Supreme Court dismisses appeal for vague grounds regarding civil code application in custody dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision on visitation rights. The appellant argued the lower court violated the Civil Code by failing to apply specific provisions regarding parental responsibility, but the court found the appeal grounds insufficiently detailed. The court ruled that vague references to the lower court's decision without stating the specific factual premises required to establish the legal error rendered the appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if it fails to specify the factual premises accepted by the lower court necessary to demonstrate the violation of substantive law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 816 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 816/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Δ. Ο. του Τ., κατοίκου ..., ατομικά και ως ασκούσας την επιμέλεια της ανήλικης θυγατέρας της Α.-Α. Θ., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Λιαπάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Θ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/11/2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9386/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1457/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30/7/2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την 8309Ε/1-10-2020 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Α. Ι., που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση. Το Δικαστήριο, ωστόσο, θα προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου (άρθρο 576 αρθμ. 2 ΚΠολΔ).
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την διαδικασία των διαφορών από την οικογένεια, τον γάμο και την ελεύθερη συμβίωση, υπ' αρθμ.1457/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την υπ' αρθμ. 9386/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή του και ρύθμισε το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας αυτού με το ανήλικο τέκνο του. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την ως άνω απόφαση είχε απορρίψει την αγωγή του αναιρεσιβλήτου ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552,553, 556, 558,564,566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αρθμ. 3 ΚΠολΔ).
Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Τέτοια, όμως, έγγραφα δεν είναι τα περιέχοντα τις γνωμοδοτήσεις των εχόντων ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης ή τη γνώμη των πραγματογνωμόνων, των οποίων (εγγράφων) το περιεχόμενο εκτιμά ανελέγκτως και ελευθέρως το δικαστήριο (ΑΠ 200/2018, ΑΠ 152/2015, ΑΠ 620/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί δέχθηκε ότι η ανήλικη Α.-Α. δείχνει να έχει αισθήματα αγάπης προς τον πατέρα της, όπως αναφέρθηκε και από την διορισμένη πραγματογνόμωνα-παιδοψυχολόγο και ότι προφανώς έχει επηρεαστεί λόγω των κακών σχέσεων της μητέρας της (αναιρεσείουσας) με τον πατέρα της (αναιρεσίβλητο), ενώ στην υπ' αρθμ.
…./2017 έκθεση πραγματογνομωσύνης της ψυχολόγου Α. Μ. αναφέρονται τα αντίθετα και ειδικότερα ότι η ανήλικη δεν επιθυμεί τον πατέρα της, τον οποίο αποστρέφεται και δεν επιθυμεί την επικοινωνία μαζί του. Όμως ο αναιρετικός αυτός λόγος που αναφέρεται σε παραμόρφωση του περιεχομένου της ανωτέρω εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης είναι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, απαράδεκτος.
Κατά το άρθρο 559 αρθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο.
Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά τους. Καμμία ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων.
Έτσι, απαιτείται ειδική μνεία της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης, γιατί αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ενώ οι κατ' άρθρο 390 ΚΠολΔ γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις, δεν είναι ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, αλλά έγγραφα με ιδιάζουσα ρύθμιση και γι' αυτό η μνεία της αποφάσεως περί λήψεως υπόψη των προσκομισθέντων εγγράφων περιλαμβάνει και τις γνωμοδοτήσεις αυτές (ΟλΑΠ 8,12/2005).
Μόνον αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει κατά τρόπον αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 200/2018, ΑΠ 224/2015, ΑΠ 1294/2014). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο (επικουρικό) λόγο της αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, παρ'όλη την αντιγραφή και ενσωμάτωση των πορισμάτων της πραγματογνωμοσύνης στο σώμα της αποφάσεως, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη όλο το περιεχόμενο της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης, αφού, αν το είχε λάβει υπ'όψη στην ουσία του, τότε η δικανική κρίση του θα ήταν διαφορετική και δεν θα δεχόταν ότι "σημαντικός για την ισόρροπη ανάπτυξη της προσωπικότητας της ανήλικης και τη μελλοντική της ολοκλήρωση θα είναι ο γονεϊκός ρόλος του πατέρα...η ανήλικη δείχνει να έχει αισθήματα αγάπης προς τον πατέρα της...έχει την ωριμότητα και την θετική διάθεση να πλησιάσει τον πατέρα της...".
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καταλείπεται καμμία αμφιβολία, αλλά αντίθετα καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη όλο το περιεχόμενο της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης, το οποίο μάλιστα έχει αντιγραφεί στην προσβαλλόμενη απόφαση, το οποίο συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις διαπιστώσεις της Δικαστή του Εφετείου, στα πλαίσια της επικοινωνίας της με την ανήλικη, κατ' άρθρο 612 παρ.1, 2ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και, ως εκ τούτου, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου εφέσεως (ΑΠ 1681/2018, ΑΠ 650/2016).
Ο ισχυρισμός που στηρίζει αυτό το λόγο αναιρέσεως πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος προτάσεως ή επαναφοράς του στο εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός και αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 1020/2019, ΑΠ 739/2011, ΑΠ 1632/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρθμ.8 ΚΠολΔ με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, για τη θεμελίωση αυτού του λόγου, παραθέτει στο αναιρετήριο τις απαντήσεις της πραγματογνώμονος Α.
Μ. στα τεθέντα από το δικαστήριο ερωτήματα και το πόρισμα αυτής, καθώς και τις διαπιστώσεις της δικαστή του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά την επικοινωνία της με την ανήλικη θυγατέρα των διαδίκων. Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται σε "πράγματα" κατά την ως άνω έννοια, δηλαδή σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας που στηρίζουν αίτημα ενστάσεως που αυτή είχε προβάλει, το οποίο το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη.
Η παράθεση αποσπασμάτων της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης και της αποφάσεως δεν πληροί τον όρο της προτάσεως πραγμάτων, ενόψει της αναφοράς στο κείμενο των συμπερασμάτων της πραγματογνώμονος και των προσωπικών διαπιστώσεων της δικαστή. Περαιτέρω, με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του άρθρου 559 αρθμ. 8 ΚΠολΔ, γιατί δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι ο αναιρεσίβλητος προέβη σε ασελγείς πράξεις σε βάρος της ανήλικης θυγατέρας τους, κατά την άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας του με αυτή.
Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, διότι δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο ο αποτελών πράγμα, υπό την έννοια που προεκτέθηκε, ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περί ασελγών πράξεων του αναιρεσιβλήτου, όπως αυτός προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ούτε ποιες είναι οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, υπό τις οποίες έγινε η παραβίαση.
Με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τη νομίμως προσκομισθείσα μετ' επικλήσεως από 23-4-2014 διάγνωση του διευθυντή ιατρού του Ειδικού Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Σταυρούπολης Θεσσαλονίκης, από την οποία προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος πάσχει από μικτή αγχώδη και καταθλιπτική διαταραχή.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη ρητή αναφορά στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη "όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι με τις προτάσεις τους, τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν παραδεκτά για πρώτη φορά στην παρούσα, κατ' έφεση, δίκη οι διάδικοι, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά, χωρίς όμως να έχει παραληφθεί κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, τα οποία εκτιμώνται χωριστά και σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αποδείξεις, είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", αλλά και από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καταλείπεται καμμία αμφιβολία, αλλά αντίθετα καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και το παραπάνω έγγραφο.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρθμ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα "πράγματα" αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη για αυτά (ΑΠ 449/2019, ΑΠ 1226/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559ΚΠολΔ, γιατί οι παραδοχές της που αποτελούν τη βάση του αποδεικτικού της πορίσματος φέρονται ως αποδεδειγμένοι πραγματικοί ισχυρισμοί, ενώ δεν προκύπτουν από κανένα αποδεικτικό έγγραφο, ούτε από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, ούτε από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, ούτε από την επικοινωνία που είχε η δικαστής Εφέτης με το ίδιο το ανήλικο.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, υπό την επίφαση της παραβάσεως της ανωτέρω διατάξεως, πλήττει αποκλειστικά την εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση) δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 αρθμ. 1ΚΠολΔ ).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρθμ.19 ΚΠολΔ η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και συνεπώς υπάρχει εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ολΑΠ 26/2004, ΑΠ 2267/2013).
Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υπάρχουν ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ολΑΠ 15/2006).
Όμως για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρθμ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, στην περίπτωση των αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο που εντοπίζεται η αντίφαση, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, η νόμιμη βάση, δηλ.
η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, ενάριθμα, καθώς και οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 1438/2009,ΑΠ 1206/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, με τους έβδομο και όγδοο λόγους της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, των αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών σχετικά με το δικαίωμα επικοινωνίας του αναιρεσίβλητου με την ανήλικη θυγατέρα του.
Οι λόγοι αυτοί είναι αόριστοι και ως εκ τούτου απαράδεκτοι, διότι στο αναιρετήριο δεν διαλαμβάνονται, παρά μόνο αποσπασματικά, κατ'επιλογή της αναιρεσείουσας, όλες οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλ. τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, υπό τα οποία συντελέστηκαν οι φερόμενες παραβιάσεις του νόμου, δεν αναφέρεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει η απόφαση, ούτε που εντοπίζονται οι αντιφάσεις των αιτιολογιών.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας, νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη, είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου.
Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες, που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.
Δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ. κατά την έρευνα της ουσίας της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 931/2019, ΑΠ 667/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έννατο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ της παραβιάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας. Ειδικότερα, με το να δεχθεί ότι< καμμία αρνητική διάθεση της ανήλικης απέναντι στην επικοινωνία με τον πατέρα της δεν διαπιστώθηκε από τη δικαστή του παρόντος δικαστηρίου στα πλαίσια της επικοινωνίας της με την ανήλικη, η οποία κανένα περιστατικό δεν θυμόταν και δήλωσε ότι δεν ξέρει αν θέλει να βλέπει τον πατέρα της ή όχι, πλην όμως η αναποφασιστικότητα αυτή της ανήλικης από μόνη της δεν είναι δυνατόν να αποκλείσει την επικοινωνία του ενάγοντος πατέρα της με αυτήν.
Η ουδέτερη αυτή διάθεση της ανήλικης για την επικοινωνία της με τον πατέρα της συμπορεύεται με την άποψη που δέχεται το παρόν δικαστήριο ότι δεν είχε καμμία απρεπή συμπεριφορά σε βάρος της ο εκκαλών πατέρας της. Σε αντίθετη περίπτωση, το παιδί θα ήταν αρνητικό στο να βλέπει τον πατέρα του...> παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας ότι η ουδετερότητα δεν σημαίνει και θετική κατάφαση για ένα γεγονός και όταν έχεις να κάνεις με ένα ανήλικο παιδί που δεν γνωρίζεις απαιτούνται ειδικοί και λεπτοί χειρισμοί που θα κατατείνουν να δημιουργηθεί ένα μη φοβικό, φιλόξενο, οικείο και άνετο κλίμα που θα κάνει το ανήλικο παιδί να εμπιστευθεί τον συνομιλητή του.
Με αυτό το περιεχόμενο ο ως άνω λόγος της αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι η επικαλούμενη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας έγινε κατά την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και την αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας που δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο, αφού τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν είναι αποδεικτικά μέσα.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρθμ. 1ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου που ιδρύει λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ολΑΠ2/2013, 7/2006, 4/2005).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως.
Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλ.
τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου(ολΑΠ20/2005). Κατά συνέπεια, στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τέλος, η αοριστία των αναιρετικών λόγων δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή στην αγωγή, στην προσβαλλόμενη απόφαση ή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΑΠ 901/2010). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δέκατο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβιάσεως των διατάξεων των άρθρων 1520 παρ. 2 και 1532 του ΑΚ με τη μη εφαρμογή αυτών, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους.
Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, διότι η αναιρεσείουσα δεν παραθέτει στο αναιρετήριο τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο, ώστε να κριθεί αν αυτά υπήγοντο ή όχι στις ανωτέρω διατάξεις, παρά μόνο παραπέμπει, ανεπίτρεπτα, στις σελίδες 5-13 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
Τέλος, με τον ενδέκατο λόγο της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη τους πραγματικούς ισχυρισμούς της που πρόβαλε με τις προτάσεις, οι οποίοι θεμελιώνονται στις διατάξεις των άρθρων 1520 και 1532 ΑΚ.
Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην οικεία νομική σκέψη, είναι αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι πραγματικοί ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας, όπως προτάθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και επαναφέρθηκαν στο Εφετείο, καθώς και οι κρίσιμες παραδοχές της αποφάσεως υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, χωρίς να επιβληθούν δικαστικά έξοδα σε βάρος της αναιρεσείουσας, ελλείψει σχετικού αιτήματος του απόντος αναιρεσιβλήτου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-7-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ'αρθμ.1457/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Μαρτίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 25 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(Και τούτης αποχωρήσασας από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης)