως πληρεξούσιες και αντίκλητοι των αναιρεσιβλήτων των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες τους εκπροσώπησαν ενώπιον του Εφετείου Κρήτης, όπου εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, οι οποίες εξακολουθούν να είναι αντίκλητοι αυτών, καθόσον οι ανωτέρω διάδικοι, δεν έχουν γνωστοποιήσει με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου.

Επομένως, εφόσον οι αναιρεσίβλητοι κλητεύθηκαν κατά τα προαναφερθέντα νόμιμα και εμπρόθεσμα για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, πρέπει να θεωρηθούν σαν να ήταν παρόντες κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ και να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους.

Η κρινόμενη από 2-4-1998 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 851/1997 οριστικής απόφασης του Εφετείου Κρήτης, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία του ΝΔ 797/1971 "Περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων", έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρο του ΝΔ 797/1971). Επομένως η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ συντρέχει λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν με επίκληση. Αρκεί η βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα και η αναφορά του είδους αυτών (μάρτυρες, έγγραφα κ.τ.λ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης και διάκριση από ποια προκύπτει άμεση ή έμμεση απόδειξη, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 343/2017, ΑΠ 523/2016, ΑΠ 813/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από το αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη η αιτίαση, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο για το σχηματισμό της δικαστικής του κρίσης ως προς τον προσδιορισμό της τιμής μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριουμένων ακινήτων και των επικειμένων τους, δεν έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων, τόσο εκείνων που εξετάσθηκαν ενώπιόν του, όσο και εκείνων που εξετάσθηκαν στη δίκη για τον καθορισμό της προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση (2η σελίδα του 2ου φύλλου αυτής), υπάρχει η διαβεβαίωση ότι το Εφετείο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση, έλαβε υπόψη του "τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν νόμιμα ενώπιον αυτού του δικαστηρίου, αυτών που εξετάσθηκαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων κατά τη δίκη προσωρινού καθορισμού της αποζημίωσης και των εγγράφων που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα".

Από τη διατύπωση αυτή, αλλά και από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του, για την εκτίμηση της αξίας των απαλλοτριουμένων ακινήτων και των επικειμένων τους και τον προσδιορισμό στη συνέχεια της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης, τις καταθέσεις των ως άνω μαρτύρων, δεν ήταν δε ανάγκη να αξιολογήσει χωριστά την κατάθεση του κάθε μάρτυρα.

Συνεπώς, ο σχετικός πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης θεμελιώνεται, όταν το δικαστήριο επιδίκασε ή αναγνώρισε ή προέβη σε διάπλαση υπερακοτίζοντας το σχετικό αίτημα (ΑΠ 1591/2017). Εξάλλου από τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 2 έως 5 του ν.δ. 797/1971 προκύπτει ότι το Δικαστήριο για να αυξήσει ή για να μειώσει την προσωρινή αποζημίωση, πρέπει να υπάρχει σχετικό αίτημα του ενδιαφερόμενου που ήταν διάδικος στο Μονομελές Πρωτοδικείο.

Αν το δικαστήριο καθορίσει την οριστική αποζημίωση σε ποσό μεγαλύτερο της προσωρινής αποζημίωσης, ή σε ποσό μικρότερο αυτής, χωρίς σχετική αίτηση ή ανταίτηση, τότε δημιουργείται λόγος αναίρεσης για παραβίαση του άρθρου 559 αρ. 9 του ΚΠολΔ, γιατί επιδικάσθηκε κάτι που δεν ζητήθηκε (ΑΠ 1543/1992, ΑΠ 1176/1989). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, αφού δέχθηκε την από 16-9-1996 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου και καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα και τα επικείμενά τους, δέχθηκε τα ακόλουθα ως προς την ιδιοκτησία με αριθμό ΚΠ … του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων "Περαιτέρω ως προς την ιδιοκτησία Ε.

Κ. με αριθμό ΚΠ …. έχει καθορισθεί προσωρινή τιμή μονάδας για το γκαράζ 200.000 δραχμές κατ' αποκοπή, για δύο βόθρους 800.000 δραχμές, για το συντριβάνι σε 150.000 δραχμές, για τη δεξαμενή νερού σε 800.000 δραχμές. Γι' αυτά δεν ζητείται με την αίτηση καθορισμός οριστικής τιμής και επομένως ισχύει ο προσωρινός καθορισμός αυτής.

Για το ενιαίο όμως της εκτέλεσης θα αναφερθούν και οι τιμές γι' αυτά (οριστική πλέον) στο διατακτικό", καθόρισε δε την αξία των παραπάνω συστατικών σε 200.000 δραχμές για το γκαράζ, σε 800.000 δραχμές για δύο βόθρους, σε 150.000 δραχμές για το συντριβάνι και σε 800.000 δραχμές για τη δεξαμενή νερού. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το Εφετείο, δεν προέβη στην κατ' ουσίαν έρευνα και τον καθορισμό της αξίας των ως άνω συστατικών (γκαράζ, συντριβανιού, δύο βόθρων και δεξαμενής νερού στην ιδιοκτησία με αριθμό ΚΠ 38), για τα οποία δεν υπήρχε σχετικό αίτημα και επομένως δεν μπορούσε να πράξει, αλλά απλώς, εκ περισσού και χωρίς να υπάρχει κάποια ανάγκη, επανέλαβε την προσωρινή τιμή γι' αυτά, που είχε καθορίσει, κατόπιν σχετικού αιτήματος, το Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων με την υπ' αριθμ. 83/1996 απόφασή του, και τελικά περιέλαβε στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης την ως άνω προσωρινή τιμή αποζημίωσης και για τα προαναφερόμενο συστατικά.

Επομένως, το Εφετείο δεν επιδίκασε μη αιτηθέν, όπως υποστηρίζει το αναιρεσείον με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος, κανένας δεν στερείται της ιδιοκτησίας του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία, την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. Κατά δε την παράγραφο 4 εδάφιο τελευταίο του ίδιου άρθρου, η αποζημίωση δεν υπόκειται ως τοιαύτη σε κανένα φόρο, κράτηση ή τέλος.

Η τελευταία αυτή διάταξη αποσκοπεί στο να αποτρέψει κάθε επιβάρυνση του δικαιούχου της αποζημίωσης, ώστε αυτή να μην φαλκιδευτεί και να περιέλθει στον ίδιο ακέραιη. Περαιτέρω με το άρθρο 17 παρ. 4 του ν. 797/1971, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν.δ. 446/1974, η δικαστική δαπάνη βαρύνει τον υπόχρεο προς καταβολή της αποζημιώσεως και επιδικάζεται πάντοτε από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση που καθορίζει την αποζημίωση.

Όμοια ρύθμιση περιέχεται στο άρθρο 9 παρ. 5 του ν. 1093/1980. Με τις διατάξεις των παραγράφων 1, 1α και 6 του άρθρου 9 του ν. 1093/1980, η δεύτερη από τις οποίες προστέθηκε με το άρθρο 22 παρ. 10 του ν. 1868/1989, ορίσθηκε: 1) ότι οι αμοιβές των δικηγόρων των διαδίκων που αξιώνουν κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα στο απαλλοτριούμενο, εμπίπτουν στους διανεμητικούς λογαριασμούς που συστήθηκαν στους κατά τόπους Δικηγορικούς Συλλόγους με το άρθρο 25 παρ. 2 του Κώδικα Δικηγόρων, που προστέθηκε με το άρθρο 25 παρ. 2 του ν. 723/1977. 2) Ότι το δικαστήριο με την ίδια απόφαση, με την οποία ορίζει την αποζημίωση προσδιορίζει και την αμοιβή το δικηγόρου του καθού η απαλλοτρίωση όχι με βάση την κατά τα άρθρα 100 επ.

του Κώδικα Δικηγόρων προβλεπόμενη νόμιμη αμοιβή, αλλά με βάση το ποσοστό που καθορίζεται για κάθε Δικηγορικό Σύλλογο από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, ύστερα από σύμφωνη γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, και 3) ότι ο υπόχρεος προς αποζημίωση ή το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων οφείλουν να παρακρατούν από το ποσό της αποζημίωσης, το ποσό της αμοιβής που προκύπτει με βάση το ως άνω ποσοστό ως αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης και να το αποδίδουν στο Δικηγορικό Σύλλογο, στον οποίο ανήκει ο δικαιούχος δικηγόρος.

Ενόψει όμως της παραπάνω συνταγματικής αρχής, η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης, το δε ποσό αυτής πρέπει να περιέρχεται στο δικαιούχο ακέραιο και αλώβητο. Μέρος δε αυτής αποτελούν και τα δικαστικά έξοδα, αφού ο καθού η απαλλοτρίωση αναγκαίως υποβάλλεται σε αυτά για να επιτύχει τον καθορισμό της αποζημίωσης που δικαιούται να λάβει.

Άρα αυτά , στα οποία περιλαμβάνεται και η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του (άρθρο 189 ΚΠολΔ) αποτελούν παρακολούθημα της αποζημίωσης, προσαυξάνουν το ποσό της και βαρύνουν, όπως εκείνη, τον υπόχρεο στην καταβολή της. Πρέπει, συνεπώς, να επιδικάζονται σε βάρος του υπόχρεου καταβολής της αποζημίωσης και να περιέχονται στο δικαιούχο αυτής.

Η δικηγορική αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου που πρέπει να επιδικασθεί και να περιέλθει σ' αυτόν, συνίσταται στο ποσό που προκύπτει από την εφαρμογή των οικείων διατάξεων του Κώδικα περί Δικηγόρων (άρθρα 100 επ.), γιατί αυτό αποτελεί τη νόμιμη αμοιβή, άρα τη δαπάνη στην οποία αυτός αναγκαίως υποβάλλεται.

Για το λόγο αυτό, κατά τον καθορισμό της δικηγορικής αμοιβής, αφ' ενός δεν λαμβάνεται υπόψη τυχόν ιδιαίτερη με το δικηγόρο συμφωνία (εργολαβία δίκης) και αφ' ετέρου το ποσό αυτής δεν υπόκειται σε συμψηφισμό, ούτε σε μείωση ή περιορισμό κατά το άρθρο 22 του ν. 3693/1957, αφού έτσι ο δικαιούχος θα επιβαρυνόταν με τη διαφορά, με αποτέλεσμα τη φαλκίδευση του ποσού της αποζημίωσης.

Για τον ίδιο λόγο δεν επιτρέπεται να ορισθεί ως αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης ποσό άλλο και μάλιστα με βάση ποσοστό επί της αποζημίωσης, το οποίο ορίζεται για κάθε Δικηγορικό Σύλλογο, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, προκειμένου αυτό να αφαιρεθεί από την καταβλητέα στο δικαιούχο αποζημίωση και να περιέλθει στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο για να διανεμηθεί στα μέλη του, γιατί έτσι το ποσό της αποζημίωσης φαλκιδεύεται, αφού ο καθού η απαλλοτρίωση επιβαρύνεται με τη διαφορά μεταξύ της νόμιμης δικηγορικής αμοιβής, που αναγκαίως θα πληρώσει στο δικηγόρο του, και εκείνης που προκύπτει με βάση το κανονιστικώς προβλεπόμενο ποσοστό, η οποία παρακρατείται (ΟλΑΠ 17/2000, ΑΠ 521/2007).

Από τις ίδιες παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι, στη δίκη του προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης του απαλλοτριωμένου ένα είναι το αντικείμενο της δίκης, ο προσδιορισμός της αποζημίωσης και συνεπώς μία η αμοιβή του δικηγόρου σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου αυτού της δίκης, ορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων.

Έτσι, σε περίπτωση εμπρόθεσμης αίτησης για το οριστικό προσδιορισμό αυτής, η δικαστική δαπάνη περιλαμβάνει: 1) τα γενόμενα για τη διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης έξοδα που ήταν απαραίτητα (άρθρα 189 παρ. 1 ΚΠολΔ), 2) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου για την παράστασή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου και του Εφετείου και 3) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου σε ποσοστό επί της καθοριζόμενης οριστικής αποζημίωσης και συγκεκριμένα σε ποσοστό 2% για τη σύνταξη αίτησης, ανταίτησης ή παρέμβασης, σε ποσοστό 1% για τη σύνταξη προτάσεων επί της αίτησης, ανταίτησης ή παρέμβασης και σε ποσοστό 2% για την άσκηση ανταιτήσεως με τις προτάσεις ή κυρίας παρεμβάσεως με της προτάσεις ή τη σύνταξη απλών προτάσεων του καθού κατά τις διατάξεις των άρθρων 100 παρ. 1, 103, 107 παρ. 1 και 110 παρ. 3 του Κώδικα Δικηγόρων (ΑΠ 686/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, όσον αφορά το κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης που αφορά τα δικαστικά έξοδα, τα οποία επιδικάσθηκαν υπέρ των παρασταθέντων καθών η αίτηση- δικαιούχων της αποζημίωσης, το αναιρεσείον με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου της αναιρέσεως, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο εσφαλμένα τον καταδίκασε στη δικαστική δαπάνη των δικαιούχων της αποζημίωσης (παραστάντων καθών η αίτηση), την οποία προσδιόρισε σε ποσοστό 6% επί του συνόλου της αποζημίωσης, ενώ έπρεπε να τη συμψηφίσει κατά το άρθρο 22 του ν. 3693/1957, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων μερών.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον η αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, δεν υπόκειται σε συμψηφισμό, ούτε σε μείωση ή περιορισμό κατά το άρθρο 22 του ν. 3693/1957. Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του ίδιου (τρίτου) λόγου αναίρεσης, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι έπρεπε να προσδιορίσει χωριστά την αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων των παρασταθέντων δικαιούχων της αποζημίωσης, σε ποσοστό που καθορίζεται από τις διατάξεις 100 επ.

του ν.δ. 3026/1954 (Κώδικας Δικηγόρων). Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικάσαν Εφετείο, αφού συνεκδίκασε την από 16-9-1996 αίτηση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και την από 10-12-1996 (με αριθμ. πρωτ. .../1996) αίτηση των αναιρεσιβλήτων, καθώς και την ανταίτηση των τελευταίων, που άσκησαν με τις προτάσεις, απέρριψε την από 10-12-1996 αίτηση και των ανταίτηση των αναιρεσιβλήτων ως απαράδεκτες, καθώς και την από 16-9-1996 αίτηση κατά το μέρος που στρέφεται κατά των με αριθμό 8 καθών, ως αόριστη, και δέχθηκε κατά τα λοιπά την από 16-9-1996 αίτηση του αναιρεσείοντος και προσδιόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και των επικειμένων τους.

Ακολούθως, το δικάσαν Εφετείο επέβαλε σε βάρος του αιτούντος (αναιρεσείοντος) τη δικαστική δαπάνη των καθών η αίτηση-δικαιούχων της αποζημίωσης, την οποία όρισε σε 6% επί του συνόλου των αποζημιώσεων, χωρίς διάκριση για την αμοιβή των δικηγόρων των καθών η αίτηση για την παράστασή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου και του Εφετείου και για την αμοιβή των δικηγόρων των καθών για τη σύνταξη προτάσεων επί της αίτησης του αναιρεσείοντος.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς τον καθορισμό των δικαστικών εξόδων των καθών η αίτηση - δικαιούχων της αποζημίωσης στο ως άνω ποσοστό (6%), αντί να καθορίσει τα δικαστικά έξοδα α) στην αμοιβή για την ενώπιον του Εφετείου παράσταση των πληρεξουσίων δικηγόρων των καθών η αίτηση μετά των εξόδων εκ τριακοσίων πενήντα (350) ευρώ για κάθε παράσταση και β) στην αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων των καθών για τη σύνταξη προτάσεων επί της αιτήσεως, σε ποσοστό 2% επί του ποσού της αποζημίωσης που αντιστοιχεί σε καθένα από τους καθών, παραβίασε ευθέως τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στη νομική σκέψη, η δικαστική δαπάνη των καθών η αίτηση-δικαιούχων της αποζημίωσης περιλαμβάνει την αμοιβή των δικηγόρων των καθών για την παράστασή τους ενώπιον του Εφετείου μετά των εν γένει εξόδων και την αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων, σε ποσοστό 2% επί της καθοριζομένης οριστικής αποζημιώσεως για τη σύνταξη προτάσεων των καθών επί της αιτήσεως.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης (κατά το δεύτερο σκέλος του), με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από το αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή κατά το κεφάλαιο της δικαστικής δαπάνης των καθών η αίτηση - δικαιούχων της αποζημίωσης - αναιρεσιβλήτων (πλην των υπό στοιχ. 8 της αιτήσεως), να αναιρεθεί κατά τούτο η προσβαλλόμενη απόφαση και, δεδομένου ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, να κρατηθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό (άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α' του ΚΠολΔ) και να καθορισθεί η δικαστική δαπάνη των καθών η αίτηση - δικαιούχων της αποζημίωσης, που βαρύνει το Ελληνικό Δημόσιο, στο ως άνω ποσό για την αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων τους για την ενώπιον του Εφετείου παράστασή τους και σε ποσοστό 2% επί του ποσού της αποζημίωσης για τη σύνταξη προτάσεων των καθών επί της αιτήσεως καθορισμού της οριστικής αποζημίωσης. Τέλος, οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττηθέντες διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, μειωμένη κατ' άρθρο 22 παρ. 1 του ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 του ν. 1738/1967 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 851/2017 απόφαση του Εφετείου Κρήτης κατά το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά το ίδιο κεφάλαιο.

Καταδικάζει το αιτούν Ελληνικό Δημόσιο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των καθών η αίτηση, τα οποία ορίζει α) στο ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ για τις παραστάσεις των δικηγόρων τους ενώπιον του Εφετείου και για τα απαραίτητα έξοδα και β) σε ποσοστό 2% επί του ποσού της αποζημίωσης των καθών ως αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων τους. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Απριλίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Αυγούστου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ