Legislator Case Law & Legislation
1666/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment due to lack of evidence and procedural violations.

Case Number 1666/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed against the final judgment of the First Instance Court of Thessaloniki. The appellant argued that the lower court failed to properly evaluate evidence and apply the law, but the court found these claims baseless. The decision was grounded in the absence of proof for the appellant's assertions and the lower court's correct reliance on sworn statements and documents.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 106 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellate court's decision is based on a correct evaluation of evidence without procedural violations.

Keywords

AI generated
appeal admissibility burden of proof evidence evaluation procedural violation final judgment court costs administrative contract

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Code of Civil Procedure
Article 45 of Law 4607/2019

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1666 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1666/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Ευτύχιο Νικόπουλο και Βαρβάρα Πάπαρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Π. του Μ., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΘΕΡΜΑΪΚΟΥ", που εδρεύει στην Περαία Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λέανδρο Παπαγιάννη που ανακάλεσε την από 18/1/2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε ο δικηγόρος Παύλος Μπίκας, ο οποίος ανακάλεσε την από 27/10/2023 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο ως άνω αναιρεσείων Χ. Π. του Μ. απεβίωσε στις .../2023 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό .../2023 ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου του Δήμου Θεσσαλονίκης, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού α) Μ. Π. του Χ., β) Ε. Π. του Χ., γ) Ι. Π. του Χ., δ) Ε. χήρας Χ. Π., το γένος Κ. Β., κάτοικοι ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/12/2017 αγωγή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10977/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 295/2022 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28/3/2022 αίτηση.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 28-3-2022 αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθ. 295/2022 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε τύποις και ουσία δεκτή η από 8-11-2019 έφεση του εκκαλούντος/αναιρεσιβλήτου Ο.Τ.Α. κατά της πρωτόδικης υπ' αριθ. 10977/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εξαφανίστηκε αυτή, έγινε εν μέρει δεκτή η από 21-12-2017 αγωγή του ενάγοντος (αναιρεσείοντος) κατά του εναγομένου (αναιρεσιβλήτου) και υποχρεώθηκε ο τελευταίος να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 70.473,88 ευρώ νομιμοτόκως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής με επιτόκιο 6% για το χρονικό διάστημα από 27-12-2018 έως την 30-4-2019 και με επιτόκιο υπολογιζόμενο σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθ. 45 παρ.1 του ν. 4607/2019 για το διάστημα από 1-5-2019 έως την πλήρη εξόφληση, αντί του πρωτοδίκως επιδικασθέντος σ'αυτόν ποσού των 82.910,44 ευρώ νομιμοτόκως, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από τον εν μέρει ηττηθέντα ενάγοντα/εφεσίβλητο κατά του εναγομένου/εκκαλούντος, δεδομένου ότι δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία δημοσιεύθηκε στις 11-2-2022 και η αίτηση για την αναίρεσή της κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης την 1-4-2022 με το νόμιμο παράβολο (άρθ. 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3 ΚΠολΔ).

Είναι, συνεπώς, αυτή παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Μετά την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και, ειδικότερα, στις ...-2023, απεβίωσε στην Πυλαία Θεσσαλονίκης ο αναιρεσείων. Οι εγγύτεροι συγγενείς και μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Ε.

Π., Ε. Π., Ι. Π. και Μ. Π., σύζυγος και τέκνα του αντιστοίχως, όπως προκύπτει από τα με επίκληση προσκομιζόμενα από τους ίδιους δημόσια έγγραφα, με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου τους Παύλου Μπίκα, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου, γνωστοποίησαν νόμιμα το θάνατο του πιο πάνω άμεσου καθολικού δικαιοπαρόχου τους και την εν συνεχεία εκούσια στο όνομά τους επανάληψη της δίκης, που διακόπηκε βίαια, η οποία πλέον συνεχίζεται νόμιμα από τους ίδιους (άρθ. 286, 287, 290 ΚΠολΔ).

Kατά το άρθρο 904 ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννάται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Με την διάταξη αυτή παρέχεται μία ενιαία γενική αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού με κοινές για όλες τις περιπτώσεις προϋποθέσεις (α) την ύπαρξη πλουτισμού του υποχρέου, (β) την επέλευση αυτού σε βάρος άλλου και δη του φορέα της αξιώσεως, (γ) το αδικαιολόγητο του πλουτισμού, με την έννοια της ελλείψεως νόμιμης αιτίας και (δ) την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ του πλουτισμού του υποχρέου και της επιβαρύνσεως του δικαιούχου.

Ως πλουτισμός νοείται κάθε βελτίωση της περιουσιακής καταστάσεως του υποχρέου, η οποία πραγματώνεται είτε με θετική επαύξηση της περιουσίας του είτε με αποθετική με τη μορφή της αποφυγής της ελαττώσεώς της. Για την εξεύρεση του πλουτισμού συγκρίνεται η πριν και η μετά την περιουσιακή μετακίνηση κατάσταση της περιουσίας του υποχρέου, οριοθετούμενη παράλληλα κατ' ανώτατο όριο από τη ζημία του φορέα της αξιώσεως, ως προσδιοριστικό στοιχείο του πραγματικού πλουτισμού του υποχρέου.

Εξάλλου το άρθρο 908 εδ.1 ΑΚ, κατά τους ορισμούς του οποίου ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε από αυτό, επιβάλλει κατ' αρχήν στον λήπτη να αποδώσει αυτούσιο τον πλουτισμό. Η υποχρέωση αυτή δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να εκπληρωθεί, πλην άλλων, και στην περίπτωση παράδοσης στον λήπτη αναλωσίμων βάσει άκυρης, λόγω μη τήρησης του απαιτούμενου τύπου, συμβάσεως πωλήσεως, όταν τα αναλώσιμα αυτά υλικά χρησιμοποιήθηκαν και αναλώθηκαν ήδη, με συνέπεια την αδυναμία αυτούσιας αποδόσεώς τους.

Στην περίπτωση αυτή ο πλουτισμός συνίσταται στην δαπάνη που ο λήπτης εξοικονόμησε, ίση με το τίμημα που θα κατέβαλε για την αγορά ίδιων υλικών σε άλλο πωλητή, με τον οποίο θα κατάρτιζε έγκυρη σύμβαση (ΑΠ 243/2021, ΑΠ 1102/2018, ΑΠ 361/2010, ΑΠ 589/2006). Κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της αξίας του πλουτισμού είναι ο χρόνος περιέλευσής του στο λήπτη.

Οι μετά το χρόνο αυτό αυξομειώσεις της αξίας του πλουτισμού δεν λαμβάνονται υπόψη, μπορεί όμως να αποδείξει ο λήπτης ότι η αξία του πραγματικού και συγκεκριμένου πλουτισμού είναι χαμηλότερη. Η προσφορότητα της αιτιότητος λαμβάνεται υπόψη στην περίπτωση που ο πλουτισμός ή η ζημία θα μπορούν να διαπιστωθούν μόνο με υποθετικές σκέψεις (πιθανολόγηση πλουτισμού με την μορφή αποφυγής δαπάνης που αλλιώς θα γινόταν), εφαρμοζομένης αναλόγως της διάταξης του άρθ. 298 εδ.2 ΑΚ.

Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αποτελεί δε μέσο διασφαλίσεως του συζητητικού συστήματος (άρθ.106 ΚΠολΔ) και της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως (ΟλΑΠ 13/1995).

Ως "πράγματα", κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997). Αποτελούν "πράγματα" και άρα αν δεν ληφθούν υπόψη ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος, μεταξύ άλλων, η κύρια ή επικουρική βάση της αγωγής και τα προς θεμελίωση αυτών και των επί μέρους αιτημάτων περιστατικά, τοιαύτα συγκροτούντα ένσταση κατ'ορθό νομικό χαρακτηρισμό (ΟλΑΠ 25/1995, ΑΠ 1573/2006, ΑΠ 837/2019), τα προς θεμελίωση ουσιαστικών ή δικονομικών ενστάσεων ή αντενστάσεων (άρθ.262,338 ΚΠολΔ) περιστατικά, οι λόγοι εφέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς ή η άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (ΟλΑΠ 11/1996).

Δεν αποτελούν, όμως, "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αν δεν ληφθούν υπόψη, μεταξύ άλλων, και η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 469/1984), έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων (ΟλΑΠ 3/1997), οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί, περιστατικά επουσιώδη, που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις, ή τα περιστατικά, που προκύπτουν από αυτές, ή τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1573/2006).

Περαιτέρω, ως αίτηση αφεθείσα αδίκαστη νοείται κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ όχι οποιαδήποτε αίτηση, υποβληθείσα από τους διαδίκους κατά τη διαδρομή της δίκης, αλλά μόνο εκείνη που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία. Έτσι, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του ενστάσεις, αντενστάσεις, ή να αποφανθεί επί κάθε είδους αυτοτελών ισχυρισμών που αποτελούν πράγματα υπό την έννοια του άρθρου 559 αριθ.8 του ΚΠολΔ, δεν θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά εκείνο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου.

Επίσης δεν καθιδρύεται λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 9 αν η απόφαση περιέχει διάταξη στο διατακτικό, αλλά παραλείφθηκε η αιτιολογία (ΑΠ 1892/2009, ΑΠ 2149/2009, ΑΠ 1486/1997, ΑΠ 956/1996). Ο λόγος από τον αριθ. 9 ιδρύεται σε τρείς περιπτώσεις. Αν το δικαστήριο: α)επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, β)επιδίκασε περισσότερο από ό,τι ζητήθηκε, γ) άφησε αδίκαστη αίτηση του αναιρεσείοντος.

Αποτελεί κύρωση της διαθετικής αρχής και του συστήματος συζητήσεως, αλλά και του δικαιώματος ακροάσεως, στην τρίτη δε περίπτωση υπαγορεύεται και από τη θεμελιώδη αρχή της αποφυγής της αρνησιδικίας. Αφορά σφάλμα της απόφασης ως προς τις αιτήσεις των διαδίκων, ενώ ο λόγος από τον αριθ. 8 σφάλμα ως προς τους ισχυρισμούς.

Είναι όμως δυνατόν το ίδιο σφάλμα να πληροί το πραγματικό και των δύο λόγων, όπως όταν το εφετείο, μετά την εξαφάνιση της εκκκαλουμένης, απορρίπτει εσφαλμένως αγωγικά αιτήματα που είχαν γίνει δεκτά πρωτοδίκως και δεν προσβλήθηκαν με έφεση (ΑΠ 1590/2008) ή όταν παραλείψει να ερευνήσει λόγο έφεσης για μη εξέταση από το πρωτοδικείο της επικουρικής βάσης (ή της περιεχόμενης στην αγωγή μερικότερης αξίωσης) και δεν ερευνήσει τη βάση (ή την αξίωση) αυτή (ΑΠ 703/2011, ΑΠ 869/2018).

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι ενώ ο αναιρεσίβλητος δεν προέβαλε, τόσον πρωτοδίκως, όσον και με την έφεσή του τον ισχυρισμό ότι οι αιτούμενες τιμές για τα πωληθέντα ανταλλακτικά και οι αιτούμενες αμοιβές για τις παρασχεθείσες εργασίες δεν ήταν αυτές που ο ίδιος θα κατέβαλε αν την αντίστοιχη σύμβαση κατάρτιζε εγκύρως, δηλαδή στα πλαίσια μειοδοτικού διαγωνισμού, αφού στην περίπτωση αυτή θα υπήρχε χαμηλότερη κοστολόγηση από τον ανάδοχο που θα αποδεικνυόταν μειοδότης, η προσβαλλομένη εσφαλμένα διέλαβε ότι στον τρίτο λόγο της από 8-11-2019 έφεσης του αναιρεσιβλήτου υπήρχε τέτοιος ισχυρισμός, τον έκανε δεκτό και μείωσε το επιδικασθέν σ' αυτόν πρωτοδίκως ποσό κατά 15% ήτοι από 82.910,44 ευρώ σε 70.473,88 ευρώ.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος διότι τα ως άνω επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα δεν αποτελούν "πράγματα" υπό την εκτεθείσα στη μείζονα σκέψη έννοια, αλλά επιχειρήματα του αναιρεσιβλήτου που αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων. Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 9 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, καθώς μείωσε το αιτούμενο με την αγωγή και πρωτοδίκως επιδικασθέν στον αναιρεσείοντα ποσό των 82.910,44 ευρώ κατά 15%, προσδιορίζοντας αυτό στο ποσό των 70.473,88 ευρώ.

Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι αυτή διέλαβε, κατά το ενδιαφέρον τον ερευνώμενο εδώ αναιρετικό λόγο τμήμα της, τα ακόλουθα: "Συνακόλουθα, το συνολικό ποσό που προκύπτει από την άθροιση των προαναφερθέντων επιμέρους ποσών ανέρχεται σε 82.910,44 ευρώ (καθαρή αξία ανταλλακτικών και υπηρεσιών + ΦΠΑ 24% κατά το ισχύον, κατά τον χρόνο έκδοσης των φορολογικών παραστατικών, ποσοστό του φόρου αυτού).

Περαιτέρω, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας που αυτεπάγγελτα λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο, εάν ο εναγόμενος Δήμος ανέθετε την προμήθεια των ίδιων υλικών και την παροχή των ίδιων υπηρεσιών κατά τον κρίσιμο χρόνο του έτους 2012 και στον ίδιο τόπο, σε άλλο πρόσωπο με τα ίδια προσόντα και επαγγελματικές δυνατότητες με τον ενάγοντα, με την σύναψη, όμως, έγκυρης σύμβασης που θα ακολουθούσε την νόμιμη διαδικασία του μειοδοτικού διαγωνισμού, είναι απολύτως βέβαιο ότι οι τιμές που θα προσφέρονταν από τους συμμετέχοντες θα περιείχαν έκπτωση ποσοστού 15% επί των αντίστοιχων συνηθισμένων τιμών, προκειμένου να κατορθώσουν να αναδειχθούν μειοδότες του σχετικού διαγωνισμού.

Συνακόλουθα, με την παροχή των υπηρεσιών συντήρησης - επισκευής των οχημάτων που προαναφέρθηκαν και την πώληση των αναγκαίων ανταλλακτικών - αναλώσιμων που χρησιμοποιήθηκαν προς τούτο από τον ενάγοντα στον αντισυμβαλλόμενο του Δήμο στο πλαίσιο της ένδικης άκυρης συμβάσεως, χωρίς την καταβολή της σχετικής αμοιβής και του αντίστοιχου τιμήματος πώλησης, ο τελευταίος πράγματι κατέστη πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντας.

Η ωφέλειά του, όμως, η οποία συνίσταται στη χρηματική αξία των παρασχεθεισών υπηρεσιών και στο τίμημα των πωληθέντων υλικών και στην αντίστοιχη δαπάνη που εξοικονόμησε ο εναγόμενος, στην οποία αυτός θα υποβαλλόταν, αν την εκτέλεση των ίδιων υπηρεσιών και την προμήθεια των ίδιων ανταλλακτικών ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες με τον ενάγοντα, ανέρχεται στο ποσό των 70.473,88 ευρώ, όπως αυτό σχηματοποιείται αφού στο άνω συνολικό ποσό των 82.910,44 ευρώ εφαρμοσθεί η μείωση, ποσοστού 15%, που θα επιτυγχανόταν υπέρ του εναγόμενου στην περίπτωση σύναψης αντίστοιχου περιεχομένου έγκυρης σύμβασης.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, σε αντίθεση με τις παραδοχές του παρόντος Δικαστηρίου, δέχθηκε ότι η ωφέλεια, που χωρίς νόμιμη αιτία αποκόμισε ο εναγόμενος Δήμος από την υλοποίηση της άκυρης σύμβασης, την οποία και πρέπει να αποδώσει στον ενάγοντα, ανέρχεται στο υπέρτερο ποσό των 82.910,44 ευρώ, στο οποίο αυτός κοστολόγησε, το έτος 2017, τις παρασχεθείσες υπηρεσίες και τα πωληθέντα ανταλλακτικά που προσέφερε και πώλησε αντίστοιχα το έτος 2012, έσφαλε περί την εκτίμηση και αξιολόγηση του οικείου αποδεικτικού υλικού, όπως βάσιμα παραπονείται ο εναγόμενος με τον 3° λόγο της έφεσής του.

Μετά ταύτα, δεκτού γενομένου ως ουσιαστικά βάσιμου του άνω λόγου του εφετηρίου, πρέπει η έφεση να γίνει δεκτή και ως βάσιμη από ουσιαστική άποψη, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση και να δικαστεί η αγωγή, να γίνει αυτή μερικά δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος Δήμος να καταβάλει στον αντίδικό του ενάγοντα το ποσό των 70.473,88 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους από την επόμενη ημέρα από την επίδοση της αγωγής".

Το Εφετείο μετά από συνεκτίμηση όλων των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, κατέληξε στην κρίση ότι η ωφέλεια του αναιρεσιβλήτου, η οποία συνίσταται στην αξία των παρασχεθεισών υπηρεσιών και στο τίμημα των πωληθέντων υλικών και στην αντίστοιχη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν αν την εκτέλεση των ίδιων υπηρεσιών και την προμήθεια των υλικών ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, που θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα με τον αναιρεσείοντα, ανέρχεται στο ποσό των 70.473,88 ευρώ, δεχόμενο εν μέρει την ένδικη αγωγή.

Επομένως, το Εφετείο δεν επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, αλλά το αγωγικό αίτημα έγινε δεκτό εν μέρει για μικρότερο από το αιτούμενο ποσό. Κατά συνέπεια, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 520 παρ. 1, 495 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της εφέσεως πρέπει να περιέχει, πλην των κατά τα άρθρα 115 - 120 ΚΠολΔ απαιτουμένων στοιχείων, και τους λόγους της εφέσεως, οι οποίοι συνίστανται σε αιτιάσεις κατά της εκκαλούμενης αποφάσεως, αναφερόμενες, είτε σε παραλείψεις του εκκαλούντος, είτε σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Οι λόγοι εφέσεως πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι καθοριζομένων μετά πληρότητος των αιτιάσεων που αποδίδονται στην εκκαλούμενη απόφαση, ώστε να δύναται ο δικαστής να κρίνει περί του νομίμου και βασίμου αυτών. Η αοριστία του λόγου εφέσεως δεν δύναται να συμπληρωθεί με τις προτάσεις, ούτε να αναπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα δικόγραφα και αυτής ακόμα της δίκης (ΑΠ 77/2003, ΑΠ 692/2012).

Αν οι αποδιδόμενες στην πρωτόδικη απόφαση πλημμέλειες συνίστανται στην εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ο σχετικός λόγος της έφεσης επαρκώς προσδιορίζεται από τη μνεία στο εφετήριο ότι συνεπεία της εσφαλμένης εκτίμησης των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων οδηγήθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, χωρίς να απαιτείται να εξειδικεύονται τα σφάλματα περί την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού το Εφετείο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, επανεκτιμά από την αρχή την ουσία της υπόθεσης και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού της εκκαλούμενης απόφασης (ΑΠ 712/2023, ΑΠ 738/2013, ΑΠ 2051/2013, ΑΠ 399/2012, ΑΠ 1701/2009, ΑΠ 2008/2009).

Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 527 ΚΠολΔ ορίζεται ότι: "είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την κατάθεση των προτάσεων, 3) λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, 4) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία αυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, 5) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και 6) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου.

Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Από την ανωτέρω διάταξη συνάγεται ότι στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται για πρώτη φορά η προβολή των ισχυρισμών αυτών μόνο αν συντρέχουν οι προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο προτείνων αυτές διάδικος (ΑΠ 536/2017, ΑΠ 105/2017, ΑΠ 9/2014).

Η διάταξη αυτή αναφέρεται στους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, όπως ενστάσεις, αντενστάσεις, επαντενστάσεις κλπ. και δεν περιλαμβάνονται θεμελιωτικά της αγωγής πραγματικά περιστατικά, οι μη αυτοτελείς ισχυρισμοί, όπως είναι τα πραγματικά επιχειρήματα και η άρνηση (απλή ή αιτιολογημένη) της ιστορικής βάσεως της αγωγής (ΑΠ 1152/2009, ΑΠ 1554/2010), ο νομικός χαρακτηρισμός και η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (ΑΠ 778/2009) κλπ.

Κατά το άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο "αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο αυτού σκέλος, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια εκ του αριθ. 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν κήρυξε ως απαράδεκτο τον τρίτο λόγο της έφεσης του αναιρεσίβλητου, με τον οποίο πρόβαλε το πρώτον τον ισχυρισμό πως δεν είχαν πολυετή συνεργασία και πριν το έτος 2012 και ότι ήταν αδύνατο να διατυπώσει επιφυλάξεις για κάποιο παραστατικό από αυτά που περιλαμβάνονται στην αγωγή.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον τα όσα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι υποστήριξε ο αναιρεσίβλητος με τον ως άνω λόγο έφεσης δεν συνιστούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς αλλά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής. Με το δεύτερο σκέλος του ως άνω λόγου αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο έπρεπε να απορρίψει τον τρίτο λόγο έφεσης ως απαράδεκτο λόγω ποσοτικής/ποιοτικής αοριστίας.

Από την παραδεκτή επισκόπηση του 3ου λόγου εφέσεως του αναιρεσιβλήτου προκύπτει ότι αυτός εκθέτει τα εξής: "α) Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κακώς εκτίμησε τα αποδεικτικά μέσα σε σχέση με τα προβαλλόμενα στην αγωγή του αντιδίκου. Συγκεκριμένα σε τρία σημεία της πρωτόδικης απόφασης, εκ των οποίων τα δύο στο τμήμα των αποδειχθέντων γεγονότων παρατίθεται λανθασμένα ότι έγινε προφορική σύμβαση με τον Δήμο τον Νοέμβριο του 2017.

Το ανωτέρω γεγονός είναι τελείως εσφαλμένο όπως προέκυψε, διότι στο δικόγραφο της αγωγής αναφέρθηκε ότι η σύναψη έγινε το 2012, στους δε πίνακες που παρατέθηκαν στην συνέχεια στο κείμενο της αγωγής του αντιδίκου εμφαίνονται ημερομηνίες μόνο κατά την διάρκεια του έτους 2012. Στην ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα αποδείξεως γίνεται αναφορά επίσης για την έλλειψη γραφείου κινήσεως του Δήμου κατά το έτος 2012 και ανάθεση των εργασιών προφορικά κατά την διάρκεια του έτους εκείνου.

Ενώ, λοιπόν, από όλα τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι οι συμβάσεις έγιναν με κατάρτιση τους κατά την διάρκεια του έτους 2012, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κακώς και άλλως εσφαλμένως δέχθηκε ότι αυτές καταρτίστηκαν τον Νοέμβριο του 2017, πράγμα που καθεαυτό συνιστά κακή εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων. β) Ωστόσο το ανωτέρω γεγονός επιδρά περαιτέρω στην κακή εκτίμηση των αποδείξεων και στην εκτίμηση με ελλιπές επαγωγικό σκεπτικό και οδηγεί σε εσφαλμένο πόρισμα σε άλλο σημείο της απόφασης.

Διότι στην συνέχεια το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κακώς δέχθηκε ότι η αμοιβή των προσφερόμενων εργασιών του ενάγοντας συμφωνήθηκε με τον εναγόμενο να ανέρχεται στις συνηθισμένες τιμές για ανάλογες εργασίες. Η απόφαση συνήγαγε το ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα από την "επί πολλών ετών συνεργασία μας" (6° φύλλο όπισθεν), που σε επόμενο σημείο του συλλογισμού (ίδια σελίδα) γίνεται παράθεση ότι "ιστορείται από το 2012".

Ωστόσο οι επίδικες συμβάσεις στην αγωγή καταρτίστηκαν μόνο το έτος 2012, οπότε και δεν διέδραμε χρόνος που θα μπορούσε να θεμελιώσει την "πολυετή" συνεργασία.

Περαιτέρω βασίστηκε η κρίση στην μη διατύπωση επιφύλαξης στην τιμολόγηση των προφορικών υπηρεσιών που έγινε με πάρα πολύ μεγάλη χρονική απόσταση (ομοίως στην ίδια σελίδα παρακάτω). Η κρίση αυτή όμως είναι εσφαλμένη, διότι ήταν αδύνατο ο Δήμος να διατυπώσει επιφυλάξεις για εργασίες και ανταλλακτικά του 2012, όταν εκδόθηκαν τιμολόγια πέντε έτη αργότερα.

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι κακώς η πρωτόδικη απόφαση εκτίμησε τις αποδείξεις και σε σφάλμα υπέπεσε, δεχόμενη ότι η αμοιβή των προσφερόμενων υπηρεσιών του ενάγοντα συμφωνήθηκε στις συνηθισμένες από την πολυετή συνεργασία μας τιμές. Ακολούθως για τους παραπάνω δύο λόγους κακής εκτίμησης των αποδείξεων πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση μας και να επανακριθεί η ένδικη υπόθεση".

Με το ως άνω περιεχόμενο ο τρίτος λόγος της έφεσης επαρκώς προσδιορίζεται από την μνεία στο εφετήριο ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατέληξε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, συνέπεια κακής εκτίμησης των αποδεικτικών μέσων, εξειδικεύοντας μάλιστα και τα επιμέρους σφάλματα περί την εκτίμηση των αποδείξεων (ως προς το χρόνο καταρτίσεως των επίδικων συμβάσεων και ως προς τις συμφωνηθείσες τιμές των προσφερόμενων υπηρεσιών).

Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο λόγος εκ του αριθ. 10 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, όπου η έννοια του όρου "πράγματα" είναι η ίδια όπως και στο λόγο εκ του αριθ. 8, αναφέρεται όχι στην επίκληση, όπως στον αριθ. 8, αλλά στην απόδειξη των πραγματικών ισχυρισμών και αποτελεί κύρωση της παράβασης του πρώτου σκέλους του άρθ. 106 ΚΠολΔ.

Ο προκείμενος λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο δέχεται ότι αποδείχθηκε το ουσία βάσιμο ή αβάσιμο ορισμένου ισχυρισμού, χωρίς να προσαχθεί κανένα αποδεικτικό μέσο ή χωρίς το δικαστήριο να δέχεται, έστω και γενικά, ότι την περί αποδείξεως πεποίθησή του σχημάτισε από κάποια αναφερόμενα στην απόφαση αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 1349/2018, ΑΠ 1027/2019).

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια εκ του αριθ. 10 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αληθινά χωρίς απόδειξη ότι εάν ο εναγόμενος Δήμος ανέθετε την προμήθεια των ίδιων υλικών και την παροχή των ίδιων υπηρεσιών κατά τον κρίσιμο χρόνο του έτους 2012 και στον ίδιο τόπο, σε άλλο πρόσωπο με τα ίδια προσόντα και επαγγελματικές δυνατότητες με τον ενάγοντα, με την σύναψη όμως, έγκυρης σύμβασης που θα ακολουθούσε την νόμιμη διαδικασία του μειοδοτικού διαγωνισμού, είναι απολύτως βέβαιο ότι οι τιμές που θα προσφέρονταν από τους συμμετέχοντες θα περιείχαν έκπτωση ποσοστού 15% επί των αντίστοιχων συνηθισμένων τιμών, προκειμένου να κατορθώσουν να αναδειχθούν μειοδότες του σχετικού διαγωνισμού.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι από την πληττόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη την υπ' αριθ. 934/2018 ένορκη βεβαίωση του Δ. Μ. και τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδικότερη αναφορά στην απόφαση, χωρίς να παραλείπεται κανένα για την ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης, καθώς και τη συναγόμενη από την μη ειδική αμφισβήτηση ομολογία του εναγομένου από τα αποδεικτικά έγγραφα που προσκόμισε και επικαλέστηκε ο ενάγων.

Μη υπάρχοντος ετέρου προς έρευνα λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί αυτή, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 αριθ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου ΟΤΑ κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος, που υπέβαλε αυτό με τις, ενώπιον του Αρείου Πάγου προτάσεις του (άρθρα 106, 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 281 § 2 Ν. 3463/2006 (ΑΠ 607/2018, ΑΠ 1996/2014, ΑΠ 590/2011), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-3-2022 αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθ. 295/2022 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου εκ ποσού οκτακοσίων (800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιουλίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ