Legislator Case Law & Legislation
74/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for vague arguments and unreviewable fact-finding errors.

Case Number 74/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellants' request to overturn a final first-instance judgment regarding property ownership. The appellants argued the lower court failed to consider specific claims and applied common sense incorrectly regarding land features. The court ruled these arguments were inadmissible because they were too vague and focused on evidence evaluation, which is not subject to appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Art. 560(5)(b) KPolD; Art. 559(1)(b) KPolD: An appeal ground is inadmissible if the substantive court considered the claim and rejected it, or if the ground concerns the evaluation of evidence rather than the application of substantive law.

Keywords

AI generated
appeal admissibility common sense doctrine evidence evaluation property ownership procedural inadmissibility

Cited Legislation

AI generated
Art. 560(5)(b) KPolD
Art. 559(1)(b) KPolD
Art. 495(3) KPolD
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD
Art. 191(2) KPolD

Cited Case Law

AI generated
OL AP 11/1996
OL AP 25/2003

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 74 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 74/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Ανθή Γκάμαρη -εισηγήτρια Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 19η Σεπτεμβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1.Π. Κ. του Χ., 2.Δ. Κ. του Χ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Εμμανουήλ Γιαννακάκι, ο οποίος ανακάλεσε την από 5-9-2018 δήλωση για παράσταση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Των αναιρεσίβλητων: 1.Γ. Π. του Α., 2. Σ. συζ. Γ. Π., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ηρακλή Τσάγκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-9-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λιβαδειάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 386/2014 του ιδίου Δικαστηρίου και 11/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-5-2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 9-5-2018 (αρ.έκθ.κατ. 1/17-5-2018) αίτηση αναίρεσης των εναγομένων, προσβάλλεται η τελεσίδικη 11/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, που εκδόθηκε επί έφεσης των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης του Ειρηνοδικείου Λιβαδειάς και με την οποία (προσβαλλόμενη) έγινε δεκτή κατά ένα μέρος η αγωγή, διεκδικητική κυριότητας (συγκυριότητας κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας) τμήματος μεγαλύτερου ακινήτου των αναιρεσιβλήτων, που αποκτήθηκε με παράγωγο τρόπο (αγορά από αληθή κύριο με νόμιμα μεταγεγραμμένο συμβόλαιο), επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε δεχθεί τα ίδια και ακολούθως απορρίφθηκε η έφεση των αναιρεσειόντων ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.5 εδ β ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όπως και ο λόγος της έφεσης, που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Ολ.

Α.Π. 11/1996). Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π.25/2003), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν η στην περίπτωση που αυτό τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε.

Εξάλλου, για να προχωρήσει το Εφετείο στην έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής, προϋποτίθεται κατ' ανάγκην ότι ερεύνησε και διαπίστωσε το ορισμένο και τη νομική βασιμότητα αυτής, αφού διαφορετικά, ακόμη και στην περίπτωση που δεν υπήρχε σχετικός λόγος έφεσης, αλλά με αυτήν διατυπώνονταν παράπονα μόνο για το κατ' ουσίαν βάσιμο της αγωγής, ήταν υποχρεωμένο, αυτεπαγγέλτως, λόγω του, κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, ν' απορρίψει την αγωγή, εάν την έκρινε αόριστη ή νομικά αβάσιμη.

Εάν συνεπώς το Εφετείο έκρινε ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή, απορρίπτοντας λόγους της έφεσης του εναγομένου, εκ του πράγματος έλαβε υπόψη και απέρριψε και το λόγο έφεσης, με τον οποίο ο εναγόμενος παραπονέθηκε, διότι δεν απορρίφθηκε ως αόριστη η αγωγή, έστω και αν δεν διαλαμβάνεται σχετικά ιδιαίτερη σκέψη στην απόφασή του. (ΑΠ 656/2016, ΑΠ 1569/2010).

Με τον πρώτο, κατά το κύριο σκέλος, λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, κατ' ορθή εκτίμηση, από τον αριθ. 5 εδ.. β του. άρθρου 560 ΚπολΔ (και όχι από τον αριθ. 8 εδ. β του άρθρου 559 ΚπολΔ, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο), συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη του και δεν εξέτασε τον πρώτο λόγο της έφεσης τους, με τον οποίο επανέφεραν τον πρωτόδικα προβληθέντα ισχυρισμό τους (ένσταση) για αοριστία της αγωγής των αναιρεσιβλήτων-εναγόντων, παραπονούμενοι για την μη απόρριψη αυτής λόγω αοριστίας, διότι:

α) ενώ στο δικόγραφο της αγωγής αναφέρονται οι πλευρικές διαστάσεις του ακινήτου με αλφαβητικά κεφαλαία γράμματα που παραπέμπουν σε τοπογραφικό σχεδιάγραμμα , εν τούτοις δεν αναφέρουν, ούτε επισυνάπτουν σε αυτήν το συγκεκριμένο σχεδιάγραμμα; στο οποίο να εμφαίνονται οι πλευρικές διαστάσεις β) ενώ οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι απέκτησαν την κυριότητα με συμβολαιογραφικό έγγραφο, νόμιμα μεταγεγραμμένο, δεν αναφέρουν την ημεροχρονολογία της μεταγραφής, τόμο και αριθμό του βιβλίου και γ) ενώ αναφέρουν ότι καταλήφθηκε από τους εναγόμενους το τμήμα της δυτικής πλευράς του οικοπέδου τους, εμβαδού 68 τμ.με προσδιορισμό των ορίων, εν τούτοις δεν αναφέρουν από πού αρχίζει η ανατολική και δυτική πλευρά του οικοπέδου και εάν από τη δυτική πλευρά συνορεύει με βράχο (δηλαδή δεν προσδιορίζεται που συγκεκριμένα βρίσκεται το επίδικο τμήμα του οικοπέδου τους).

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο με το να προχωρήσει στην έρευνα της ουσίας της αγωγής των αναιρεσίβλήτων και να την κρίνει βάσιμη κατ' ουσίαν, κρίνοντας ότι όλοι οι λόγοι έφεσης συνιστούν κακή εκτίμηση των αποδείξεων και είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, κατά λογική αναγκαιότητα, δέχθηκε και ότι η αγωγή αυτή είναι ορισμένη και, συνεπώς, εκ του πράγματος έλαβε υπόψη και απέρριψε τον αμέσως πιο πάνω λόγο έφεσης και τον με αυτόν ισχυρισμό περί αοριστίας σιωπηρά ως αβάσιμο κατ' ουσίαν.

Περαιτέρω , ο ίδιος ως άνω πρώτος λόγος : α) κατά το επικουρικό σκέλος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο "αν πράγματι εκτίμησε και έλαβε υπόψην τον παραπάνω λόγο για αοριστία της αγωγής" εσφαλμένα δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή λόγω αοριστίας ως προς την ταυτότητα του επίδικου τμήματος σε σχέση με το μεγαλύτερο ακίνητο των εναγόντων, ήτοι τη ακριβή θέση του στο μεγαλύτερο ακίνητο, αφού δεν προσαρτάται στο δικόγραφο της αγωγής σχεδιάγραμμα β) κατά το επικουρικότερο σκέλος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ,κατ' ορθή εκτίμηση, από τον αριθ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚπολΔ, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο), συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο "αν έλαβε υπόψην και απέρριψε την άνω ενστασή τους για αοριστία", την απέρριψε χωρίς αιτιολογίες ή επαρκείς αιτιολογίες, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος και κατά τα δύο αυτά σκέλη.

Κατά το μεν επικουρικό σκέλος, διότι, από το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν.4335/2015, προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, (όπως στην προκείμενη περίπτωση) επιτρέπεται αναίρεση μόνο για ορισμένους λόγους που διαλαμβάνονται περιοριστικά στο άρθρο αυτό και ότι σε αυτούς δεν περιλαμβάνεται ο αντίστοιχος από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος (ΑΠ 64/2017), κατά δε το επικουρικότερο σκέλος, διότι ο λόγος αυτός ιδρύεται επί παραβιάσεων κανόνων του ουσιαστικού και όχι του δικονομικού δικαίου , όπως οι διατάξεις του άρθρου 216 ΚΠολΔ για το ορισμένο της αγωγής (ΑΠ 1330/2007, ΑΠ 514/2002).

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημόσιας τάξης.

Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο ( ΑΠ 64/2017, ΑΠ 201/2017).

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ.ΑΠ 15/2000). Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 § 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 201/2017).

Το από το παραπάνω άρθρο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 64/2017, ΑΠ 386/2017). Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια; α) κατά το πρώτο σκέλος ,κατ' ορθή εκτίμηση, από τον αριθ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚπολΔ όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο), συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή λόγω νομικής αοριστίας ως προς την επικαλούμενη βάση της τακτικής χρησικτησίας,συνεπεία μη αναφοράς του στοιχείου της καλής πίστης β) κατά το δεύτερο σκέλος, κατ' ορθή εκτίμηση ,από τον αριθ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚπολΔ, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο) και από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή λόγω ποσοτικής και ποιοτικής αοριστίας ως προς την παραπάνω επικαλούμενη βάση της τακτικής χρηστικτησίας, συνεπεία μη αναφοράς πράξεων νομής στο επίδικο τμήμα.

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος και κατά τα δύο σκέλη, διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, ότι ο σχετικός ισχυρισμός περί αοριστίας προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και επαναφέρθηκε νομότυπα με λόγο έφεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, από τους αναιρεσείοντες-εκκαλούντες-εναγόμενους, ούτε σε κάθε περίπτωση προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων ότι οι αναιρεσείοντες προέβαλαν τέτοιο ισχυρισμό ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ούτε ότι επανέφεραν ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου με λόγο έφεσης.

Σε κάθε περίπτωση οι επικαλούμενες "ελλείψεις" δεν ανάγονται στη νομική ή την ποιοτική αοριστία της αγωγής , αλλά την ποσοτική και στηρίζονται στο λόγο του αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος όμως, δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους του άρθρου 560 του ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, ο τρίτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψην του τα επικληθέντα και προσκομισθέντα από τους αναιρεσείοντες έγγραφα, και ο τέταρτος , κατά το κύριο σκέλος , λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε αυξημένη αποδεικτική δύναμη στην 154/2007 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λιβαδειάς (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), είναι απαράδεκτοι, προεχόντως, διότι οι επικαλούμενες πλημμέλειες δεν περιλαμβάνονται στους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους του άρθρου 560 ΚΠολΔ, σύμφωνα με όσα έχουν ήδη προεκτεθεί.

Ο τέταρτος δε, κατά το επικουρικό σκέλος, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, κατ' ορθή εκτίμηση, από τον αριθ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚπολΔ, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο), με την επίκληση ότι "το Εφετείο δεν αιτιολογεί για ποίο λόγο δεν προσέδωσε στην παραπάνω 154/2007 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λιβαδειάς, αυξημένη αποδεικτική δύναμη" είναι απαράδεκτος προεχόντως , διότι η αιτίαση αυτή δεν αποτελεί "ζήτημα" ώστε να ιδρύεται ο παραπάνω λόγος, αλλά ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση , στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος (ΑΠ 8/2017) .

Κατά την έννοια του άρθρου 560 αριθ.. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ ,η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 64/2017,ΑΠ 401/2018). Πρέπει, συναφώς, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποία συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση . Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, ο οποίος προκύπτει απ' αυτά που το δικαστήριο, εσφαλμένα, χρησιμοποίησε (ΑΠ 64/2017, ΑΠ 401/2018).

Επίσης, κατά το άρθρο 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη , που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε , είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδική και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992).

Για να είναι δε ορισμένος ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων,ο συγκεκριμένος κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεχθεί αν υπάρχει σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών (ΑΠ 766/2017, ΑΠ 601/2011).

Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, κατ' ορθή εκτίμηση, από τον αριθ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚπολΔ, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο), της έλλειψης νόμιμης βάσης, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δέχθηκε,ως προς την κυριότητα των αναιρεσιβλήτων στο επίδικο τμήμα του ακινήτου (των 67,35 τμ που έγινε δεκτό και όχι των 68 τμ.): 1) ότι δυτικά το οικόπεδο των αναιρεσιβλήτων συνορεύει με "βράχο" σύμφωνα με τον τίτλο 2) ότι πριν από την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών στο οικόπεδο των αναιρεσειόντων, αυτοί έκαναν "εκβραχισμό", 3) ότι για "τμήμα" του ως άνω "βράχου" αντιδικούν οι διάδικοι 4) ότι οι αναιρεσίβλητοι είχαν φυτεύσει "αμυγδαλιές" στο επίδικο τμήμα , "που αποτελεί βράχο" και ασκούσαν πράξεις νομής, περιέχουσα έτσι "ανεπαρκέστατες και αντιφατικές αιτιολογίες", αφού δεν αιτιολογείται!α) πως είναι δυνατόν να φυτευθούν αμυγδαλιές και να γίνουν δένδρα σε "βράχο" β)ποιες πράξεις ασκούνταν στο επίδικο τμήμα , αφού ούτε αυλισμός ήταν δυνατόν να υπάρξει γ) ενώ δέχεται ότι συνορεύει το οικόπεδο των αναιρεσιβλήτων δυτικά "με βράχώδη έκταση" αντιφατικά δέχεται επίσης ότι το τμήμα του οικοπέδου τους εμπεριέχει "βράχο" δ) δεν αιτιολογεί πως κατέστη δυνατή η μέτρηση του "υψηλού και επικλινούς βράχου", ώστε να προκύψει το εμβαδόν του επίδικου τμήματος.

Ο λόγος αυτός, όπως διατυπώνεται, είναι προεχόντως απαράδεκτος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο η συγκεκριμένη ουσιαστική διάταξη (ο κανόνας δικαίου) , που παραβιάστηκε , πέραν του ότι με αυτόν πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου. Με το έκτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, κατ' ορθή εκτίμηση, από τον αριθ. 1 εδ.β του άρθρου 560 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθ. 1 εδ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως αναφέρεται), για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, που συνίσταται στο ότι "με το να δεχεί η προσβαλλόμενη ότι το επίδικο τμήμα αποτελούσε βράχο και είχαν φυτευθεί αμυγδαλιές, εσφαλμένα υπήγαγε στις περί νομής διατάξεις 974 ε. 1041 ΑΚ, αφού δεν νοείται κατά την κοινή αντίληψη και εμπειρική πραγματικότητα άσκηση διακατοχικών πράξεων (φύτεμα δένδρων) επί βράχου, αφού είναι παγκοσμίως γνωστό ότι ο βράχος δεν έχει χωμάτινο υπόστρωμα".

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, προεχόντως, διότι τα αναφερόμενα σε αυτόν, ως διδάγματα κοινής πείρας πραγματικά περιστατικά, παρεκτός του ότι δεν συγκροτούν την έννοια τέτοιων διδαγμάτων, δεν αφορούν την ερμηνεία ή την εφαρμογή κανόνων ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών περιστατικών σε αυτούς, αλλά αναφέρονται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας , η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου,• σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠοΛΔ,όπως ισχύει, και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες που ηττήθηκαν, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ,κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό .

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-5-2018 αίτηση των 1) Π. Χ.Κ. και 2) Δ. Χ. Κ. για αναίρεση της 11/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, που δίκασε ως Εφετείο.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ