Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to failure to raise imprecision objection in lower court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision. The appellant failed to raise an objection regarding the imprecision of the defendant's counterclaim during the first instance or the appeal proceedings. Consequently, the court ruled that this specific ground for appeal was inadmissible because it was not properly presented to the lower courts.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(14) and 562(2) of the Code of Civil Procedure; An objection to the imprecision of a counterclaim must be raised in the court of first instance or the court of appeal, otherwise it is inadmissible as a ground for cassation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1674 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1674/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "(ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ) ... ΣΙΑ ΕΤΕΡΟΡΡΥΘΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (πρώην "... ΙΚΕ"), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Σταματόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ, ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ, ΑΓΡΟΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπύρο Αποστολόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-12-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 12-9-2018 ανταγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 164/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4268/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-10-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, κατά την οποία "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ενοχή, ασχέτως αν αυτή απορρέει από σύμβαση ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή ή από άλλη δικαιοπραξία ή αν πηγάζει ευθέως από τον νόμο, εκτός αν προβλέπει άλλη ανάλογη ειδική προστασία ή αν συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ.
Παρέχει δε η διάταξη αυτή στο δικαστή τη δυνατότητα, όταν, λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών, η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που επιβάλλονται στις συναλλαγές, να την επεκτείνει ή να την περιορίσει, με βάση αντικειμενικά κριτήρια κατά τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, στο επίπεδο εκείνο, το οποίο ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 7 § 1 του ΠΔ/τος 34/1995 "Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων περί εμπορικών μισθώσεων", προκύπτει, εκτός άλλων, ότι επί των εμπορικών και γενικά των προστατευομένων από το νόμο αυτό μισθώσεων, το μίσθωμα καθορίζεται ελεύθερα κατά την σύναψη της μίσθωσης από τους συμβαλλόμενους, αναπροσαρμόζεται δε κατά τα χρονικά διαστήματα και το ύψος που προβλέπεται στη σύμβαση.
Με την § 4 του αυτού άρθρου ορίσθηκε, ότι "σε κάθε περίπτωση μπορεί να ζητηθεί αναπροσαρμογή του μισθώματος με τη συνδρομή του άρθρου 388 του Αστικού Κώδικα". Η αναφορά στο νόμο μόνο του τελευταίου άρθρου δεν υποδηλώνει βούληση αποκλεισμού αναπροσαρμογής του μισθώματος υπό τις προϋποθέσεις της εφαρμοστέας, όπως προαναφέρθηκε, σε κάθε οφειλή διάταξης του άρθρου 288 του ΑΚ.
Ο εκμισθωτής, επομένως, δεν αποκλείεται, ενόψει και του άρθρου 44 του ως άνω ΠΔ/τος, που ορίζει ότι οι μισθώσεις του εν λόγω διατάγματος, εφόσον δεν ορίζεται κάτι άλλο σ' αυτό, διέπονται από τους συμβατικούς όρους τους και τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, να ζητήσει κατά το άρθρο 288 ΑΚ αναπροσαρμογή του οφειλόμενου αρχικού ή μετά από αναπροσαρμογή μισθώματος, εφόσον εξαιτίας προβλεπτών ή απρόβλεπτων περιστάσεων επήλθε αδιαμφισβήτητα τόσον ουσιώδης αύξηση της μισθωτικής αξίας του μισθίου ακινήτου, ώστε, με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες, η εμμονή του μισθωτή στην καταβολή του ίδιου μισθώματος να είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές και να επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, παρά την ανάγκη διασφάλισης των σκοπών του ως άνω νόμου και κατοχύρωσης της ασφάλειας των συναλλαγών, η οποία πρέπει πάντοτε να συνεκτιμάται, η αναπροσαρμογή του μισθώματος στο επίπεδο εκείνο, το οποίο και αποκαθιστά τη διαταραχθείσα καλή πίστη (ΟλΑΠ 9/1997).
Ειδικότερα, το έργο του δικαστηρίου, προκειμένου να αποφασίσει την αναπροσαρμογή, συνίσταται στη σύγκριση δύο ποσών, ήτοι του καταβαλλόμενου μισθώματος και του "ελεύθερου" -για το οποίο κυρίως διεξάγεται ο δικαστικός αγώνας- το οποίο παριστάνει την αξία της χρήσης του μισθίου και το οποίο, ευρισκόμενο με βάση τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους συγκριτικά στοιχεία, πρέπει να καθορίζεται στην απόφαση.
Αν μεταξύ των δύο αυτών ποσών υπάρχει διαφορά, δεν επιδικάζεται, αλλά πρέπει περαιτέρω το δικαστήριο να κρίνει αν αυτή είναι τέτοια, ώστε κατά τις αρχές της καλής πίστης, να δημιουργείται η ανάγκη αναπροσαρμογής. Ανάγκη δε αναπροσαρμογής, κατά τις αρχές της καλής πίστης υπάρχει όταν, λόγω ουσιώδους αύξησης της μισθωτικής αξίας του μισθίου επέρχεται ζημία στον εκμισθωτή, με τη μορφή απώλειας κέρδους, η οποία υπερβαίνει, κατά τα συναλλακτικά ήθη, τον κίνδυνο που αναλαμβάνει αυτός, καταρτίζοντας τη μίσθωση με το συγκεκριμένο μίσθωμα, οπότε και περιορίζεται η ζημία του με τη δικαστική αύξηση του μισθώματος, επίσης και στην αντίστροφη περίπτωση, που επέρχεται ζημία στο μισθωτή, η οποία περιορίζεται με την ανάλογη μείωση του μισθώματος.
Στη συνέχεια, εφόσον διαπιστωθεί η ύπαρξη ανάγκης αναπροσαρμογής, η αναπροσαρμογή δεν θα ακολουθήσει τυπικό μαθηματικό υπολογισμό και δεν θα χορηγηθεί ολόκληρη η προκύπτουσα διαφορά, αλλά θα ορισθεί το μίσθωμα στο επίπεδο εκείνο, το οποίο αίρει τη δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά τη διαταραχθείσα καλή πίστη (ΟλΑΠ 3/2014, ΑΠ 928/2020, ΑΠ 699/2020, ΑΠ 1145/2019).
Άλλωστε, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε, ότι αποδείχθηκαν, το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 9/2013, ΑΠ 386/2021, ΑΠ 601/2018).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης, που εφαρμόστηκε, ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν εφαρμόστηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΑΠ 10/2020, ΑΠ 1225/2017).
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/2017).
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών της δίκης εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Η ενάγουσα μισθώτρια, ήδη αναιρεσείουσα, με την από 13-12-2016 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επικαλούμενη ότι μετά την τελευταία δικαστική αναπροσαρμογή του μισθώματος του μισθίου ξενοδοχείου, με την οποία μειώθηκε για τη διετία από 01-07-2014 έως 30-06-2016 το μηνιαίο μίσθωμα από το ποσό των 22.500 ευρώ στο ποσό των 15.000 ευρώ, επήλθε ακόμη πιο σημαντική μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου ακινήτου και πτώση του κύκλου εργασιών της επιχείρησής της λόγω της οικονομικής κρίσης, με αποτέλεσμα η εμμονή της εναγομένης εκμισθώτριας να αξιώνει το συμφωνημένο υψηλό μίσθωμα είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και συνεπώς πρέπει να αναπροσαρμοστεί (μειωθεί) για το χρονικό διάστημα από 01-12-2016 έως 30-11-2018 στο προσήκον ποσό των 7.500 ευρώ.
Η εναγομένη εκμισθώτρια, ήδη αναιρεσίβλητη, άσκησε την από 12-09-2018 ανταγωγή, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί, ότι μετά την πάροδο της διετίας (01-07-2014 έως 30-06-2016), για την οποία αναπροσαρμόσθηκε με την υπ' αριθμ. 1380/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών το μηνιαίο μίσθωμα στο μειωμένο ποσό των 15.000 ευρώ, το μίσθωμα επανήλθε σύμφωνα με τη μισθωτική σύμβαση στο συμφωνηθέν ποσό των 30.000 ευρώ και όχι στο ποσό των 22.500 ευρώ, όπως ισχυρίζεται η αντεναγομένη μισθώτρια.
Με την επικουρική βάση της ανταγωγής της, ισχυρίσθηκε ότι από το έτος 2015 και εφεξής υπήρξε αύξηση του κύκλου εργασιών των ξενοδοχείων, όπως το μίσθιο ακίνητο, κατά ποσοστό 5% μεσοσταθμικά ετησίως, μείωση των εξόδων τους (μισθοί προσωπικού, καύσιμα, υπηρεσίες συντήρησης) και κατ' επέκταση αύξηση της κερδοφορίας τους κατά ποσοστό 5% ετησίως, γεγονός που οδήγησε στην ανάλογη αύξηση της μισθωτικής αξίας των όμοιων, με το ένδικο, ξενοδοχείων και, επικαλούμενη τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 288 του ΑΚ, ζήτησε την αναπροσαρμογή (αύξηση) του μισθώματος στο ποσό των 30.000 ευρώ μηνιαίως από την 01-07-2016, άλλως από την 01-12-2016 και για μια διετία.
Η αγωγή και η ανταγωγή συνεκδικάσθηκαν και εκδόθηκε η 164/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η κύρια βάση της ανταγωγής ως μη νόμιμη και κατά τα λοιπά απορρίφθηκαν (αγωγή και ανταγωγή) ως κατ' ουσίαν αβάσιμες. Κατόπιν ασκήσεως της από 21-03-2019 έφεσης της μισθώτριας και της από 20-05-2019 έφεσης της εκμισθώτριας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 4268/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα εξής περιστατικά: "Δυνάμει του από 30-6-2000 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, όπως αυτό διαδοχικά τροποποιήθηκε με τα από 10-7-2006, 6-9-2007, 25-6-2008, 17-6-2010 και 25-7-2012 ιδιωτικά συμφωνητικά, η εναγομένη - ήδη εφεσίβλητη στην πρώτη ως άνω έφεση - ήδη εκκαλούσα στη δεύτερη ως άνω έφεση εκμίσθωσε στην τότε αρχική μισθώτρια "ΖΕΝΙΘ ΑΕ", για το χρονικό διάστημα από 1-7-2000 έως 30-6-2012, ένα ξενοδοχείο, χωρητικότητας 41 δωματίων, κατηγορίας δύο αστέρων, που βρίσκεται στη θέση ... (...
χλμ παράδρομου Εθνικής Οδού Αθηνών - Λαμίας) και αποτελείται από: α) υπόγειο αποτελούμενο από μία ενιαία αίθουσα, επιφάνειας 396 τ.μ. και εκ τμήματος που στεγάζονται λεβητοστάσιο και αποθήκες, β) ισόγειο αποτελούμενο από εστιατόριο, χώρους υποδοχής, σαλόνι, γραφείο, μπαρ, κουζίνα και "WC", γ) μεσώροφο αποτελούμενο από αίθουσα πρωινού, επιφάνειας 67 τ.μ., αναψυκτήριο επιφάνειας 41 τ.μ., γραφείο και "WC" και δ) δύο ορόφους, επιφάνειας 950 τ.μ.
Με την από 10-7-2006 μεταβίβαση μισθωτικής σχέσης, στη θέση της ως άνω μισθώτριας υπεισήλθε η εταιρεία με την επωνυμία "... ΣΙΑ E.E.", με τη συναίνεση της ως άνω εκμισθώτριας. Την 1-6-2007 δε, η ανωτέρω μισθώτρια εταιρεία μετονομάστηκε σε "... ΣΙΑ E.E." και στις 18-6-2008, μετονομάστηκε σε "... ΣΙΑ E.E.". Στη συνέχεια, δυνάμει του από 25-6-2008 τροποποιητικού συμφωνητικού, η ως άνω μίσθωση παρατάθηκε έως 30-6-2025.
Επίσης, δυνάμει του από 17-6-2010 ιδιωτικού συμφωνητικού τροποποίησης της εν λόγω μίσθωσης σε συνδυασμό με το από 23-12-2013 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης καταστατικού ετερόρρυθμης εταιρείας, την ανωτέρω μισθώτρια τη διαδέχτηκε η ενάγουσα - ήδη εκκαλούσα στην πρώτη ως άνω έφεση - ήδη εφεσίβλητη στη δεύτερη ως άνω έφεση (της οποίας η αρχική επωνυμία ήταν "...
ΣΙΑ ΕΕ" και μετέπειτα η επωνυμία της ήταν "... ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ"), η οποία υπεισήλθε σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις από την παραπάνω μίσθωση. Σημειωτέον ότι η ενάγουσα μισθώτρια ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία με την επωνυμία "... ΙΚΕ" έχει ήδη μετατραπεί σε ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΣΙΑ ΕΤΕΡΟΡΡΥΘΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", δυνάμει της από 8-11-2019 ομόφωνης απόφασης της συνέλευσης των εταίρων της, η οποία απόφαση καταχωρήθηκε στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.) την 28-11-2019 με Κωδικό Αριθμό Καταχώρησης (ΚΑΚ) ... (βλ.
ιδίως, το ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο της υπ' αρ. πρωτ- .../3-12-2019 Ανακοίνωσης του Γ.Ε.ΜΗ.). Με το από 25-7-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης μισθωτικής σχέσης, συμφωνήθηκε η μείωση του καταβαλλόμενου μηνιαίου μισθώματος, για το χρονικό διάστημα από 1-7-2012 έως 30-6-2014, λόγω της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα, που επηρέασε ανάλογα και την ξενοδοχειακή επιχείρηση που λειτουργεί στο επίδικο μίσθιο, στο ποσό των 22.500,00 ευρώ, πλέον τέλους χαρτοσήμου 3,6%, το οποίο θα έπρεπε να αναπροσαρμόζεται ετησίως, κατά το ποσοστό του τιμάριθμου +2%, υπολογιζομένης αυτής της αύξησης επί του εκάστοτε καταβαλλόμενου μισθώματος.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 7-7-2014 και με αρ. έκ. κατάθ. 84373/1946/2014 αγωγή, με την οποία ζητούσε τη μείωση του μηνιαίου μισθώματος από το ποσό των 22.500,00 ευρώ στο ποσό των 10.000,00 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-7-2014 έως 30-6-2016, ενώ η εναγόμενη εκμισθώτρια άσκησε με προφορική δήλωση στο ακροατήριο του ως άνω Δικαστηρίου, που επανέλαβε και στις τότε κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις της, ανταγωγή, με την οποία ζητούσε να καθοριστεί το μηνιαίο μίσθωμα, για το χρονικό διάστημα από 1-7-2014 και για μία τουλάχιστον διετία, στο ποσό των 30.000,00 ευρώ πλέον τελών χαρτοσήμου, επί των οποίων (αγωγής και ανταγωγής) εκδόθηκε η υπ' αρ. 1380/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήμα Μισθωτικών Διαφορών), η οποία - έχοντας ήδη καταστεί τελεσίδικη, κατόπιν έκδοσης της υπ' αρ. 2017/2018 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, που απέρριψε κατ' ουσίαν την ασκηθείσα έφεση και την ασκηθείσα αντέφεση κατά αυτής (της ως άνω υπ' αρ. 1380/2015 απόφασης) - απέρριψε την ανταγωγή, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή και καθόρισε, για το χρονικό διάστημα από 1-7-2014 έως 30-6-2016, το μηνιαίο μίσθωμα για το επίδικο μίσθιο στο ποσό των 15.000,00 ευρώ.
Ενόψει δε του πέρατος του χρονικού διαστήματος που όρισε η ανωτέρω δικαστική απόφαση περί αναπροσαρμογής του μηνιαίου μισθώματος στο ποσό των 15.000,00 ευρώ, το μηνιαίο μίσθωμα κατά τον χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής (5-4-2017) - δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη, κατά την άποψη, την οποία υιοθετεί το παρόν Δικαστήριο, αφού πραγματοποιηθεί αναπροσαρμογή με δικαστική απόφαση, όπως στην προκειμένη περίπτωση συμβαίνει, λόγω ακριβώς του διαπλαστικού χαρακτήρα της απόφασης, εφεξής ο περί μισθώματος συμβατικός όρος καταλύεται και δεν ισχύει για το μέλλον, αλλά ισχύει πλέον η νόμιμη αναπροσαρμογή, όπως ρυθμίζεται με το άρθρο 7 παρ. 3 του ΠΔ/τος 34/1995 - ανερχόταν στο ποσό των 14.925,00 ευρώ πλέον του νόμιμου τέλους χαρτοσήμου.
Συγκεκριμένα, το μηνιαίο μίσθωμα των 15.000,00 ευρώ αναπροσαρμόστηκε σε ποσοστό εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%) της μεταβολής του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή του μήνα της αναπροσαρμογής σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους (απλή δωδεκάμηνη μεταβολή), όπως αυτή υπολογίζεται από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος (Ε.Σ.Υ.Ε.), ο οποίος Δείκτης ανερχόταν, για το χρονικό διάστημα από 1-7-2015 έως 30-6-2016, σε -0,7% και το ποσοστό αναπροσαρμογής και ειδικότερα μείωσης του μισθώματος σε -0.5%, με συνέπεια το μηνιαίο μίσθωμα του επίδικου μισθίου, για το χρονικό διάστημα από 1-7-2016 έως 30-6-2017 να ανέρχεται σε 14.925,00 ευρώ [15.000,00 ευρώ - (15.000,00 ευρώ Χ -0,5%)] πλέον του νόμιμου τέλους χαρτοσήμου.
Κατά το επίδικο χρονικό διάστημα όμως, κατά το οποίο η ενάγουσα μισθώτρια έκανε ανενόχλητα χρήση του εν λόγω μισθίου, η οικονομική ύφεση στη χώρα μας, που είχε ξεκινήσει από τις αρχές του έτους 2010, εξακολούθησε μεν να υφίσταται, ιδίως για τους συνταξιούχους και μισθωτούς, αλλά στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα δεν υπέστη σημαντική μείωση στον τζίρο της, αφού όπως κατέθεσε ενόρκως, στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, στις 18-9-2018, ο ίδιος ο μάρτυράς της, Μ.
Κ., ο "τζίρος" της ενάγουσας ανερχόταν τότε στο ποσό των 35.000,00 - 40.000,00 μηνιαίως, ενώ επίσης ανέφερε "Εμείς μόνο από την περίοδο των capital controls και μετά, έχουμε βάλει κεφάλαια γύρω στις 280.000...για να μπορέσουμε να είμαστε ανταγωνιστικοί." Επίσης, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα δεν οφείλει κάποιο μίσθωμα, ούτε έχει οποιεσδήποτε άλλες οφειλές προς τρίτους.
Δεν έχει προσκομιστεί φορολογική δήλωση ή εκκαθαριστικό σημείωμα για το έτος 2017, ενώ όσον αφορά τις προσκομισθείσες φορολογικές βεβαιώσεις των προηγούμενων ετών 2014, 2015 και 2016, που εμφανίζουν ζημίες, δεν τις κρίνει σημαντικές (αυτές τις ζημίες) το παρόν Δικαστήριο, ενόψει της προαναφερόμενης ένορκης κατάθεσης του ως άνω μάρτυρα της ενάγουσας.
Πρέπει να σημειωθεί δε, ότι το επίδικο μίσθιο είναι πολυτελούς κατασκευής και διαθέτει ιδιωτικό πάρκινγκ, βρίσκεται στη ..., ήτοι σε περιοχή υψηλής εμπορικής αξίας και με το πλεονέκτημα της εύκολης πρόσβασης μέσω της Εθνικής Οδού Αθηνών - Λαμίας και αφορά μίσθωση όχι μόνο του κτιρίου, αλλά και της ξενοδοχειακής επιχείρησης με όλο τον εξοπλισμό και την επίπλωση, η οποία επιχείρηση λειτουργεί στον ίδιο χώρο επί πολλά έτη (τουλάχιστον 40 ετών).
Η ενάγουσα προσκόμισε, ως συγκριτικό στοιχείο, τη μίσθωση του ξενοδοχείου "...", ομοειδούς επιχείρησης με το επίδικο, δύο αστέρων και δυναμικότητας τριάντα έξι δωματίων, το οποίο βρίσκεται σε κοντινή περιοχή, ήτοι στη ..., όχι σε τόσο κεντρικό σημείο όσο το επίδικο, με μηνιαίο μίσθωμα, από τον μήνα Ιανουάριο του έτους 2017, ποσού 12.500,00 ευρώ, αναπροσαρμοζόμενο ετησίως κατά ποσοστό τουλάχιστον 5%.
Πρέπει να σημειωθεί ότι τα μισθωτήρια των ξενοδοχείων "..." και "..." που βρίσκονται στο ... και στην ... αντίστοιχα, ήτοι όχι στην ίδια περιοχή με το επίδικο, αλλά ούτε στην ευρύτερη περιοχή των βόρειων προαστίων, δεν δύναται να αποτελέσουν πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία για τον υπολογισμό της μισθωτικής αξίας του επιδίκου.
Η εναγομένη προσκόμισε ως συγκριτικά στοιχεία: α) την από 15-4-2017 προσφορά του Α. Β. και Ε. Γ. - με την οποία προσφέρουν το ποσό των 26.000,00 ευρώ, ως μίσθωμα, για τη μίσθωση του επίδικου μισθίου από μέρους τους, στην περίπτωση που αποχωρήσει από αυτό η ενάγουσα μισθώτρια - η οποία όμως, δεν αποτελεί πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, διότι δεν πρόκειται για καταρτισμένη σύμβαση και δεν μπορεί να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα για τη μισθωτική αξία του επιδίκου και β) τη μίσθωση του ξενοδοχείου "...", ομοειδούς επιχείρησης με το επίδικο, δύο αστέρων και δυναμικότητας τριάντα εννέα δωματίων, το οποίο βρίσκεται στη ..., με μηνιαίο μίσθωμα ποσού 21.000,00 ευρώ, το οποίο είναι καινούριο μετά από ανακαίνιση παλαιού κτιρίου, αλλά μικρότερο από το επίδικο.
Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι από τα προσκομιζόμενα από την εναγομένη έγγραφα-μελέτες της ομάδας τουριστικών μελετών Χ.Ν.Κ., ήτοι το από 14-9-2018 με τίτλο "ΠΟΡΕΙΑ ΑΝΑΜΕΝΟΜΕΝΗΣ ΚΕΡΔΟΦΟΡΙΑΣ & ΤΙΜΩΝ ΔΩΜΑΤΙΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ 2010-2017 ΣΤΑ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΑΤΤΙΚΗΣ (ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΟΜΕΝΩΝ ΤΩΝ ΕΙΔΙΚΕΥΜΕΝΩΝ ΣΤΗΝ ΟΛΙΓΟΩΡΗ ΠΑΡΑΜΟΝΗ) και το από 16-9-2019 με τίτλο "ΠΟΡΕΙΑ ΑΝΑΜΕΝΟΜΕΝΗΣ ΚΕΡΔΟΦΟΡΙΑΣ & ΤΙΜΩΝ ΔΩΜΑΤΙΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ 2010-2018 ΣΤΑ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΑΤΤΙΚΗΣ (ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΟΜΕΝΩΝ ΤΩΝ ΕΙΔΙΚΕΥΜΕΝΩΝ ΣΤΗΝ ΟΛΙΓΟΩΡΗ ΠΑΡΑΜΟΝΗ), προκύπτει, όχι μόνο η γενικότερη ανάπτυξη του τουρισμού στην Ελλάδα, αλλά και η αυξητική τάση του τζίρου των ξενοδοχείων κατά τα τελευταία έτη.
Συνεπώς, προκύπτει ότι μεταξύ του ως άνω μισθώματος (ποσού 14.925,00 ευρώ) και εκείνου που μπορεί να επιτευχθεί υπό καθεστώς ελεύθερης υπομίσθωσης ("ελεύθερου υπομισθώματος"), υπάρχει διαφορά σημαντική, ώστε επιβάλλεται, κατά τις αρχές της καλής πίστης, αφού ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη, να αναπροσαρμοστεί το καταβαλλόμενο μίσθωμα στο επίπεδο που αίρει τη δυσαναλογία και αποκαθιστά τη διαταραχθείσα καλή πίστη ήτοι στο ποσό των 19.000,00 ευρώ πλέον του νόμιμου τέλους χαρτοσήμου. Ως εκ τούτου, πρέπει η μεν αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, η δε ανταγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και να καθοριστεί το μηνιαίο μίσθωμα για το επίδικο μίσθιο στο ποσό των 19.000,00 ευρώ πλέον του νόμιμου τέλους χαρτοσήμου, για το χρονικό διάστημα από 14-9-2018 (οπότε επιδόθηκε η ανταγωγή) έως και 1-12-2018 (ήτοι μέχρι τότε που ζητείται με την ανταγωγή).
Συνεπώς, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του: α) απέρριψε την αγωγή - κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη από το παρόν Δικαστήριο ως άνω - ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, έστω και με εν μέρει διάφορη αιτιολογία, η οποία πρέπει να αντικατασταθεί με την παρούσα απόφαση κατά το άρθρο 534 Κ.Πολ.Δ., δεν έσφαλε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένων ως αβάσιμων των σχετικών λόγων της κρινόμενης πρώτης έφεσης και β) απέρριψε την ανταγωγή - κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη από το παρόν Δικαστήριο ως άνω - ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, γενομένων δεκτών ως βάσιμων του δεύτερου και του τρίτου από τους λόγους της κρινόμενης δεύτερης έφεσης".
Ακολούθως, το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση α) εν μέρει ως προς την αγωγή και δη ως προς το κονδύλιο αναπροσαρμογής του μισθώματος για το πριν από την επίδοση της αγωγής χρονικό διάστημα και β) πλήρως ως προς την ανταγωγή, κράτησε και δίκασε την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ως προς κονδύλιο αναπροσαρμογής του μισθώματος για το πριν από την επίδοση της αγωγής διάστημα, ήτοι από 01-12-2016 έως 04-04-2017, δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν την ανταγωγή και αναπροσάρμοσε (αύξησε) στο μηνιαίο μίσθωμα στο ποσό των 19.000 ευρώ για το από 14-09-2018 έως 01-12-2018 διάστημα.
Έτσι, όπως έκρινε, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 288 του ΑΚ, ενώ διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή της διάταξης, που εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, αναφορικά με το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της διαφοράς μεταξύ καταβαλλομένου και ελεύθερου μισθώματος, έκρινε, ότι υπάρχει σημαντική διαφορά (14.925,00 ευρώ το καταβαλλόμενο μίσθωμα και 19.000 ευρώ το ελεύθερο), ώστε επιβάλλεται, κατά τις αρχές της καλής πίστης, αφού ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη, να αναπροσαρμοσθεί (αυξηθεί) το καταβαλλόμενο μίσθωμα στο επίπεδο, που αίρει τη δυσαναλογία, αποκαθιστά τη διαταραχθείσα καλή πίστη και στην ένδικη περίπτωση ταυτίζεται με το ελεύθερο μίσθωμα, ήτοι στο ποσό των 19.000,00 ευρώ.
Για το σχηματισμό δε της κρίσης του έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, την υφιστάμενη κατά τον ένδικο χρόνο οικονομική ύφεση της χώρας, αλλά και την, κατά το ίδιο διάστημα, αυξητική τάση του τζίρου των ξενοδοχείων της Αττικής, περιλαμβανομένων και των ειδικευμένων στην ολιγόωρη παραμονή, όπως το μίσθιο ξενοδοχείο, ως αποτέλεσμα της γενικότερης ανάπτυξης του τουρισμού στην Ελλάδα.
Ως εκ τούτου οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν αιτιολογείται ειδικά, εάν η οικονομική κρίση έπληξε την οικονομική δραστηριότητα του μισθίου ξενοδοχείου είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Κατά τα λοιπά, οι αιτιάσεις της ότι το συγκριθέν, με το μίσθιο, ξενοδοχείο "...", εμφανίζει διαφορετικά χαρακτηριστικά, διότι είναι καινούριο, σε αντίθεση με το ένδικο, που λειτουργεί επί 40 έτη, και δεν αναφέρει αν η μίσθωση εκείνου, αφορά μόνο στο κτίριο ή και τον ξενοδοχειακό εξοπλισμό, ο οποίος (εξοπλισμός) κατά τις παραδοχές της (προσβαλλόμενης) περιλαμβάνεται στη μίσθωση του ένδικου, βάλλουν κατά της εκτίμησης των αποδείξεων και είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Επομένως, είναι απορριπτέος εν μέρει ως αβάσιμος και εν μέρει ως απαράδεκτος, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 αντίστοιχα του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Επίσης, η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, υποστηρίζει, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παρότι δέχθηκε ότι μετά τη δικαστική αναπροσαρμογή του μισθώματος το μελλοντικό μίσθωμα αναπροσαρμόζεται πλέον κατά τον τρόπο που ορίζει το άρθρο 7 παρ. 3 του π.δ. 34/1995 και ότι νέα δικαστική αναπροσαρμογή του μισθώματος απαγορεύεται, ακόμη και σε περίπτωση μελλοντικής νέας διατάραξης της ισορροπίας χρήσης του μισθίου και του μισθώματος, εντούτοις προέβη σε εκ νέου δικαστική αναπροσαρμογή ήδη δικαστικώς αναπροσαρμοσθέντος μισθώματος και μάλιστα σε αύξηση αυτού.
Ο λόγος αυτός από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 19) στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι με την προσβαλλόμενη κρίθηκε μεν, ότι μετά τη δικαστική αναπροσαρμογή του μισθώματος έπαυσε να ισχύει η συμφωνημένη αναπροσαρμογή αυτού και έκτοτε ισχύει η ετήσια νόμιμη αναπροσαρμογή του μισθώματος κατά τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 3 του π.δ. 34/1995, ακολούθως όμως, έγινε, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 288 του ΑΚ, 7 παρ. 4 και 44 του π.δ. 34/1995, αναπροσαρμογή του ίδιου του μισθώματος (και όχι της ετήσιας νόμιμης αναπροσαρμογής αυτού).
Συνακολούθως, ο σχετικός λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο αναιρετικός λόγος της διάταξης του αριθμού 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Στον ΚΠολΔ, κατά κανόνα ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθρ. 340 του ΚΠολΔ) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα, που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445).
Για τα αποδεικτικά μέσα, που, κατά το νόμο, είναι ισοδύναμα, εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατ' άρθρο 340 του ως άνω Κώδικα, εκτιμηθούν "ελεύθερα". Ο παραπάνω λόγος ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε κατά το νόμο και όχι αν απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αυτά αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 233/2011, ΑΠ 1311/2010, ΑΠ 479/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο αναιρετικό λόγο από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 12 του άρθρου 559 η αναιρεσείουσα παραπονείται, ότι η προσβαλλόμενη δεν προσέδωσε τη δέουσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη στις προσκομισθείσες από την ίδια με νόμιμη επίκληση φορολογικές βεβαιώσεις της εταιρείας της των ετών 2014, 2015 και 2016, που συνιστούν δημόσια έγγραφα, ενώ αντίθετα δέχθηκε αυξημένη αποδεικτική δύναμη στα προσκομισθέντα από την αντίδικο από 14-09-2018 και 16-09-2019 έγγραφα-μελέτες της ομάδας τουριστικών μελετών Χ.Ν.
Κ.. Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος που αφορά στις φορολογικές βεβαιώσεις είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν εκτίθεται, ποια συγκεκριμένη φορολογική αρχή τις εξέδωσε, ποιο το ακριβές περιεχόμενό τους σε σχέση με την επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα μείωση του τζίρου της κατά τα έτη 2014-2016, καθώς και αν οι εν λόγω βεβαιώσεις χορηγήθηκαν κατόπιν φορολογικού ελέγχου ή με βάση τις δηλώσεις της αναιρεσείουσας.
Περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο αβασίμως υποστηρίζεται, ότι με την προσβαλλόμενη προσδόθηκε στα από 14-09-2018 και 16-09-2019 έγγραφα-μελέτες αυξημένη αποδεικτική δύναμη έναντι των λοιπών αποδεικτικών μέσων, καθόσον τα έγγραφα αυτά συνεκτιμήθηκαν με τις λοιπές αποδείξεις από το Εφετείο, το οποίο ανέλεγκτα τους προσέδωσε μεγαλύτερη βαρύτητα για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος.
Ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του ο σχετικός λόγος. Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1021/2019, ΑΠ 1150/2011).
Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 595/2020, ΑΠ 87/2013).
Ακόμη "πράγμα", κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, είναι κάθε περιστατικό που, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί, κατά νόμο, στη γέννηση ή κατάλυση του ασκούμενου με την αγωγή ή την ένσταση δικαιώματος, ανεξάρτητα από τη βασιμότητά του, η οποία είναι ζητούμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και όχι προϋπόθεση αυτοτέλειας του ισχυρισμού (ΑΠ 760/2020).
Η αναιρεσείουσα με τον τρίτο αναιρετικό λόγο της υποστηρίζει, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το δεύτερο λόγο της έφεσής της, με τον οποίο παραπονείτο, επειδή με την πρωτόδικη απόφαση εσφαλμένα κρίθηκε, ότι κατά το χρόνο της πρωτόδικης συζήτησης το μηνιαίο μίσθωμα ανερχόταν στο παλαιότερο συμφωνηθέν ποσό των 22.500 ευρώ και όχι στο ορθό ποσό των 15.000 ευρώ, το οποίο διαμορφώθηκε δικαστικά.
Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, ότι το μηνιαίο μίσθωμα κατά τον ένδικο χρόνο ανερχόταν στο ποσό των 15.000 ευρώ και με τη νόμιμη αναπροσαρμογή του άρθρου 7 παρ. 3 του π.δ. 34/1995 (ποσοστού -0,7%) είχε διαμορφωθεί στο ποσό των 14.925 ευρώ, και το τελευταίο ποσό συνέκρινε με το ελεύθερο μίσθωμα των 19.000 ευρώ, προκειμένου να το αναπροσαρμόσει (αυξήσει) αναλόγως.
Περαιτέρω η αναιρείουσα με τον ίδιο λόγο παραπονείται, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της, α) ότι το ένδικο ξενοδοχείο δεν είναι τουριστικό κατάλυμα, αλλά ένα μικρό ξενοδοχείο ημιδιαμονής δίπλα στην εθνική οδό Αθηνών-Λαμίας και μακριά από το κέντρο της ..., έτσι ώστε δεν το προτιμούν οι τουρίστες, β) ότι το μίσθωμα του ξενοδοχείου ...
δεν συνιστά πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, καθόσον εκείνο είναι ολοκαίνουριο, υπερπολυτελές και ανήκει σε αλυσίδα ξενοδοχείων ημιδιαμονής με τουλάχιστον 5 ξενοδοχεία στην Αθήνα και γ) ότι εμφανίσθηκαν ειδικές δυσμενείς οικονομικές συνθήκες στην ένδικη μίσθωση κατά τη διετία 2014-2016. Οι αιτιάσεις αυτές είναι απαράδεκτες, διότι δεν συνιστούν "πράγματα", αλλά αιτιολογημένες αρνήσεις και επιχειρήματα της αναιρεσείουσας.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός στο σύνολό του, εν μέρει ως αβάσιμος και εν μέρει ως απαράδεκτος, όπως ανωτέρω αναλύεται. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται:
α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ήτοι από την ανάγνωση μόνο της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί και, μάλιστα, νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Εξάλλου, το ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως, λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρέσεις.
Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, που προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, όταν αφορά στη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα, στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής.
Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης.
Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία (ΑΠ 970/2020, ΑΠ 860/2020, ΑΠ 1241/2019).
Η αοριστία όμως του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτό δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά, που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία).
Στις περιπτώσεις αυτές της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, αντίστοιχα. Άλλωστε, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 441/2020, ΑΠ 143/2018, ΑΠ 496/2016, ΑΠ 480/2010).
Σε κάθε όμως περίπτωση, η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναίρεσης σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη (ΑΠ 740 / 2020, ΑΠ 891/2019, ΑΠ 74/2019, ΑΠ 15/2019, ΑΠ 53/2014, ΑΠ 48/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και της έφεσης της αναιρεσείουσας προκύπτει, ότι η τελευταία, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, δεν υπέβαλε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών ισχυρισμό περί αοριστίας της ανταγωγής, καθόσον δεν έχει καταχωρηθεί στα υπ' αριθμ. 164/2019 πρακτικά του εν λόγω Δικαστηρίου τέτοιος ισχυρισμός, ούτε διέλαβε στην έφεσή της σχετικό λόγο περί αοριστίας.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, η αναιρεσείουσα δεν πρότεινε, ούτε επανέφερε παραδεκτά στο Εφετείο ισχυρισμό για αοριστία της ανταγωγής και, επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚπολΔ, όπως εκτιμάται, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση για εσφαλμένη μη απόρριψη της ανταγωγής ως αόριστης, χωρίς, μάλιστα, αναφορά στο αναιρετήριο περί παραδεκτής πρότασής του (ισχυρισμού) ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ. ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-10-2020 αίτηση (αριθμ. κατάθ. 34/18-01-2021) για αναίρεση της 4268/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Σεπτεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Οκτωβρίου 2022.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ