Legislator Case Law & Legislation
590/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against first-instance judgment on labor contract classification and procedural deadlines.

Case Number 590/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Municipality of Syros-Ermoupolis's appeal against the first-instance judgment regarding the classification of employment contracts. The lower court found that successive fixed-term contracts were actually indefinite-term employment contracts due to the employees' continuous dependence and the municipality's permanent needs, ruling the initial contracts were a sham to evade labor laws. The Court upheld this substantive finding and rejected the appeal on procedural grounds, noting the appeal was filed outside the extended thirty-day deadline because it was submitted during the judicial summer break.

Legislator headnote

AI generated

Article 11 of the Code of Laws on Public Law; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure: The appeal period is suspended during judicial holidays, and a finding that successive fixed-term contracts constitute a single indefinite-term employment relationship based on objective dependence prevails over the formal contract labels.

Keywords

AI generated
procedural deadline suspension judicial summer break successive fixed-term contracts indefinite-term employment labor law abuse public law employment contract classification

Cited Legislation

AI generated
Article 11 of the Code of Laws on Public Law (K.D. 26.6/10.7.1944)
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 281 of Law 3463/2006
Articles 648 et seq. of the Civil Code
Article 6 of Law 765/1943
Article 578 of the Code of Civil Procedure
Article 8 of Law 2112/1920
Articles 103 §§ 7 and 8 of the Constitution
Article 31 of Law 3013/2002
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 590 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 590/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 8η Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΣΥΡΟΥ- ΕΡΜΟΥΠΟΛΗΣ" που εδρεύει στη Ερμούπολη Σύρου και εκπροσωπείται νόμιμα, όπως μετονομάσθηκε ο "ΔΗΜΟΣ ΑΝΩ ΣΥΡΟΥ". Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Σαφαρή ,ο οποίος και δήλωσε την μετονομασία του "Δήμου Άνω Σύρου" με έδρα την Άνω Σύρο σε "Δήμος Σύρου - Ερμούπολης" με έδρα την Ερμούπολη Σύρου.

Των αναιρεσίβλητων: 1)Κ. Α. του Μ. Ε. και 2) Ι. Ρ. του Μ., κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια Δικηγόρο τους Μαρία Ασημακοπούλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 42/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 7-9-2006 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 7-01-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων την απόρριψη, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη .

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 11 του Κ.Δ/τος της 26.6/10.7.1944 "περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", η οποία εφαρμόζεται και στους ΟΤΑ και εξακολουθεί να ισχύει και μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ, η προθεσμία της αναιρέσεως, που είναι τριάντα ημέρες, αναστέλλεται κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, δηλαδή από 1η Ιουλίου έως 15 Σεπτεμβρίου. Η προσβαλλόμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου επεδόθη την 9-6-2006 και κατέστη τελεσίδικη την 9-7-2006. Επομένως, μη υπολογιζομένου του χρονικού των δικαστικών διακοπών, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, που κατατέθηκε την 22-9-2006, ασκήθηκε εμπροθέσμως και όσα αντίθετα υποστηρίζονται από τους αναιρεσιβλήτους με τις προτάσεις των είναι αβάσιμα.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. Α.Κ. και 6 του Ν. 765/11943, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 Εισ. Ν.ΑΚ), συνάγεται ότι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη.

Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες και ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας του και να ασκεί έλεγχο, για τη διαπίστωση της συμμορφώσεως του εργαζομένου με αυτές. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν η διάρκεια της δεν καθορίζεται και δεν συνάγεται ούτε από το είδος ούτε από τον σκοπό της ούτε έχει συμφωνηθεί από τους συμβαλλομένους.

Αντίθετα, ορισμένου χρόνου σύμβαση εργασίας υπάρχει, όταν η διάρκεια της είναι σαφώς ορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της συμβάσεως. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 8 του Ν. 2112/1920, οι οποίες ορίζουν ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, εάν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της συμβάσεως, αλλά τέθηκε σκόπιμα, προς καταστρατήγηση των διατάξεων του νόμου αυτού, περί καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως, συνάγεται ότι ο καθορισμός της συμβάσεως εργασίας, ως ορισμένου χρόνου είναι δικαιολογημένος, όταν όχι μόνο από τη σύμβαση, αλλά και από το είδος και τον σκοπό της εργασίας, έχει αυτή τον χαρακτήρα συμβάσεως ορισμένου χρόνου, όταν δηλαδή οι ιδιαίτερες συνθήκες απασχόλησης του μισθωτού και λειτουργίας της επιχειρήσεως επιβάλλουν τον χαρακτηρισμό αυτό.

Διαφορετικά, η σύμβαση, έστω και αν χαρακτηρίζεται από τα μέρη, ως "ορισμένου χρόνου", φέρει "εν τοις πράγμασι" τον χαρακτήρα αορίστου χρόνου. Ο χαρακτηρισμός, εξάλλου, μια συμβάσεως εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ως ορισμένου η αορίστου ανήκει στη δικαιοδοσία του δικαστηρίου, το οποίο θα κρίνει σχετικά, με βάση τα περιστατικά, τα οποία θα προκύψουν από την αποδεικτική διαδικασία.

Περαιτέρω, με τη μεταβατικού χαρακτήρα, διάταξη του άρθρου 11 του Π.Δ.164/2004, με το οποίο (Διάταγμα) έγινε η προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας, "όσον αφορά στο προσωπικό του δημοσίου και του ευρύτερου δημοσίου τομέα, προς τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70ΕΚ του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου, που έχει συναφθεί μεταξύ των διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα" προβλέπονται (μεταξύ άλλων) τα εξής: "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του παρόντος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος (19-7-2004) του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις, πέραν της αρχικής σύμβασης, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 5 του παρόντος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση, β) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου α' να έχει διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση, γ) το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον, το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός, δ) ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά, που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση.

Οι διαδοχικές συμβάσεις μειωμένου ωραρίου εργασίας συνιστούν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, συμβάσεις αορίστου χρόνου μειωμένης απασχόλησης, αντίστοιχης με την αναγραφομένη στην αρχική σύμβαση. Περαιτέρω, κατά την παρ. 5 του ίδιου άρθρου, στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις, οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος, λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις, ως την έναρξη ισχύος του παρόντος.

Η προϋπόθεση του εδαφίου α' του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει, κατά τον χρόνο λήξης της σύμβασης. Η πρόβλεψη, εξάλλου, ότι μεσολαβεί για την αναγνώριση της σχέσης ως αόριστου χρόνου διοικητική διαδικασία, δεν μπορεί να αποκλείσει στα δικαστήρια, κατά την άσκηση του υπαγορευόμενου από το Σύνταγμα δικαιοδοτικού τους έργου, την έρευνα της ύπαρξης των προϋποθέσεων που προσδίδουν στη σχετική σύμβαση ή σχέση το χαρακτήρα σύμβασης ή σχέσης εργασίας αόριστου χρόνου.

Σύμφωνα με το άρθρ. 3 περ. γ' του ΠΔ 164/2004, ως "δημόσιος τομέας" χαρακτηρίζεται αυτός που οριοθετείται "από τις διατάξεις του άρθρου 51§1 του Ν. 1892/1990 ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν...". Κατά το άρθρ. 51§1 περ. β' του Ν. 1892/1990 στον δημόσιο τομέα υπάγονται και τα ΝΠΔΔ, όπως οι ΟΤΑ Α' και Β' βαθμού, οι οποίοι σύμφωνα και με το άρθρ. 14§2 του Ν. 2190/1994 [όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο] υπάγονται στις διατάξεις του νόμου αυτού, με τις οποίες ρυθμίζεται, εκτός άλλων, η πρόσληψη προσωπικού από τον ευρύτερο δημόσιο τομέα με συμβάσεις ορισμένου χρόνου.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση το δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι προσλήφθηκαν από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα Δήμο Άνω Σύρου την 30-8-2002 με συμβάσεις έργου, όπως αυτές χαρακτηρίσθηκαν από τους συμβαλλομένους, έως την 29-2-2004 για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στο νεοσύστατο Κέντρο Εξυπηρέτησης του Πολίτη [ΚΕΠ] του Δήμου.

Στη συνέχεια οι διάδικοι κατάρτησαν νέα σύμβαση έργου με διάρκεια από 1-3-2004 έως 31-8-2004 και ακολούθως νέες εξάμηνες διάρκειας έγγραφες συμβάσεις έργου από 1-9-2005 έως 30-4-2006. Καθόλη τη διάρκεια των συμβάσεων αυτών, οι αναιρεσίβλητοι εργάσθηκαν στον αναιρεσείοντα Δήμο, απασχολούμενοι με την ενημέρωση και πληροφόρηση των πολιτών για τις ενέργειες που απαιτούνται για τη διεκπεραίωση διοικητικών υποθέσεων και με την αρωγή των τελευταίων στην έκδοση ληξιαρχικών πράξεων, διαβατηρίων, πιστοποιητικών, επιδομάτων, εκκαθαριστικών κ.λ.π.

Οι αναιρεσίβλητοι εργάζονται με μηνιαία αντιμισθία καθημερινώς από 07:00' έως 14:30' και με συγκεκριμένο πλήρες ωράριο, που καθορίσθηκε με την 1020/23-1-2003 απόφαση της Περιφέρειας Νοτίου Αιγίου. Κατά τους πρώτους μήνες της απασχόλησής των υπέγραφαν σε βιβλίο παρουσιών, το οποίο στη συνέχεια καταργήθηκε, καθώς η καταγραφή των απουσιών υποβαλλόταν ηλεκτρονικά, παρείχαν δε την εργασία τους υπό τις οδηγίες και την εποπτεία των προϊσταμένων τους Μ.-Ά.

συζ. Α. Ρ. και Ε. Φ.. Από τα παραπάνω, είπε το Δικαστήριο της ουσίας, συνάγεται ότι οι διάδικοι απέβλεπαν στην εργασία που συμφωνήθηκε να παρέχουν οι αναιρεσίβλητοι, χωρίς περαιτέρω ευθύνη για την επίτευξη με αυτών ορισμένου αποτελέσματος, οι οδηγίες δε που παρείχε ο αναιρεσείων σε αυτούς ήταν δεσμευτικές για τους τελευταίους, οι οποίοι ήταν υποχρεωμένοι να συμμορφώνονται και να δέχονται τον έλεγχο τόσο για την τήρηση των οδηγιών και εντολών όσο και για την επιμελή εκτέλεση της εργασίας.

Συνεπώς, ο χαρακτηρισμός των συμβάσεών τους ως συμβάσεων έργου δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα αλλά πρόκειται για συμβάσεις εργασίας. Επίσης, δέχθηκε το Δικαστήριο, ότι η ορισμένη διάρκεια των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσιβλήτων δεν δικαιολογείται από τη φύση, το είδος ή τον σκοπό της εργασίας που ανελλιπώς παρείχαν από 30-8-2002 χωρίς διακοπή ούτε από τις συνθήκες εργασίας των ΚΕΠ, όπως αυτές προαναφέρθηκαν, αλλά ούτε και από κάποιο αντικειμενικό λόγο, όπως είναι η προσωρινή αναπλήρωση εργαζομένου ή η εκτέλεση σωρευμένης ή παροδικού χαρακτήρα εργασίας.

Αντιθέτως, οι αναιρεσίβλητοι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δήμου στον τομέα της υποστήριξης και της παραγωγικής λειτουργίας του ΚΕΠ και όχι έκτακτες, πρόσκαιρες ή εποχικές ανάγκες του. ακόμη και το Δημοτικό Συμβούλιο του αναιρεσείοντος με την 187/2004 απόφασή του δέχθηκε κατά πλειοψηφία ότι οι διαδοχικές συμβάσεις έργου των αναιρεσιβλήτων υποκρύπτουν σχέση εξαρτημένης εργασίας.

Επομένως, κατέληξε το Μονομελές Πρωτοδικείο, ο ορθός χαρακτηρισμός των συμβάσεων των αναιρεσιβλήτων είναι εκείνος της εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και η σύναψη αλλεπάλληλων συμβάσεων έργου έγινε με πρόθεση καταστρατήγησης των διατάξεων του Ν. 2112/1920, με συνέπεια το σύνολο των διαδοχικών αυτών συμβάσεων με τον Δήμο να συνιστά μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία δεν λήγει αυτοδικαίως κατά την ημερομηνία λήξης της τελευταίας συμβάσεως αλλά εξακολουθεί να υφίσταται και μετά την εν λόγω ημερομηνία.

Με βάση τις παραδοχές αυτές δέχθηκε την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, με την οποία ζητούσαν να αναγνωρισθεί ότι συνδέονται με τον αναιρεσείοντα Δήμο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε [άρθρ. 578 του ΚΠολΔ] κατ' εφαρμογή και των προαναφερθεισών διατάξεων ουσιαστικού δικαίου του άρθρ. 11 του ΠΔ 164/2004 και του ΠΔ 180/2004, οι οποίες ίσχυαν κατά τον χρόνο που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, στο πραγματικό των οποίων εμπίπτουν και οι εν λόγω συμβάσεις, παρότι η ένδικη αγωγή δεν περιέχει μεν βάση ερειδομένη στις διατάξεις των διαταγμάτων αυτών αλλά στηρίζεται σε άλλη μη νόμιμη βάση, περιείχε όμως με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούσαν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των παραπάνω διαταγμάτων.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια της παραβίασης των διατάξεων των άρθρ. 8 του Ν. 2112/1920 και 103§§7 και 8 του Συντ., σε συνδυασμό με το άρθρ. 31 του Ν. 3013/2002 περί στελέχωσης των ΚΕΠ με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, είναι αβάσιμος.

Ο αναιρεσείων Δήμος πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα, τα οποία θα καθοριστούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρ. 281 του Ν. 3463/2006 [ΔΚΚ].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-9-2006 αίτηση του "Δήμου Άνω Σύρου" για αναίρεση της 42-ΕΙΔ/ΠΙΝ/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε εξακόσια ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 14 Απριλίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ