Legislator Case Law & Legislation
1636/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling that a death occurring after oral debate does not trigger automatic case suspension.

Case Number 1636/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a second-instance judgment, ordering them to pay the respondent's legal costs. The core issue concerned whether a party's death occurring after the oral debate automatically suspended the proceedings, rendering the final judgment void. The court held that since the death happened post-debate, the statutory suspension mechanism did not apply, and the judgment remained valid and appealable. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the appellant was ordered to bear the costs of the retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 62, 73, 286 et seq., and 313 para. 1 lit. d' and 2 of the Code of Civil Procedure; Article 35 of the Civil Code: If a party dies after the oral debate but before the final judgment, the proceedings are suspended; if death occurs after the oral debate, the judgment remains valid and subject to appeal.

Keywords

AI generated
procedural suspension death of party oral debate timing validity of judgment appeal admissibility legal costs civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Articles 62, 73, 286 et seq., and 313 para. 1 lit. d' and 2 of the Code of Civil Procedure
Article 35 of the Civil Code
Articles 176, 183 and 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1636 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1636/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Ελένη Χροναίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 18 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: εταιρείας με την επωνυμία «Β. «Ε. που εδρεύει στη Βιομηχανική Περιοχή Λάρισας, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Θεοφανίας Λυμτσιούλη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσειόντων:1)…. Κλπ που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Κρίτσανου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-4-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν η 207/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεων, η 134/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-7-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελένη Χροναίου. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 73, 286 επ. και 313 παρ. 1 εδ. δ' και 2 του ΚΠολΔ και εκείνης του άρθρου 35 του Α.Κ. προκύπτει ότι, αν κάποιος διάδικος είναι στη ζωή, κατά την έναρξη της δίκης, αποβιώσει, όμως, κατά τη διάρκεια της δίκης και μέχρι το τέλος της προφορικής συζήτησης, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις (μεταξύ των οποίων είναι και εκείνη της γνωστοποίησης του θανάτου στον αντίδικο του αποβιώσαντος) επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις, που επιχειρούνται μέχρι τη νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας, λογίζονται άκυρες, εκτός εάν ενεργήσει αυτές ο διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή.

Αν δεν γίνει η γνωστοποίηση του θανάτου, δεν επέρχεται διακοπή της δίκης, η δε οριστική απόφαση, που εκδίδεται στο όνομα ήδη αποβιώσαντος προσώπου, είναι υποστατή και μπορεί να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της έφεσης ή της αναίρεσης (Α.Π. 598/2020, Α.Π. 338/2018, Α.Π. 433/2017 Α.Π. 86/2016, Α.Π. 467/2014). Σε περίπτωση δε, που ο διάδικος αποβιώσει μετά το πέρας της προφορικής συζήτησης μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της τελευταίας, όταν δηλαδή δεν υφίσταται πλέον εκκρεμής δικαστικός αγών, δεν υπάρχει στάδιο εφαρμογής των διατάξεων περί διακοπής της δίκης.

Αν ασκηθεί ένδικο μέσο, χωρίς να δηλωθεί ο ήδη επελθών θάνατος και τούτο διαλάθει της προσοχής, με συνέπεια την έκδοση απόφασης στο όνομα ήδη αποβιώσαντος προσώπου, αυτή, εφόσον καταστεί τελεσίδικη, δεν παράγει τις έννομες συνέπειες της δικαστικής απόφασης, όπως εκτελεστότητα και δεδικασμένο (Α.Π. 533/2018, Α.Π. 147/2006).

Σε κάθε όμως περίπτωση, τα ένδικα μέσα, που ασκούνται κατά της οριστικής ή της τελεσίδικης απόφασης, επομένως, και η αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 558 εδαφ. α' του ΚΠολΔ, κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενα δε κατά του ήδη αποβιώσαντος είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση του θανάτου του αντιδίκου του με οποιονδήποτε τρόπο, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση.

Επομένως, η αναίρεση που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος, χωρίς να γνωρίζει το θάνατο ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και η συζήτησή της χωρεί νομίμως, με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, εάν αυτοί εμφανίζονται κατά την συζήτηση με την ιδιότητα αυτήν, στη θέση του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.

Α.Π. 27/1987, Α.Π. 194/2023, Α.Π. 338/2018, Α.Π. 433/2017, Α.Π. 86/2016 Α.Π. 653/2014 Α.Π. 467/2014, Α.Π. 1318/20). Ο θάνατος του διαδίκου που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά, με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης (Α.Π. 906/2020, Α.Π. 1014/2017).

Σε περίπτωση, δε, απλής ομοδικίας, ο θάνατος του απλού ομοδίκου επιφέρει βίαιη διακοπή της δίκης μόνον ως προς τον θανόντα διάδικο, ενώ ως προς τους λοιπούς απλούς ομοδίκους, η δίκη συνεχίζεται κανονικά (Α.Π. 193/2018, Α.Π. 382/2017) .

Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση από 06-07-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 26/06-07-2020 και του παρόντος Δικαστηρίου 31/2022 αίτηση αναίρεσης, απευθύνεται και κατά του τετάρτου των εναγόντων και ήδη τετάρτου των αναιρεσιβλήτων…..).

Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το σχετικό πινάκιο στην ορισθείσα δικάσιμο, που αναφέρεται στο προεισαγωγικό τμήμα της απόφασης (18-10-2022) εμφανίστηκε ο δικηγόρος Λάρισας Δημήτριος Σ. Κρίτσανος, ο οποίος, με προφορική δήλωσή του, στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και με τις έγγραφες προτάσεις του, γνωστοποίησε ότι ο ανωτέρω αναιρεσίβλητος, απεβίωσε και τη δίκη συνεχίζουν οι κληρονόμοι αυτού, σύζυγος και τέκνα του αποβιώσαντος.

Όπως προκύπτει από το από 18-10-2022 Πιστοποιητικό Θανάτου του Ληξιαρχείου του Δήμου …Αλβανίας, νόμιμα μεταφρασμένο από την Αλβανική στην Ελληνική γλώσσα, ο αναιρεσίβλητος αυτός απεβίωσε στις 07-08-2018, ήτοι μετά την έκδοση της με αριθμό 207/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, που είχε δεχθεί εν μέρει την από 10-04-2013 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 278/17-04-2013 αγωγή, ως βάσιμη κατ' ουσίαν και είχε επιδικάσει στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους τα αναγραφόμενα εκεί χρηματικά ποσά, προς αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης, που υπέστησαν από τον θανάσιμο τραυματισμό του οικείου τους ….και πριν τη συζήτηση, στις 06-12-2019 :

Ι) της από 08-09-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 232/14-9-2015 έφεσης της πρώτης των εναγομένων και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Β. Ε..Π..Ε..",

ΙΙ) της από 14-9-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 231/14-9-2015 έφεσης του πέμπτου των εναγομένων Η. Γ.. Ζ. [μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη] και

ΙΙΙ) της από 11-09-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 233/14-9-2015 έφεσης των εναγόντων και ήδη….., κατά της με αριθμό 207/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, χωρίς κατά τη συζήτηση των εφέσεων αυτών, ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου να δηλωθεί διακοπή και συνέχιση της δίκης εκ μέρους των κληρονόμων του ήδη αποβιώσαντος τετάρτου των εκκαλούντων και, ως εκ τούτου δεν επήλθε ως προς αυτόν βιαία διακοπή της δίκης, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στο οικείο μέρος της μείζονος σκέψης που προηγήθηκε. Επί των εφέσεων αυτών και της αντέφεσης, που άσκησαν με τις προτάσεις τους οι εφεσίβλητοι της υπό στοιχεία Ι έφεσης, εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών των άρθρων 664 έως 676 του ΚΠολΔ, η προσβαλλόμενη με αριθμό 134/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε αυτές (άρθρα 246 και 524 παρ. 1 εδ. δ' του ΚΠολΔ), απέρριψε την αντέφεση ως απαράδεκτη - χωρίς όμως να διαλάβει σχετική διάταξη στο διατακτικό - κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υπό στοιχεία

ΙΙ έφεσης, για τους διαλαμβανόμενους στην απόφαση αυτή λόγους και δικάζοντας ερήμην των δευτέρου και πέμπτου των εφεσιβλήτων και κατ' αντιμωλίαν των λοιπών διαδίκων την υπό στοιχεία ΙΙΙ έφεση, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν αυτήν. Ομοίως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δικάζοντας κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων την υπό στοιχεία Ι έφεση, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε αυτήν κατ' ουσίαν. Περαιτέρω, δεν προκύπτει ότι, κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα γνώριζε το θάνατο του προαναφερθέντος αναιρεσίβλητου.

Συνεπώς η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και κατά το μέρος της που στρέφεται κατά του αναιρεσίβλητου αυτού, ο οποίος είχε αποβιώσει πριν την άσκησή της, νομίμως δε με δήλωσή του πληρεξουσίου δικηγόρου παρίστανται στη δίκη και συνεχίζουν αυτή οι κληρονόμοι του και ειδικότερα οι πέμπτη, έκτος και έβδομη των αναιρεσιβλήτων ……..

οι οποίοι μάλιστα με τις παρασχεθείσες έγγραφες εξουσιοδοτήσεις τους εγκρίνουν όλες τις προηγηθείσες ενέργειες του ως άνω δικηγόρου. Δεδομένου δε ότι η αναιρεσείουσα δεν αμφισβητεί την κληρονομική ιδιότητα των κληρονόμων του ως άνω αποβιώσαντος αναιρεσίβλητου, η ημερομηνία του θανάτου του οποίου αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο Πιστοποιητικό Θανάτου, η δίκη νομίμως συνεχίζεται από τους προαναφερόμενους κληρονόμους αυτού.

Κατόπιν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 134/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της κατά νόμο διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση Δικαστηρίου στις 06-07-2020 και δεν προκύπτει η, με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, επίδοση της απόφασης αυτής, η οποία δημοσιεύθηκε στις 17-03-2020, ούτε άλλωστε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 - όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, ΦΕΚ Α' 87/23-07-2015, με έναρξη ισχύος από 01-01-2016, άρθρο 1 άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015 - 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Σημειώνεται, τέλος, ότι από τις διατάξεις των άρθρων 74, 75, 76 παρ. 1 και 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι, εκτός της περίπτωσης της συνδρομής αναγκαίας ομοδικίας, η οριστική απόφαση καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου και, συνεπώς, υπόκειται σε αναίρεση ως προς τους ομοδίκους, ως προς τους οποίους έγινε τελεσίδικη, έστω και εάν δεν έχει γίνει τελεσίδικη ως προς όλους τους ομοδίκους .

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 551/1915 "Περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχημάτων εν τη εργασία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων", όπως κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ/μα της 24.7/25.8.1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 εδ. α' του Εισ.Ν.Α.Κ., ως ατύχημα από βίαιο συμβάν, το οποίο επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής σε εργάτη ή υπάλληλο των εργασιών ή επιχειρήσεων, που αναφέρονται στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου (εργατικό ατύχημα), στις οποίες περιλαμβάνονται και τα συνεργεία και τα παντός είδους βιομηχανικά και βιοτεχνικά εργοστάσια, όπου γίνεται χρήση μηχανικών εργαλείων, για το οποίο παρέχεται δικαίωμα αποζημίωσης, κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού, θεωρείται κάθε βλάβη του σώματος ή της υγείας (περιλαμβανομένου και του θανάτου), η οποία είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, μη αναγομένου αποκλειστικά σε οργανική ή παθολογική προδιάθεση του παθόντος, το οποίο και δεν θα συνέβαινε αν δεν υπήρχε η εργασιακή σχέση και η, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, παροχή της εργασίας (Ολ.

Α.Π. 1287/1986). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 16 του ως άνω νόμου, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 914 και 932 του Α.Κ. προκύπτει ότι, χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης (ή της ψυχικής οδύνης, σε περίπτωση θανάτου) οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας.

Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 του ως άνω κωδικοποιηθέντος Νόμου 551/1915, κατά την οποία ο παθών σε εργατικό ατύχημα ή τα δικαιούμενα αντ' αυτού πρόσωπα δικαιούνται να εγείρουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση, μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία, στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών, για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τήρησης των διατάξεων αυτών, αναφέρεται μόνο στην επιδίκαση αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο, οπότε εφαρμόζονται γι' αυτή μόνο οι γενικές διατάξεις (Ολ.

Α.Π. 1117/1986 Α.Π. 246/2022, Α.Π. 910/2015, Α.Π. 876/2014, Α.Π. 938/2013). Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 του Α.Ν. 1846/1951 "Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων" συνάγεται ότι εάν ο παθών από ατύχημα, που προκλήθηκε εξαιτίας βιαίου συμβάντος, κατά την εκτέλεση της εργασίας του, υπάγεται στην υποχρεωτική ασφάλιση του Ι.Κ.Α., δηλαδή εάν το ατύχημα συνέβη στον τόπο εργασίας του, που βρίσκεται στην ασφαλιστική περιοχή του Ι.Κ.Α. (η ασφάλιση του Ι.Κ.Α.

επεκτάθηκε σε όλη την επικράτεια με το άρθρο τρίτο του Ν. 1305/1982), ανεξαρτήτως του εάν, κατά το χρόνο του ατυχήματος, ο παθών είχε πράγματι ασφαλισθεί ή όχι στο Ι.Κ.Α., ο εργοδότης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση προς αποζημίωση του εργαζομένου, δηλαδή απαλλάσσεται τόσο από την ευθύνη προς αποζημίωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του κοινού δικαίου (Αστικού Κώδικα), όσο και από την προβλεπομένη, κατά τις διατάξεις του Ν. 551/1915, ειδική αποζημίωση, ακόμη και εάν το ατύχημα οφειλόταν στο ότι δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών, σχετικών με τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων.

Μόνο αν το ατύχημα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη ή προσώπου που έχει προστηθεί από τον εργοδότη, ο τελευταίος έχει την υποχρέωση να καταβάλει στον παθόντα εργαζόμενο την, από το άρθρο 34 παρ. 2 του Α.Ν. 1846/1951, διαφορά μεταξύ του ποσού της, σύμφωνα με το κοινό δίκαιο, αποζημίωσης και του ολικού ποσού των παροχών, που, λόγω του ατυχήματος το Ι.Κ.Α., χορηγεί στον εργαζόμενο.

Η κατά τα ανωτέρω απαλλαγή του εργοδότη δεν αφορά, όμως, και την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης, κατά τις διατάξεις του κοινού δικαίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που ο παθών υπέστη από το ατύχημα (ή, σε περίπτωση θανάτου, προς αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης των συγγενικών του προσώπων), όταν το ατύχημα προκλήθηκε από πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων (Ολ.

Α.Π. 1117/1986). Επομένως, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (ή σε περίπτωση θανάτου του, οι συγγενείς του, χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης), αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων (άρθρο 922 του Α.Κ.), με την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 του Α.Κ., δηλαδή της υπαίτιας και παράνομης πράξης ή παράλειψης, συνεπεία της οποίας επήλθε αιτιωδώς η ζημία (Α.Π. 88/2018, Α.Π. 81/2013), δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του κωδικοποιηθέντος Ν. 551/1915 (Ολ.

Α.Π. 1117/1986, Α.Π. 231/2021, Α.Π. 599/2020, Α.Π. 1389/2018, Α.Π. 425/2018, Α.Π. 517/2017, Α.Π. 80/2016, Α.Π. 910/2015, Α.Π. 876/2014, Α.Π. 412/2008). Πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν, μπορεί να θεμελιωθεί και στο ότι δεν τηρήθηκαν από αυτούς οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών, που επιβάλλουν τους όρους ασφάλειας για τη διαφύλαξη της υγείας, της σωματικής ακεραιότητας και της ζωής των εργαζομένων, σύμφωνα με το άρθρο 662 του Α.Κ. (Α.Π. 1389/2018, Α.Π. 218/2018, Α.Π. 80/2016).

Τέτοιες διατάξεις είναι και αυτές των άρθρων 1, 18 παρ. 3 περ. β' και δ' και 19 παρ. ι α' του π.δ/τος 778/26-08-1980 (άρθρο 1 Υποχρεώσεις υπευθύνων έργου) "Επί εργασιών ανεγέρσεως, κατεδαφίσεως, επισκευής, διακοσμήσεως, χρωματισμού οικοδομών, ως και των εις αυτάς εκτελουμένων πάσης φύσεως μεταλλικών, μηχανουργικών, μηχανολογικών και ηλεκτρονικών εργασιών, τηρούνται υπό των κατά Νόμον υπευθύνων του έργου και αι ειδικαί διατάξεις των επομένων άρθρων (άρθρο 18 Συναρμολόγησις Στεγών παρ. 3 περ.

β' και δ'). Οσάκις επιβάλλεται η εργασία ατόμων επί της υπό κατασκευήν στέγης, δέον όπως εναλλακτικώς: α) ... β) λαμβάνεται πρόνοια προς συγκράτησιν ατόμων και υλικών διά δικτύων ή λοιπών μέσων αναστελλόντων αποτελεσματικώς την πτώσιν (προστεγάσματα ή πετσώματα) ή γ) χρησιμοποιούνται κινητοί εξώσται εργασίας ανηρτημένοι εξ ανυψωτικού μηχανήματος και δ) εις περίπτωσιν αδυναμίας εξευρύσεως ετέρας λύσεως χρησιμοποιώνται ατομικά μέσα προστασίας, ήτοι χρησιμοποιώνται ζώναι ασφαλείας διά τους επί της στέγης εργαζομένους, ως και κράνη δι' άπαντας τους έχοντας προσπέλασιν εις τον χώρον, υπό και πέριξ της υπό κατασκευήν στέγης (άρθρο 19 παρ. 1α) Εργασίαι επί στεγών.

Διά τάς εργασίας επί στεγών, ήτοι : κατασκευή επικαλύψεων, επισκευή, συντήρησις και αποξήλωσις : 1. Δέον να λαμβάνωνται τα κάτωθι κατά περίπτωσιν μέτρα ασφαλείας, ώστε να εξασφαλίζονται απολύτως οι εργαζόμενοι έναντι πτώσεως: α) Κατασκευή δαπέδων εργασίας, οσάκις χρησιμοποιείται ή ίδια στέγη ως διάδρομος ή επιφάνεια εργασίας διά την εκτέλεσιν των ως άνω εργασιών.

αα) ... ββ) Τα δάπεδα εργασίας να εδράζωνται επί των τεγίδων ή των ζευκτών της στέγης μετά ή άνευ της παρεμβολής του υλικού επικαλύψεως και να εξασφαλίζωνται δι' αγκυρώσεων έναντι ολισθήσεως. Περαιτέρω, με βάση τα άρθρα 1, 102, 103, 107 και 111 του π.δ/τος 1073/16-09-1981 (άρθρο 1 Πεδίον εφαρμογής) "Επί των πάσης φύσεως εργοταξιακών έργων αρμοδιότητος Πολιτικού Μηχανικού, συμπεριλαμβανομένων και των οικοδομικών τοιούτων, τηρούνται υπό των κατά Νόμον υπευθύνων, πέραν των διατάξεων του Π.Δ/τος της 14-3-1934 "Περί υγιεινής και ασφαλείας των εργατών και υπαλλήλων των πάσης φύσεως βιομηχανικών και βιοτεχνικών εργοστασίων, εργαστηρίων κ.λ.π." και του Π.Δ/τος 778/26.8.80 "Περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών", και αι ειδικαί διατάξεις των επομένων άρθρων" (άρθρο 102 Ατομικά μέσα προστασίας) "Εις περιπτώσεις κατά τας οποίας η προστασία των εργαζομένων δεν δύναται να εξασφαλισθή απόλυτα είτε διά της εξαλείψεως του κινδύνου, είτε διά των ομαδικών μέτρων προστασίας, διατίθενται υπό του εκτελούντος το έργον εις τους εργαζομένους ατομικά μέσα προστασίας .Τα ανωτέρω μέσα προστασίας πρέπει να προστατεύουν αποτελεσματικά από τον συγκεκριμένον κίνδυνον, να ευρίσκωνται εις αρίστην κατάστασιν, να συντηρούνται περιοδικώς, να καθαρίζωνται και να αποθηκεύωνται με επιμέλειαν ...

Όλος ο αναγκαίος εξοπλισμός ατομικής προστασίας να τίθεται εις την διάθεσιν όλων των εργαζομένων εις το εργοτάξιον και να είναι εις κατάστασιν αμέσου χρησιμοποιήσεως. Οι εκτελούντες το έργον πρέπει να φροντίζουν ώστε τα απαιτούμενα κατά περίπτωσιν ατομικά μέσα προστασίας να χρησιμοποιούνται υπό των εργαζομένων.

Οι εργαζόμενοι οφείλουν να χρησιμοποιούν τα ατομικά μέσα προστασίας εις τας περιπτώσεις κατά τας οποίας απαιτείται τοιαύτη χρήσις ... (άρθρο 103) "Οι εργαζόμενοι εις Εργοτάξια, ασχέτως απασχολήσεως, πρέπει, να φέρουν κράνη προστασίας της κεφαλής, χορηγούμενα υπό του εκτελούντος το έργον. Η χρήσις κρανών είναι υποχρεωτική" (άρθρο 107) "Ο εκτελών το έργον πρέπει να εξασφαλίζη την δυνατότητα χρήσεως των ζωνών ασφαλείας εις τας περιπτώσεις κατά τας οποίας ή χρήσις αύτη είναι αναγκαία.

Αι ζώναι ασφαλείας δεν πρέπει να επιτρέπουν την ελευθέραν πτώσιν πλέον του 1,00 μέτρου" ... (άρθρο 111) Υποχρέωσις εργοδοτών - εργαζομένων "Διά την διαρκή επίβλεψιν και επιμέλειαν της εφαρμογής του παρόντος ως και του Π.Δ/τος 778/1980 "Περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών" εις τας οικοδομικάς και εν γένει εργοταξιακάς εργασίας, παρίσταται, ανελλιπώς καθ' όλην την διάρκειαν της ημερήσιας εργασίας οι νόμω υπόχρεοι εργοδόται ή οι εκπρόσωποι τούτων.

Το προσωπικόν εκάστου συνεργείου πρέπει να επιθεωρήται τουλάχιστον άπαξ της ημέρας υπό του επικεφαλής του υπεργολάβου, άπαξ δε της εβδομάδος, υπό του εργολάβου, εφόσον έχει ειδικάς γνώσεις, ή υπό καταλλήλου εκπροσώπου του. Οι υπεργολάβοι και εργολάβοι, οφείλουν διαρκώς να καθοδηγούν τους εργαζομένους περί των, κατά φάσιν εργασίας, απαιτουμένων μέτρων ασφαλείας".

Εξάλλου, κατά τα άρθρα 1, 2 παρ. 1, 2, 4 και 7, 5, 7 παρ. 3, 4 και 8 του Ν. 1396 της 15/15-09-1983 "Υποχρεώσεις λήψης και τήρησης των μέτρων ασφαλείας στις οικοδομές και λοιπά ιδιωτικά τεχνικά έργα" (άρθρο 1) Πεδίο εφαρμογής "Οι διατάξεις του νόμου αυτού αφορούν αποκλειστικά στη λήψη και τήρηση των μέτρων ασφαλείας για την προστασία των εργαζομένων και τρίτων κατά την εκτέλεση των οικοδομικών και λοιπών τεχνικών έργων.

Οι διατάξεις του νόμου αυτού δεν εφαρμόζονται στα δημόσια έργα. (άρθρο 2) Εννοιολογικοί προσδιορισμοί "Για την εφαρμογή των διατάξεων του νόμου αυτού θεωρούνται : 1. Τεχνικό Έργο: Κάθε οικοδομή ή άλλη εργοταξιακή κατασκευή χρονικής διάρκειας, όπως ανέγερση, προσθήκη επισκευή, καθαίρεση και ηλεκτρομηχανολογική εγκατάσταση. 2.

Μέτρα ασφαλείας : Όλα τα μέτρα που αφορούν σε τεχνικά έργα και προβλέπονται από τις διατάξεις που ισχύουν εκάστοτε για την υγιεινή και ασφάλεια της εργασίας. 3. Κύριος του έργου : Ο κύριος, ο νομέας ή ο κάτοχος του ακίνητου στο οποίο εκτελείται, ύστερα από εντολή του και για λογαριασμό του, τεχνικό έργο 4.

Εργολάβος: Πρόσωπο που συμβάλλεται με μίσθωση έργου με τον κύριο του έργου και αναλαμβάνει την εκτέλεση ολόκληρου τεχνικού έργου ή τμήματός του, ανεξάρτητα από την ιδιότητα με την οποία φέρεται ασφαλισμένος σε ασφαλιστικό οργανισμό. 5. Υπεργολάβος: πρόσωπο που συμβάλλεται με μίσθωση έργου με τον εργολάβο και αναλαμβάνει την εκτέλεση ολόκληρου τεχνικού έργου ή τμήματός του, ανεξάρτητα από την ιδιότητα με την οποία φέρεται ασφαλισμένος σε ασφαλιστικό οργανισμό.

Ως υπεργολάβος θεωρείται επίσης και το πρόσωπο που συμβάλλεται με μίσθωση έργου με άλλον υπεργολάβο και αναλαμβάνει, σύμφωνα με τα παραπάνω, την εκτέλεση τεχνικού έργου ή τμήματός του. 6. Μελετητής : Πρόσωπο που με σύμβαση με τον κύριο του έργου έχει εκπονήσει τη μελέτη του τεχνικού έργου, η οποία έχει εγκριθεί από την αρμόδια αρχή, 7.

Επιβλέπων : Πρόσωπο που με σύμβαση με τον κύριο του έργου και σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις αναλαμβάνει την επίβλεψη της εφαρμογής της μελέτης και της εκτέλεσης τεχνικού έργου ή τμήματός του, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης", (άρθρο 7) Υποχρεώσεις επιβλέποντος. "Ο επιβλέπων, εκτός από τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από άλλες διατάξεις έχει και τις ακόλουθες : 1.

Να δίνει οδηγίες κατασκευής, σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, για την εκτέλεση εργασιών αντιστηρίξεων, σταθερών ικριωμάτων και πίνακα διανομής ηλεκτρικού ρεύματος. Να επιβλέπει την τήρηση των οδηγιών αυτών πριν από την έναρξη των εργασιών και περιοδικά κατά την εκτέλεσή τους, 2. ..., 3.

Να επιβλέπει την εφαρμογή της μελέτης μέτρων ασφαλείας που αναφέρεται στο άρθρο 6 του νόμου αυτού και να δίνει τις σχετικές οδηγίες. 4. Να δίνει οδηγίες σε περίπτωση σοβαρών ή επικίνδυνων έργων και εάν χρειάζεται να συντάσσει μελέτη για την προσαρμογή των προδιαγραφών των μέτρων ασφαλείας που προβλέπονται. 5.

Να υποδεικνύει εγγράφως στον κύριο του έργου, στην περίπτωση του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του παρόντος, τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας κατά περίπτωση και φάση του έργου", (άρθρο 8) " Ημερολόγιο μέτρων ασφαλείας. 1. Για τεχνικά έργα, που εκτελούνται σε πόλεις με πληθυσμό πάνω από 10.000 κατοίκους ή έχουν συμβατικό προϋπολογισμό μεγαλύτερο από αυτόν που αντιστοιχεί σε οικοδομή όγκου 1.000 κυβικών μέτρων (μ2) και εφόσον για την εκτέλεσή τους απαιτείται άδεια από την αρμόδια αρχή, τηρείται ημερολόγιο μέτρων ασφαλείας.

Το ημερολόγιο μέτρων ασφαλείας χορηγείται από την αρμόδια αρχή, φυλάσσεται στον τόπο του έργου και είναι στη διάθεση κάθε ατόμου που έχει έννομο συμφέρον, με ευθύνη του εργολάβου ή του υπεργολάβου ολόκληρου του έργου ή, όταν δεν υπάρχουν αυτοί, του κυρίου του έργου. 2. Υποχρέωση για ενημέρωση του ημερολογίου μέτρων ασφαλείας έχουν:

α) Ο επιβλέπων το έργο για ό,τι αφορά τις υποδείξεις, που έχει υποχρέωση να κάνει σύμφωνα με το νόμο αυτόν, καθώς και τις παρατηρήσεις για την εφαρμογή τους, β) ...". Τέλος, κατά τα άρθρα 1, 2, 8 και 12 παράρτημα IV, μέρος Β' τμήμα II 5.2 και 14.1 του Π.Δ/τος 305/1996 : "Προδιαγραφές ασφάλειας προσωρινών - κινητών εργοταξίων" (άρθρο 1) Αντικείμενο Πεδίο εφαρμογής "1.

Σκοπός του παρόντος προεδρικού διατάγματος είναι η προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας περί υγιεινής και ασφάλειας των εργαζομένων προς τις διατάξεις της οδηγίας 92/57/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 24ης Ιουνίου 1992 (EEL 245/26-8-92) "Σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας που πρέπει να εφαρμόζονται στα προσωρινά ή κινητά εργοτάξια " (όγδοη ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16 (παράγραφος 1) της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ)" (άρθρο 2) Ορισμοί "Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νοούνται ως: 1.

Προσωρινό ή κινητό εργοτάξιο, που στο εξής αποκαλείται "εργοτάξιο" : Κάθε εργοτάξιο όπου πραγματοποιούνται εργασίες οικοδομικές ή/και πολιτικού μηχανικού και γενικά εκτελείται τεχνικό έργο. Στο παράρτημα I του άρθρου 12 περιλαμβάνεται ενδεικτικός κατάλογος τέτοιων εργασιών. 2. Κύριος του έργου: Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου πραγματοποιείται ένα έργο. 3.

Ανάδοχος : Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στο οποίο έχει ανατεθεί η μελέτη ή/και η εκτέλεση ή/και η επίβλεψη της εκτέλεσης του έργου για λογαριασμό του κυρίου του έργου. Ο ορισμός του αναδόχου εξειδικεύεται για τις ανάγκες του παρόντος διατάγματος μεταξύ ενός ή περισσοτέρων παραγόντων του έργου κατά περίπτωση, ως εξής:

α. Εργολάβος: Πρόσωπο που συμβάλλεται με τον κύριο του έργου και αναλαμβάνει την εκτέλεση ολόκληρου του έργου ή τμήματός του, ανεξάρτητα από την ιδιότητα με την οποία φέρεται ασφαλισμένος σε ασφαλιστικό οργανισμό και προκειμένου για δημόσια έργα ο ανάδοχος, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 3 του Ν. 1418/84. β.

Υπεργολάβος: Πρόσωπο που συμβάλλεται με εργολάβο και αναλαμβάνει την εκτέλεση ολόκληρου του έργου ή τμήματός του, ανεξάρτητα από την ιδιότητα με την οποία φέρεται ασφαλισμένος σε ασφαλιστικό οργανισμό. Ως υπεργολάβος θεωρείται επίσης και το πρόσωπο που συμβάλλεται με άλλον υπεργολάβο και αναλαμβάνει, σύμφωνα με τα παραπάνω, την εκτέλεση ολόκληρου του έργου ή τμήματός του.

γ. Μελετητής : Πρόσωπο που συμβάλλεται με τον κύριο του έργου ή τον εργολάβο και εκπονεί τη μελέτη του έργου. 4. Εργοδότης: Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο συνδέεται με σχέση εργασίας με τον εργαζόμενο και εν προκειμένω οι παράγοντες του έργου που αναφέρονται στα εδάφια (α) και (β) της προηγούμενης παραγράφου, μη αποκλεισμένου και του κυρίου του έργου όταν αυτός συνδέεται απευθείας με σχέση εργασίας με τον εργαζόμενο.

Εργαζόμενος : Κάθε πρόσωπο που απασχολείται από έναν εργοδότη με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των ασκουμένων και των μαθητευομένων. 6. Εκπρόσωπος των εργαζομένων : ...." (άρθρο 8) Γενικές υποχρεώσεις των εργοδοτών "1. Κατά την εκτέλεση του έργου, οι προβλεπόμενες από το άρθρο 7 του Π.Δ. 17/96 γενικές αρχές πρόληψης, βάσει των οποίων οι εργοδότες, στα πλαίσια των ευθυνών τους, λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων πρόληψης των επαγγελματικών κινδύνων, ενημέρωσης και κατάρτισης, καθώς και της δημιουργίας της απαραίτητης οργάνωσης και της παροχής των αναγκαίων μέσων, εφαρμόζονται κυρίως όσον αφορά:

α. Τη διατήρηση του εργοταξίου σε ικανοποιητική κατάσταση από άποψη τάξης και υγιεινής, β. ... .2. Για να διαφυλάξουν την ασφάλεια και την υγεία στο εργοτάξιο, και υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 6 και 7 του παρόντος διατάγματος οι εργολάβοι και υπεργολάβοι: α. Λαμβάνουν μέτρα σύμφωνα με τις ελάχιστες προδιαγραφές που περιλαμβάνονται στο παράρτημα IV του άρθρου 12 του παρόντος διατάγματος, ιδίως κατά την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, β.

Λαμβάνουν υπόψη τις υποδείξεις των συντονιστών για θέματα ασφάλειας και υγείας. 3. Ανάλογες υποχρεώσεις με αυτές των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 4 του Ν. 1396/83 έχει και ο κύριος του έργου", (άρθρο 12) Προσάρτηση παραρτημάτων. "Προσαρτώνται και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του παρόντος διατάγματος :

Το παράρτημα I που αναφέρεται στο άρθρο 2 (παράγραφος 1) του παρόντος διατάγματος ... 4. Το παράρτημα IV που αναφέρεται στα άρθρα 8 (παράγραφος 2 εδάφιο α) και 9 (παράγραφος 2 εδάφιο γ) του παρόντος διατάγματος. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV "ΕΛΑΧΙΣΤΕΣ ΠΡΟΔΙΑΓΡΑΦΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΚΑΙ ΥΓΕΙΑΣ ΓΙΑ ΤΑ ΕΡΓΟΤΑΞΙΑ " [ άρθρο 8 παράγραφος 2 εδάφιο (α) και άρθρο 9 παράγραφος 2 εδάφιο (γ) ] Προκαταρκτικές παρατηρήσεις μέρος Β, ΕΛΑΧΙΣΤΕΣ ΕΙΔΙΚΕΣ ΠΡΟΔΙΑΓΡΑΦΕΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΘΕΣΕΙΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΣΤΑ ΕΡΓΟΤΑΞΙΑ - τμήμα II "Θέσεις εργασίας σε εργοτάξια εκτός των εγκαταστάσεων" ... 5.

Πτώσεις από ύψος. 5.1. Οι πτώσεις από ύψος πρέπει να προλαμβάνονται, ιδίως μέσω στερεών κιγκλιδωμάτων με επαρκές ύψος, που θα διαθέτουν τουλάχιστον ένα εμπόδιο στη στάθμη του δαπέδου, ένα χειρολισθήρα και ενδιάμεσο οριζόντιο στοιχείο, ή άλλο ισοδύναμο μέσο, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία. 5.2. Οι εργασίες σε ύψος μπορούν να πραγματοποιούνται μόνο με τη βοήθεια του κατάλληλου εξοπλισμού ή με μηχανισμούς συλλογικής προστασίας, όπως κιγκλιδώματα, εξέδρες ή δίχτυα προστασίας.

Σε περίπτωση που η χρήση αυτών των μέσων δεν είναι δυνατή λόγω της φύσης των εργασιών, πρέπει να προβλέπονται τα κατάλληλα μέσα πρόσβασης και να χρησιμοποιούνται ζώνες ασφαλείας ή άλλες μέθοδοι ασφάλειας με αγκύρωση, με τις προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας. ... 14. Εργασίες στις στέγες 14.1. Στις εργασίες πάνω σε στέγες λαμβάνονται προληπτικά μέτρα σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, προκειμένου να αποφευχθεί η πτώση των εργαζομένων, των εργαλείων ή άλλων αντικειμένων ή υλικών. 14.2.

Όταν εργαζόμενοι πρέπει να εργαστούν επί ή πλησίον στέγης ή οποιοσδήποτε άλλης επιφάνειας από εύθραυστο υλικό διά μέσου του οποίου κινδυνεύουν να πέσουν, πρέπει να λαμβάνονται προληπτικά μέτρα, έτσι ώστε να μην βαδίσουν από απροσεξία στην επιφάνεια των εύθραυστων υλικών, ούτε να πέσουν στο έδαφος ... ".

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδαφ. β' και 914 του Α.Κ. συνάγεται ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι: α) η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η δέουσα στις συναλλαγές προσοχή και επιμέλεια, που κάθε συνετός άνθρωπος, κατά κρίση αντικειμενική, όφειλε και μπορούσε, κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις, να καταβάλει, β) το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτών.

Η παράνομη, έναντι του ζημιωθέντος, συμπεριφορά, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση, ο υπαίτιος ήταν υποχρεωμένος να ενεργήσει, η υποχρέωσή του δε αυτή σε πράξη μπορεί να επιβάλλεται από δικαιοπραξία, από το νόμο ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και γ) η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ), ικανή (πρόσφορη) και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και πράγματι επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (Α.Π. 1564/2017, Α.Π. 683/2013, Α.Π. 81/2013).

Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 του Α.Κ.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν, αντικειμενικώς, ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας, στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη πράγματι αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός, σε σχέση με τη ζημία, βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 367/2020 Α.Π. 1787/2014, Α.Π. 81/2013, Α.Π. 1765/2011).

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος, κατά την επέλευση της ζημίας ή την έκτασή της (το οποίο πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, μαζί με τα άλλα στοιχεία, για τον προσδιορισμό του ύψους της "εύλογης" χρηματικής ικανοποίησης), δηλαδή ως προς το αν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανέλεγκτα, ως αποδειχθέντα συγκροτούν ή όχι την έννοια της συνυπαιτιότητας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμοί 1 και 19 του ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (Α.Π. 160/2021, Α.Π. 188/2015).

Ειδικότερα, ελέγχεται αναιρετικά η κρίση του δικαστηρίου για το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο δέχεται, ανέλεγκτα, ότι αποδείχθηκαν, καθεαυτά, αντικειμενικώς και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας, συγκροτούν ή όχι την έννοια της υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας (Α.Π. 213/2017, Α.Π. 1591/2014).

Εκφεύγει, όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό, τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (Α.Π. 551/2020, Α.Π. 252/2020, Α.Π. 1176/2019, Α.Π. 213/2017).

Τέλος, από τις ως άνω διατάξεις του Α.Κ. προκύπτει ότι εάν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος ή τρίτου, δεν οφείλεται σε αυτόν αποζημίωση και, συνακόλουθα, χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, ενώ, εάν διαπιστωθεί συντρέχον πταίσμα του παθόντος στην πρόκληση της ζημίας ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής (Α.Π. 600/2020, Α.Π. 1389/2018, Α.Π. 331/2014).

Περαιτέρω, σε περίπτωση διαζευκτικής αιτιότητας, οσάκις δηλαδή η ζημία προήλθε από ανεξάρτητες παράνομες πράξεις ή παραλείψεις περισσοτέρων προσώπων, οι οποίες όλες αποτελούν δυνητικούς αιτιώδεις όρους επαγωγής της ζημίας, αλλά δεν μπορεί να εξακριβωθεί ποία συγκεκριμένη πράξη προκάλεσε τη ζημία ή ποίο το ποσοστό συμβολής της σε αυτήν, δημιουργείται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 926 του Α.Κ., παθητική εις ολόκληρο ενοχή, κατά την έννοια του άρθρου 481 του Α.Κ.

και, συνακόλουθα, έκαστος των συναιτίων ευθύνεται έναντι του ζημιωθέντος για ολόκληρη τη ζημία και όχι αναλόγως του ποσοστού ευθύνης του. Προϋπόθεση δε της κατά τα άνω εις ολόκληρον ευθύνης, δεν είναι η κοινή εναγωγή των περισσοτέρων συναιτίων από τον ζημιωθέντα αλλά η πραγματική συνδρομή του νομίμου λόγου ευθύνης, για τον κάθε συναίτιο χωριστά (Α.Π. 462/2017, Α.Π. 1229/2013, Α.Π. 1685/2009, Α.Π. 901/2004) .

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1, εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.

Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση, κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.

Α.Π. 27/1998), καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 19/2020, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 1420/2013) .

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) - (Ολ.

Α.Π. 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας, έτσι, την κρίση της απόφασης, για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης, στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι, κατά νόμο, αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.

Α.Π. 15/2006, Ολ. Α.Π. 1/1999). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Α.Π. 109/2020, Α.Π. 269/2020, Α.Π. 1388/2019, Α.Π. 1266/2017). Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Α.Π. 1970/2017, Α.Π. 960/2017, Α.Π. 168/2015, Α.Π. 1322/2014, Α.Π. 1420/2013, Α.Π. 1202/2008).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν " αιτιολογία ", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (Α.Π. 317/2022, Α.Π. 1388/2019).

Ούτε, εξάλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (Α.Π. 1266/2017, Α.Π. 1420/2013). Από δε τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 1388/2019, Α.Π. 573/2018, Α.Π. 967/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα : Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, στην από 10-04-2013 αγωγή τους, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας, εξέθεταν ότι ο … σύζυγος της πρώτης ενάγουσας, πατέρας του δεύτερου και της τρίτης από τους ενάγοντες - που ήδη ενηλικιώθηκαν και παρίστανται ατομικά - υιός των τέταρτου - ο οποίος όπως παραπάνω αναφέρθηκε, απεβίωσε στις 07-08-2018 - και πέμπτης των εναγόντων και αδελφός των έκτου και έβδομης αυτών, είχε προσληφθεί στις 09-03-2009, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, από την πρώτη εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Β.

Ε..Π..Ε..", την οποία εκπροσωπούσε ο δεύτερος εναγόμενος …. προκειμένου να εργαστεί, ως εναερίτης, στο έργο, που είχε αναλάβει η τελευταία (εργολάβος) με αντικείμενο την τοποθέτηση μεταλλικού σκελετού και στέγης από πάνελ, σε υπό κατασκευή μεταλλικό βιομηχανικό κτίριο, στο Αγναντερό Καρδίτσας, του οποίου κυρία ήταν η τρίτη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "A. - Α.

Ε. Α. Ε. Ε.", με τότε νόμιμο εκπρόσωπο τον τέταρτο εναγόμενο …Πρόεδρο και Διευθύνοντα σύμβουλο αυτής και την επίβλεψη του οποίου είχε ο πέμπτος των εναγομένων ….- Μηχανικός (μη διάδικοι στην παρούσα αναιρετική δίκη). Ότι, σε εκτέλεση της πιο πάνω σύμβασης, ο προαναφερόμενος συγγενής τους απασχολήθηκε, υπό την ανωτέρω ειδικότητα, στην τοποθέτηση της στέγης από πάνελ στο μεταλλικό κτίριο, οπότε την επομένη της πρόσληψής του ημέρα, κατά τη διάρκεια εκτέλεσης των άνω εργασιών, λόγω των ανέμων που έπνεαν με μεγάλη ένταση, τον χτύπησε, υπό τις περιγραφόμενες συνθήκες, ένα τεμάχιο πάνελ, με αποτέλεσμα να απωλέσει την ισορροπία του, να πέσει στο έδαφος και να υποστεί βαρύτατες κακώσεις, συνεπεία των οποίων επήλθε ο θάνατός του.

Ότι το ατύχημα αυτό οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα απάντων των εναγομένων, οι οποίοι, υπό τις προαναφερόμενες ιδιότητες τους, κατά παράβαση των επιτακτικών κανόνων και όρων ασφαλείας, δεν είχαν λάβει τα απαιτούμενα μέτρα, για τη δημιουργία συνθηκών ασφαλείας των εργαζομένων και τη διαφύλαξη της υγείας, της σωματικής ακεραιότητας και της ζωής αυτών, αν και ήταν υποχρεωμένοι προς τούτο, από τις αναφερόμενες ειδικές διατάξεις νόμων, διαταγμάτων και κανονισμών.

Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, υπό τις προαναφερόμενες ιδιότητες τους, να τους καταβάλουν, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, ως χρηματική ικανοποίηση, για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν, λόγω του θανάτου του οικείου τους, τα ακόλουθα χρηματικά ποσά : α) στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των ενενήντα εννέα χιλιάδων εννιακοσίων ενενήντα (99.990,00) ευρώ, μετ' αφαίρεση του ποσού των δέκα (10,00) ευρώ, για το οποίο επιφυλάχθηκε να παραστεί, ως πολιτικώς ενάγουσα, στα ποινικά δικαστήρια, β) σε καθένα από τους δεύτερο και τρίτη των εναγόντων, το ποσό των ογδόντα χιλιάδων (80.000,00) ευρώ, γ) σε καθένα από τους τέταρτο και πέμπτη των εναγόντων, το ποσό των σαράντα χιλιάδων (40.000,00) ευρώ, δ) στον έκτο ενάγοντα το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000,00) ευρώ και ε) στην έβδομη ενάγουσα το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000,00) ευρώ, επιπλέον δε σε καθένα από τους δεύτερο και τρίτη των τότε ανηλίκων τέκνων του θανόντος το ποσό των διακοσίων (200,00) ευρώ μηνιαίως, για χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών από το ένδικο ατύχημα, λόγω στέρησης διατροφής, που θα ελάμβαναν από τον αποβιώσαντα πατέρα τους και τα παραπάνω χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Ζήτησαν, επίσης, να απαγγελθεί, λόγω της αδικοπραξίας, προσωπική κράτηση εις βάρος των εναγομένων φυσικών προσώπων, ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης της εκδοθησομένης απόφασης .

Επί της παραπάνω υπόθεσης, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δικάζοντας κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών των άρθρων 664 έως 676 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν, ενόψει του χρόνου άσκησης της αγωγής, πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015 - ΦΕΚ Α' 87 / 23.07.2015, ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία, από 01.01.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο του ν. 4335/2015), εξέδωσε τη με αριθμό 207/2015 οριστική απόφασή του, με την οποία, αφού απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή, όσον αφορά την τρίτη και τον τέταρτο των εναγομένων ανώνυμη Εταιρία με την επωνυμία " A. - Α.

Ε. Α. Ε. Ε. " και Ν. Κ., για τους διαλαμβανόμενους στην απόφαση αυτή λόγους, καθώς και το κεφάλαιο αποζημίωσης, λόγω στέρησης διατροφής των τότε ανηλίκων τέκνων του αποβιώσαντος, με την ειδικότερη αιτιολογία ότι ο τελευταίος υπαγόταν στην ασφάλιση του Ι.Κ.Α., το δε ένδικο ατύχημα αποδίδεται σε αμέλεια των εναγομένων και όχι σε δόλο του νομίμου εκπροσώπου της εργοδότριας εταιρείας, καθώς επίσης απέρριψε ως μη νόμιμο και το αίτημα περί απαγγελίας προσωπικής κράτησης του δευτέρου και πέμπτου των εναγομένων, όσον αφορά τις ένδικες αξιώσεις των έκτου και έβδομης των εναγόντων, λόγω του ύψους αυτών, το οποίο δεν υπερέβαινε το τεθέν εκ του νόμου όριο των τριάντα χιλιάδων (30.000,00) ευρώ, ακολούθως δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, ως βάσιμη κατ' ουσίαν και υποχρέωσε τους πρώτη, δεύτερο και πέμπτο των εναγομένων να καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας :

α) σε καθένα από τους πρώτη, δεύτερο και τρίτη των εναγόντων το ποσό των τριάντα πέντε χιλιάδων (35.000,00) ευρώ, β) σε καθένα από τους τέταρτο, πέμπτη και έκτο των εναγόντων το ποσό των επτά χιλιάδων (7.000,00) ευρώ και γ) στην έβδομη των εναγόντων το ποσό των έξι χιλιάδων (6.000,00) ευρώ και τα παραπάνω χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα που έγινε η επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή τους εξόφληση, απορρίπτοντας περαιτέρω το αίτημα περί απαγγελίας προσωπικής κράτησης (κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμο) εις βάρος των δευτέρου και πέμπτου των εναγομένων, ως ουσιαστικά αβάσιμο.

Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μετά την άσκηση αντιθέτων εφέσεων από τα διάδικα μέρη, εξέδοσε την ήδη προσβαλλόμενη με αριθμό 134/2020 τελεσίδικη απόφαση. Ειδικότερα, από την επισκόπηση της απόφασης αυτής (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, δέχθηκε, μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του και κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "...

η τρίτη εναγόμενη εταιρεία με την επωνυμία " …… και εκπροσωπείται νόμιμα από τον τέταρτο εναγόμενο, Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο αυτής, Ν. Κ. [μη διάδικοι στην παρούσα αναιρετική δίκη] έχοντας αποφασίσει, στο πλαίσιο εξυπηρέτησης των δραστηριοτήτων της, την ανέγερση βιομηχανικού κτιρίου, σε οικόπεδο ιδιοκτησίας της, εμβαδού 15.960 τ.μ., που βρίσκεται στο δημοτικό…., ανέθεσε στον πέμπτο εναγόμενο, Η.

Ζ. του Γ. πολιτικό μηχανικό [μη διάδικο στην παρούσα αναιρετική δίκη], τη σύνταξη αρχιτεκτονικής μελέτης και μελέτης του φέροντας οργανισμού του κτιρίου, αντί αμοιβής ποσού 17.225,25 ευρώ που του κατέβαλε στις 30-6-2008. Μετά δε τις απαραίτητες ενέργειες του ως άνω μηχανικού και την υποβολή του σχετικού φακέλου, εκδόθηκε η με αριθμό ….άδεια οικοδομής της Διεύθυνσης Πολεοδομίας, Πολεοδομικών Εφαρμογών και Περιβάλλοντος της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Καρδίτσας, για την κατασκευή ειδικότερα αποθήκης με υπόγειο, εμβαδού 3.192 τ.μ.

και ολικού όγκου 16.037 κ.μ., συνολικού προϋπολογισμού 151.717 ευρώ, στον ως άνω οικοπεδικό χώρο, ιδιοκτησίας της τρίτης εναγόμενης. Όπως δε αναφέρεται και στην άδεια ο πέμπτος εναγόμενος, ο οποίος ως προαναφέρθηκε, συνέταξε και τη σχετική μελέτη, ορίστηκε γενικός επιβλέπων μηχανικός, δηλαδή ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει οδηγίες και εντολές, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, για την εκτέλεση του έργου και για τα μέτρα ασφαλείας, που πρέπει να ληφθούν κατά την εκτέλεσή του, καθώς και να επιβλέπει της εφαρμογής τους.

Η κυρία του έργου, τρίτη εναγομένη, δια του ως άνω νομίμου εκπροσώπου της ανέθεσε την εκτέλεση του έργου, ανά τμήματα, σε δύο εταιρείες. Συγκεκριμένα, ανέθεσε την εκτέλεση του πρώτου τμήματος του έργου, που περιελάμβανε την εκσκαφή και τη θεμελίωση με οπλισμένο σκυρόδεμα του υπό κατασκευή κτιρίου, το οποίο θα ήταν μεταλλικό, στην μη διάδικο εταιρία με την επωνυμία " Σ.

Α..Ε. ", της οποίας, σημειωτέον, νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο πέμπτος εναγόμενος. Οι σχετικές εργασίες ολοκληρώθηκαν εντός του μηνός Δεκεμβρίου του 2008. Την εκτέλεση του δεύτερου τμήματος του έργου, που περιελάμβανε την κατασκευή της ανωδομής του υπό κατασκευή κτιρίου και δη την τοποθέτηση ενός μεταλλικού κτιρίου μετά των πάνελ, ανέθεσε η τρίτη εναγομένη, δια προφορικής συμβάσεως, που συνήφθη το μήνα Ιανουάριο του 2009, όπως αποτυπώθηκε αυτή μεταγενέστερα, για δικούς της λόγους και εγγράφως, στην από 20-2-2009 σύμβαση έργου, στην πρώτη εναγομένη [ήδη αναιρεσείουσα] εταιρεία με την επωνυμία "Β.

Ε..Π..Ε..", που εδρεύει στη Βιομηχανική Περιοχή…, νόμιμοι εκπρόσωποι και συνδιαχειριστές της οποίας ήταν ο δεύτερος των εναγόμενων Σ. Σ. [μη διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη], μαζί με τον μη διάδικο Χ. Λ.. Η κατασκευή και τοποθέτηση του μεταλλικού σκελετού ολοκληρώθηκε εντός του μηνός Ιανουάριου του 2009.

Ακολούθως, με το από 1-2-2009 έγγραφο συμφωνητικό, η τρίτη εναγομένη ανέθεσε και πάλι στην εταιρεία "Σ. Α..Ε.", την εκτέλεση του τρίτου τμήματος του έργου που περιελάμβανε την εκτέλεση συγκεκριμένων εργασιών διαμόρφωσης του οικοπέδου και του περιβάλλοντος χώρου του υπό κατασκευή μεταλλικού κτιρίου, οι οποίες έπρεπε να ολοκληρωθούν έως 30-3-2009.

Παράλληλα, στις 9-3-2009, η πρώτη εναγομένη ξεκίνησε την τοποθέτηση πάνελ επικάλυψης από πολυουρεθάνη, στην στέγη του μεταλλικού κτιρίου. Για την εκτέλεση του συγκεκριμένου τμήματος του έργου, που είχε αναλάβει, χρησιμοποίησε προσωπικό της επιλογής της και δη τον …. και τον έκτο ενάγοντα αδελφό του, …., υπηκόους Αλβανίας, που προσέλαβε την ίδια ημέρα (9-3-2009), με προφορικές συμβάσεις εργασίας, με ημερομίσθιο 46,24 ευρώ, τους οποίους ωστόσο είχε χρησιμοποιήσει και κατά την πρώτη φάση κατασκευής του μεταλλικού σκελετού του κτιρίου.

Οι δύο εργάτες συμμετείχαν στις εργασίες επικάλυψης της στέγης του μεταλλικού κτιρίου, που ξεκίνησαν στις 9-3-2009 και, προς το σκοπό αυτό, τα δέματα των πάνελ επικάλυψης, τα οποία περιείχαν δεκατέσσερα τεμάχια ανά δέμα, τοποθετήθηκαν πάνω στη στέγη του κτιρίου, με τη βοήθεια γερανού, που μίσθωσε η πρώτη εναγομένη και οι εργάτες ανέβηκαν στη στέγη του κτιρίου, με τη βοήθεια φορητής κλίμακας και αφού τοποθέτησαν το πρώτο πάνελ, χρησιμοποιούσαν αυτό, ως δάπεδο εργασίας, για την τοποθέτηση των υπολοίπων πάνελ πολυρεουθάνης διαδοχικά.

Από την απόληξη της στέγης μέχρι την κορυφή, έπρεπε να τοποθετηθούν πάνω στις τεγίδες ένα πάνελ διαστάσεων 13,3 m X 1,0 m και ένα πάνελ διαστάσεων 6,39 m X 1,0 m αντίστοιχα, την ίδια δε ημέρα άρχισαν να τοποθετούν τα πάνελ μήκους 13,3 και πλάτους 1,0 m, κατά μήκος της στέγης. Ακολούθως, στις 10-3-2009, ο M. C., μαζί με τον αδελφό του - έκτο ενάγοντα, H.

C., συνέχισαν τις εργασίες επικάλυψης της στέγης του μεταλλικού κτιρίου μαζί με τον I. D., ο οποίος προσλήφθηκε από την εταιρία " Β. Ε..Π..Ε.. " στις 10-3-2009, με την ειδικότητα του εργάτη. Περί ώρα 13:40' της ιδίας ημέρας, ο M. C. εργαζόταν μαζί με τον αδελφό του κοντά στο σημείο κορυφής της στέγης, τοποθετώντας τις ντίζες, που συνδέουν μεταξύ τους τις τεγίδες, ενώ ο I.

D. είχε κατέβει από τη στέγη, για να φέρει κάποια υλικά, που χρειάζονταν οι ως άνω εργάτες. Κατά το χρόνο αυτό, λόγω του ισχυρού ανέμου που φυσούσε εκείνη τη μέρα στην περιοχή, δύο πάνελ επικάλυψης παρασύρθηκαν από το δέμα, στο οποίο βρίσκονταν και το ένα από αυτά προσέκρουσε στους δύο εργαζόμενους M. C. και H.

C., ενώ το άλλο έπεσε παραπλεύρως του κτιρίου. Ο H. C. κατάφερε να πιαστεί και να παραμείνει πάνω στη στέγη, ενώ ο M. C. χτυπήθηκε στο κεφάλι, γλίστρησε και έπεσε στην πλάκα του ισογείου, εξαιτίας δε της πτώσης αυτής και της ανωτέρω πρόσκρουσης υπέστη θανάσιμα τραύματα στο κεφάλι. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από την με αριθμ.

πρωτ. Ν: 68/14-3-2009 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής της ιατροδικαστή Ρ. Λ. της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Λάρισας, εξαιτίας της ανωτέρω πτώσης και πρόσκρουσης, ο M. C. υπέστη εκχυμωτική εκδορά δεξιού γόνατος, περγαμηνοειδείς εκδορές αριστερού ημιμορίου προσώπου, εκχυμώσεις αριστερός ωμικής χώρας και αριστερού βραχίονα, κάταγμα κάτω τριτημορίου αριστερού μηριαίου οστού, αιμορραγική διήθηση μαλακών μορίων θολού και αριστεράς κροταφικής χώρας, καθώς και του αριστερού κροταφικού μυ, κρανιοεγκεφαλική κάκωση, με πολλαπλά κατάγματα οστών του θόλου, του αριστερού κροταφικού οστού, εκτεινόμενο προς τα δεξιά, υποσκληρίδια και υπαραχνοειδή αιμορραγία των κοιλιών, κατάγματα πλευρών του αριστερού ημιθωρακίου παρασπονδυλικά, θλάσεις αριστερού πνεύμονα και αριστερού ημιδιαφράγματος, ενώ στις αεροφόρες οδούς (τραχεία - κύριοι βρόγχοι) υπήρχε οροαιματηρό υγρό και από τις διατομές των πνευμόνων υπήρχε εκροή αιματηρού υγρού.

Επίσης, υπέστη αιμορραγική διήθηση μαλακών μορίων του κοιλιακού τοιχώματος, ενώ υπήρχε ποσότητα αίματος στην περιτοναϊκή κοιλότητα και ρήξεις στο ήπαρ στην άνω επιφάνειά του, ρήξεις σπληνός και κύστες στους νεφρούς, εξαιτίας δε των προαναφερομένων βαρύτατων πολλαπλών κακώσεων της κεφαλής και του σώματος που υπέστη, συνεπεία της προπεριγραφόμενης πτώσης και πρόσκρουσης, επήλθε ο θάνατός του.

Με βάση τα ανωτέρω, ο θάνατος του οικείου των εναγόντων χαρακτηρίζεται ως εργατικό ατύχημα, διότι πρόκειται για βίαιο συμβάν, που συνέβη από εξωτερικά αίτια, με αφορμή και κατά τη διάρκεια της εργασίας, που του ανατέθηκε από την πρώτη εναγομένη. Εξάλλου, κατά την από 11-3-2009 (αρ. πρωτ. 02) έκθεση αυτοψίας, που συνέταξαν οι τεχνικοί επιθεωρητές της Επιθεώρησης Εργασίας Ν.

Λ. Κ. Δ. και Β. Π., οι οποίες πραγματοποίησαν την αυτοψία, για λόγους καταγραφής των αιτιών, που προκάλεσαν το εργατικό ατύχημα, αυτό θα μπορούσε να αποφευχθεί : αν Α) η εργολάβος του τμήματος του έργου, που αφορούσε την κατασκευή της ανωδομής του κτιρίου (κατασκευή μεταλλικού κτιρίου μετά των πάνελ), στην προκειμένη περίπτωση η πρώτη εναγόμενη εταιρία "Β.

Ε..Π..Ε..", νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας ήταν ο δεύτερος εναγόμενος, τηρούσε την εκ του νόμου (άρθρα 5, 6, 7 του ν. 1396/83) προβλεπόμενη υποχρέωσή της, να λαμβάνει και να τηρεί όλα τα μέτρα ασφαλείας, που αφορούν στο τμήμα του έργου, που ανέλαβε να κατασκευάσει, να τηρεί, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, τις οδηγίες του επιβλέποντος μηχανικού, που αφορούν στο τμήμα του έργου που είχε αναλάβει και να εφαρμόζει, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης τη μελέτη μέτρων ασφάλειας, όσον αφορά στο τμήμα του έργου που είχε αναλάβει, ήτοι συγκεκριμένα αν δεν παρέλειπε να τοποθετήσει στερεά κιγκλιδώματα με επαρκές ύψος, που να διαθέτουν τουλάχιστον ένα εμπόδιο στη στάθμη του δαπέδου, ένα χειρολισθήρα και ενδιάμεσο οριζόντιο στοιχείο ή άλλο ισοδύναμο μέσο, όπως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με το άρθρο 12 παράρτημα IV 5.1 του Π.Δ. 305/96, καθώς και κατάλληλο εξοπλισμό ή μηχανισμούς συλλογικής προστασίας, όπως εξέδρες ή δίχτυα προστασίας, για να εξασφαλιστεί ο κίνδυνος από πτώση, όπως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με το άρθρο 12 παράρτημα IV 5.2 ταυ Π.Δ. 305/96.

Αν δε η χρήση των ως άνω μέσων δεν ήταν δυνατή, λόγω της φύσης των εργασιών, έπρεπε να προβλεφθούν τα κατάλληλα μέσα πρόσβασης και να χρησιμοποιούνται ζώνες ασφαλείας ή άλλες μέθοδοι ασφαλείας με αγκύρωση, με τις προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας και Β) ο πέμπτος εναγόμενος Η. Ζ., που ήταν επιβλέπων μηχανικός του έργου και είχε αναλάβει τη σύνταξη της μελέτης των μέτρων ασφαλείας και τη γενική επίβλεψη και επιθεώρηση των εργασιών ανέγερσης του εν λόγω έργου κατασκευής εμπορικής αποθήκης, δηλαδή ακόμη και κατά τη φάση της κατασκευής της ανωδομής όπως άλλωστε προκύπτει από την προαναφερόμενη υπ' αρ. 161/30-6-2008 άδεια οικοδομής, όπου αναφέρεται ότι αυτός έχει τη γενική επίβλεψη και την επίβλεψη του φέροντος οργανισμού, τηρούσε την προβλεπόμενη από τα άρθρα 6 και 7 παρ. 3 του ν. 1396/93 υποχρέωσή του να επιβλέπει την εφαρμογή της μελέτης των μέτρων ασφάλειας και να δίνει τις σχετικές οδηγίες, παριστάμενος ανελλιπώς καθ' όλη τη διάρκεια της ημέρας, κατά το χρονικό διάστημα που εκτελούνται εργασίες [...] Ως προαναφέρθηκε, ο θανών εργαζόμενος Μ.

Τ., εκτελούσε οικοδομικές εργασίες, επί μεταλλικού σκελετού στέγης, σε ύψος 8-9 μέτρων περίπου από το έδαφος. Με βάση και την επιφύλαξη που διατυπώνεται στην ως άνω έκθεση αυτοψίας του ατυχήματος, το Δικαστήριο κρίνει ότι το είδος και η φύση των εργασιών, που εκτελούσε μαζί με τους συναδέλφους του την ημέρα του επιδίκου ατυχήματος, δεν επέτρεπαν λόγω του ότι το εμβαδό του υπό κατασκευή κτιρίου και της στέγης του ξεπερνούσε τα 2.500 τ.μ.

τη λήψη προληπτικών μέτρων συλλογικής προστασίας, όπως την τοποθέτηση και μεταφορά προστατευτικής οριζόντιας διάταξης, ήτοι ανθεκτικό δίχτυ, ασφαλώς προσδεδεμένο επί των ζευκτών της στέγης, προστέγασμα, εξέδρα ή στέρεα κιγκλιδώματα, με επαρκές ύψος και εμπόδιο στη στάθμη του δαπέδου ή χειρολισθήρα, αλλά επέβαλαν επιτακτικά τη λήψη προληπτικών μέτρων ασφαλείας, για την ατομική προστασία των εργαζομένων, όπως τη χρήση προστατευτικού κράνους και ζώνης ασφαλείας, με αγκύρωση σε σταθερά σημεία, που ενδεχομένως να καθυστερούσαν, ως ένα βαθμό, αλλά δεν τους εμπόδιζαν στην εκτέλεση της εργασίας τους και ήταν ικανά να αποτρέψουν την πτώση τους από τη στέγη στο έδαφος.

Η πρώτη εναγόμενη είχε προμηθευτεί και διέθετε, τουλάχιστον από τις 9-2-2009, επαρκή ποσότητα από ζώνες ασφαλείας 3 σημείων, άγκιστρα, σφικτήρες και κράνη ασφαλείας, τα οποία χορήγησε στους εργαζομένους της Μ. Τ. και Χ. Τ. [...]. Ωστόσο, τα ως άνω ατομικά μέσα προστασίας παρέμειναν εντός του οχήματος, που χρησιμοποιήθηκε για τη μεταφορά τους, χωρίς να γίνει χρήση τους.

Παρόντες κατά το ατύχημα, πλην των ως άνω εργαζομένων, ήταν και δύο ομοεθνείς φίλοι τους, οι AHMET ΝΙΚΑ και PREMI AFKIM, που γνώριζαν τον τόπο εργασίας τους και είχαν περάσει λίγα λεπτά νωρίτερα για να τους δουν. Το ίδιο πρωί βέβαια είχε διέλθει από το σημείο και ο τέταρτος των εναγόμενων, νόμιμος εκπρόσωπος της κυρίας του έργου - τρίτης εναγομένης, ως προαναφέρθηκε, ωστόσο, όχι με πρόθεση ελέγχου της τήρησης των μέτρων ασφάλειας των εργαζομένων, παρά μόνο για να πληροφορηθεί την πορεία των εργασιών, ενώ οι εκπρόσωποι της εργολάβου εταιρείας Κ.

Λ. και Σ. Σ., καθώς και ο πέμπτος εναγόμενος Η. Ζ., δεν παραβρέθηκαν στο έργο τις δύο αυτές ημέρες, κατά τις οποίες εκτελούνταν οι εργασίες τοποθέτησης των πάνελ της στέγης του κτιρίου. Με βάση τα αποδειχθέντα ως άνω περιστατικά, το ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα και δη αμέλεια του δευτέρου και του πέμπτου των εναγόμενων, Σ.

Σ. και Η. Ζ., νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης εργολάβου εταιρείας και επιβλέποντος μηχανικού, αντίστοιχα. Ειδικότερα, ο δεύτερος εναγόμενος, από έλλειψη της επιμέλειας και προσοχής, που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, υπό την ιδιότητα του εκπροσώπου και συνδιαχειριστή της εργολάβου τμήματος του έργου εταιρείας, δηλαδή της πρώτης εναγόμενης, παρότι είχε δώσει εντολή στον θανόντα να προβεί στην εκτέλεση των άνω εργασιών, παρέλειψε να επιστήσει σ'αυτόν την προσοχή, για την λήψη των αναγκαίων προστατευτικών μέτρων ασφαλείας και να ελέγξει επιμελώς, ως όφειλε, είτε αυτοπροσώπως, είτε με εκπρόσωπό του, την αυστηρή χρήση εξοπλισμού ατομικής προστασίας, δηλαδή των ζωνών ασφαλείας 3 σημείων, των αγκίστρων, των σφιγκτήρων και των κρανών ασφαλείας, καθώς αποδεικνύεται ότι οι εργαζόμενοι της πρώτης εναγόμενης και ιδίως ο θανών Μ.

Τ., κατά το χρόνο επέλευσης του επιδίκου ατυχήματος, είχαν εγκαταλείψει τα ανωτέρω μέσα ατομικής προστασίας στο αυτοκίνητο που τους μετέφερε και εργάζονταν συνεχώς, χωρίς να τα χρησιμοποιούν και χωρίς καμία επίβλεψη από τον δεύτερο εναγόμενο ή από άλλο εκπρόσωπο της εργοδότριάς τους πρώτης εναγομένης, η οποία με βάση το άρθρο 101 του π.δ. 1073/1981 έπρεπε να φροντίσει, ώστε τα ατομικά μέσα προστασίας να χρησιμοποιούνται από τους εργαζομένους στο έργο, καθιστάμενη υπεύθυνη προς τούτο.

Οι παραλείψεις αυτές του δευτέρου εναγομένου, νομίμου εκπροσώπου της εργολάβου και εργοδότριας πρώτης εναγομένης εταιρίας, οι οποίες συνιστούν παράβαση των άρθρων 1, 18 παρ. 3, εδ. β' και δ', 19 παρ. 1, εδ. α' υποπαρ. ββ' του Π.Δ. 778/1980, 1, 102,103, 107, 111 του Π.Δ. 1073/1981, 1, 2 παρ. 1, 2 και 4 και 5 του ν. 1396/1983, 1 και 12 παράρτημα IV, μέρος Β, τμήμα II, 5.2 και 14.1 του Π.Δ. 305/1996, όπως κατά περιεχόμενο εξειδικεύτηκαν ανωτέρω, ήταν πρόσφορες να προκαλέσουν και προκάλεσαν πράγματι το εργατικό αυτό ατύχημα και τον εξ' αυτού θανάσιμο τραυματισμό του Μ.

Τ.. Ο ισχυρισμός των δύο πρώτων εναγομένων ότι οι ως άνω εργαζόμενοι αδελφοί Τ., είχαν αναλάβει υπεργολαβικά από την πρώτη εναγομένη την εκτέλεση του έργου, δεν κρίνεται βάσιμος, καθόσον, όχι μόνο δεν επιβεβαιώνεται από κάποιο πειστικό αποδεικτικό στοιχείο, αντίθετα, αντικρούεται από τις ίδιες τις ενέργειες της πρώτης εναγομένης, η οποία αυτοβούλως συμπεριέλαβε τον θανόντα στην κατάσταση απασχολούμενων, που κατέθεσε με αριθμό πρωτοκόλλου 4113/26- 3-2009, στο Τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης Λάρισας του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας της Περιφερειακής Διεύθυνσης Κοινωνικής Επιθεώρησης Θεσσαλίας, ενώ και ο δεύτερος εναγόμενος, τόσο κυρίως με το από 9-10-2009 υπόμνημα παροχής εξηγήσεων, που κατέθεσε ενώπιον της Πταισματοδίκη Λάρισας και την από 10-3-2009 έκθεση εξέτασής του, ενώπιον του Ανθυπαστυνόμου του A.T.

…, Δ. Κ., όσο και στην από 17-6-2014 απολογία του, ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας και την από 12-4-2016 όμοια, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, αναφέρεται με σαφήνεια στη σύναψη συμβάσεων εργασίας, μεταξύ της πρώτης εναγόμενης και του θανόντος εργαζομένου Μ. Τ. την 9-3-2009, γεγονός το οποίο οψίμως και προς απόσειση των ευθυνών του σήμερα αμφισβητεί.

Περαιτέρω και ο πέμπτος εναγόμενος, που είχε οριστεί επιβλέπων μηχανικός του επίδικου έργου κατασκευής μεταλλικού κτιρίου και τα καθήκοντά του περιελάμβαναν τη γενική επίβλεψη και επιθεώρηση των εργασιών και την ενημέρωση του ημερολογίου των μέτρων ασφαλείας του επίδικου έργου, από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής, την οποία θα κατέβαλε ο μέσος συνετός κοινωνικός άνθρωπος, αν ήταν επιβλέπων μηχανικός του εν λόγω οικοδομικού έργου, αλλά και ο ίδιος, λόγω των προσωπικών ικανοτήτων και της επαγγελματικής του πείρας, μπορούσε να καταβάλει, δεν ήταν παρών, τουλάχιστον κατά την εκτέλεση των εργασιών επικάλυψης της στέγης του υπό κατασκευή μεταλλικού κτιρίου στις 9 και 10 Μαρτίου 2009 και δεν υπέδειξε στην εργολάβο πρώτη εναγόμενη και στους προστηθέντες εργαζομένους της, την αναγκαιότητα χρήσης του ανωτέρω εξοπλισμού ατομικής προστασίας (προστατευτικά κράνη και ζώνες ασφαλείας με αγκύρωση σε σταθερά σημεία), αλλά ούτε και έλεγξε τη λήψη επαρκών μέτρων ατομικής προστασίας, ώστε, σε διαφορετική περίπτωση, να ενημερώσει έγκαιρα το ημερολόγιο μέτρων ασφαλείας του έργου [...].

Οι ανωτέρω παραλείψεις του πέμπτου εναγόμενου οι οποίες συνιστούν παράβαση των άρθρων 1, 2 παρ. 7 και 7 παρ. 3 και 4 και 8 του ν. 1396/1983 1, 18 παρ. 3 εδ. δ', 19 παρ. 1, εδ. α' υποπαρ. ββ' του Π.Δ. 778/1980, 1, 102, 103, 107, 111 του Π.Δ. 1073/1981, 1, 2, 8 και 12 παράρτημα IV μέρος Β, τμήμα II, 5.2 και 14.1 του Π.Δ. 305/1996 όπως κατά περιεχόμενο εξειδικεύτηκαν ανωτέρω, ήταν πρόσφορες να προκαλέσουν και προκάλεσαν πράγματι το εργατικό αυτό ατύχημα και τον εξ' αυτού θανάσιμο τραυματισμό του Μ.

Τ.. Η ως άνω κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται και από την υπ' αριθμ. 913/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία ο δεύτερος και πέμπτος των εναγομένων κρίθηκαν τελεσίδικα (και ήδη αμετάκλητα) ένοχοι της ανθρωποκτονίας από αμέλεια σε βάρος του Μ. Τ.. Εξάλλου, όμως, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχτηκε ότι για το ως άνω επισυμβάν εργατικό ατύχημα και τον εντεύθεν θανάσιμο τραυματισμό του, ευθύνεται και ο θανών.

Και τούτο διότι, ενώ η πρώτη εναγομένη εταιρεία, όπως και ο νόμιμος εκπρόσωπός της, δεύτερος εναγόμενος, είχαν θέσει στη διάθεσή του, όπως και των υπολοίπων απασχολουμένων στο προαναφερόμενο έργο, κατάλληλο εξοπλισμό, για την ασφαλή εκτέλεση της εργασίας τους, ήτοι κράνη και ζώνες ασφαλείας, αυτός από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, καθόσον από επταετίας τουλάχιστον, με βάση την κατάθεση του μάρτυρος αδελφού του, απασχολούνταν σε συναφή έργα, με την ειδικότητα του εναερίτη τεχνικού και είχε αποκτήσει επαρκή εμπειρία, παρέλειψε να χρησιμοποιήσει αυτά και ιδία να κάνει χρήση της ζώνης ασφαλείας και, παρότι γνώριζε ότι ήταν το μόνο αποτελεσματικό μέσο, για να τον συγκροτήσει από πιθανή πτώση, ώστε να μην τεθεί σε κίνδυνο η ζωή του, παρέβλεψε τον κίνδυνο, με αποτέλεσμα εκ της παραλείψεώς του αυτής, να τραυματιστεί θανάσιμα.

Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι για τον ως άνω τραυματισμό του υφίσταται συντρέχον πταίσμα και του ίδιου του θανόντος συζύγου, πατρός, γιου και αδελφού των εναγόντων, συνιστάμενο στην από μέρους του μη χρησιμοποίηση του ως άνω τεθέντος στη διάθεσή του προστατευτικού εξοπλισμού, το δε ποσοστό της συνυπαιτιότητάς του αυτής, ανέρχεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, σε ποσοστό 50%.

Κατά το υπόλοιπο ποσοστό 50%, ευθύνονται οι πρώτη, δεύτερος και πέμπτος των εναγομένων, με βάση τα προεκτιθέμενα [...]". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, έκρινε ότι θεμελιώνεται ευθύνη, μεταξύ άλλων, και του δευτέρου των εναγομένων, υπό την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου και συνδιαχειριστή της ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας, στην επέλευση του επίδικου ατυχήματος και, μετά ταύτα, απέρριψε, ως αβάσιμο κατ' ουσίαν, τον αρνητικό της ιστορικής βάσης της αγωγής ισχυρισμό της, περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του θανόντος, ενώ δέχθηκε εν μέρει, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, την ένσταση συνυπαιτιότητας αυτού, στην επέλευση του ατυχήματος και στον θανάσιμο τραυματισμό του, κατά ποσοστό 50%, την οποία επικουρικά προέβαλε, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με συνοπτικού περιεχομένου δήλωση του πληρεξουσίου της δικηγόρου, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και με αναλυτική αναφορά στις κατατεθείσες στο ακροατήριο πρωτόδικες προτάσεις της, επικυρώνοντας ως προς το ζήτημα αυτό, την ομοίως αποφανθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.

Με τις κρίσεις του αυτές και σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που αναφέρονται στην προεκτεθείσα μείζονα πρόταση της παρούσας, το Δικαστήριο της ουσίας, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 330 του Α.Κ., 1, 18 παρ. 3, εδ.

β' και δ', 19 παρ. 1, εδ. α', υποπαρ. ββ' του Π.Δ. 778/1980, 1, 102 ,103, 107, 111 του Π.Δ. 1073/1981, 1, 2 παρ. 1, 2 και 4 και 5 του ν. 1396/1983, 1 και 12 παράρτημα IV, μέρος Β, τμήμα II, 5.2 και 14.1 του Π.Δ. 305/1996, τις οποίες, αντιθέτως, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο περιεχόμενό της, διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες, οι οποίες ανταποκρίνονται στο πραγματικό των ως άνω διατάξεων που εφαρμόστηκαν και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή αυτών, αναφορικά με ζήτημα, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει άλλες αιτιολογίες, προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε.

Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, για να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, εξειδίκευσε τις αόριστες νομικές έννοιες της αμελούς συμπεριφοράς του δευτέρου των εναγομένων, νομίμου εκπροσώπου και συνδιαχειριστή της αναιρεσείουσας εταιρείας, για την οποία ευθύνεται παράλληλα και η τελευταία και της πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας, μεταξύ της συμπεριφοράς του και του προκληθέντος αποτελέσματος, δεχόμενο ότι η αμελής συμπεριφορά αυτού θεμελιώνεται στο ότι, ενώ ήταν υποχρεωμένος, με βάση τις επικρατούσες συγκεκριμένες συνθήκες και περιστάσεις, να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα, για την προστασία της ασφάλειας και υγείας των εργαζομένων, έτσι ώστε να περιορίζεται ο κίνδυνος πρόκλησης ατυχήματος, παρέλειψε να επιστήσει στον θανόντα M.

C., κατά την εκτέλεση του υπό κατασκευή έργου, την προσοχή, για τη λήψη των αναγκαίων προστατευτικών μέτρων, γεγονός το οποίο, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, αντικειμενικά και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήταν ικανό (πρόσφορο) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο όντως επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση και, επιπλέον, παρέλειψε να ελέγξει επιμελώς ως όφειλε, είτε αυτοπροσώπως, είτε με εκπρόσωπό του, την αυστηρή χρήση εξοπλισμού ατομικής προστασίας, τα οποία ο θανών είχε εγκαταλείψει στο αυτοκίνητο, που μετέφερε το εργατοτεχνικό προσωπικό.

Τα ανωτέρω δεν παραλάσσουν από το ότι στο άρθρο 102 του π.δ/τος 1073/1981 ορίζεται ότι οι εκτελούντες το έργο πρέπει να φροντίζουν, ώστε τα απαιτούμενα κατά περίπτωση ατομικά μέσα προστασίας να χρησιμοποιούνται υπό των εργαζομένων και στο άρθρο 111 του ιδίου π.δ/τος ότι οι υπεργολάβοι και εργολάβοι, οφείλουν διαρκώς να καθοδηγούν τους εργαζομένους περί των, κατά φάση εργασίας, απαιτουμένων μέτρων ασφαλείας, αφού οι ως άνω έννοιες είναι ταυτόσημες με αυτές που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας και αμφότερες οι διατάξεις αυτές υποχρεώνουν τους εκτελούντες το έργο να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα, για την προστασία της ασφάλειας και υγείας των εργαζομένων, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών της αναιρεσείουσας.

Επομένως, δεν απαιτείτο για την πληρότητα της σχετικής αιτιολογίας να διαλάβει η προσβαλλομένη απόφαση περαιτέρω αιτιολογίες, σχετικά με την αδικοπρακτική συμπεριφορά του νομίμου εκπροσώπου και συνδιαχειριστή της αναιρεσείουσας εταιρείας. Τέλος η αιτίαση ότι ο αποβιώσας δεν ευρίσκετο σε ώρα εργασίας, στηρίζεται επί αναληθούς προϋπόθεσης και πρέπει να απορριφθεί, διότι σε κανένα σημείο της η προσβαλλομένη απόφαση δεν δέχεται κάτι τέτοιο.

Η δε κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση οι ως άνω παραλείψεις αποτέλεσαν πράγματι και την αιτία του θανάσιμου τραυματισμού του M. C., κατά την εκτέλεση του ανατιθεμένου (και) σε αυτόν έργου, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) δεν ελέγχεται αναιρετικά.

Κατά συνέπεια, εφόσον το ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το Δικαστήριο, διατυπώνεται με πληρότητα και σαφήνεια, οι περί του αντιθέτου από τους αριθμούς 1 και 19 του 559 του ΚΠολΔ πρώτος, δεύτερος, τέταρτος και έκτος λόγοι αναίρεσης, που εκτιμώνται κατά το περιεχόμενό τους ενιαίως, καθόλα αυτών τα σκέλη, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Σε κάθε περίπτωση και καθο μέρος οι αναφερόμενες στους παραπάνω αναιρετικούς λόγους αιτιάσεις της αναιρεσείουσας κατά της προσβαλλόμενης απόφασης και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 559 αριθμούς 1 και 19 του ΚΠολΔ, πλήττουν την επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτες (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία το Δικαστήριο στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς την αδικοπρακτική συμπεριφορά του νομίμου εκπροσώπου και συνδιαχειριστή της αναιρεσείουσας, τα οποία, ομοίως, δεν αποτελούν αιτιολογία της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά.

Τέλος, η αδικοπρακτική ευθύνη του επιβλέποντος πολιτικού μηχανικού, δεν αναιρεί την ευθύνη του νομίμου εκπροσώπου της εργοδότριας εταιρίας για τη λήψη των προβλεπόμενων, στις προαναφερθείσες στη μείζονα σκέψη διατάξεις, μέτρων για την ασφάλεια του εργατοτεχνικού προσωπικού του έργου, ούτε και μπορεί αντικειμενικά και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, να οδηγήσει στη διακοπή του αιτιώδους συνδέσμου, μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του και του επελθόντος αποτελέσματος, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα.

Και τούτο διότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης η αδικοπρακτική συμπεριφορά του επιβλέποντος πολιτικού μηχανικού ερείδεται αυτοτελώς στις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 7 και 7 παρ. 3 και 4 και 8 του ν. 1396/1983, 1, 18 παρ. 3 εδ. δ', 19 παρ. 1, εδ. α' υποπαρ. ββ' του Π.Δ. 778/1980, 1, 102, 103, 107, 111 του Π.Δ. 1073/1981, 1 2, 8 και 12 παράρτημα IV μέρος Β, τμήμα II, 5.2 και 14.1 του Π.Δ. 305/1996 και, ως εκ τούτου, αμφότεροι ήταν συνυπεύθυνοι για τη λήψη και τήρηση των μέτρων ασφαλείας και συνακόλουθα, προς καταβολή χρηματικής ικανοποίησης για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης των μελών της οικογένειας του θανόντος.

Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος. Κατά το άρθρο 559 παρ. 1 εδάφ. β' του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.

Ως διδάγματα, δε, της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές, που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο, είτε για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, που χρησιμοποιήθηκαν, κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (Ολ.

Α.Π. 8/2005). Όμως, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδαφ. β' του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνος δικαίου, για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι προκειμένου να προβεί σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (Ολ.

Α.Π. 2/2008). Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (Ολ.

Α.Π. 8/2005, Α.Π. 60/2022, Α.Π. 1373/2022, Α.Π. 79/2018, Α.Π. 1333/2018, Α.Π. 1512/2014, Α.Π. 87/2013, Α.Π. 208/2011) .

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης και υπό την επίκληση του αριθμού 1 εδαφ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα διατυπώνει την αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να καταλήξει στις ως άνω παραδοχές, παραβίασε τα διδάγματα κοινής πείρας (άρθρο 336 του ΚΠολΔ). Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας συνίσταται στο ότι :

α) αποτελεί δίδαγμα της κοινής πείρας και λογικής ότι ο εργολάβος που προμηθεύει τους εργαζομένους του με πλήρη μέσα ατομικής προστασίας, τα οποία τους δίδει προκειμένου να τα φορέσουν, κατά την εκτέλεση των εργασιών, έχει δώσει σχετικές εντολές και οδηγίες προς αυτούς για τη χρήση τους και έχει επισημάνει τη σημασία για την υγεία και τη σωματική τους ακεραιότητα κατά τη χρήση τους, β) ότι όταν οι εργαζόμενοι επί στεγών, εναερίτες με πείρα 15 ετών, καίτοι έχουν εφοδιασθεί με το σύνολο των ατομικών μέτρων προστασίας, δεν φέρουν αυτά, θεωρούν εκ πεποιθήσεως ότι δεν έχουν ανάγκη αυτών και ότι έχουν αποφασίσει συνειδητώς να μην τα χρησιμοποιούν κατά την εκτέλεση των εργασιών τους και γ) ότι όταν οι εργαζόμενοι επί της στέγης οικοδομής, δεν κατέρχονται αυτής προκειμένου να λάβουν το γεύμα τους και τη μεσημβρινή τους ανάπαυση, αλλά παραμένουν επί της στέγης χωρίς καμία λήψη ατομικών μέτρων ασφαλείας, τα οποία τους χορηγήθηκαν, έχουν συνειδητώς αποφασίσει ότι η λήψη τέτοιων μέτρων είναι απολύτως περιττή και σε σημείο, ώστε ούτε η επισήμανση από τον εργολάβο προς αυτούς να χρησιμοποιούν τα ατομικά μέτρα προστασίας, ούτε η φροντίδα του και ο έλεγχος του να τα χρησιμοποιούν είναι ικανά μέσα, προκειμένου να πεισθούν να τα χρησιμοποιήσουν και τούτο διότι η εκ μέρους τους διαμόρφωση μιας σταθεράς πεποιθήσεως επί σειρά 15 ετών, δεν πρόκειται να τροποποιηθεί και να αλλάξει με τη σύσταση, την προειδοποίηση ή τον έλεγχο του εργολάβου και ως εκ τούτου ότι είναι βέβαιο ότι οι ικεσίες, παραινέσεις και συμβουλές και ο έλεγχος του εργολάβου, που παρέδωσε προς χρήση στους εργαζομένους το σύνολο των ατομικών μέτρων προστασίας, δεν αρκεί.

Ωστόσο, οι παραπάνω διαλαμβανόμενες αιτιάσεις, δεν έχουν τον χαρακτήρα διδάγματος κοινής πείρας, με την έννοια που προεκτέθηκε και συγκεκριμένα διότι οι αποδιδόμενες στην προσβαλλομένη αιτιάσεις, για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αφορούν την, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων και τη διαπίστωση πραγματικών γεγονότων και όχι την ερμηνεία των εφαρμοσθέντων ουσιαστικών κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν, δηλαδή την εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτόν.

Επομένως, υπό το περιεχόμενο αυτό, ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη την, από τον αριθμό 1 εδαφ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλημμέλεια, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος .

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν στη δίκη από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν έγγραφες προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης .

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 06-07-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 26/06-07-2020 και του παρόντος Δικαστηρίου 31/2022 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 134/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας .

Επιβάλλει εις βάρος της αναιρεσείουσας τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος, Δήμητρα Ζώη

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ