Supreme Court dismisses appeal on excessive penalty clause, upholding lower court's assessment of facts and law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeals filed by both parties against the First Instance Court's judgment regarding the excessive penalty clause. The appellant argued that the critical time for assessing the penalty's disproportionality should be earlier than the final judgment date, while the appellee contended the lower court correctly applied the law. The court rejected these arguments, ruling that the critical time remains the final judgment date and that the lower court's reasoning was sound and non-contradictory.
Legislator headnote
AI generatedArticles 409 and 559 of the Code of Civil Procedure; The critical time for determining the disproportionality of a penalty clause is the date of the final judgment, and arguments regarding earlier dates or procedural violations of the substantive law are inadmissible if the lower court's reasoning is clear and consistent.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1578 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1578/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Φώτιο Μουζάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α. Του αναιρεσείοντος: Ν. Α. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Γιωγιό με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον Δήμο ... Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παύλο Λιόλη που ανακάλεσε την από 13/10/2022 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Β. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και διακριτικό τίτλο "... A.E.", που εδρεύει στον Δήμο ... Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παύλο Λιόλη που ανακάλεσε την από 13/10/2022 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Α. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Γιωγιό με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/7/2012 αγωγή του υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσείοντος και υπό στοιχέιο Β ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18829/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 1193/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσίβλητη και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσείουσα, με την από 28/6/2018 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 845/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 1193/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 1607/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο υπό στοιχείο Α αναιρεσείων με την από 25/8/2021 αίτησή του και η υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσα με την από 11/9/2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσίβλητης και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσείουσας ζήτησε την απόρριψη της από 25/8/2021 αιτήσεως, την παραδοχή της από 11/9/2020 αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Υπόκεινται προς κρίση η από 11-9-2020 (με ειδικό αριθμό κατάθ. 265/11-9-2020) αίτηση αναίρεσης της εναγομένης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και διακριτικό τίτλο "... ΑΕ" και η από 25-8-2021 (με ειδικό αριθμό κατάθ. 213/25-8-2021) αντίθετη αίτηση αναίρεσης του ενάγοντος Ν. Α. κατά της 1607/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (τακτικής διαδικασίας).
Με την από 16-7-2012 αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ο ενάγων (αναιρεσίβλητος και αναιρεσείων, αντίστοιχα) ισχυρίστηκε α) ότι με το από 27-12-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό συνήψε με την εναγόμενη (αναιρεσείουσα και αναιρεσίβλητη, αντίστοιχα) ανώνυμη εταιρία, όντας μέλος του διοικητικού συμβουλίου αυτής και μετά από έγκριση της γενικής συνέλευσης των μετόχων της, σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, με την οποία ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει σε αυτή, ως πολιτικός μηχανικός μέλος του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, τεχνικές υπηρεσίες σχετικά με τα αναφερόμενα είδη, που η εταιρεία εισάγει και αντιπροσωπεύει και τις διαλαμβανόμενες υπηρεσίες που αυτή παρέχει, αντί συμφωνηθείσας αμοιβής, η οποία μετά από αλλεπάλληλες αναπροσαρμογές ανήλθε, κατά τα έτη 2005, 2006 και 2007, στο ποσό των 95.000 ευρώ, 100.000 ευρώ και 109.000 ευρώ αντίστοιχα, β) ότι η εναγόμενη, κατά ρητό όρο της σύμβασης, σε περίπτωση ακύρωσης αυτής από μέρους της εταιρείας ή μη ανανέωσής της, ρητής ή σιωπηρής, είχε υποχρέωση να του καταβάλει ως αποζημίωση το ποσό των 25.000.000 δραχμών και ήδη το ποσό των 73.367,57 ευρώ πλέον ΦΠΑ, γ) ότι κατά τη γενική συνέλευση των μετόχων της εναγομένης της 26-5-2008, κατόπιν προτάσεως άλλων μετόχων, διατυπώθηκε στην οικεία απόφασή της, ότι η αμοιβή όλων των μετόχων καταβάλλεται για τις παρεχόμενες από αυτούς στην εναγόμενη υπηρεσίες ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου αυτής και όχι ως αμοιβή, σύμφωνα με τη σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών του έτους 1999 για τις προσφερθείσες υπηρεσίες τους προς ευόδωση του έργου της εταιρίας, όπως προγενέστερα, επί σειρά εννέα ετών, αναγραφόταν στις αντίστοιχες αποφάσεις, η διατύπωση δε αυτή είχε εμφιλοχωρήσει στις οικείες αποφάσεις της γενικής συνέλευσης από το έτος 2007 και εφεξής, χωρίς ο ίδιος να την έχει αντιληφθεί, δ) ότι, ωστόσο, παρά την αλλαγή αυτή στη διατύπωση των εγκριτικών αποφάσεων της γενικής συνέλευσης και στο νομικό χαρακτηρισμό της αμοιβής του, αυτή καταβαλλόταν κανονικά, ανερχόμενη για το έτος 2008 στο ποσό των 111.000 ευρώ και για το έτος 2009 στο ποσό των 105.000 ευρώ, καθόσον η ανωτέρω σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών συνέχισε εν τοις πράγμασι να λειτουργεί με τους αυτούς όρους, ως προς το είδος και τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών του και τις αποδοχές του, μέχρι την 31-12-2009, οπότε οι αναφερόμενοι εκπρόσωποι της εναγομένης ανακοίνωσαν σ' αυτόν ότι, ως πλειοψηφία, αποφάσισαν τη μη ανανέωση της συμβάσεως παροχής υπηρεσιών αυτού, και ε) ότι, ακολούθως, με απόφαση της έκτακτης γενικής συνέλευσης της 19-2-2010 παύθηκε από μέλος του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης και με τον τρόπο αυτό η τελευταία κατήγγειλε ρητώς την προαναφερόμενη σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, υποχρεούμενη πλέον στην καταβολή σ' αυτόν της συμφωνηθείσας ως άνω αποζημιώσεως, ποσού 73.367,57 ευρώ, πλέον ΦΠΑ ποσού 16.874,54 ευρώ.
Ζήτησε δε, ο ενάγων, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το ποσό των 90.242,11 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 26-5-2008, άλλως από 1-1-2010, άλλως από 19-2-2010, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως. Η αγωγή αυτή έγινε δεκτή με την 18829/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία κατέστη τελεσίδικη, αφού η ασκηθείσα από την εναγόμενη έφεση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι απορρίφθηκαν με την 1193/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Ακολούθως, η εναγόμενη άσκησε αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αυτής, η οποία έγινε δεκτή, με την 845/2019 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, ως προς τους εξής λόγους της: α) ότι η επικαλούμενη ανωτέρω αλλοίωση, άλλως κατάργηση της αρχικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων έγινε με μονομερή δήλωση της εταιρείας και όχι με σύμβαση και ότι, επομένως, το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία τις διατάξεις των άρθρων 167, 185, 189, 193, 361, 436, 454 του ΑΚ και 24 παρ. 2 του ν. 2190/1920, τις οποίες δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους, καθόσον η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε ρητή συμφωνία ανανέωσης της σύμβασης του έτους 1999, με κατάργηση αυτής και των όρων της και τη σύναψη νέας, και, σε κάθε περίπτωση, σιωπηρή συμφωνία αναφέροντας προς τούτο συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία μπορούσε να συναχθεί η σύναψη τέτοιας συμφωνίας και β) ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή, τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 404, 405 και 409 ΑΚ, τις οποίες δεν εφάρμοσε με την εσφαλμένη αιτιολογία ότι η τεθείσα στην ένδικη σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών ως άνω αποζημιωτική ρήτρα έχει παρόμοιο χαρακτήρα με εκείνο της αποζημίωσης απολύσεως της εργατικής νομοθεσίας, καίτοι οι ανωτέρω διατάξεις ήταν εφαρμοστέες στην ένδικη υπόθεση, αφού η καθοριζόμενη με όρο σε σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών κατ' αποκοπήν αποζημίωση για την περίπτωση κατάργησης ή μη ανανέωσης της συμβάσεως, άνευ δικαιώματος ανταπόδειξης του υπόχρεου, έχει το χαρακτήρα μη γνήσιας ποινικής ρήτρας, στην οποία, κατά τα ανωτέρω, εφαρμόζεται και η διάταξη του άρθρου 409 ΑΚ, αναιρεθείσας στο σύνολό της (λόγω της αναιρετικής εμβέλειας των ανωτέρω λόγων) της ως ανωτέρω αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Μετά δε τη μετ' αναίρεση συζήτηση, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 1607/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία η έφεση (που συνεκδικάστηκε με τους πρόσθετους αυτής λόγους) έγινε δεκτή, εξαφανίστηκε η 18829/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, υποχρεωθείσας της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των (36.683,78 + 8.437,27 για ΦΠΑ=) 45.121,05 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Εν συνεχεία, ασκήθηκαν οι ως άνω αναφερθείσες αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης, που στρέφονται κατά της τελευταίας αυτής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (1607/2020), οι οποίες πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω συναφείας (άρθρο 246 ΚΠολΔ), που έχει εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, κατά το άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ και, εφόσον έχουν ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ και καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο του Δημοσίου, για καθεμία από αυτές, όπως προκύπτει, αντιστοίχως, από τις 2358/265/2020 και 2253/213/2021 εκθέσεις κατάθεσης ενδίκου μέσου του Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης, πρέπει, κατά τη διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ίδιου Κώδικα, να εξετασθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 616/2021, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Ειδικότερα στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ. α` του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής β) οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάσει αυτής έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998).
Περαιτέρω, στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται, όπως προεκτέθηκε, και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται, αφενός, ότι, κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και αφετέρου, ότι οι συμβάσεις ερμηνεύοντας όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως.
Ειδικότερα παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 177/2021, ΑΠ 849/2017, ΑΠ 426/2010, ΑΠ 355/2007, ΑΠ 1365/2005), κατά την ανέλεγκτη, προς αυτό, κρίση του (ΑΠ 1749/2005), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς καvόvες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 177/2021, ΑΠ 61/2021, ΑΠ 849/2017, ΑΠ 574/2010, ΑΠ 832/2009, ΑΠ 1503/2005, ΑΠ185/2004, ΑΠ 416/1993).
Προσφυγή πάντως στις διατάξεις αυτές υπάρχει, έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον, από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει; ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 361/2022,ΑΠ 849/2017, ΑΠ 355/2004).
Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 215/2005, ΑΠ 311/1993).
Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 849/2017, ΑΠ 1258/2004, ΑΠ 557/2004, ΑΠ 80/2004, ΑΠ 541/2002). Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια .
της ευθείας κατ' αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 849/2017, ΑΠ 715/2010, ΑΠ 832/2009, ΑΠ 1580/1995). Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται όμως και εκ πλαγίου στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 386/2004) και ιδίως, η διατύπωση της δήλωσης βουλήσεως (ΑΠ 849/2017, ΑΠ 838/2005, ΑΠ 597/2005, ΑΠ 416/1993,) ή όταν στην απόφαση δεν διευκρινίζεται και ούτε προκύπτει αν υπήρχε ή όχι κενό ή ασάφεια στη δικαιοπραξία και επομένως ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της, την οποία ωστόσο το δικαστήριο πραγματοποίησε ή αναλόγως παρέλειψε να πραγματοποιήσει (ΑΠ 426/2010, ΑΠ 1365/2005), οπότε, στις περιπτώσεις αυτές, η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης και υπόκειται στο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 61/2021, ΑΠ 843/2017, ΑΠ 1665/2014, ΑΠ 1093/2011, ΑΠ 683/2010).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρον 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, προέβη, κατ'αρχήν, στις ακόλουθες νομικές παραδοχές (με βάση την ΑΠ 845/2019) και, στη συνέχεια, δέχτηκε συναφώς τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, τα οποία ενδιαφέρουν την αναιρετική διαδικασία: "Η ΑΠ 845/2019 απόφαση με την οποία αναιρέθηκε η 1193/2018 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με τον πρώτο λόγο της έφεσης και τον πρώτο πρόσθετο λόγο αυτής, η αναιρεσείουσα-εκκαλούσα επανέφερε τον παραδεκτά προβληθέντα πρωτοδίκως, με τις έγγραφες προτάσεις της, ισχυρισμό της, ότι κατόπιν της υπ' αρ. 14/11-6-2007 αποφάσεως της γενικής συνέλευσης των μετόχων της εταιρίας, στην οποία μετείχε και ο ενάγων, η έννομη σχέση της με αυτόν άλλαξε, με την έννοια ότι η αμοιβή που ελάμβανε, πραγματοποιείτο για τις παρεχόμενες υπηρεσίες του με την ιδιότητά του ως μέλους του διοικητικού συμβουλίου αυτής, με αποτέλεσμα να ατονήσει η ενέργεια της επίδικης σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών, έστω και σιωπηρά, ενώ, κατόπιν των υπ' αρ. 15/26-5-2008 και 16/15-6-2009 αποφάσεων της γενικής συνέλευσης των μετόχων της, στις οποίες μετείχε και ο ενάγων, εγκρίθηκε ειδικά η καταβολή της αμοιβής σ' αυτόν για τις παρεχόμενες υπηρεσίες του αποκλειστικά πλέον ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου αυτής, με αποτέλεσμα να ατονήσει, άλλως να παύσει η ισχύς της εν λόγω συμβάσεως ανεξαρτήτων υπηρεσιών και των όρων της, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο παραπάνω όρος περί αποζημίωσης σε περίπτωση ακύρωσης ή μη ανανέωσης της σύμβασης, η δε διακοπή της αμοιβής του ενάγοντος, μετά τη μετατροπή της αρχικής ως άνω συμβατικής σχέσης στη ρυθμιζόμενη από το άρθρο 24 παρ. 2 του ν. 2190/1920 σχέση, οφείλεται στην απώλεια από αυτόν της ιδιότητάς του ως μέλους του διοικητικού συμβουλίου αυτής, κατόπιν της από 19-2-2010 απόφασης της έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων της εταιρίας.
Συμπληρωματικά προς τα ανωτέρω, η εκκαλούσα ισχυρίστηκε ότι η παύση ισχύος της επίμαχης σύμβασης του 1999 "αναφέρεται ρητά και κατηγορηματικά και στη γενική συνέλευση της 29-12-2006... Σε αυτήν, όλοι οι μέτοχοι-μέλη του ΔΣ, ασχέτως της ιδιότητας με την οποία παρίσταντο, ρητά επιβεβαίωσαν, συνομολόγησαν και συναποδέχθηκαν την ολική παύση της ισχύος της ατομικής τους σύμβασης από 1-1-2007" και ότι ο ενάγων (εφεσίβλητος), με την συμμετοχή του σε όλες τις γενικές συνελεύσεις και τη θετική ψήφο του σε αυτές, συναίνεσε ρητά και επιβεβαίωσε την εν λόγω παύση της ισχύος και? κατάργηση της αρχικής σύμβασης από 1-1-2007...
Διαφορετικά, η δήλωση βουλήσεως του αντιδίκου (και των λοιπών μελών του ΔΣ), που περιέχεται στα πρακτικά της από 29-12-2006 γενικής συνέλευσης, περί παύσης της ισχύος της ατομικής σύμβασης από 1-1-2007, ερμηνευομένη κατ άρθρα 173 και 200 ΑΚ, αποτελεί πρόταση για κατάργησή της (αρθρ. 167 και 185 ΑΚ)", την οποία η εταιρία αποδέχθηκε άμεσα με μονομερή σιωπηρή και μη απευθυντέα δήλωση, λόγω προφανούς ωφέλειας.
Επίσης, με τον πρόσθετο λόγο έφεσης η εκκαλούσα ισχυρίστηκε ότι με βάση τα ανωτέρω, αλλά και από το γεγονός ότι ο εφεσίβλητος ελάμβανε συνεχώς από το έτος 2007 έως το έτος 2009 αμοιβή για τις υπηρεσίες του ως μέλος του ΔΣ της εταιρίας, προκύπτει ότι σιωπηρή αποδοχή εκ μέρους του της κατάργησης της αρχικής συμφωνίας του έτους 1999 και των όρων αυτής.
Το Εφετείο, με την 1193/2018 απόφασή του απέρριψε εσφαλμένα τον ανωτέρω ισχυρισμό και συνακόλουθα τον πρώτο λόγο έφεσης καθώς και τον πρώτο πρόσθετο λόγο, ως μη νόμιμο, διότι η εναγομένη επικαλούμενη αλλοίωση, άλλως κατάργηση της αρχικής συμφωνίας, δεν επικαλείται στη συνέχεια ότι έλαβε χώρα κατόπιν συμβάσεως καταρτισθείσας μεταξύ των συμβληθέντων ως άνω μερών, αλλά αντίθετα ρητώς επικαλείται ότι έλαβε χώρα με μονομερή δήλωση της ιδίας μετά από απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων της, εφόσον η εκκαλούσα επικαλέστηκε ρητή συμφωνία ανανέωσης της σύμβασης του έτους 1999, με κατάργηση αυτής και των όρων της και τη σύναψη νέας και σε κάθε περίπτωση σιωπηρή συμφωνία αναφέροντας προς τούτο συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, παραβιάζοντας τις διατάξεις των άρθρων 167,185/189,193,361,436,454 του ΑΚ και 24 παρ. 2 του ν. 2190/1920, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους, καθόσον η εκκαλούσα επικαλέστηκε ρητή συμφωνία ανανέωσης της σύμβασης του έτους 1999 με κατάργηση αυτής και των όρων της και σύναψη νέας, και, σε κάθε περίπτωση, σιωπηρή συμφωνία αναφέροντας προς τούτο συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά".
Περαιτέρω δε, ως προς τα πραγματικά περιστατικά, το Εφετείο δέχθηκε ότι, "Δυνάμει του από 27-12-1999 ιδιωτικού συμφωνητικού, ο ενάγων συνήψε με την εναγομένη ανώνυμη εταιρία, όντας μέλος του διοικητικού συμβουλίου αυτής και μετά από έγκριση της γενικής συνέλευσης των μετόχων της, σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, με την οποία ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει σε αυτήν, ως πολιτικός μηχανικός μέλος του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, τεχνικές υπηρεσίες οι οποίες αφορούσαν α) τεχνικές δοκιμές όλων των ηλεκτρομειωτήρων πριν την παράδοσή τους σε πελάτες αυτής, β) τις τεχνικές μελέτες, κατά περίπτωση, για την υποβολή προσφορών από μέρους αυτής σε πελάτες της, γ) την τεχνική στήριξη της εφαρμογής των ηλεκτρομειωτήρων αυτής, όπου απαιτείτο, δ) τον προγραμματισμό των ψηφιακών μετατροπέων (INVERTERS) των ηλεκτρομειωτήρων, σύμφωνα με τις κατά περίπτωση απαιτήσεις λειτουργίας τους εκ μέρους των πελατών και ε) την τεχνική οργάνωση και μελέτη της σύνθεσης των προμηθειών αυτής.
Η αμοιβή του ενάγοντος ορίσθηκε για τη χρήση του έτους 1999 στο ποσό των 18.320.000 δραχμών πλέον ΦΠΑ, ενώ στο εξής ορίστηκε ότι θα αναπροσαρμόζεται ετησίως με απόφαση του ΔΣ της εναγομένης εταιρίας, η οποία θα επικυρώνεται από την ετήσια τακτική γενική συνέλευση κατ έτος και ότι σε κάθε περίπτωση είσπραξης της αμοιβής του έχει υποχρέωση να εκδίδει το προβλεπόμενο από τον οικείο Κώδικα φορολογικό στοιχείο (διπλότυπη απόδειξη παροχής υπηρεσιών), θα υπόκειται δε στην ανάλογη παρακράτηση φόρου εισοδήματος.
Σύμφωνα με τον 6° όρο αυτής, η σύμβαση συντάχθηκε κατ' εξουσιοδότηση της Τακτικής Γενικής Συνέλευσης της 30-6-1999 και ισχύει αορίστως μέχρι ακυρώσεώς της από τακτική γενική συνέλευση των μετόχων της εναγομένης, ενώ σε περίπτωση ακύρωσής της ή μη ανανέωσής της από την πλευρά της εναγομένης καθορίζεται ως αποζημίωση για τον ενάγοντα το ποσό των 25.000.000 δραχμών και ήδη 73.367,57 ευρώ πλέον ΦΠΑ, άμεσα καταβλητέο.
Η Γενική Συνέλευση της εναγομένης ανανέωνε κατ' έτος την ως άνω με αρ. .../27-12-1999 σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών με τον ενάγοντα, ενέκρινε τις αμοιβές που καταβάλλονταν κατά την προηγούμενη διαχειριστική περίοδο (έτος) και εισηγείτο για το ύψος της αμοιβής που επρόκειτο να καταβληθεί κατά την επόμενη διαχειριστική περίοδο.
Για τις αμοιβές αυτές ο ενάγων εξέδιδε Α.Π.Υ ενώ η εναγομένη παρακρατούσε το σχετικό φόρο τον οποίο απέδιδε στην ΔΟΥ ΦΑΕ Θεσσαλονίκης. Ο τρόπος αυτός αμοιβής του ενάγοντα ακολουθήθηκε μέχρι και την διαχειριστική περίοδο 1-1/31-12-2006. Στη συνέχεια, με την υπ' αρ. 14/11-6-2007 Τακτική Γενική Συνέλευση των μετόχων της εναγομένης, στην οποία μετείχε ενάγων, εγκρίθηκε, μεταξύ άλλων, η αμοιβή αυτού (ενάγοντος) για τη διαχειριστική χρήση 2006, ποσού 100.000 ευρώ, ενώ για τη χρήση 2007 ο πρόεδρος (της εναγόμενης) εισηγήθηκε να καταβληθούν αμοιβές στα μέλη Α.
Ι.-Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο και Ν. Α.-Αντιπρόεδρο του ΔΣ (ενάγοντα) για τις υπηρεσίες που παρέχουν με την ιδιότητά τους ως μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής και πέραν της ιδιότητάς τους ως μέλη του ΔΣ (παροχή διοικητικών και διαχειριστικών υπηρεσιών καθώς και τεχνικών συμβουλών επί θεμάτων πωλήσεων), εγκρίθηκε δε ως αμοιβή για τον ενάγοντα χρήσης 2007, η καταβολή ποσού ύψους μέχρι 109.000 ευρώ.
Με την υπ' αρ. 15/26-5-2008 Τακτική Γενική Συνέλευση των μετόχων της εναγομένης, στην οποία μετείχε και ο ενάγων, εγκρίθηκε η καταβολή της αμοιβής σε αυτόν για τις παρεχόμενες υπηρεσίες του, αποκλειστικά ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου αυτής, για τη χρήση 2008,ποσού 111.000 ευρώ, ενώ περαιτέρω, με την υπ' αρ. 16/15-6-2009 απόφαση της Τακτικής Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της εναγομένης, στην οποία μετείχε και ο ενάγων, αποφασίσθηκε η προέγκριση αμοιβής για τις παρεχόμενες υπηρεσίες του, αποκλειστικά ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου αυτής, χρήσης 2009, ποσού ύψους 105.000 ευρώ.
Εκ των ανωτέρω πρακτικών της τακτικής γενικής συνέλευσης της εναγομένης προκύπτει σιωπηρά κατά τρόπο σαφή ότι τα συμβαλλόμενα μέρη συνδύασαν την παύση της ισχύος της από 27-12-1999 σύμβασης με την αλλαγή της έννομης σχέσης που τους συνέδεε, από απλή σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών σε σχέση αμειβόμενης εντολής για τις υπηρεσίες που παρέχει ο ενάγων προς την εναγομένη ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου αυτής.
Με βάση τα ανωτέρω αλλά και από το γεγονός ότι ο ενάγων λάβανε συνεχώς από το έτος 2007 έως το έτος 2009 αμοιβή για τις υπηρεσίες του ως μέλος του ΔΣ της εναγομένης, προκύπτει σιωπηρή αποδοχή εκ μέρους του της κατάργησης της αρχικής συμφωνίας του έτους 1999 και των όρων αυτής την 31-12-2006 και από 1-1-2007 υπαγωγή της σχέσης με την εναγομένη σε σχέση αμειβόμενης εντολής του άρθρου 24 παρ. 2 του ν. 2190/1920, συναίνεση και αποδοχή της νέας σχέσης από τον ενάγοντα και έγκριση και συνέχιση αυτής με αποφάσεις της γενικής συνέλευσης και για τα έτη 2008 και 2009.
Ουσιαστικά η εν λόγω σύμβαση έπαυσε να υφίσταται νομικά ως συμβατική σχέση αφού μετατράπηκε στην εκ του νόμου ρυθμιζόμενη και ισχύουσα σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών που συνδέει την εναγόμενη με τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, τα οποία συνεχίζουν να αμείβονται πλέον με βάση την τελευταία (άρθρο 24 παρ. 2 ν. 2190/1920).
Η καταβολή αμοιβής από το 2007 και εξής στον ενάγοντα εξακολούθησε να γίνεται κανονικά όπως και πριν με τη διαφορά όμως ότι ήταν πλέον άρρηκτα συνδεδεμένη με την ιδιότητα του μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου και μόνο, οπότε εφόσον εκλείψει η ιδιότητα αυτή δεν δικαιούται στο εξής της αμοιβής του μέλους του διοικητικού συμβουλίου.
Η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα μέχρι την 31-12-2009 την αμοιβή του υπό την προαναφερόμενη ως άνω άλλη μορφή, με την από 19-2-2010 έκτακτη Γενική Συνέλευση δε, που συνήλθε κατόπιν της από 26-1-2010 πρόσκλησης του Διοικητικού Συμβουλίου, αποφασίσθηκε η εκλογή νέου Διοικητικού Συμβουλίου ενώ παύθηκε από μέλος ο ενάγων".
Ακολούθως δε, ως προς το ζήτημα της μεταξύ των διαδίκων ρήτρας στη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση , ως προς το νομικό ζήτημα και το αποδεικτικό πόρισμα δέχθηκε τα ακόλουθα: "Περαιτέρω η ΑΠ 845/2019 απόφαση με την οποία αναιρέθηκε η 1193/2018 απόφαση αυτού του δικαστηρίου, ανέφερε ότι "για τις διατυπούμενες σε συμβάσεις "αποζημιωτικές ρήτρες" ή "ρήτρες κατ' αποκοπή αποζημίωσης", με τις οποίες τα μέρη επιχειρούν να προκαθορίσουν την οφειλόμενη αποζημίωση για την περίπτωση μη εκπλήρωσης της σύμβασης, δεν γίνεται ειδική αναφορά στον Αστικό Κώδικα.
Ανακύπτει επομένως ανάγκη νομικού χαρακτηρισμού αυτών. Η θεωρία ορίζει ως κατ' αποκοπή αποζημίωση το ποσό, που δεσμεύεται να καταβάλλει ο ένας συμβαλλόμενος στον άλλο σε περίπτωση αθέτησης των συμβατικών του υποχρεώσεων, χωρίς να χρειάζεται ο τελευταίος να αποδείξει την ύπαρξη ή την έκταση της ζημίας του.
Διαφέρει έτσι από την ποινική ρήτρα, γιατί έχει ως σκοπό να εξασφαλίσει και να διευκολύνει την ικανοποίηση της απαίτησης για αποζημίωση του δανειστή χωρίς να περιλαμβάνει ποινή. Ωστόσο, η αναγνώριση - ειδικότερα - της σύμβασης κατ' αποκοπή αποζημίωσης άνευ δικαιώματος ανταπόδειξης του οφειλέτη ως αυτοτελούς θεσμού στο ελληνικό δίκαιο είναι ανεπίτρεπτη, γιατί αντίκειται στην αναγκαστικού δικαίου αποκαταστατική αρχή του άρθρου 298 ΑΚ.
Σε κάθε δε περίπτωση είναι περιττή επειδή ως δικαιοπραξία υπάγεται ήδη στην έννοια της ποινικής ρήτρας. Ειδικότερα: Η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (361 ΑΚ) επιτρέπει μεν στους συμβαλλόμενους να προσδίδουν στις ενοχικές σχέσεις το περιεχόμενο που αυτοί επιθυμούν, υπό την προϋπόθεση όμως ότι δεν καταστρατηγούνται διατάξεις αναγκαστικού δικαίου.
Τέτοια καταστρατήγηση υπάρχει και με την αναγνώριση και αποδοχή της κατ' αποκοπή αποζημίωσης άνευ δικαιώματος ανταπόδειξης του οφειλέτη, ως διακριτού θεσμού από την ποινική ρήτρα, καθώς αντίκειται στην αποκαταστατική αρχή και καταστρατηγεί τις διατάξεις, από τις οποίες αυτή εκφράζεται. Σύμφωνα με το άρθρο 298 εδ.
α' ΑΚ, το οποίο αποτελεί βασική έκφραση της αποκαταστατικής αρχής, "η αποζημίωση περιλαμβάνει την μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος ". Κατά το άρθρο δε 299 ΑΚ "αποζημίωση για μη περιουσιακή ζημία οφείλεται στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος", χωρίς να υφίσταται ειδική πρόβλεψη σε περίπτωση αθέτησης ενοχικής υποχρέωσης.
Με βάση τα άρθρα αυτά, κύρια αρχή στο ελληνικό ιδιωτικό δίκαιο θεωρείται ο αποκαταστατικός χαρακτήρας αποζημίωσης. Ο χαρακτήρας αυτός αποβλέπει βασικά στην παροχή αντισταθμίσματος, εξισορροπητικού της ζημίας και όχι στον πλουτισμό εκείνου που ζημιώθηκε. Για το λόγο αυτό, η αποζημίωση αποσκοπεί αλλά και περιορίζεται στην πλήρη αποκατάσταση της πραγματικής περιουσιακής ζημίας του συγκεκριμένου δανειστή χωρίς να εξυπηρετεί κυρωτικούς ή άλλους σκοπούς.
Ο δανειστής πρέπει να βρεθεί στην κατάσταση που θα ήταν, αν δεν είχε επέλθει η ανώμαλη εξέλιξη της ενοχής. Οι θεσπίζουσες την αποκαταστατική αρχή διατάξεις αποτελούν αναγκαστικό δίκαιο και αποκλίσεις επιτρέπονται για εξαιρετικούς λόγους μόνο στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος, όπως στα άρθρα 345 εδ. 2, 835, 331, 387, 674 ΑΚ, 3 του ν. 551/1915, 3 ν.δ. 3755/1957 (βλ.
και Ολ ΑΠ 17/1999 κατά την οποία η αποκαταστατική αρχή αποτελεί γενική αρχή του ελληνικού δικαίου της αποζημίωσης). Επομένως, η αναγνώριση της συμβατικής κατ' αποκοπή αποζημίωσης άνευ δικαιώματος ανταπόδειξης του οφειλέτη, ως αυτοτελούς θεσμού, διακριτού από την ποινική ρήτρα, αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 3 ΑΚ, καθώς συνιστά μη προβλεπόμενη από το νόμο εξαίρεση στην αποκαταστατική αρχή, όπως αυτή εκφράζεται στο άρθρο 298 ΑΚ.
Ούτε πάλι μπορεί να θεωρηθεί ως αυτοτελής αρρύθμιστη σύμβαση, διότι πληροί όλα τα αναγκαία στοιχεία για να υπαχθεί στις διατάξεις 404 επ, ΑΚ περί ποινικής ρήτρα. Δεν αποτελεί τίποτα άλλο παρά την υπόσχεση ποσού ή άλλης παροχής εκ μέρους του οφειλέτη για την περίπτωση που αυτός δεν θα εκπλήρωνε τη σύμβαση, όπως ορίζει το πραγματικό της διατάξεως του άρθρου 404 ΑΚ.
Άλλωστε, η λειτουργία της ποινικής ρήτρας ως αποζημίωσης προκύπτει και από το άρθρο 406 παρ. 2 ΑΚ, κατά το οποίο η συμφωνηθείσα "ποινή" επέχει θέση αποζημίωσης και ο δανειστής έχει αξίωση μόνο για την επιπλέον αποδεικνυόμενη ζημία. Ο νόμος μάλιστα παρέχει στους συμβαλλόμενους αυξημένη ελευθερία να προκαθορίσουν την οφειλόμενη αποζημίωση, καθώς είναι δυνατόν, λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα του άρθρου 406 παρ. 2 ΑΚ, να αποκλειστεί η αξίωση για την επιπλέον ζημία, που δεν θα καλύπτεται από την ποινή, με αποτέλεσμα η οφειλόμενη αποζημίωση να είναι αποκλειστικά συμβατικής προέλευσης.
Επομένως, ρήτρες κατ' αποκοπή αποζημίωσης χωρίς δικαίωμα ανταπόδειξης του οφειλέτη δεν συνιστούν κάτι άλλο, παρά την ποινική ρήτρα των άρθρων 404 επ. ΑΚ (ΑΠ 2049/2017, βλ, και ΑΠ 1768/2011). Εξάλλου, η προβλεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 404 επ. ΑΚ σύμβαση γνήσιας ποινικής ρήτρας, με την οποία ο ένας των συμβαλλομένων υπόσχεται στον άλλο ότι, εάν δεν εκπληρώσει ή δεν εκπληρώσει προσηκόντως την οφειλόμενη σ' αυτόν παροχή από άλλη ενοχή, θα του καταβάλει ένα χρηματικό ποσό ή κάτι άλλο, αποτελεί παρεπόμενη συμφωνία.
Δηλαδή, στη γνήσια ποινική ρήτρα υπάρχει κυρία ενοχική υποχρέωση, την εκπλήρωση της οποίας ασφαλίζει η ποινική ρήτρα. Εκτός, όμως, από γνήσια ποινική ρήτρα, υπάρχει και η μη γνήσια ποινική ρήτρα, η οποία δεν ρυθμίζεται από τον ΑΚ και η οποία είναι έγκυρη κατά την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 Α.Κ.).
Στη μη γνήσια αυτή ποινική ρήτρα, η οποία αποτελεί αυτοτελή σύμβαση που δεν εξαρτάται και δεν έχει σκοπό την ενίσχυση άλλης ("κύριας") σύμβασης, υπάρχει μία ενοχή μεταξύ των συμβαλλομένων, αυτή που απορρέει από την περί ποινής συμφωνία. Η ενοχή αυτή τελεί υπό την αίρεση πράξεως ή παραλείψεως του υποσχεθέντος, το αντίθετο των οποίων δεν αποτελεί παροχή άλλης κυρίας ενοχής (ΑΠ 1433/1998).
Όμως, και επί της μη γνήσιας ποινικής ρήτρας εφαρμόζεται αναλογικά και το άρθρο 409 του ΑΚ (ΑΠ 869/2017). Σύμφωνα με τα παραπάνω, η καθοριζόμενη με όρο σε σύμβαση, παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών κατ' αποκοπήν αποζημίωση για την περίπτωση κατάργησης ή μη ανανέωσης της συμβάσεως, άνευ δικαιώματος ανταπόδειξης του υπόχρεου, έχει το χαρακτήρα μη γνήσιας ποινικής ρήτρας, στην οποία, κατά τα ανωτέρω, εφαρμόζεται και η διάταξη του άρθρου 409.
Περαιτέρω, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σύμβασης αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας του δικαστηρίου, που μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων χαρακτηρίζει αυτεπάγγελτα την καταρτισθείσα σύμβαση με βάση το περιεχόμενό της που έγινε ανέλεγκτα δεκτό και υπάγει αυτό στην έννοια μιας ρυθμισμένης σύμβασης, χωρίς ν' ασκεί οποιαδήποτε επιρροή ο χαρακτηρισμός που έδωσαν σ' αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη, κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (Ολομ ΑΠ 20, 19/2007, 18/2006)".
Αφού δε εκτίθεται , περαιτέρω, για ποιο λόγο κρίθηκε από το Δικαστήριο τούτο (με την 845/2019 απόφασή του) ότι παραβιάστηκαν, από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προηγούμενη (αναιρεθείσα) απόφασή του, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή, οι προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 404, 405 και 409 ΑΚ, τις οποίες δεν εφάρμοσε με την εσφαλμένη αιτιολογία ότι η τεθείσα στην ένδικη σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών ως άνω αποζημιωτική ρήτρα έχει παρόμοιο χαρακτήρα με εκείνο της αποζημίωσης απολύσεως της εργατικής νομοθεσίας, καίτοι οι ανωτέρω διατάξεις ήσαν εφαρμοστέες στην ένδικη υπόθεση, αφού, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, η καθοριζόμενη με όρο σε σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών κατ' αποκοπήν αποζημίωση για την περίπτωση κατάργησης ή μη ανανέωσης της συμβάσεως, άνευ δικαιώματος ανταπόδειξης του υπόχρεου, έχει το χαρακτήρα μη γνήσιας ποινικής ρήτρας, στην οποία, κατά τα ανωτέρω, εφαρμόζεται και η διάταξη του άρθρου 409 ΑΚ", ακολούθως (το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του) δέχθηκε ότι "Αποδείχθηκε ότι με τον υπ' αρ. 6 εδ.
β της από 27-12-1999 σύμβασης ανεξάρτητων υπηρεσιών ορίστηκε ότι "σε περίπτωση ακύρωσης ή μη ανανέωσης της σύμβασης από την πλευρά του εργοδότη καθορίζεται ως αποζημίωση για τον συνεργάτη το ποσό των 25.000.000 δραχμών πλέον ΦΠΑ άμεσα καταβλητέο". Η ως άνω καθοριζόμενη με όρο στην ως άνω σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών κατ' αποκοπήν αποζημίωση για την περίπτωση κατάργησης ή μη ανανέωσης της σύμβασης, άνευ δικαιώματος ανταπόδειξης του υπόχρεου, έχει το χαρακτήρα μη γνήσιας ποινικής ρήτρας, η οποία δεν ρυθμίζεται από τον ΑΚ και η οποία είναι έγκυρη κατά την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ).
Στη μη γνήσια αυτή ποινική ρήτρα, η οποία αποτελεί αυτοτελή σύμβαση που δεν εξαρτάται και δεν έχει σκοπό την ενίσχυση άλλης ("κύριας") σύμβασης, υπάρχει μία ενοχή μεταξύ των συμβαλλομένων, αυτή που απορρέει από την περί ποινής συμφωνία. Η ενοχή αυτή τελεί υπό την αίρεση πράξεως ή παραλείψεως του υποσχεθέντος, το αντίθετο των οποίων δεν αποτελεί παροχή άλλης κύριας ενοχής (ΑΠ 1433/1998).
Ενόψει των ανωτέρω είναι μη νόμιμος ο ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι με την κατάργηση της ως άνω από 27-12-1999 σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών έπαυσε να ισχύει και ο υπ' αρ. 6 όρος εδ. β αυτής περί αποζημίωσης για την περίπτωση κατάργησης ή μη ανανέωσης της σύμβασης, εφόσον η έγκυρη ανανέωση επιφέρει την απόσβεση της παλαιάς ενοχής καθώς και των παρεπομένων ενοχών (άρθρ. 436 και 439 ΑΚ), δεδομένου ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει παρεπόμενο και εξασφαλιστικό της κύριας ενοχής χαρακτήρα, αλλά αντίθετα, έχει αυτοτέλεια ως ενοχή και δεν εξαρτάται από την κύρια σύμβαση και την τύχη αυτής ούτε έχει σκοπό την ενίσχυση ή εξασφάλισή της ώστε να καταργηθεί παρασυρόμενη από την κατάργηση εκείνης".
Ακολούθως δε, αφού εκτίθεται από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι, "Κατά την διάταξη του άρθρου 409 ΑΚ, "Αν η ποινή που συμφωνήθηκε είναι δυσανάλογα μεγάλη, μειώνεται, ύστερα από αίτηση του οφειλέτη, από το δικαστήριο στο μέτρο που αρμόζει. Αντίθετη συμφωνία δεν ισχύει". Από την διάταξη αυτή συνάγεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για την μόρφωση της δικαστικής του κρίσεως, σε σχέση με τον προσδιορισμό του περιεχομένου της αόριστης νομικής έννοιας της "δυσανάλογα μεγάλης ποινής" και του "μέτρου που αρμόζει", λαμβάνει υπ' όψη τα περιστατικά που, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν και ιδίως το μέγεθος της ποινής, σε σύγκριση με την αξία της αντιπαροχής του δανειστού, την οικονομική κατάσταση των μερών, τα συμφέροντα του δανειστού που επλήγησαν από την αθέτηση της συμβάσεως, την έκταση της συμβατικής παραβάσεως του οφειλέτου, τον βαθμό του πταίσματός του, την ενδεχόμενη ωφέλειά του από την μη εκπλήρωση της παροχής, τα απώτερα επιβλαβή αποτελέσματα και κάθε δικαιολογημένο συμφέρον του δανειστού.
Για την σχετική δε κρίση του δικαστηρίου, λαμβάνεται υπ' όψη ο χρόνος εκδόσεως της οριστικής αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δηλαδή της συζητήσεως, μετά την οποία αυτή εξεδόθη, ασχέτως αν, κατά τις περιστάσεις, λαμβάνονται υπ' όψη περιστατικά, αναγόμενα σε προγενέστερο χρόνο.....", καταλήγει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι "Το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπ' όψιν ιδίως την αξία της αντιπαροχής του ενάγοντος, συνισταμένης στο τέλος της συνεργασίας του με την εναγόμενη υπό την μορφή της σύμβασης ανεξάρτητων υπηρεσιών, το μέγεθος της ποινής (90.242,11 ευρώ) που ισούται περίπου με τις ετήσιες αποδοχές του ενάγοντος ως μέλους του ΔΣ της εναγομένης, την οικονομική κατάσταση των μερών, τα εκ της καταργήσεως της συμβάσεως πληγέντα συμφέροντα του δανειστή-ενάγοντος και μάλιστα όχι μόνο την περιουσιακή αλλά και την ηθική βλάβη αυτού ενόψει της μακράς αντιδικίας των διαδίκων, αλλά και το γεγονός της απουσίας ωφέλειας του οφειλέτη-εναγομένης εκ της μη εκπλήρωσης της παροχής εφόσον τη θέση του ενάγοντος στο ΔΣ κατέλαβε άλλο μέλος, της ελλείψεως συμβατικής παράβασης και υπαιτιότητας από μέρους της εναγομένης δεδομένου ότι ο ενάγων έλαβε πρώτα πλήρεις αποδοχές του έτους 2009, ενώ στη συνέχεια ανακλήθηκε από μέλος του ΔΣ καθώς και το δικαιολογημένο συμφέρον του δανειστή και τα απώτερα ακόμη επιβλαβή αποτελέσματα τα οποία είχε γι' αυτόν η μη εκπλήρωση ή μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής, όχι δε απλώς τη μη επέλευση σ αυτόν ζημίας ή το μέγεθος αυτής, αλλά και το ότι δυνάμει του από 21-7-2010 ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ αυτού και μετόχων της εναγομένης, πώλησε τις μετοχές του αντί του συνολικού ποσού των 150.000 ευρώ, καταβλητέο σε 3 δόσεις, εκ των οποίων εισέπραξε την 21-7-2010 το ποσό των 50.072,75 ευρώ, την 15- 12-2011 το ποσό των 50.072,75 ευρώ και την 15-12-2012 το ποσό των 49.854,50 ευρώ, κρίνει ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο της έκδοσης της οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η συμφωνηθείσα ποινή είναι υπέρμετρη και πρέπει να μειωθεί στο προσήκον μέτρο δηλαδή στο ποσό των 36.683,78 ευρώ πλέον ΦΠΑ 8.437,27 ευρώ".
Με τον πρώτο (υπό Α') από τους λόγους αναίρεσης, η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "... ΑΕ", προβάλλει ότι το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, α) εφάρμοσε εσφαλμένα τις διατάξεις των άρθρων 404, 405 και 409 ΑΚ, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους και συγκεκριμένα, ενώ δέχθηκε ανέλεγκτα, ότι από τα με αριθμούς 14/11-6-2007, 15/26-5-2008 και 16/15-6-2009 πρακτικά των Τακτικών Γενικών Συνελεύσεων των μετόχων της εταιρίας προκύπτει σιωπηρά και κατά τρόπο σαφή, ότι τα συμβαλλόμενα μέρη θέλησαν την παύση της ισχύος της από 27-12-1999 σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών και των όρων αυτής, μεταξύ των οποίων και του όρου περί αποζημιώσεως, και την αλλαγή της έννομης σχέσης που τους συνέδεε, από απλή σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών σε σχέση αμειβόμενης εντολής για τις υπηρεσίες που παρείχε ο ενάγων, ως μέλος του ΔΣ, καθώς και ότι από το γεγονός ότι ο ίδιος ελάμβανε συνεχώς από το έτος 2007 έως το έτος 2009 αμοιβή για τις υπηρεσίες του, ως μέλους του ΔΣ, προκύπτει σιωπηρή αποδοχή εκ μέρους του της κατάργησης της αρχικής συμφωνίας του έτους 1999 και των όρων αυτής την 31-12-2006 και από 1-1-2007 υπαγωγή της στη σχέση του άρθρου 24 §2 του Ν.2190/1920, καθώς και συναίνεση και αποδοχή από αυτόν της νέας σχέσης, ότι η σύμβαση του 1999 έπαυσε να υφίσταται νομικά και ότι, εφόσον εκλείψει στο πρόσωπό του η ιδιότητα του μέλους του ΔΣ, δεν θα εδικαιούτο αμοιβής, πράγμα που έγινε με την από 19-2-2010 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της εταιρίας, εν τούτοις, θεώρησε αντιφατικά ότι ο 6ος όρος της από 27-12-1999 σύμβασης, περί αποζημίωσης κατ' αποκοπήν, ως μη γνήσια ποινική ρήτρα, διατηρεί την αυτοτέλειά του ως σύμβαση και δεν καταργήθηκε με την παύση της ισχύος και ανανέωση της από 27-12-1999 σύμβασης, μη παρασυρόμενος από την κατάργηση της τελευταίας, δεδομένου ότι η ανανέωση επιφέρει την απόσβεση της παλαιάς ενοχής, καθώς και των παρεπομένων ενοχών (αρθ. 436, 439 ΑΚ).
β) Ότι (το Εφετείο) παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, διότι, εν όψει των προταθέντων νόμιμα ισχυρισμών της περί κατάργησης και του όρου περί αποζημίωσης, παρόλο που -έστω και έμμεσα- διαπιστώνει την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης που εκφράστηκαν στα πρακτικά των ως άνω Γενικών Συνελεύσεων των μετόχων της εταιρίας για το κρίσιμο αυτό ζήτημα του εάν οι συμβαλλόμενοι ήθελαν να καταργήσουν, εκτός από την από 27-12-1999 σύμβαση και τον όρο περί αποζημίωσης, εντούτοις παρέλειψε να προσφύγει για τη συμπλήρωση και ερμηνεία αυτών στις εν λόγω διατάξεις, επίσης δε παραβίασε και τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία χρησιμοποίησε εσφαλμένα κατά την ερμηνεία των άρθρων 361, 436, 439, 404 και 405 ΑΚ, άλλως κατά την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αποδειχθέντα.
γ) Ότι (το Εφετείο) ερμήνευσε εσφαλμένα τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 405,408 και 409 ΑΚ, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια του από τον αριθμό 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, δεχόμενο ότι, αφού ο όρος περί αποζημίωσης στην ένδικη περίπτωση έχει τον χαρακτήρα μη γνήσιας ποινικής ρήτρας, σύμφωνα με το παραπάνω αναφερόμενο σκεπτικό, διατηρεί την αυτοτέλειά του, ως σύμβαση, δεν καταργήθηκε, ως παρεπόμενη συμφωνία, μαζί με την κατάργηση με ανανέωση της κύριας από 27-12-1999 σύμβασης.
δ) Τέλος ότι, το Εφετείο, ερμήνευσε εσφαλμένα τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 405,408 και 409 ΑΚ, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια του από τον αριθμό 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεν ερεύνησε το από το νόμο απαιτούμενο για την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας απαραίτητο στοιχείο της υπαιτιότητας από πλευράς της ως οφειλέτριας.
Πλην, όμως, οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως τυγχάνουν απαράδεκτοι ως αλυσιτελώς προβαλλόμενοι και, αβάσιμοι, κατά τις παρακάτω διακρίσεις, καθώς από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο - και σε εναρμόνιση με την ερμηνεία που δόθηκε με την προγενέστερη (845/2019) απόφαση του Δικαστηρίου τούτου ως προς τη νομική φύση του 6ου όρου της μεταξύ των διαδίκων από 27-12-1999 σύμβασης, κατά τον οποίο "...σε περίπτωση ακύρωσης ή μη ανανέωσης της σύμβασης από την πλευρά του εργοδότη καθορίζεται ως αποζημίωση για τον συνεργάτη το ποσό των 25.000.000 δραχμών πλέον ΦΠΑ άμεσα καταβλητέο" - κρίθηκε ότι ο όρος αυτός συνιστά κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό του, μη γνήσια ποινική ρήτρα, η οποία διατηρεί την αυτοτέλειά της και δεν καταργήθηκε με την, κατά τα λοιπά, παύση της ισχύος της από 27-12-1999 σύμβασης, ειδικότερα δε με τις συγκεκριμένες, ως και ανωτέρω, παραδοχές ότι, "Η ως άνω καθοριζόμενη με όρο στην ως άνω σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών κατ' αποκοπήν αποζημίωση για την περίπτωση κατάργησης ή μη ανανέωσης της σύμβασης, άνευ δικαιώματος ανταπόδειξης του υπόχρεου, έχει το χαρακτήρα μη γνήσιας ποινικής ρήτρας, η οποία δεν ρυθμίζεται από τον ΑΚ και η οποία είναι έγκυρη κατά την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ).
Στη μη γνήσια αυτή ποινική ρήτρα, η οποία αποτελεί αυτοτελή σύμβαση που δεν εξαρτάται και δεν έχει σκοπό την ενίσχυση άλλης ("κύριας") σύμβασης, υπάρχει μία ενοχή μεταξύ των συμβαλλομένων, αυτή που απορρέει από την περί ποινής συμφωνία. Η ενοχή αυτή τελεί υπό την αίρεση πράξεως ή παραλείψεως του υποσχεθέντος, το αντίθετο των οποίων δεν αποτελεί παροχή άλλης κύριας ενοχής (ΑΠ 1433/1998).
Ενόψει των ανωτέρω είναι μη νόμιμος ο ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι με την κατάργηση της ως άνω από 27-12-1999 σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών έπαυσε να ισχύει και ο υπ' αρ. 6 όρος εδ. β αυτής περί αποζημίωσης για την περίπτωση κατάργησης ή μη ανανέωσης της σύμβασης, εφόσον η έγκυρη ανανέωση επιφέρει την απόσβεση της παλαιάς ενοχής, καθώς και των παρεπομένων ενοχών (άρθρ. 436 και 439 ΑΚ), δεδομένου ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει παρεπόμενο και εξασφαλιστικό της κύριας ενοχής χαρακτήρα, αλλά αντίθετα, έχει αυτοτέλεια ως ενοχή και δεν εξαρτάται από την κύρια σύμβαση και την τύχη αυτής ούτε έχει σκοπό την ενίσχυση ή εξασφάλισή της ώστε να καταργηθεί παρασυρόμενη από την κατάργηση εκείνης".
Επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, με σαφήνεια και χωρίς ανάγκη προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, μη παραβιάζοντας τα διδάγματα της κοινής πείρας, επίσης δε χωρίς καθόλου αντιφάσεις, ήχθη στο αποδεικτικό του πόρισμα με ορθή υπαγωγή των περιστατικών στους προσήκοντες κανόνες δικαίου, δεχόμενο την αυτοτέλεια του ως άνω όρου, ως μη γνήσιας ποινικής ρήτρας, που δεν έπαυσε να ισχύει για την περίπτωση κατάργησης ή μη ανανέωσης της (αρχικής) σύμβασης, αφού η περαιτέρω συναφθείσα ήταν νέα που προέβλεπε διαφορετικό τρόπο αμοιβής των μελών του ΔΣ της εναγομένης εταιρίας, στο πλαίσιο σχέσης αμειβόμενης εντολής του άρθρου 24 παρ. 2 του ν. 2190/1920 και επομένως ο λόγος αυτός αναιρέσεως ως προς τα ανωτέρω σκέλη του (περί μη εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 436 και 454 ΑΚ και παραβιάσεως των διατάξεων των άρθρων 173,200 ΑΚ, όπως και των άρθρων 405, 408 και 409 ΑΚ, παραβίαση άρθρου 559 αριθμ. 1 - όπως και του άρθρου 559 αριθμ.19 σε σχέση με τις αιτιολογίες του) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενώ καθόσον αφορά ειδικά στο προβαλλόμενο ζήτημα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν ερεύνησε το από το νόμο απαιτούμενο για την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας απαραίτητο στοιχείο της υπαιτιότητας από πλευράς της εναγομένης ως οφειλέτριας, εφόσον κατά τον ως άνω 6Ο όρο της από 27-12-1999 σύμβασης "...σε περίπτωση ακύρωσης ή μη ανανέωσης της σύμβασης από την πλευρά του εργοδότη καθορίζεται ως αποζημίωση για τον συνεργάτη το ποσό των 25.000.000 δραχμών πλέον ΦΠΑ άμεσα καταβλητέο", προκύπτει σαφώς ότι η μη γνήσια αυτή ποινική ρήτρα συμφωνήθηκε ότι οφείλεται (ως κατ'αποκοπήν αποζημίωση) ανυπαιτίως (στο πλαίσιο των αναλογικώς για αυτήν εφαρμοζομένων ενδοτικού χαρακτήρα διατάξεων των άρθρων 404 και 405 ΑΚ, σε συνδυασμό με την ΑΚ 361), με μόνο λόγο κατάπτωσης αυτής την ακύρωση ή μη ανανέωση της σύμβασης παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και, επομένως, αλυσιτελώς και, σε κάθε περίπτωση αβασίμως, προβάλλεται, κατά το σκέλος του αυτό, ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως.
Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τον νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 190/2021, ΑΠ 87/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο (υπό Β') από τους λόγους αναιρέσεως, η ως άνω αναιρεσείουσα εταιρία προβάλλει ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι, α) ενώ με τις από 14-2-2014 πρωτόδικες προτάσεις της πρότεινε επικουρικά παραδεκτά και καταχωρήθηκε στα πρακτικά, την καταλυτική της αγωγής από το άρθρο 281 ΑΚ απορρέουσα ένστασή της, περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου για αποζημίωσή του, με βάση τον υπ' αριθμ.6 όρο της από 27-12-1999 σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών, την οποία ένσταση επανέφερε με τον 4° λόγο της έφεσής της, το Εφετείο περιορίστηκε στη μείωση της ποινικής ρήτρας και δεν εξέτασε καν την ως άνω ένσταση της 281 ΑΚ και β) ενώ επικουρικά πρότεινε παραδεκτά την ένσταση από το άρθρο 454 ΑΚ, με τον υπό στοιχείο ΣΤ' λόγο της από 15-12-2014 έφεσης το πρώτον στην έκκλητη δίκη, αναφορικά με ότι, από τα νόμιμα δημοσιευμένα πρακτικά της με ημερομηνία 29-12-2006 έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων αποδεικνύεται εγγράφως ότι: "...Έτσι παρίστανται μέτοχοι εκπροσωπούντες το 100% του Καταβεβλημένου Κεφαλαίου...
θέμα 2ον ... Η ειδική σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών ελευθέρου επαγγελματία που είχε συναφθεί μεταξύ της εταιρείας και των ως άνω μελών από 1/1/2007 παύει να ισχύει...", από το οποίο, κατά τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, προκύπτει και συνάγεται σαφής και αναμφίβολη από μέρους των μετόχων σιωπηρή πρόταση-δήλωση περί βεβαίωσης της ανυπαρξίας του χρέους από το ενοχικό δικαίωμα της "αποζημίωσης" του 6ου όρου της επίδικης σύμβασης και σιωπηρή αποδοχή της δήλωσης αυτής του αναιρεσίβλητου και των λοιπών μετόχων-μελών του ΔΣ (ΑΚ 189, 192, 193), που είχαν υπογράψει τις εν λόγω συμβάσεις ανεξαρτήτων υπηρεσιών και ότι έτσι καταρτίστηκε μεταξύ τους σύμβαση βεβαιωτική της ανυπαρξίας του χρέους, διαφορετικά, με τους ίδιους όρους, σύμβαση άφεσης χρέους, εν τούτοις το Εφετείο εφαρμόζοντας τη διάταξη του άρθρου 409 ΑΚ, δεν ασχολήθηκε καν με την ως άνω ένσταση της 454 ΑΚ, παραβιάζοντας έτσι τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ.
Ο λόγος αυτός (και κατά τα δύο του σκέλη) από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμο, ειδικότερα για το κάθε σκέλος του, προκύπτουν τα ακόλουθα: α) Για τη θεμελίωση της επικουρικά προβληθείσας ένστασης καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε τους ίδιους λόγους και περιστατικά, που προηγουμένως προέβαλε ότι υπαγορεύουν τη μείωση της ποινικής ρήτρας ως υπέρμετρης, ενώ, η κατ' ένσταση προταθείσα αυτή αίτησή της περί μειώσεώς της, έγινε δεκτή από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
Εφόσον το προηγηθέν (υπό
ΙΙΙ.Γ' και IV.5.γ'με τους λόγους εφέσεως) αίτημα της ως άνω αναιρεσείουσας (περί μειώσεως της ποινικής ρήτρας) έγινε δεκτό από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και η ανωτέρω ένστασή της είχε προβληθεί επικουρικώς (για την περίπτωση μη παραδοχής της ένστασης μείωσης της ποινής, δεν απαιτείτο αιτιολογία για τη μη έρευνά της, ενώ σε κάθε περίπτωση, η ένσταση από το 281 ΑΚ είναι μη νόμιμη όταν στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν άλλη καταλυτική του δικαιώματος ένσταση, β) Επίσης, σε σχέση με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως, και ο δεύτερος ισχυρισμός (που αφορά την επίσης επικουρικά προβληθείσα, ως ανωτέρω, ένσταση της ΑΚ 454), απαντήθηκε από το Εφετείο δια της παραδοχής των αντιθέτων, αφού κρίθηκε ότι είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι με την κατάργηση της ως άνω από 27-12-1999 σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών έπαυσε να ισχύει και ο υπ' αρ. 6 όρος εδ.
β αυτής περί αποζημίωσης για την περίπτωση κατάργησης ή μη ανανέωσης της σύμβασης, δεδομένου ότι έχει αυτοτέλεια (ως μη γνήσια ποινική ρήτρα) ως ενοχή και δεν εξαρτάται από την κύρια σύμβαση και την τύχη αυτής, ούτε έχει σκοπό την ενίσχυση ή εξασφάλισή της ώστε να καταργηθεί παρασυρόμενη από την κατάργηση εκείνης (κύριας σύμβασης).
Σε κάθε περίπτωση, προβλήθηκε απαραδέκτως ο ισχυρισμός αυτός, διότι θα έπρεπε να αποδεικνυόταν από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο έγγραφο (δημόσιο ή ιδιωτικό, με πλήρη απόδειξη) κατά τρόπο ευθύ και άμεσο και όχι σε συνδυασμό με δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 1761/2022, ΑΠ 755/ 2021, ΑΠ 961/2019) ή, πολύ περισσότερο, σε συνδυασμό με καταφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, που η αναιρεσείουσα επικαλείται, επίσης, με τον λόγο αυτό αναιρέσεως, προς απόδειξη της, κατά τους ισχυρισμούς της, από μέρους των μετόχων σιωπηρής πρότασης-δήλωσης περί βεβαίωσης της ανυπαρξίας του χρέους από το ενοχικό δικαίωμα της "αποζημίωσης" του 6ου όρου της επίδικης σύμβασης και σιωπηρής αποδοχής της δήλωσης αυτής του αναιρεσίβλητου και των λοιπών μετόχων-μελών του ΔΣ.
Μη υπάρχοντος δε άλλου λόγου πρέπει να απορριφθεί η από 11-9-2020 αίτηση αναίρεσης της εναγομένης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και διακριτικό τίτλο "... ΑΕ", να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθεί αυτή, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ).
Εξάλλου, ως προς την αναίρεση του ενάγοντος Ν. Α., σημειώνονται τα ακόλουθα: Από τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 4 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι "οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", προκύπτει ότι οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των Τμημάτων του Αρείου Πάγου είναι δεσμευτικές για όλα τα δικαστήρια, που επιλαμβάνονται της ίδιας υπόθεσης, δηλαδή και για τον ίδιο τον Άρειο Πάγο, αν επανέλθει σ` αυτόν η υπόθεση ύστερα από νέα αναίρεση κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου της παραπομπής (ΟλΑΠ 15/2011, ΑΠ 755/2022).
Ως "νομικό ζήτημα" θεωρείται το εννοιολογικό περιεχόμενο που προσέδωσε η αναιρετική απόφαση στον κανόνα δικαίου, στην παράβαση του οποίου θεμελιώθηκε η αναίρεση, μπορεί δε αυτός να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο, για τους κατ` ιδίαν λόγους αναίρεσης που θεσπίζει το άρθρο 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 755/2022, ΑΠ 534/2015, ΑΠ 1708/2014).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης κατά απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής, εφόσον με τον λόγο αυτόν προσβάλλεται η απόφαση κατά το τμήμα της εκείνο, με το οποίο συμμορφώθηκε με την αναιρετική (ΑΠ 755/2022, ΑΠ 387/2021, ΑΠ 1743/2017, ΑΠ 921/2015 ΑΠ 128/2013, ΑΠ 199/2012, ΑΠ 411/2010). Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγω μη προσφυγής στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με την επίκληση ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε στην επίδικη διαφορά ανάλογη εφαρμογή της διάταξης των άρθρων 404 επ.
ΑΚ, χαρακτηρίζοντας τον υπ' αριθμ.6 όρο της από 27-12-1999 σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών ως μη γνήσια ποινική ρήτρα, ενώ έπρεπε να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 398 του ίδιου κώδικα, θεωρώντας ότι επρόκειτο για ποινή μεταμελείας. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα εξής:
Όπως αναφέρεται και στο διαδικαστικό ιστορικό της υποθέσεως, η αγωγή του Ν. Α. κατά της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και διακριτικό τίτλο "... ΑΕ" έγινε δεκτή με την 18829/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία κατέστη τελεσίδικη, αφού η ασκηθείσα από την εναγόμενη έφεση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι απορρίφθηκαν με την 1193/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Ακολούθως, η εναγόμενη άσκησε αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αυτής, η οποία έγινε δεκτή, με την 845/2019 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, ως προς τον λόγο της που αφορούσε ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή, τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 404, 405 και 409 ΑΚ, τις οποίες δεν εφάρμοσε με την εσφαλμένη αιτιολογία ότι η τεθείσα στην ένδικη σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών ως άνω αποζημιωτική ρήτρα έχει παρόμοιο χαρακτήρα με εκείνο της αποζημίωσης απολύσεως της εργατικής νομοθεσίας, καίτοι οι ανωτέρω διατάξεις ήταν εφαρμοστέες στην ένδικη υπόθεση, αφού η καθοριζόμενη με όρο σε σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών κατ' αποκοπήν αποζημίωση για την περίπτωση κατάργησης ή μη ανανέωσης της συμβάσεως, άνευ δικαιώματος ανταπόδειξης του υπόχρεου, έχει το χαρακτήρα μη γνήσιας ποινικής ρήτρας, στην οποία, κατά τα ανωτέρω, εφαρμόζεται και η διάταξη του άρθρου 409 ΑΚ και αναιρέθηκε στο σύνολό της (λόγω της αναιρετικής εμβέλειας και του ανωτέρω λόγου της) η ανωτέρω απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Μετά δε τη μετ' αναίρεση συζήτηση, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 1607/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, όπως και παραπάνω αναφέρεται - αφού το δικαστήριο εκείνο, εναρμονιζόμενο ως προς τις νομικές του παραδοχές με τον χαρακτήρα (ως μη γνήσιας ποινικής ρήτρας) που έγινε δεκτός ότι προσιδιάζει στον υπ' αριθμ.6 όρο της από 27-12-1999 σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών, με την ως άνω 845/2019 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου - έγινε δεκτή η έφεση (που συνεκδικάστηκε με τους πρόσθετους αυτής λόγους) και εξαφανίστηκε η 18829/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ακολούθως δε έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, υποχρεωθείσας της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 45.121,05 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Επομένως, εφόσον το δικαστήριο της παραπομπής συμμορφώθηκε με την (845/2019) αναιρετική απόφαση ως προς το ζήτημα αυτό (του χαρακτήρα του ως άνω όρου της συμβάσεως ως μη γνήσιας ποινικής ρήτρας) και με τον υπό κρίση λόγο αναιρέσεως προσβάλλεται η απόφαση κατά το τμήμα της εκείνο, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, κατά την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Με τον δεύτερο από τους λόγους αναίρεσης, ο ως άνω αναιρεσείων (Ν. Α.) προβάλλει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, υπέπεσε στις πλημμέλειες των αριθμών 1, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή για τον σχηματισμό της δικανικής του κρίσης δεν εφάρμοσε σωστά τα κριτήρια που είχε στη διάθεσή του, αόριστα αναφέρθηκε στα περισσότερα από αυτά (π.χ.
οικονομική κατάσταση των διαδίκων και την έκταση της συμβατικής παράβασης), περί των οποίων δεν διέλαβε περιστατικά που να τις στοιχειοθετούν και σε ποιον βαθμό, ενώ παρέλειψε να εκθέσει περιστατικά τόσο σε σχέση με όσα η ίδια η αντίδικος του πρότεινε αλλά και σε σχέση με όσα αντιπρότεινε αυτός, τα οποία δεν έλαβε υπόψη, αναφορικά με την συγκεκριμενοποίηση των αόριστων νομικών εννοιών που περιλαμβάνει η διάταξη της ΑΚ 409, δηλαδή της "δυσαναλογίας" και του "προσήκοντος μέτρου", προκειμένου να καθορίσει το ύψος της οφειλόμενης σε αυτόν κατ'αποκοπήν αποζημίωσης, μετά την αποδοχή της ενστάσεως (της αντιδίκου του) περί μειώσεως αυτής (ως μη γνήσιας ποινικής ρήτρας).
Επίσης δε, με τον τρίτο από τους λόγους της αναίρεσης, ο ίδιος αναιρεσείων προβάλλει ότι, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, εσφαλμένα εφάρμοσε την διάταξη της ΑΚ 409 ως προς το ζήτημα του κρίσιμου χρόνου για τη διαπίστωση της δυσαναλογίας του ύψους της ποινικής ρήτρας και του προσήκοντος μέτρου της και στέρησε την απόφασή του από τις απαιτούμενες αιτιολογίες, περιλαμβάνοντας μάλιστα αντιφάσεις σε αυτήν (χρόνος κατάπτωσης ποινής - κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό του ύψους της), στερώντας την από την αναγκαία νόμιμη βάση, ενώ, αν και του προτάθηκαν νόμιμα, δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμούς που ασκούν ουσιώδη επιρροή στο συγκεκριμένο ζήτημα και ότι οι πλημμέλειες αυτές στοιχειοθετούν τους λόγους των περιπτώσεων 1, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως και κατά τα ανωτέρω προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του, για τα ως άνω ζητήματα - μετά τη διατυπωθείσα, κατά περίπτωση, μείζονα σκέψη του, σύμφωνα με τις παραδοχές του, όπως αυτές εκτέθηκαν παραπάνω, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη μείωση ή μη της ποινής στο προσήκον μέτρο, όπως εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, μεταξύ δε αυτών και η οικονομική κατάσταση των μερών, τα εκ της καταργήσεως της συμβάσεως (που παραπάνω στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εκτίθεται για πόσο χρόνο λειτούργησε) πληγέντα συμφέροντα του ενάγοντος και μάλιστα όχι μόνο την περιουσιακή αλλά και την ηθική βλάβη αυτού ενόψει της μακράς αντιδικίας των διαδίκων, αλλά και το γεγονός της απουσίας ωφέλειας της εναγομένης λόγω μη εκπληρώσεως της παροχής, εφόσον τη θέση του ενάγοντος στο ΔΣ κατέλαβε άλλο μέλος, της ελλείψεως συμβατικής παράβασης και υπαιτιότητας από μέρους της εναγομένης, δεδομένου ότι ο ενάγων έλαβε πρώτα πλήρεις αποδοχές του έτους 2009, ενώ στη συνέχεια ανακλήθηκε από μέλος του ΔΣ, καθώς και το δικαιολογημένο συμφέρον του ενάγοντος και τα απώτερα ακόμη επιβλαβή αποτελέσματα τα οποία είχε γι' αυτόν η μη εκπλήρωση ή μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής, όχι δε απλώς την μη επέλευση σ αυτόν ζημίας ή το μέγεθος αυτής, αλλά και το ότι δυνάμει του από 21-7-2010 ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ αυτού και μετόχων της εναγομένης, πώλησε τις μετοχές του αντί του συνολικού ποσού των 150.000 ευρώ, καταβλητέο σε 3 δόσεις, εκ των οποίων εισέπραξε την 21-7-2010 το ποσό των 50.072,75 ευρώ, την 15- 12-2011 το ποσό των 50.072,75 ευρώ και την 15-12-2012 το ποσό των 49.854,50 ευρώ, στοιχεία από τα οποία έκρινε, εν τέλει, ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο της έκδοσης της οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η συμφωνηθείσα ποινή είναι υπέρμετρη και πρέπει να μειωθεί στο προσήκον μέτρο δηλαδή στο ποσό των 36.683,78 ευρώ πλέον ΦΠΑ 8.437,27 ευρώ, Περαιτέρω, καθίσταται σαφές από τις αυτές παραδοχές ότι ως χρόνος προσδιοριστικός για το υπέρμετρο ή μη της ποινικής ρήτρας κρίθηκε ο χρόνος της έκδοσης της οριστικής αποφάσεως μετά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 975/2021), κατά την οποία και προτάθηκε από την αναιρεσίβλητη η σχετική ένσταση.
Το γεγονός δε ότι μπορούν να ληφθούν κατά τις περιστάσεις και προγενέστερα γεγονότα (ΑΠ 869/2017, ΑΠ 811/2013 ΑΠ 1439/2012, ΑΠ 605/2010) δεν σημαίνει ότι διαφοροποιείται ο κρίσιμος χρόνος για το υπέρμετρο ή μη της ποινικής ρήτρας, αλλά ότι μπορούν να συνεκτιμηθούν και αυτά τα στοιχεία κατά τον κρίσιμο χρόνο. Εξ αυτού του λόγου, αλυσιτελώς προβάλλει ο αναιρεσείων - όπως εκτιμώνται οι ισχυρισμοί του - αναφερόμενος στις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου (βλ.
σελ. 23 της αιτήσεως αναιρέσεως), σε διάφορους χρόνους που θεωρεί κρίσιμους, ότι με βάση τα περιστατικά που εκθέτει έπρεπε να καθοριστεί άλλος χρόνος ως κρίσιμος για τη διαπίστωση της δυσαναλογίας του ύψους της ποινικής ρήτρας και του προσήκοντος μέτρου της. Κατά τα λοιπά δε, ο αναιρεσείων με την επίκληση παραβίασης ουσιαστικών διατάξεων με τους δύο ως ανωτέρω λόγους, πλήττει απαραδέκτως την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, σε σχέση με τους εκατέρωθεν προβληθέντες ισχυρισμούς, αναφορικά με τα εκτιθέμενα ως κρίσιμα ζητήματα.
Επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν παραβίασε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 409 ΑΚ, την οποία εφάρμοσε περιλαμβάνοντας στην απόφασή του σαφείς και πλήρεις, μη αντιφάσκουσες, αιτιολογίες ως προς το ύψος, του επιδικαζόμενου ποσού κατόπιν της παραδοχής της ενστάσεως μειώσεως της (μη γνήσιας) ποινικής ρήτρας, ενώ έλαβε υπόψη όσα πράγματα προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Οι δύο ως αμέσως ανωτέρω (δεύτερος και τρίτος) λόγοι της αίτησης για παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 559 παρ. 1,8 και 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι.
Μη υπάρχοντος δε άλλου λόγου πρέπει να απορριφθεί και η από 25-8-2021 αίτηση αναίρεσης του ενάγοντος Ν. Α., να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθεί αυτός, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 11-9-2020 αίτηση αναίρεσης της εναγομένης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και διακριτικό τίτλο "... ΑΕ" και την από 25-8-2021 αντίθετη αίτηση αναίρεσης του ενάγοντος Ν. Α..
Απορρίπτει την από 11-9-2020 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 1607/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
Απορρίπτει την από 25-8-2021 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 1607/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2023.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ