Legislator Case Law & Legislation
605/2010 AI generated

Supreme Court remands lease case for retrial due to insufficient reasoning on penalty amount under Civil Code.

Case Number 605/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a lease dispute. The lower court failed to provide adequate reasoning for its penalty calculation, ignoring specific facts about the tenant's damages and the landlord's financial situation. Consequently, the case was remanded for retrial with a new panel of judges to properly apply the relevant Civil Code provisions.

Legislator headnote

AI generated

Articles 574 and 409 of the Civil Code; The court must provide sufficient reasoning when determining the appropriate penalty in lease disputes, considering the specific interests of the parties and the actual circumstances of the breach.

Keywords

AI generated
lease contract penalty clause insufficient reasoning remand for retrial Civil Code provisions appeal procedure judicial reasoning

Cited Legislation

AI generated
Article 574 of the Civil Code
Article 409 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 605 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 605/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Σοφία Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρίας Περιρισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "QUALITY MAIL ΤΑΧΥΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΕΠΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σιάρκο και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Δάρα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 20/2/2006, 23/3/2006 και 29/3/2006 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3244/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 156/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13/3/2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καραχάλιου ανέγνωσε την από 5/2/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη του πρώτου λόγου αυτής. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 574 ΑΚ, "με την σύμβαση μισθώσεως πράγματος ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή την χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση και ο μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα". Από την διάταξη αυτή συνάγεται, ότι η μίσθωση είναι ενοχική σχέση και δεν ασκεί επιρροή στην ισχύ και την λειτουργία της συμβάσεως αυτής η κυριότητα ή οποιοδήποτε άλλο εμπράγματο δικαίωμα επί του μισθίου, ανεξαρτήτως αν αυτό είναι κινητό ή ακίνητο, ενώ είναι έγκυρος και η εκμίσθωση αλλοτρίου πράγματος, κινητού ή ακινήτου.

Η σχετικότητα της μισθωτικής σχέσεως έχει ως αποτέλεσμα να ανήκουν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις από αυτή μόνον στα συμβαλλόμενα μέρη, δηλαδή στον εκμισθωτή και τον μισθωτή, οι οποίοι και νομιμοποιούνται, αντιστοίχως, στις σχετικές δίκες με βάση αυτή. Εκ τούτου παρέπεται, ότι δεν αποτελεί στοιχείο, για το ορισμένο της αγωγής του εκμισθωτού, με την οποία ζητείται η απόδοση της χρήσεως του μισθίου ή η καταβολή καθυστερουμένων μισθωμάτων ή η αναγνώριση άλλης απαιτήσεως, που προέρχεται από την σύμβαση της μισθώσεως, η κυριότητα ή η νομή του ενάγοντος εκμισθωτού επί του επιδίκου μισθίου και η επίκληση του τρόπου κτήσεως της κυριότητος ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος, όπως η επικαρπία.

Εξ άλλου, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η οποία ιδρύει τον προβλεπόμενο, από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, συντελείται, όταν λάβει χώρα ψευδής ερμηνεία, που συνιστά η απόδοση στον εφαρμοστέο κανόνα εννοίας διαφορετικής από την αληθινή, ή η μη ορθή εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται με την μη εφαρμογή κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή με την εφαρμογή κανόνα, που δεν έπρεπε να εφαρμοσθεί, ή με την εσφαλμένη εφαρμογή του.

Η αοριστία της αγωγής που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος πρέπει να εφαρμοσθεί, ελέγχεται ως παράβαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο, για την κρίση του, περί της νομικής βασιμότητος της αγωγής, αξίωσε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Στην παρούσα περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., κατ' εκτίμηση αυτού, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η οποία, κατόπιν ασκηθεισών αντιθέτων εφέσεων κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, έκρινε επί των ενδίκων αγωγών (3) του ήδη αναιρεσιβλήτου, περί καταβολής των εις αυτές ληξιπροθέσμων μισθωμάτων, αποδόσεως της χρήσεως του μισθίου ακινήτου και αναγνωρίσεως της καταπτώσεως της ποινικής ρήτρας, που είχε συνομολογηθεί με την σύμβαση μισθώσεως, (και αποτελούσε αντικείμενο της τρίτης αγωγής), η πλημμέλεια της ευθείας παραβιάσεως των διατάξεων των άρθρων 574, 597 του ΑΚ, επειδή το Εφετείο έκρινε νόμιμες και κατ' ουσίαν βάσιμες τις αγωγές, τις οποίες έπρεπε να απορρίψει, ως αόριστες, εφ' όσον στο δικόγραφο αυτών δεν "αναγράφεται το συμβόλαιο, δυνάμει του οποίου απέκτησε ο ενάγων την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου....

αλλά ούτε και ο τρόπος κτήσεως από αυτόν της επικαλουμένης επικαρπίας". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι τα ανωτέρω στοιχεία, την έλλειψη των οποίων επικαλείται ο αναιρεσείων, δεν ήσαν αναγκαία, για την εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και την πληρότητα του δικογράφου των ενδίκων αγωγών, οι οποίες ερείδονται στην μεταξύ των διαδίκων σύμβαση μισθώσεως, συμφώνως προς όσα εκτίθενται στην μείζονα πρόταση της παρούσας σκέψεως.

Κατά την διάταξη του άρθρου 404 ΑΚ " ο οφειλέτης μπορεί να υποσχεθεί στο δανειστή ως ποινή χρηματικό ποσό ή κάτι άλλο (ποινική ρήτρα), για την περίπτωση που δεν θα εκπλήρωνε ή που δεν θα εκπλήρωνε προσηκόντως την παροχή". Κατά την διάταξη δε του άρθρου 405 του αυτού Κώδικα, "Η ποινή καταπίπτει αν ο οφειλέτης αδυνατεί υπαίτια να εκπληρώσει την παροχή ή αν περιέλθει σε υπερημερία.

Η κατάπτωση της ποινής επέρχεται και αν ακόμη ο δανειστής δεν έχει υποστεί καμία ζημία". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 361 ΑΚ, συνάγεται, ότι, στα πλαίσια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, είναι έγκυρος ο όρος του μισθωτηρίου, κατά τον οποίο, αν καταγγελθεί η μίσθωση λόγω παραβάσεως όρου της συμβάσεως, καθίστανται απαιτητά και ληξιπρόθεσμα όλα τα μη δεδουλευμένα μισθώματα, ενώ στην πραγματικότητα ο όρος αυτός αποτελεί συνομολόγηση ποινικής ρήτρας.

Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 409 ΑΚ, "Αν η ποινή που συμφωνήθηκε είναι δυσανάλογα μεγάλη, μειώνεται, ύστερα από αίτηση του οφειλέτη, από το δικαστήριο στο μέτρο που αρμόζει. Αντίθετη συμφωνία δεν ισχύει". Από την διάταξη αυτή συνάγεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για την μόρφωση της δικαστικής του κρίσεως, σε σχέση με τον προσδιορισμό του περιεχομένου της αόριστης νομικής έννοιας της "δυσανάλογα μεγάλης ποινής" και του "μέτρου που αρμόζει", λαμβάνει υπ' όψη τα περιστατικά που, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν και ιδίως το μέγεθος της ποινής, σε σύγκριση με την αξία της αντιπαροχής του δανειστού, την οικονομική κατάσταση των μερών, τα συμφέροντα του δανειστού που επλήγησαν από την αθέτηση της συμβάσεως, την έκταση της συμβατικής παραβάσεως του οφειλέτου, τον βαθμό του πταίσματός του, την ενδεχόμενη ωφέλειά του από την μη εκπλήρωση της παροχής, τα απώτερα επιβλαβή αποτελέσματα και κάθε δικαιολογημένο συμφέρον του δανειστού.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., για την ορθή υπαγωγή στα ανωτέρω κριτήρια του άρθρου 409 ΑΚ των περιστατικών που έγιναν, ανελέγκτως, δεκτά, δεν ελέγχεται, όμως, ο προσδιορισμός του ποσού κατά το οποίο θα μειωθεί η ποινική ρήτρα. Για την σχετική δε κρίση του δικαστηρίου, λαμβάνεται υπ' όψη ο χρόνος εκδόσεως της οριστικής αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δηλαδή της συζητήσεως, μετά την οποία αυτή εξεδόθη, ασχέτως αν, κατά τις περιστάσεις, λαμβάνονται υπ' όψη περιστατικά, αναγόμενα σε προγενέστερο χρόνο.

Περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως και όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά: " Με το από 24-3-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μισθώσεως ο ενάγων ( και ήδη εκκαλών - εφεσίβλητος και αντεφεσείων ) εκμίσθωσε στην εναγομένη ( και ήδη εκκαλούσα - εφεσίβλητη και αντεφεσίβλητη ) εταιρεία με την επωνυμία "QUALIΤΥ ΜΑIL ΤΑΧΥΜΑΤΑΦΟΡΕΣ ΕΠΕ", ένα ισόγειο κατάστημα, αποτελούμενο από ισόγειο επιφανείας 159 τ.μ.

και από υπόγειο χώρο επιφανείας 90 τ.μ. που βρίσκεται επί της οδού ... στο ..., προκειμένου η τελευταία να το χρησιμοποιήσει ως κατάστημα υπηρεσιών ταχυμεταφοράς και διανομής μικροδεμάτων, αλληλογραφίας κλπ. υπηρεσίες courier, απαγορευόμενης οποιασδήποτε μετατροπής της χρήσης αυτού ( όρος 3ος ). Η διάρκεια της μισθώσεως ορίστηκε για οκτώ (8) έτη, με έναρξη την 24-3-2005 και λήξη την 23-3-2013.

Το μίσθωμα συμφωνήθηκε στο ποσό των 1.900 ευρώ πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου 3,6% αναπροσαρμοζόμενο κατά ποσοστό 5% ετησίως επί του εκάστοτε καταβαλλόμενου μισθώματος και ήταν προκαταβλητέο μέσα στο πρώτο τριήμερο κάθε μισθωτικού μήνα. Για την ακριβή εκπλήρωση των όρων της συμβάσεως, συμφωνήθηκε και η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα, κατά την κατάρτισή της, ως εγγύηση, το ποσό των 3.800 ευρώ, που αντιστοιχεί σε δύο μισθώματα και το οποίο συμφωνήθηκε να αναπροσαρμόζεται σε κάθε αναπροσαρμογή του μισθώματος.

Το ποσό αυτό θα αναλάβει η μισθώτρια ατόκως, μετά την παράδοση του μισθίου, την εκκαθάριση των τυχόν εκκρεμών λογαριασμών και την δήλωση του εκμισθωτή ότι δεν έχει καμία απαίτηση εξαιτίας φθορών στο μίσθιο. Συμφωνήθηκε επίσης ότι η εγγύηση δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να συμψηφιστεί με μισθώματα ή άλλες οφειλές της μισθώτριας προς τον εκμισθωτή ( όρος 2ος ).

Περαιτέρω, με το μισθωτήριο συμφωνήθηκε ότι η μισθώτρια εταιρεία έχει υποχρέωση, το αργότερο μέχρι 15-4-2005, να ασφαλίσει το μίσθιο ακίνητο σε αξιόπιστη ασφαλιστική εταιρεία για τον κίνδυνο πυρός στο όνομα του εκμισθωτή (όρος 20ος) ότι οφείλει να κάνει καλή χρήση του μισθίου, σύμφωνα με την προαναφερθείσα και συμφωνηθείσα χρήση (όρος 6ος) και ότι, σε περίπτωση παραβάσεως οποιουδήποτε όρου της συμβάσεως, οι οποίοι θεωρούνται όλοι ουσιώδεις, ή οποιασδήποτε παραβάσεως του νόμου, παρέχεται το δικαίωμα στον εκμισθωτή να λύσει μονομερώς την μίσθωση, οπότε στην περίπτωση αυτή καταπίπτει, ως ποινική ρήτρα, υπέρ του εκμισθωτή α) ολόκληρη η εγγύηση (όπως είχε διαμορφωθεί με τις εκάστοτε αναπροσαρμογές), β) καθίστανται ληξιπρόθεσμα κι απαιτητά όλα τα μη δεδουλευμένα μισθώματα μέχρι την λήξη της μισθώσεως (όρος 15ος).

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, σε εκπλήρωση της μισθωτικής αυτής συμβάσεως, ο ενάγων παρέδωσε εξαρχής στην εναγομένη το μίσθιο, η οποία το παρέλαβε και από τότε χρησιμοποιούσε τον μεν ισόγειο χώρο του καταστήματος για τον σκοπό που συμφωνήθηκε (υπηρεσίες ταχυμεταφοράς και διανομής μικροδεμάτων και αλληλογραφίας) τη δε υπόγεια αποθήκη για την συντήρηση και την επισκευή των χρησιμοποιούμενων από τους υπαλλήλους της τριάντα πέντε (35) μοτοποδηλάτων, χρήση η οποία όμως δεν είχε συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων και ήταν επιζήμια για το ακίνητο και επικίνδυνη και οχληρή για τους περιοίκους (ηχορύπανση, εκπομπές καυσαερίων).

Ο ενάγων έλαβε γνώση, για την αντισυμβατική και παράνομη λειτουργία του συνεργείου αυτού, το μήνα Φεβρουάριο 2006, όταν επισκέφθηκε το μίσθιο, μετά τις έντονες διαμαρτυρίες και τα παράπονα των περιοίκων. Για την λειτουργία του εν λόγω συνεργείου η εναγομένη είχε τοποθετήσει στο υπόγειο τον απαραίτητο εξοπλισμό, ήτοι πάγκους (εργασίας), εργαλειοθήκη, λιπαντικά, ανταλλακτικά, καθώς και μηχανική ράμπα ( ανυψωτήρα ) των μηχανών...

Λόγω μη καταβολής του τελευταίου μισθώματος (ήτοι μηνός Μαρτίου 2006) αλλά και της, κατά τα άνω, αντισυμβατικής χρήσεώς του, ο ενάγων κατήγγειλε την ένδικη μίσθωση, με το δικόγραφο της από 23-3-2006 αγωγής του, που επιδόθηκε στην εναγομένη στις 28-3-2006.... Επίσης, από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό υλικό, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη δεν προέβη μέχρι την 15-4-2005 στην ασφάλιση του μισθίου για τον κίνδυνο πυρός όπως είχε συμφωνηθεί....

Στην προκειμένη περίπτωση, οι προαναφερθείσες παραβάσεις των, ως άνω, ουσιωδών και εγκύρων όρων της ένδικης συμβάσεως μισθώσεως, ήτοι η μη ασφάλιση του μισθίου και η αντισυμβατική χρήση του υπογείου αυτού, εξαιτίας των οποίων ο ενάγων κατήγγειλε την μίσθωση, είχαν ως συνέπεια να καταπέσει η ως ποινική ρήτρα συμφωνηθείσα εγγύηση, ποσού 3.800 ευρώ και να καταστούν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά τα μη δεδουλευμένα μισθώματα, από τον μήνα Μάιο του 2006 μέχρι και την λήξη της συμβατικής διάρκειας της μισθώσεως τον μήνα Μάρτιο 2013 (όρος 15ος).

Η τελευταία αυτή ποινική ρήτρα (μη ληξιπρόθεσμα μισθώματα), κρίνεται δυσανάλογα μεγάλη και πρέπει να μειωθεί κατά παραδοχή ως βάσιμης της σχετικής νόμιμης ενστάσεως της εναγομένης (άρθρο 409 ΑΚ), αφού πράγματι, υπό τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η προσήκουσα ποινή δεν υπερβαίνει το ποσό των 300 ευρώ κάθε μήνα, αν ληφθούν υπόψη ο βαθμός του πταίσματος της εναγομένης μισθώτριας και η έκταση της συμβατικής παραβάσεώς της, το μέγεθος της ποινής και η αντιπαροχή του ενάγοντος, η οικονομική κατάσταση των μερών, σταθμιζομένου και του γεγονότος ότι η μισθώτρια εταιρεία δεν είχε καμία απολύτως ωφέλεια από την αθέτηση των συμβατικών της υποχρεώσεων.

Συνακόλουθα, η εναγομένη μισθώτρια οφείλει στον ενάγοντα, λόγω ποινικής ρήτρας, για το χρονικό διάστημα από τον μήνα Μάϊο του 2006, μέχρι τον μήνα Μάρτιο 2013 το συνολικό ποσό των 24.900 Ευρώ (83 μήνεςΧ300 Ευρώ).." Με βάση τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι η προσήκουσα ποινή ανέρχεται στο ποσό των 300 Ευρώ για έκαστον μήνα και, απορρίπτοντας τις εκατέρωθεν ασκηθείσες εφέσεις, με τις οποίες οι διάδικοι παραπονούντο, εν σχέσει προς το ύψος της επιδικασθείσας, εις βάρος της ήδη αναιρεσείουσας, ποινικής ρήτρας, από το πρωτόδικο δικαστήριο, επεκύρωσε την πρωτόδικο απόφαση με την οποία είχε μειωθεί αυτή στο ίδιο ποσό, κατ' αίτηση της τελευταίας.

Έτσι, όμως που έκρινε το Εφετείο, περιέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς την εξειδίκευση της εννοίας του προσήκοντος μέτρου της ποινής, εξ αιτίας των οποίων καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, ως προς την ορθή ή όχι εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 409 ΑΚ, διότι, ειδικότερα:

α) δεν καθορίζεται, με την προσβαλλομένη απόφασή του, ποιός χρόνος λήφθηκε υπ' όψη από αυτό, ως προσδιοριστικός του υπερμέτρου της ποινής. β) παρέλειψε να συνεκτιμήσει και υπαγάγει στην ανωτέρω διάταξη το είδος των συμφερόντων του εκμισθωτού-αναιρεσιβλήτου που, κατά τις παραδοχές του, επλήγησαν από την παράβαση των προαναφερομένων όρων της συμβάσεως, εκ μέρους της μισθώτριας-αναιρεσείουσας, σε συσχετισμό με το κριτήριο, που έλαβε υπ' όψη, ότι η τελευταία δεν είχε απολύτως καμία ωφέλεια από την αθέτηση των συμβατικών αυτών υποχρεώσεών της και γ) δεν διέλαβε στην απόφασή του πραγματικά περιστατικά, περί της οικονομικής καταστάσεως των διαδίκων μερών, την οποία στερεοτύπως μνημόνευσε στην απόφασή του.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως νομίμου βάσεως, λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το αμέσως ανωτέρω αναφερόμενο κεφάλαιό της, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αυτό κεφάλαιο της αποφάσεως, στο ίδιο Εφετείο, εφ' όσον είναι δυνατή η συγκρότηση αυτού από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (αρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 156/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαιο.

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αυτό κεφάλαιο, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 9 Απριλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ